Σίγκα Ναόγια: Γκρίζο φεγγάρι

 

 

Σίγ­κα Να­ό­για (志賀 直哉)

 

Γκρί­ζο φεγ­γά­ρι

(灰色の月)

 

ΟΛΙΣ ΣΤΑΘΗΚΑ στὴν πλατ­φόρ­μα τοῦ σταθ­μοῦ τοῦ Τό­κυ­ο, μ’ ὅ­λο ποὺ ἀ­πὸ πά­νω δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ σκέ­πα­στρο, ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε νὰ φυ­σά­ει. Ὡ­στό­σο τὸ κρύ­ο ἦ­ταν πα­γε­ρό. Εὐ­τυ­χῶς, σκέ­φτη­κα, ποὺ ἔ­βα­λα αὐ­τὸ τὸ παλ­τὸ ὅ­ταν βγῆ­κα. Οἱ ἄλ­λοι δύο τῆς πα­ρέ­ας εἶ­χαν μπεῖ στὸ τραῖ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Οὐ­έ­νο, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει πρῶ­το, κι ἐ­γὼ μό­νος τώ­ρα, πε­ρί­με­να τὸ ἄλ­λο, ποὺ ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρο ἀ­πὸ Σι­ναγ­κά­ου­α.

         Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λε­πτὴ συν­νε­φιὰ ποὺ κά­λυ­πτε τὸν οὐ­ρα­νό, ἕ­να γκρί­ζο φεγ­γά­ρι, φώ­τι­ζε ἀ­χνὰ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τῆς πλευ­ρᾶς τοῦ Νι­χόν­μπα­σι. Τὸ φεγ­γά­ρι ἦ­ταν πε­ρί­που δέ­κα ἡ­με­ρῶν. Φαι­νό­ταν χα­μη­λὸ καί, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, κον­τι­νό. Ἦ­ταν πε­ρί­που ὀ­χτώ­μι­ση, ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν λι­γο­στοὶ καὶ ἡ σχε­δὸν ἄ­δεια, φαρ­διὰ πλατ­φόρ­μα, ἔ­μοια­ζε ἀ­κό­μα φαρ­δύ­τε­ρη.

        Ἀ­πὸ μα­κρι­ὰ φά­νη­καν τὰ μπρο­στι­νὰ φῶ­τα καί, πρὶν τὸ κα­τα­λά­βω, τὸ τραῖ­νο βρέ­θη­κε μπρο­στά μου. Μέ­σα δὲν ἦ­ταν καὶ πο­λὺ γε­μά­το κι ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ βρῶ μιὰ θέ­ση, κον­τὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι πόρ­τα. Δε­ξιά μου ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, κον­τὰ στὰ πε­νήν­τα, ποὺ φο­ροῦ­σε μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ φόρ­μα. Ἀ­ρι­στε­ρά, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς ἐ­μέ­να, ἦ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἐρ­γα­τό­παι­δο. Τὸ κά­θι­σμα δὲν εἶ­χε μπρά­τσο στὴν ἄ­κρη, κι ἔ­τσι εἶ­χε κα­θί­σει μὲ τὸ πλά­ϊ ἐν­τε­λῶς πρὸς τὴν πόρ­τα.

        Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔμ­παι­να, τὸ μά­τι μου ἔ­πε­σε λί­γο στὸ πρό­σω­πο αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Εἶ­χε τὰ μά­τια κλει­στὰ καὶ τὸ στό­μα του ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτό. Τὸ πά­νω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του ἔ­κα­νε συ­νέ­χεια με­γά­λες τα­λαν­τώ­σεις, μπρὸς-πί­σω. Μᾶλ­λον ὄ­χι, δὲν ἔ­κα­νε τα­λαν­τώ­σεις: τὸ σῶ­μα του ἔ­πε­φτε πρὸς τὰ μπρὸς καὶ τὸ ἀ­γό­ρι τὸ σή­κω­νε, ξα­νά­πε­φτε, καὶ πά­λι τὸ ἴ­διο. Ἂν ἦ­ταν ἀ­πὸ νύ­στα, τὸ συ­νε­χὲς τοῦ πράγ­μα­τος δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ ἀλ­λό­κο­τη αἴ­σθη­ση. Ἐ­γὼ κά­θι­σα σὲ μιὰ μᾶλ­λον φυ­σι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ παι­δί.

        Στὸ σταθ­μὸ τοῦ Γι­ου­ρα­κου­τσὸ καὶ τοῦ Σίν­μπα­σι τὸ βα­γό­νι σχε­δὸν γέ­μι­σε ἀ­πὸ κό­σμο. Κάμ­πο­σοι ἀ­π’ τοὺς και­νούρ­γιους ἐ­πι­βά­τες ἔ­μοια­ζε νὰ γυ­ρί­ζουν ἀ­πὸ ἔ­ξο­δο γιὰ προ­μή­θει­ες. Ἕ­νας στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος, ρο­δα­λὸς νε­α­ρός, γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε-εἰ­κο­σι­έ­ξι, ἔ­βα­λε ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀγ­κώ­δη σά­κο ποὺ κου­βα­λοῦ­σε στὸν ὦ­μο δί­πλα στὸ παι­δὶ κι ἔ­κα­νε νὰ κα­θί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἀ­πὸ πί­σω, ἕ­νας πε­ρί­που σα­ραν­τά­ρης, ποὺ κου­βα­λοῦ­σε κι αὐ­τὸς ἕ­να σά­κο, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι τὸν ἔ­σπρω­χναν, κά­νον­τας πὼς ρί­χνει μιὰ βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ μπρο­στι­νὸ νε­α­ρό, εἶ­πε:

        Νὰ τὸν βά­λω ἀ­πὸ πά­νω;

        Καὶ χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση, ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βά­ζει τὸ σά­κο ἀ­π’ τὴν πλά­τη του.

        Πε­ρι­μέ­νε­τε, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Ἂν τὸν βά­λε­τε ἀ­πὸ πά­νω, θά­ ‘χω πρό­βλη­μα!

        Εἶ­πε ὁ νέ­ος στρε­φό­με­νος πρὸς τὸν ἄν­τρα, ἐ­νῶ μὲ τὰ χέ­ρια του ἔ­κα­νε νὰ προ­στα­τέ­ψει τὰ δι­κά του πράγ­μα­τα.

        — Ἄ, κα­λά, συγ­γνώ­μη, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας κι ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ πρὸς τὰ πά­νω, στὸ δί­χτυ. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­κεῖ φαι­νό­ταν νὰ χω­ρά­ει, συ­στρέ­φον­τας τὸ σῶ­μα του μέ­σα στὸ στε­νὸ χῶ­ρο, ξα­νά­βα­λε τὸ σά­κο στὴν πλά­τη του.

        Ὁ νε­α­ρός, δεί­χνον­τας νὰ στε­νο­χω­ρή­θη­κε, τοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν βά­λει ἔ­τσι, ποὺ ὁ μι­σὸς σά­κος ν’ ἀ­κουμ­πά­ει μό­νο στὸ πλά­ι τοῦ δι­κοῦ του.

        — Ὄ­χι, ἐν­τά­ξει εἶ­μαι. Δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο βα­ρύς. Σκέ­φτη­κα νὰ τὸν κα­τε­βά­σω ἀλ­λὰ ἄ­σ‘ το, δὲν πει­ρά­ζει, μὴ σοῦ δη­μι­ουρ­γῶ πρό­βλη­μα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, σκύ­βον­τας ἐ­λα­φρὰ τὸ κε­φά­λι.

        Ἐ­γὼ ποὺ ἔ­βλε­πα αἰ­σθάν­θη­κα ὡ­ραῖ­α. Πό­σο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ αἰ­σθή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πὸ πα­λιά, σκέ­φτη­κα.

        Στὸ Χα­μα­μά­τσου καὶ στὴ Σι­ναγ­κά­ου­α κα­τέ­βη­καν κάμ­πο­σοι, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­βη­καν πε­ρισ­σό­τε­ροι. Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, συ­νέ­χι­ζε τὶς τα­λαν­τώ­σεις.

        — Μὰ τί φά­τσα εἶ­ν’ αὐ­τή; ἀ­κού­στη­κε μιὰ φω­νή. Αὐ­τὸς ποὺ τό’ πε ἦ­ταν ἕ­νας σα­ραν­τα­πεν­τά­ρης, ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων-πέν­τε ἀν­τρῶν, ποὺ ἔ­μοια­ζαν προ­σω­πι­κὸ ἑ­ται­ρεί­ας. Ἡ πα­ρέ­α γέ­λα­σε ὅ­λη μα­ζί. Ἀ­π’ τὴ δι­κή μου με­ριὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου δὲν ἦ­ταν ὁ­ρα­τό. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ ὁ τρό­πος ποὺ μί­λη­σε ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος, ἴ­σως νά ‘­δει­χνε πε­ρί­ερ­γο. Μέ­σα στὸ βα­γό­νι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε γιὰ λί­γο μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­θυ­μί­ας.

        Τό­τε ὁ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος νε­α­ρός, κυτ­τών­τας πλά­για τὸν ἄν­τρα πί­σω του καὶ χτυ­πών­τας μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ δα­χτύ­λου τὸ στο­μά­χι του εἶ­πε μὲ σι­γα­νὴ φω­νή:

        — Στὸ πα­ρὰ πέν­τε εἶ­ναι, ἔ;

        Ὁ ἄν­τρας, μὲ ὕ­φος λί­γο σὰν νὰ ξαφ­νι­ά­στη­κε, κύτ­τα­ξε τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο.

        — Ἄ, ἔ­τσι; εἶ­πε.

        Ἀλ­λὰ καὶ ἡ πα­ρέ­α ποὺ γέ­λα­σε, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ βρί­σκει κι αὐ­τὴ πα­ρά­ξε­νο.

        — Μὰ τί, ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι;

        — Μπά, ζα­λι­σμέ­νος φαί­νε­ται.

        — Ὄ­χι, μᾶλ­λον ἄλ­λο εἶ­ναι, ψι­θύ­ρι­σε τό­τε κά­ποι­ος.

        Καὶ μ’ αὐ­τό, σὰν ξαφ­νι­κὰ ὅ­λοι νὰ κα­τά­λα­βαν, ἔ­πε­σε σι­ω­πή.

        Τὸ φτη­νὸ ὕ­φα­σμα τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς φόρ­μας εἶ­χε σκι­στεῖ στοὺς ὤ­μους, κι ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν κολ­λημ­μέ­νο ἕ­να μπά­λω­μα ἀ­πὸ πε­τσέ­τα. Κά­τω ἀ­π’ τὸ γεῖ­σο τοῦ στρα­τι­ω­τι­κοῦ κα­πέ­λου, ποὺ τὸ φο­ροῦ­σε τὸ πί­σω μπρός, ὁ λε­ρω­μέ­νος σβέρ­κος ἔ­δει­χνε θλι­βε­ρὰ ἰ­σχνός.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο στα­μά­τη­σε νὰ κου­νι­έ­ται. Με­τά, γέρ­νον­τας τὸ κε­φά­λι πά­νω στὸ σα­νί­δω­μα, τριά­ντα πόν­των πε­ρί­που, ποὺ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὴν εἴ­σο­δο, ἄρ­χι­σε νὰ τρί­βει ἀρ­γά, πά­νω-κά­τω, τὸ μά­γου­λό του. Ἦ­ταν ἕ­να θέ­α­μα τό­σο παι­δι­ά­στι­κο. Μὲ τὸ χα­μέ­νο του μυα­λό, φαι­νό­ταν σὰ νὰ ὑ­πέ­θε­σε ὅ­τι ἡ σα­νί­δα εἶ­ναι κά­ποι­ος, πά­νω στὸν ὁ­ποῖ­ο χα­ϊ­δευ­ό­ταν.

        — Ἔ, ἐ­σύ! Πρὸς τὰ ποῦ πᾶς; Ρώ­τη­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ποὺ στε­κό­ταν μπρο­στά, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου. Τὸ ἀ­γό­ρι δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δευ­τέ­ρω­σε τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, — Μέ­χρι τὸ Οὐ­έ­νο, εἶ­πε σὰν ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νος.

        — Τί λές! Ἀ­νά­πο­δα μπῆ­κες! Αὐ­τὸς ὁ συρ­μὸς πά­ει στὴ Σιμ­πού­για!

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο ἀ­να­ση­κώ­θη­κε λί­γο, κι ἔ­κα­νε νὰ κυτ­τά­ξει ἔ­ξω. Ὅ­μως ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­χα­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του καί, ξαφ­νι­κά, ἔ­γει­ρε πρὸς τὰ μέ­να. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν τὸ πε­ρί­με­να, κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα τὸ σκε­φτό­μου­να, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἐ­ξη­γή­σω για­τὶ ἔ­κα­να ἕ­να τέ­τοι­ο πράγ­μα, ὅ­μως τό­τε, ἐν­τε­λῶς ἀ­να­κλα­στι­κά, ἔ­σπρω­ξα τὸ κορ­μὶ τοῦ παι­διοῦ, ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω μου, ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους πρὸς τὰ πί­σω. Ἐ­πει­δὴ αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ἐ­νέρ­γεια ποὺ πρό­δι­δε τὰ αἰ­σθή­μα­τά μου, ξαφ­νι­ά­στη­κα κι ὁ ἴ­διος. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ μοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο πό­νο, ἦ­ταν πό­σο πο­λὺ μι­κρὴ ἦ­ταν ἡ ἀν­τί­στα­ση ποὺ πρό­βα­λε αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βά­ρος μου ἔ­χει πέ­σει τώ­ρα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ὅ­μως τὸ δι­κό του ἦ­ταν πο­λὺ ἐ­λα­φρό­τε­ρο.

        — Ἤ­σουν στὸ σταθ­μὸ τοῦ Τό­κυ­ο, ἄ­ρα προ­σπέ­ρα­σες τὸ σταθ­μό σου. Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κες; Τὸν ρώ­τη­σα ἀ­πὸ πί­σω.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, χω­ρὶς νὰ γυ­ρί­σει νὰ μὲ κυτ­τά­ξει,

        — Ἀ­π’ τὴ Σιμ­πού­για, εἶ­πε.

        — Ἀ­π’ τὴ Σιμ­πού­για! Ἔ­κα­νες δη­λα­δὴ ὅ­λο τὸν κύ­κλο! Εἶ­πε κά­ποι­ος.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, κολ­λών­τας τὸ μέ­τω­πο στὸ τζά­μι, ἔ­κα­νε νὰ κυτ­τά­ξει ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­τη­σε ἀ­μέ­σως καὶ μὲ φω­νὴ χα­μη­λή, ποὺ μό­λις ἀ­κού­στη­κε, ψι­θύ­ρι­σε:

        — Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν εἶ­ναι…

        Αὐ­τὸς ὁ μο­νό­λο­γος τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου ἔ­μει­νε πο­λὺ ὥ­ρα μέ­σα στὴν καρ­διά μου.

        Ὅ­σοι ἐ­πι­βά­τες στέ­κον­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ δὲν ξα­να­μί­λη­σαν γι’ αὐ­τό. Φαν­τά­ζο­μαι, θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­τι δὲν μπο­ροῦν νὰ κά­νουν τί­πο­τε. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς κι ἐ­γώ, εἶ­χα τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα, ὅ­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε. Ἂν εἶ­χα πά­ρει τί­πο­τε φαῒ μα­ζί μου θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ δώ­σω, ἔ­στω γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω τὴ συ­νεί­δη­σή μου. Ἀλ­λὰ χρή­μα­τα, καὶ νὰ τοῦ ‘­δι­να, δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ νὰ φά­ει ἀ­κό­μη καὶ τὴ μέ­ρα, πό­σο λι­γό­τε­ρο τώ­ρα, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα τὴ νύ­χτα. Κα­τέ­βη­κα ἀ­π’ τὸ τραῖ­νο στὴ Σιμ­πού­για, γε­μά­τος μὲ ἕ­να βα­ρύ, σκο­τει­νὸ συναίσθημα.

        Συνέβη στὶς 16 Ὀκτωβρίου τοῦ 1945.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 灰色の月-万­暦­赤絵 (H­ai i­ro no t­s­u­ki – B­a­n­r­e­ki a­k­ae), ἔκ­δο­ση τσέ­πης τῆς S­h­i­n­c­ō­s­ha, 1968.

 

Σίγ­κα Να­ό­για (Ἰ­σι­νο­μά­κι, Ἰ­α­πω­νί­α, 1883-Τό­κιο, 1971). Ἰ­ά­πω­νας δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του A­n­’­ya k­ô­ro (Τὸ τα­ξί­δι μιᾶς σκο­τει­νῆς νύ­χτας, 1921-1937). Δι­η­γή­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Πλα­νό­διον, ἀρ, 32, Ἰ­ού­νιος 2001 (μτφ. Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά γιὰ τὸ περ. Πλα­νό­διον καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα.

 

Advertisements

Σίγκα Ναόγια: Ἕνα παράξενο ὄνειρο

 

 

Σίγ­κα Να­ό­για (志賀 直哉)

 

Ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νει­ρο

(妙な夢)

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε γί­νει ἡ μη­τέ­ρα μου. Γύ­ρω της δυ­ὸ-τρεῖς ἄν­θρω­ποι τὴν πε­ρι­ποι­οῦν­ταν, κα­θὼς αὐ­τὴ ὑ­πέ­φε­ρε ἄρ­ρω­στη. Ἐ­γώ, ἔ­χον­τας ἀ­νοί­ξει λί­γο τὴ συ­ρό­με­νη πόρ­τα, κρυ­φο­κοίτ­α­ζα φο­βι­σμέ­νος αὐ­τὴ τὴ σκη­νή. Ἡ μη­τέ­ρα μου, μὲ ξέ­πλε­κα τὰ μαλ­λιά, μὲ τυ­λιγ­μέ­νους τοὺς ὤ­μους σὲ μιὰ λε­πτὴ ἐ­σάρ­πα, εἶ­χε τὸ σῶ­μα της δι­πλω­μέ­νο σὰν ἀ­στα­κός, ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Μὴ ἀν­τέ­χον­τας τὸ θέ­α­μα, ἔ­κα­να πρὸς στιγ­μὴ νὰ φύ­γω. Ὅ­μως ἀ­πρό­θυ­μα ἄλ­λα­ξα γνώ­μη καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιο. Κά­θι­σα δί­πλα στὸ στρῶ­μα της ἄρ­ρω­στης καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­σάρ­πα τῆς ἔ­τρι­βα ἀ­πα­λὰ τὴν πλά­τη.

          Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τε­τρά­γω­νο μαγ­κά­λι, ὅ­που ἔ­και­γε ζω­η­ρὰ μιὰ φω­τιά. Μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μέ­σα σὲ ἕ­να με­γά­λο τη­γά­νι, ἔ­φτια­χνε ἐ­κεῖ ἕ­να γλυ­κὸ ποὺ ἔ­μοια­ζε σὰν μι­κρὸ κέ­ϊκ. Μιὰ ἀ­κό­μη γυ­ναί­κα, ποὺ βο­η­θοῦ­σε στὸ φτι­ά­ξι­μο τοῦ γλυ­κοῦ, ἔ­βα­λε ἕ­να πε­ρι­χυ­μέ­νο μὲ λι­ω­μέ­νη ζά­χα­ρη, σχή­μα­τος ὀ­βὰλ κομ­μά­τι σ’ ἕ­να πι­α­τά­κι καὶ τό ‘­φε­ρε στὸ δω­μά­τιο τῆς ἄρ­ρω­στης. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ σκέ­φτη­κα ὅ­τι, τό­σο ποὺ ὑ­πο­φέ­ρει, ποῦ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ φά­ει γλυ­κό, ἡ ἄρ­ρω­στη ἀ­να­ση­κώ­θη­κε λί­γο στὸ στρῶ­μα, κι ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν, μπρού­μυ­τα, ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει. Φαί­νε­ται δὲν εἶ­χε καὶ με­γά­λους πό­νους. Ἡ σα­ραν­τά­ρα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, βλέ­πον­τας αὐ­τό, χα­μο­γέ­λα­σε. Ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σα, προ­σπά­θη­σα νὰ κα­τα­λά­βω ποι­ὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Φαί­νε­ται ἦ­ταν μιὰ ἄ­γνω­στη.

          Κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὴν κα­τά­στα­ση τῆς μη­τέ­ρας μου —ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα μου— σκέ­φτη­κα ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα νὰ χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­τι μα­ζί του ἡ μη­τέ­ρα μου ἁ­πλῶς κα­κο­μοί­ρια­ζε κι ἔ­χα­νε σι­γὰ-σι­γὰ τὴ ζω­ή της, ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἄλ­λη λύ­ση, πα­ρὰ νὰ χω­ρί­σει ἀπ’ τὸν πα­τέ­ρα μου. ––– Ὅ­μως ἡ μη­τέ­ρα μου ἴ­σως νὰ μὴ συμ­φω­νοῦ­σε μ’ αὐ­τό. Αὐ­τὸ σκε­φτό­μου­να, ὅ­ταν ξύ­πνη­σα.

          Βέ­βαι­α, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ στὸ ὄ­νει­ρο ἡ ἄρ­ρω­στη, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα μου, ὡς πρὸς τὴ σχέ­ση της μ’ ἐ­μέ­να εἶ­χε γί­νει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη πιὸ πα­ρά­ξε­νο ἦ­ταν ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ὁ πα­τέ­ρας μου, ὡς πρὸς τὴ σχέ­ση του μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου, ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος. Ὁ­πό­τε, τε­λι­κά, αὐ­τὸς ποὺ κα­τη­γο­ροῦ­σα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔγ­κα­τά μου ἦ­ταν ὁ ἐ­αυ­τός μου, ποὺ στὸ ὄ­νει­ρο εἶ­χε γί­νει ὁ πα­τέ­ρας μου.

          Ἡ ζέ­στη τοῦ φε­τι­νοῦ κα­λο­και­ριοῦ μοῦ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­φό­ρη­τη. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­γρὴ ζέ­στη μὲ κά­νει νὰ κου­ρά­ζο­μαι εὔ­κο­λα, κι ὅ­πως δὲν εἶ­μαι κι ἀ­π’ τὴ φύ­ση μου ἄν­θρω­πος ποὺ ἀν­τέ­χει, βγά­ζω τὴ δυ­σα­ρέ­σκειά μου σὲ ὅ­λους. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ δὲ γί­νε­ται νὰ τὴ βγά­ζω ἀ­κρι­βῶς σὲ ὅ­λους, συγ­κεν­τρώ­νω τὰ πυ­ρὰ στὸ εὐ­κο­λό­τε­ρο θύ­μα, τὴ γυ­ναί­κα μου, τὴν ὁ­ποί­α βρί­σκω ἐ­πί­τη­δες συ­νέ­χεια ἀ­φορ­μὲς γιὰ νὰ γκρι­νιά­ζω. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ βέ­βαι­α ἕ­να φαῦ­λο κύ­κλο, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη, ἔ­τσι ὅ­πως στρι­μώ­χνε­ται στὴ γω­νί­α, κά­νει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νο­η­σί­ες.

          Κά­τι τέ­τοι­ο ἔ­γι­νε καὶ τὶς προ­άλ­λες, δὲ θυ­μᾶ­μαι τώ­ρα για­τί. Ὅ­πως εἶ­πα καὶ πρίν, ὁ λό­γος ποὺ βα­σα­νί­ζω τὴ γυ­ναί­κα μου δὲν εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι κα­κιά, ἀλ­λὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να τὸ κε­φά­λι μου παύ­ει νὰ λει­τουρ­γεῖ ἀ­π’ τὴν κού­ρα­ση καὶ χά­νω τὸν ἔ­λεγ­χο. Ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄ­δι­κο τὸ ξέ­ρω κι ὁ ἴ­διος κα­λά.

          Ὁ παπ­πούς μου ἦ­ταν κα­λὸς σύ­ζυ­γος ἀ­πέ­ναν­τι στὴ για­γιά μου. Στὴ δι­κή μου μνή­μη του­λά­χι­στο δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ ποὺ νὰ τὴν ἔ­χει μα­λώ­σει. Ὅ­μως ὁ δι­κός μου πα­τέ­ρας ὀρ­γι­ζό­ταν συ­χνὰ μὲ τὴ μη­τρι­ά μου. Ἔ­χω δεῖ ἀ­κό­μη καὶ νὰ τῆς πε­τά­ει πράγ­μα­τα. Θά­ ‘θε­λα νὰ πῶ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν παπ­ποὺ καὶ στὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­μως, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­μαι μᾶλ­λον κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα μου, ἀ­φοῦ τὴ γυ­ναί­κα μου ὄ­χι μό­νο τὴν ἔ­βρι­ζα συ­χνά, ἀλ­λὰ καὶ πράγ­μα­τα τῆς ἔ­χω πε­τά­ξει.

         Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἔ­χω γί­νει ἠ­πι­ό­τε­ρος. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ κε­φά­λι μου κου­ρα­στεῖ, σπᾶ­νε τὰ νεῦ­ρα μου καὶ γί­νο­μαι κα­κός, χω­ρὶς λό­γο καὶ αἰ­τί­α. Ἔ­τσι καὶ χθὲς τὸ βρά­δυ, πε­ρι­ῆλ­θα σὲ μιὰ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Κά­τι μο­χθη­ρὸ ἔ­βα­λα στὸ νοῦ μου καὶ σκε­φτό­μουν νὰ τὸ πῶ στὴ γυ­ναί­κα μου, ὅ­μως, πραγ­μα­τι­κά, ἦ­ταν τό­σο κα­κό­βου­λο, ποὺ τε­λι­κὰ δὲν τῆς τό ‘­πα.

          Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: Εἶ­χα σκε­φτεῖ νὰ τῆς πῶ ὅ­τι, ἂν λά­βαι­να ἀ­πὸ κά­ποι­ο γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­για ποὺ εἶ­ναι τῆς μό­δας τε­λευ­ταῖ­α, μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση: «Ἂν ξα­να­γεν­νι­ό­σα­σταν, θὰ θέ­λα­τε νὰ ξα­να­παν­τρευ­τεῖ­τε τὴν τω­ρι­νὴ γυ­ναί­κα σας;­», ξέ­ρεις ποι­ὰ ἀ­πάν­τη­ση θὰ ἔ­δι­να; Ἀ­κό­μα εἶ­χα σκε­φτεῖ ὅ­τι, ἂν τῆς ἔ­λε­γα ὅ­τι ἔ­χω ἤ­δη ἕ­τοι­μη τὴν ἀ­πάν­τη­ση, σί­γου­ρα θὰ ἔ­σκα­γε ἀ­π’­ τὴ στε­νο­χώ­ρια της. Τε­λι­κὰ δὲν τῆς τὸ εἶ­πα, τὸ πράγ­μα φαί­νε­ται ὅ­μως ὅ­τι πῆ­ρε τὴ μορ­φὴ ποὺ πε­ρι­έ­γρα­ψα, στὸ ὄ­νει­ρο.

          Ἡ ἤ­δη ἕ­τοι­μη ἀ­πάν­τη­σή μου ἦ­ταν «ἂν ἡ γυ­ναί­κα μου τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖ, δὲν ἔ­χω πρό­βλη­μα νὰ τὴν ξα­να­παν­τρευ­τῶ, ἀλ­λὰ ἂν δὲ θέ­λει, καὶ πά­λι δὲν ἔ­χω κα­νέ­να πρό­βλη­μα». Ἦ­ταν δη­λα­δὴ μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ὄ­χι μό­νο ἡ γυ­ναί­κα μου, ἀλ­λὰ καὶ τὰ παι­διά μου, ἂν τὴν ἄ­κου­γαν, σί­γου­ρα θὰ ἀ­γα­να­κτοῦ­σαν. Αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι προ­κά­λε­σε στὸ παι­δὶ ποὺ ἤ­μουν στὸ ὄ­νει­ρο, πρὸς τὸν πα­τέ­ρα ποὺ ἤ­μουν ἐ­πί­σης ὁ ἴ­διος, μιὰ ἀν­τι­πά­θεια, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα θὰ ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους νὰ χω­ρί­σουν. Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα τὰ ὄνειρα!

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 灰色の月-万­暦­赤絵 (H­ai i­ro no t­s­u­ki – B­a­n­r­e­ki a­k­ae), ἔκ­δο­ση τσέ­πης τῆς S­h­i­n­c­ō­s­ha, 1968.

 

Σίγ­κα Να­ό­για (Ἰ­σι­νο­μά­κι, Ἰ­α­πω­νί­α, 1883-Τό­κιο, 1971). Ἰ­ά­πω­νας δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του A­n­’­ya k­ô­ro (Τὸ τα­ξί­δι μιᾶς σκο­τει­νῆς νύ­χτας, 1921-1937). Δι­η­γή­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Πλα­νό­διον, ἀρ, 32, Ἰ­ού­νιος 2001 (μτφ. Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά γιὰ τὸ περ. Πλα­νό­διον καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα.

 

Φω­το­γρα­φί­α: 1916. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Σίγ­κα Να­ο­χά­ρου, πα­τέ­ρα τοῦ Σίγ­κα Να­ό­για . Ὁ ἴ­διος ἀ­που­σιά­ζει λό­γῳ τῆς ἀν­τί­θε­σης τοῦ πα­τέ­ρα του στὸν γά­μο του.