Ἕλενα Μουλιάροβα: Αὐτὸ εἶναι ἱερό

 

 

Ἕλε­να Μου­λι­ά­ρο­βα (Е­л­е­на М­у­л­я­р­о­ва)

 

Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἱ­ε­ρό

(Э­то с­в­я­т­ое) 

 

ΙΣ ΔΕΥΤΕΡΕΣ μὴ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ­τε. Τὰ βρά­δια τῆς Δευ­τέ­ρας εἶ­ναι κα­νο­νι­σμέ­να γιὰ δυ­ὸ χρό­νια μπρο­στά. Ἀλ­λι­ῶς δὲ γί­νε­ται. Ἡ ἑ­βδο­μά­δα ξε­κι­νά­ει μὲ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη στὸν ψυ­χα­να­λυ­τή. Εἶ­ναι μιὰ ἱ­ε­ρὴ στιγ­μή, ἀλ­λι­ῶς δὲ γί­νε­ται. Ἑ­πτὰ μὲ ὀ­χτώ – κα­νέ­να ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἢ αἰ­σθη­μα­τι­κὸ ραν­τε­βοὺ ἢ ρο­μαν­τι­κὸ τα­ξί­δι στὸ τζὰζ κλάμπ. Ἡ ψυ­χὴ πο­νά­ει καὶ τὴ κου­βα­λᾶ­με, τὴν φου­κα­ριά­ρα, ἀγ­κα­λιά, σὰν ἄρ­ρω­στο παι­δί. Τὴν πα­ρα­δί­δου­με, πλη­ρώ­νον­τας κά­ποι­ο πο­σό, ποὺ μα­ζεύ­ου­με ὅ­λη τὴν ἑ­βδο­μά­δα. Πάρ­τε την, λέ­με, κάν­τε της κά­τι, ἂς κλά­ψει του­λά­χι­στον στὸν ὦ­μο σας, για­τὶ ἀλ­λοῦ δὲν μπο­ρεῖ. Ἀλ­λοῦ εἴ­μα­στε κυ­νι­κὲς γυ­ναῖ­κες καὶ συγ­κρα­τη­μέ­νοι ἄν­δρες.

         Πα­λιὰ πι­στεύ­α­με ὅ­τι οἱ ξέ­νοι δὲ χρει­ά­ζον­ται τοὺς πα­πά­δες, για­τὶ ἔ­χουν τοὺς ψυ­χα­να­λυ­τές, κι ἐ­μεῖς δὲ χρει­α­ζό­μα­στε τοὺς ψυ­χα­να­λυ­τές, για­τὶ ἔ­χου­με τοὺς πα­πά­δες. Ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με καὶ τοὺς δυ­ό, ἀρ­κεῖ νὰ μὴ μπερ­δεύ­ου­με τί πρέ­πει νὰ κου­βα­λᾶ­με σὲ ποι­όν. Ὁ ψυ­χα­να­λυ­τὴς δι­ορ­θώ­νει τὸ σε­νά­ριο τῶν σχέ­σε­ων μὲ τοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ἄλ­λου φύλ­λου, κι ὁ πα­πὰς δὲν ἀ­φή­νει νὰ κα­κα­ρώ­σει ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι. Γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σου­με τὸ πρό­γραμ­μα πρέ­πει κα­νο­νι­κὰ νὰ γρα­φτοῦ­με στὸ γυ­μνα­στή­ριο ἢ γιὰ μα­σάζ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τὸ κά­νουν. Καὶ μέ­νουν πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι. Κά­θε λε­πτὸ τῆς ἑ­βδο­μά­δας εἶ­ναι ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νο, λύ­νε­ται καὶ τὸ πρό­βλη­μα τοῦ ἐ­λευ­θέ­ρου χρό­νου. Δευ­τέ­ρα – ψυ­χα­να­λυ­τής, Τρί­τη – σο­λά­ριουμ, με­τά – ἀ­ε­ρο­βι­κὴ ἢ π.χ. πέ­ιντ­μπολ, Κυ­ρια­κή – ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει, ὅ­τι ­κά­νω ὅ,τι μπο­ρῶ. Ἀ­φῆ­στε με ἥ­συ­χη.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. – с.233 (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, ἐκδ. ΝΛΟ, 2000, σ. 233).

 

Ἕλε­να Μου­λι­ά­ρο­βα (Е­л­е­на М­у­л­я­р­о­ва) (Μόσχα, 1964). Σπού­δα­σε στὴ γε­ω­λο­γι­κὴ σχο­λὴ καὶ στὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Γκόρ­κι, σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴ τη­λε­ό­ρα­ση.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια (Μόσχα, 1958). Φιλόλογος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ογράφος. Σπού­δα­σε Κλασικὴ Φιλολογία καὶ Νέα Ἑλληνικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λομονόσοφ τῆς Μόσχας. Ἀ­πὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἑλλάδα.