Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Μεγάλο ψυγεῖο

 

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев)

 

Μεγάλο ψυγεῖο

(Голям хладилник)

 

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τους ἀ­πὸ τὸ Ἐλ­σίν­κι, ὁ τσούκ­τσα(1) καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­χουν ἀ­ρά­ξει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο «Ρω­σί­α», μό­νο δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Κεν­τρι­κὸ Κρα­τι­κὸ Πο­λυ­κα­τά­στη­μα, τὸ πρώ­ην ἀ­νά­κτο­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κρεμ­λί­νο.

       Ἔ­χον­τας γευ­θεῖ τὶς ἀ­νέ­σεις τῆς Εὐ­ρώ­πης, τὸ ζευ­γά­ρι ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συν­δυά­σει τὸ τερ­πνὸν με­τὰ τοῦ ὠ­φε­λί­μου. Τὸ πο­λυ­κα­τά­στη­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη τους καὶ οἱ δυ­ό τους ξε­κι­νᾶ­νε νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να ψυ­γεῖ­ο, ποὺ θὰ τὸ πά­ρουν μα­ζί τους, γιὰ νὰ τὸ πᾶ­νε στὴν τούν­δρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα το ἀ­νε­βά­σουν σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τρέ­νο, σχε­δί­α καὶ ἕλ­κη­θρο.

       Πέ­ρα-δῶ­θε στοὺς δι­α­δρό­μους, πά­νω-κά­τω στοὺς ὀ­ρό­φους, γύ­ρω-γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σιν­τρι­βά­νια μὲ τοὺς μι­κροὺς μαρ­μά­ρι­νους Ἔ­ρω­τες, ἐ­πι­τέ­λους τὸ ζευ­γά­ρι φτά­νει στὰ ψυ­γεῖ­α. Ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ «Μο­ρόζ­κο» μέ­χρι τὰ με­γά­λα «Ζὶλ» καὶ «Νέ­βα» μὲ τοὺς δι­πλοὺς κα­τα­ψύ­κτες.

       Ὁ τσούκ­τσα τὰ κοι­τά­ζει, βά­ζει τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὰ ψυ­γεῖ­α, ὕ­στε­ρα χώ­νει κε­φά­λι καὶ ἡ γυ­ναί­κα του. Οἱ πω­λή­τρι­ες τοὺς τρι­γυρ­νᾶ­νε, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πιά­σουν κου­βέν­τα, ἀλ­λὰ ὁ τσούκ­τσα ξέ­ρει μο­νά­χα ἕ­να πράγ­μα:

      — «Με­γα­λύ­τε­ρο! Με­γα­λύ­τε­ρο!»

      Τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πο­ροῦν, κα­λοῦν τὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ἀ­πο­θή­κης.

       «Πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται;» – ρω­τᾶ αὐ­στη­ρὰ ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­χει δι­α­βά­σει τὸ Χάρ­τη τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, ἐ­πει­δὴ ἁ­πλού­στα­τα δὲν τὸν ἔ­χουν δη­μο­σι­εύ­σει στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ποι­ὰ δι­και­ώ­μα­τα θὰ τοῦ μι­λά­ει αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ὁ χα­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα, ὅ­ταν ἤ­δη ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες τοὺς φαρ­μα­κώ­νει τὴν ζω­ὴ μὲ τὰ λό­για «με­γα­λύ­τε­ρο καὶ με­γα­λύ­τε­ρο!»

       Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο! Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος κα­τευ­θεῖ­αν πο­δο­πα­τά­ει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που:

       «Ρέ, ἐ­σὺ ζεῖς στὴν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, μέ­σα στὴν τούν­δρα. Τί στὸ κα­λὸ τὸ θέ­λεις τὸ ψυ­γεῖ­ο;»

       «Ἄ-α-α…» —κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι ὁ τσούκ­τσα—. «Οἱ θερ­μο­κρα­σί­ες ἔ­ξω εἶ­ναι μεῖ­ον 70, μέ­σα στὴν σκη­νὴ μεῖ­ον 30, καὶ στὸ ψυ­γεῖ­ο μεῖ­ον 4. Μπαί­νεις μέ­σα, ζε­σταί­νε­σαι.»

 

(1) Ὁ κά­τοικος τῆς Τσου­κότ­κα. Αὐτό­νο­μος θύ­λα­κας στὴν βο­ρειο­α­ντο­λικὴ ἐσχα­τιὰ τῆς Ρωσί­ας.

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Advertisements

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Σύζυγος καὶ ἐρωμένη

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)

 

Σύ­ζυ­γος καὶ ἐ­ρω­μέ­νη

(Съпруга и любовница)

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΜΗ ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἡ ἐ­ρω­μέ­νη μου», λέ­ει ὁ Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Κι ἔ­τσι ὅ­πως συμ­βαί­νει καὶ στὴ ζω­ή, οἱ ἔν­τι­μοι ἄν­δρες φέ­ρον­ται στὴ σύ­ζυ­γο μὲ σε­βα­σμό, ἐ­νῶ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη ζοῦν.

       Ἡ ζω­ὴ του πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξε εὔ­κο­λη. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος συ­νέ­χεια νὰ βγά­ζει χρή­μα­τα. Βρέ­ξει, χι­ο­νί­σει – σ’ ἐ­κεῖ­νον πρέ­πει νὰ στά­ξει. Ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του ζοῦν οἱ γο­νεῖς του καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια του. Σ’ ἕ­να γράμ­μα πρὸς τὸ φί­λο καὶ ἐκ­δό­τη του, τὸν Ἀ­λε­ξέ­ι Σου­βό­ριν, ὁ Τσέ­χωφ γρά­φει: «Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι πιὸ βα­ρε­τὸ καὶ ἀν­τι­ποι­η­τι­κό, νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὴν πε­ζὴ κα­θη­με­ρι­νὴ μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς στε­ρεῖ τὴ χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς καὶ φέρ­νει τὴν ἀ­πά­θεια.»

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­τέ­λεια, τὴν ἀ­πά­θεια.

       Στὰ εἴ­κο­σι ἕ­ξι του λέ­ει: «Νω­ρί­τε­ρα, ὅ­ταν δὲ γνώ­ρι­ζα, ὅ­τι μὲ δι­α­βά­ζουν καὶ μὲ κρί­νουν, ἔ­γρα­φα ἀ­νέ­με­λα, λὲς καὶ ἔ­τρω­γα πι­ρο­σκί. Τώ­ρα γρά­φω καὶ φο­βᾶ­μαι.»

       Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα: «Τὰ μι­κρὰ πό­στα στὴ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως καὶ στὸ στρα­τό.» Ἀ­κό­μα: «… Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­ρί­ζουν τὴ λά­σπη τῆς ζω­ῆς, τό­σο πιὸ κα­θα­ροὶ γί­νον­ται.»

       Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ εἶ­πε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του τὴν ἴ­δια χρο­νιά, ποὺ ἔ­γρα­ψε ἑ­ξήν­τα πέν­τε δι­η­γή­μα­τα. Κά­θε πέν­τε ἡ­μέ­ρες καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μα. Ὁ αὐ­το­σαρ­κα­σμός του εἶ­ναι εἰ­ρω­νεί­α πρὸς τοὺς ἄλ­λους: «Οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ζη­λι­ά­ρη­δες σὰν τὰ πε­ρι­στέ­ρια.» Καί: «Ὅ­ταν τὰ ἀ­φεν­τι­κὰ ἀ­που­σιά­ζουν, ὁ ὑ­πη­ρέ­της ξε­να­γεῖ τοὺς κα­λε­σμέ­νους στὰ δω­μά­τιά τους.» Γιὰ νὰ βά­λει τά­ξη στὴν κοι­νω­νί­α, ὁ Τσέ­χωφ λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς φρά­ση: «Τὸ για­τρὸ κα­λέ­στε καὶ τὸ νο­σο­κό­μο φω­νάξ­τε!»

       Καὶ δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἤ­δη ἔ­χει λά­βει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν βρί­σκε­ται στὴν ἀκ­μὴ τῆς δό­ξας του: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος, ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μέ­χρι τὸ λαι­μό: γρά­φω καὶ σβή­νω, γρά­φω καὶ σβή­νω.»

       «Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω γρά­ψει, θὰ ξε­χα­στοῦν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια.» Αὐ­τὰ τὰ λό­για ἐ­κεῖ­νος τὰ ξε­στο­μί­ζει με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του, ὅ­ταν ἀρ­­νή­θη­κε τὸ ἐ­πί­τι­μο ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ. Καὶ πό­σους κλα­σι­κοὺς ἐν ζω­ῇ γνω­ρί­ζου­με ἐ­μεῖς, κα­λέ μου ἀ­να­γνώ­στη! Περ­νᾶ­με τὴ ζω­ή μας ἀ­νά­με­σα σὲ γί­γαν­τες ἀ­πὸ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α καὶ ἄ­νω. Γί­γαν­τες τῆς σκέ­ψε­ως, ποὺ εἶ­ναι βα­ρε­τοὶ στοὺς συ­ζύ­γους καὶ στὰ παι­διά τους, στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τους, ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χουν. Καὶ μο­νά­χα οἱ πραγ­μα­τι­κὰ τα­λαν­τοῦ­χοι ἄν­θρω­ποι ἀμ­φι­βάλ­λουν κά­που-κά­που γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό τους. Μὲ σα­τα­νι­κὸ γέ­λιο ὁ Στα­νισ­λὰβ Σι­βρί­γι­εφ ἔ­λε­γε: «Αὐ­τὸς ὁ γα­μη­μέ­νος κό­σμος δὲν πα­ρέ­μει­νε γιὰ πάν­τα τοῦ Βα­για­ζίτ, δι­κός μας θὰ πα­ρα­μεί­νει;»

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ θλι­βε­ρὲς καὶ σω­στὲς δι­α­πι­στώ­σεις γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­να­το­λι­κοὺς ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­νή­κει στὸν Τσέ­χωφ: «Πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα εἶ­ναι ὁ Ρῶ­σος ἄν­θρω­πος! Μέ­σα του, ὅ­πως καὶ στὸ κό­σκι­νο, τί­πο­τα δὲν πα­ρα­μέ­νει!» Καὶ ἀ­κό­μα: «… Ὁ τί­μιος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κά­τι σὰν τὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο οἱ νταν­τά­δες φο­βί­ζουν τὰ μι­κρὰ παι­διά.» Ἂς μὴ μι­λᾶ­με γιὰ τὴ σλά­βι­κη τεμ­πε­λιά!

       Σὰν παι­δὶ κο­λυμ­πά­ει σὲ μιὰ λί­μνη καὶ πα­θαί­νει κρυ­ο­λό­γη­μα. Ὕ­στε­ρα ὁ ψη­λὸς πυ­ρε­τὸς καί­ει τοὺς πνεύ­μο­νές του. Νὰ εἶ­σαι για­τρὸς καὶ νὰ πά­σχεις ἀ­πὸ ἀ­νί­α­τη ἀρ­ρώ­στια, εἶ­ναι σὰν νὰ ζοῦν σκύ­λος καὶ γά­τα μέ­σα στὸ ἴ­διο κα­λύ­βι. Νὰ νι­ώ­θεις ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὸ θά­να­το νὰ ἀ­να­σαί­νει στὸ σβέρ­κο σου. Νὰ εἶ­σαι νέ­ος καὶ νὰ τὸν δέ­χε­σαι σὰν κά­τι ἀ­να­πό­φευ­κτο, ὅ­ταν ἔ­χεις συμ­φυ­ὲς μὲ τὴν ὕ­παρ­ξή σου τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­θα­να­σί­ας. Ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πνεύ­μο­νές του κα­ταρ­ρέ­ουν.

       Ἂν καὶ σπά­νια, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔμ­παι­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τὸ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς 28ης Μαρ­τί­ου τοῦ 1897 ὁ Τολ­στό­ι τὸν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται στὴν κλι­νι­κή. Τό­τε ὁ Τσέ­χωφ εἶ­ναι τριά­ντα ἑ­πτὰ ἐ­τῶν, ὁ Τολ­στό­ι ἑ­ξήν­τα ἐν­νέ­α. Ἦρ­θε ὁ κό­μης ἐ­πί­σκε­ψη, ἔ­κα­τσε δί­πλα στὸ κρε­βά­τι τοῦ τα­λαί­πω­ρου ἀ­πὸ τὶς αἱ­μορ­ρα­γί­ες Τσέ­χωφ καὶ ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, τοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ τὸ πό­σο ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι καὶ τὸ πό­σο φο­βᾶ­ται τὸν θά­να­το!

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκό­να: Ὁ Ἄντον Τσέ­χωφ μὲ τὸν Λέ­ον Τολστό­ι στὴν Γιάλ­τα (1900).

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Αὐτὴ δὲν εἶναι Ἐκείνη

 

 

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)

 

Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ­κεί­νη

(Тази не е Оная)

 

ΑΙ Ο ΤΟΛΣΤΟΪ δὲν ἔ­πι­νε καὶ πά­λι δὲν ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος… Τά­χα μου κό­μης, ἀλ­λὰ ντυ­νό­ταν σὰν μου­ζί­κος. Βαμ­βα­κε­ρὴ που­κα­μί­σα, στὴ μέ­ση σχοι­νί. Μπό­τες. Ἀλ­λὰ στὰ νιά­τα του ὑ­πῆρ­ξε κομ­ψός. Ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων, ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὴ δε­κα­ο­κτά­χρο­νη Σο­φί­α Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Μπέρς, κό­ρη για­τροῦ. Ἑ­τοί­μα­σαν ἕ­να γά­μο κα­θὼς πρέ­πει. Λάμ­ψη καὶ μαρ­μά­ρι­να σκα­λο­πά­τια, καὶ «Μνόγ­κα­για λέ­τα»(1)… Καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος πα­ρά­τη­σε τὸ κρε­βά­τι, κλεί­στη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι Ἐ­κεί­νη»! Χορ­τά­το τὸ σκυ­λί…

       Ἀλ­λὰ καὶ ἡ σύ­ζυ­γος δὲν ἔ­μει­νε πί­σω. Κα­τευ­θεῖ­αν τοῦ «ξή­λω­σε τὴ φό­δρα»: «Ἐ­κεῖ­νος μοῦ εἶ­ναι ἀν­τι­πα­θη­τι­κὸς μαζὶ μὲ τὸ λα­ό του!»

       Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­ο­κτώ του χρό­νια ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­φε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του. Βρέ­ξει, χι­ο­νί­σει ἐ­κεῖ­νος κα­τέ­γρα­φε λε­πτο­με­ρῶς τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ ἑ­ξήν­τα χρό­νια. Συγ­κεν­τρω­μέ­νες τώ­ρα, με­τρᾶ­νε δε­κα­τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρους τό­μους. Πό­σα σκάν­τα­λα, πό­σες ὑ­στε­ρι­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς σκη­νὲς τοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει αὐ­τό, δὲ λέ­γε­ται! Δι­ό­τι, πό­τε κρυ­φά, πό­τε φα­νε­ρά, πό­τε μὲ τὴν δι­κή του πα­ρό­τρυν­ση, ἡ Σο­φί­α Ἀν­τρέ­γι­εβ­να τὸ δι­ά­βα­ζε τα­κτι­κά. Καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἀν­τέ­γρα­φε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση τὰ βι­βλί­α του, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο αὐ­τὸ τὸ ξε­φύλ­λι­ζε μὲ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἡ βα­σι­κὴ πρω­τα­γω­νί­στρια.

       Στὰ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά του ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­ψε: «Σή­με­ρα πά­λι αὔ­τω­σα τὴ Μά­σα. Στὸν ἄν­δρα της χά­ρι­σα ἕ­να ἄ­λο­γο.»

       Καὶ τί ἔ­γι­νε; Μή­πως τῆς ἔ­βγα­λε κα­νέ­να μά­τι; Καὶ ἡ Μά­σα χα­ρού­με­νη καὶ ὁ ἄν­δρας της μὲ ἄ­λο­γο. Τό­σο πο­λὺ εἶ­χε χα­λα­ρώ­σει ὁ κό­μης…

       Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Τολ­στό­ι ἀ­φο­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α σὰν αἱ­ρε­τι­κὸς καὶ ὑ­πη­ρέ­της τοῦ ἀ­κα­τα­νό­μα­στου. Ἡ αἰ­τί­α, βέ­βαι­α, δὲν ἦ­ταν ἡ Μά­σα.

      Μὲ τὶς ὧ­ρες κα­θό­μουν δί­πλα στὸν τά­φο του, στὴν Γι­άσ­να­για Πο­λιά­να. Μι­κρὸ ἀ­νά­χω­μα, χω­ρὶς σταυ­ρό. Ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο, σπα­ρα­ξι­κάρ­διο μέ­χρι δα­κρύ­ων Φθι­νό­πω­ρο.

       Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ 1908 ὁ Ἔν­τι­σον, ὁ ἐ­φευ­ρέ­της, τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να φω­νό­γρα­φο καὶ ὁ Τολ­στό­ι βάλ­θη­κε νὰ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἕ­να γράμ­μα πρὸς τὴν κου­νιά­δα του, τὴν Τα­τιά­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Κου­σμίν­σκα­για. Ζω­η­ρὴ ὀ­μορ­φού­λα θὰ ἦ­ταν ἡ κου­νιά­δα, ἀ­φοῦ, ὅ­ταν ὁ κό­μης πε­ρί­γρα­φε τὴ Να­τά­σα Ρο­στόφ, σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη…

       Χά­ρη στὸν προ­φέ­σο­ρα Μπέρ­στα­ϊν ἔ­χου­με γιὰ πάν­τα τὴν ἠ­χο­γρα­φη­μέ­νη σὲ πλά­κα γραμ­μό­φω­νου φω­νὴ τοῦ Τολ­στό­ι. Γέ­ρι­κοι ἀ­έ­ρη­δες ἀ­να­σαί­νουν στὴ βρα­χνή του ὁ­μι­λί­α: «Σή­με­ρα ὄρ­γω­να, δού­λε­ψα πο­λὺ καὶ δὲν νι­ώ­θω τό­σο ὑ­γι­ής.» Ὥ­στε ὄρ­γω­νες. Ρέ, τὸ ὄρ­γω­μα ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ γυ­μνα­στι­κή, ἀλ­λὰ τί νὰ πεῖς… Θὰ εἶχε «ὀρ­γώ­σει» κά­ποι­ο ξέ­νο χω­ρά­φι… Οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες του με­τρᾶ­νε ἐ­νε­νήν­τα τό­μους. Δε­κα­πέν­τε χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­ψε στὸν Τσέρ­τκωφ: «Βα­ρέ­θη­κα καὶ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο.»

       Βέ­βαι­α, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα.

       Αὐ­τὸ ἐ­δῶ ἀ­κού­γε­ται σὰν ἀ­νέκ­δο­το, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι. Στὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τῆς Τού­λα κά­ποι­α κυ­ρί­α πέ­ρα­σε τὸν Τολ­στό­ι γιὰ ἀ­χθο­φό­ρο καὶ τὸν ἔ­βα­λε νὰ τὶς κου­βα­λή­σει τὶς ἀ­πο­σκευ­ές. Ἐ­κεῖ­νος τὶς κου­βά­λη­σε μέ­χρι τὸ κου­πὲ καὶ ἡ κυ­ρί­α τοῦ ἔ­δω­σε μπουρ­μπου­άρ.

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες τρι­γύ­ρω εἶ­χαν μεί­νει ἐμ­βρόν­τη­τοι. Αὐ­τὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ κό­μης Λέ­ων Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι, ὁ με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας! Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος χαι­ρό­ταν ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε κερ­δί­σει χρή­μα­τα μὲ τί­μια δου­λειά. Φυ­σι­κά, καὶ ἡ κυ­ρί­α ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε φου­σκώ­σει ἀ­πὸ τὴ χα­ρά, ποὺ πρό­σθε­σε ἕ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νὸς στὸ βι­ο­γρα­φι­κό της.

       Ὁ κό­μης μι­λοῦ­σε ἄ­νε­τα ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά. Διά­βα­ζε στὰ ἰ­τα­λι­κά, πο­λω­νι­κά, τσέ­χι­κα, σέρ­βι­κα. Γνώ­ρι­ζε ἑλ­λη­νι­κά, λα­τι­νι­κά, οὐ­κρα­νι­κά, τα­τα­ρι­κά. Μά­θαι­νε ἐ­βρα­ϊ­κά, τούρ­κι­κα, βουλ­γά­ρι­κα.

       Στὸν Κρι­μα­ϊ­κὸ πό­λε­μο κου­μάν­τα­ρε ἕ­να λό­χο. Ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο μὲ κα­πέ­λο γε­μά­το με­τάλ­λια γιὰ τὴν ἀν­δρεί­α του. Ὕ­στε­ρα γιὰ με­ρι­κοὺς μῆ­νες περιπλα­νι­ό­ταν στὴν Εὐ­ρώ­πη. Καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν Χέρ­τσεν(2), στὸ Λον­δί­νο.

 

(1) Στμ. Παλαιοσλάβικη ἔκφραση ποὺ λέγεται σὲ γάμους καὶ σὲ ἄλλες ἐπίσημες ἐκδηλώσεις, «Χρόνια πολλά».

(2) Στἐ. Πρό­κει­ται γιὰ τὸν δυ­τικό­φι­λο Ρῶσο συγ­γραφέ­α Ἀλεξάν­δρ Χέρ­τσεν (1812-1870). Στὸ διά­στη­μα 1852-1864 ζοῦσε στὸ Λον­δί­νο. Γιὰ τὸν ἴδιο ὁ Τολ­στόι δή­λω­νε πὼς δὲν εἶχε ποτέ του συ­να­ντή­σει ἄλλον ἄνθρω­πο μ’ ἕναν «τό­σο σπά­νιο συν­δυασμὸ σπιν­θη­ροβό­λου εὐφυΐας καὶ βά­θους».              

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκό­να: Ὁ Christopher Plummer  καὶ ἡ Helen Miller στοὺς ρό­λους τοῦ Λέ­ον Τολ­στό­ι καὶ τῆς γυ­ναί­κας του Σοφί­ας στὴν ταινί­α Τε­λευ­ταῖος σταθ­μός.