Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой): Ἡ πυρκαγιά

 

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой)

 

Ἡ πυρ­κα­γιά

(Пожар)

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΝΥΧΤΑ ἁ­πλώ­νε­ται ἀρ­γὰ καὶ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ βα­θυ­κόκ­κι­νη ἀν­ταύ­γεια.

Ἡ ἀ­πέ­ραν­τη πό­λη φλέ­γε­ται.

       Τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ τῶν ψη­λῶν κτη­ρί­ων μαυ­ρί­ζουν· πί­σω τους μαί­νε­ται ἡ κι­τρι­νό­λευ­κη θά­λασ­σα τῆς φω­τιᾶς. Ποῦ καὶ ποῦ ὑ­ψώ­νον­ται μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πλημ­μυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ στὸ αἷ­μα. Ἀ­να­το­λι­κά, τὸ φω­τει­νὸ σύν­νε­φο τοῦ κα­πνοῦ ἁ­πλώ­νε­ται σὰν μιὰ θα­νά­σι­μη λω­ρί­δα καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ πα­ρά­φο­ρη φλό­γα, ἔ­χον­τας σπά­σει τὰ δε­σμά της, γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος, σκο­τεί­νια­σε καὶ τέρ­πε­ται ἤ­ρε­μα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῆς ἄ­λι­κης ὀρ­γῆς.

       Τὸ πλα­τὺ πο­τά­μι πλημ­μύ­ρι­σε στὸ αἷ­μα καὶ τὰ κύ­μα­τα κο­κά­λω­σαν τρο­μαγ­μέ­να, χα­ϊ­δεύ­ον­τας δι­στα­κτι­κὰ τὴ σκο­τει­νὴ ὄ­χθη.

       Οἱ ἀ­σά­λευ­τες μα­οῦ­νες καὶ τὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να πο­τα­μό­πλοι­α ξε­ρο­ψή­νον­ταν μὲ μιὰ κοκ­κι­νό­μαυ­ρη λάμ­ψη, οἱ φαρ­δι­ὲς σχε­δί­ες στα­μα­τοῦ­σαν μὲ φρί­κη στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἐ­νῶ οἱ μι­κρὲς φλό­γες κι­τρί­νι­ζαν, σπιν­θη­ρί­ζον­τας μὲ πα­ρά­πο­νο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἄ­λι­κο νε­ρό.

       Μιὰ φω­τει­νή, γα­λά­ζια σε­λή­νη χύ­νει ἤ­ρε­μα ἀ­πὸ ψη­λὰ τὶς ψυ­χρές της ἀ­κτί­νες στὴν πα­ρά­φρο­να γῆ. Πρὸς τὸ μέ­ρος της πε­τοῦν σύν­νε­φα, μὲ ζω­η­ρὰ ρό­δι­να χρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὴ φρί­κη καὶ τὴν ὀρ­γή. Ἔ­χον­τας δι­α­τρέ­ξει τὴν ἀ­πό­στα­ση, τὰ σύν­νε­φα χλο­μιά­ζουν καί, ἀ­ση­μέ­νια καὶ εὔ­θραυ­στα, ἀ­δι­ά­φο­ρα, πε­τοῦν γα­λή­νια πρὸς τὸν σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­που σι­ω­πη­λὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν τ’ ἄ­στρα…

       Γύ­ρω μας ἡ ἥ­συ­χη νύ­χτα. Τὰ δέν­τρα κοι­μοῦν­ται πλημ­μυ­ρι­σμέ­να σ’ ἕ­να μπλὲ φῶς, ἐ­νῶ οἱ πυ­κνὲς σκι­ὲς καὶ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ λου­λού­δια ἀ­να­σαί­νουν γλυ­κά.

       Αὐ­τὴ στέ­κε­ται λευ­κὴ καὶ λυ­γε­ρή, ἀ­κουμ­πών­τας τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της τὸ στῆ­θος, ἐ­νῶ στὰ τρο­μαγ­μέ­να, πα­νέ­μορ­φα μά­τια της δι­α­κρί­νον­ται οἱ ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς μα­κρι­νῆς πυρ­κα­γιᾶς.

 

   Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι (Алексей Николаевич Толстой)(Νι­κο­λά­γιεφσκ, Κυ­βερ­νεῖ­ο Σα­ρά­τωφ, 1882-Μό­σχα, 1945). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Εἰ­δι­κεύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ στὴν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φί­α. Ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κα­θε­στῶ­τος τοῦ Στά­λιν. Ἔ­γι­νε πο­λὺ γνω­στὸς ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «Τὸ χρυ­σὸ κλει­δά­κι ἢ οἱ Πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ Μπου­ρα­τί­νο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπό τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Άθήνα, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, Ἀθήνα, 2007).

 

Advertisements