Charis Psarás: El refugio desdeñoso



Charis Psarás


El refugio desdeñoso


STABA yo caminando cuando se puso a llover a mares. Soplaba también un viento fuerte. No necesitaba nada más que un refugio. Aceleré el paso. Me decía que mientras siguiera mi camino ya encontraría algún techado que me amparase hasta que amainara el diluvio. Poco después distinguí en el horizonte una casa. Me armé de coraje y empecé a dirigirme hacia ella, pero cuanto más corría, más la veía alejarse. Al principio pensé que era cosa mía, pero tras intentarlo dos o tres veces comprobé que la casa se iba de verdad cada vez más lejos por mucho que me esforzara por acercarme a ella. La lluvia se negaba a parar. Es más, arreciaba. Hice cuanto pude para alcanzar el refugio desdeñoso, pero mi esfuerzo fue en vano. No recuerdo después de cuánto tiempo de verdadera lucha con la distancia bajo la lluvia sentí que las rodillas me fallaban. Caí desmayado. Cuando recuperé el sentido, estaba envuelto en el frescor de unas fragantes sábanas. Abrí los ojos y observé la cama. Después dirigí la mirada hacia las paredes y los muebles de la habitación. Me fijé en las fotografías sonrientes de dos niños pequeños y en la escayola desgastada del techo. No tenía ni idea de dónde me encontraba, pero tuve la certeza de que en aquel momento no velaba por mí nadie más que la casa que perseguía con ansia horas antes, exigiendo de su parte una muestra de buena voluntad, un ofrecimiento.



Fuente: Planodion Bonsái, 27 de mayo de 2011.

Jaris Psarás ha nacido en Atenas en 1982. Ha estudiado Derecho en Stenas y Oxford. Escibe poesía.

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Advertisements

Χάρης Ψαρρᾶς: Δώματα Κίρκης

 

 

Χάρης Ψαρρᾶς

 

Δώ­μα­τα Κίρ­κης

 

Ο ΜΕΓΑΡΟ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ ἔ­χω χρό­νια νὰ τὸ δῶ στὰ ὄ­νει­ρά μου. Στὴν πό­λη ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κα τὰ κτί­ρια ὅ­λα ἀ­πὸ μπε­τόν. Κι ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, σὲ τού­τη τὴ γω­νιά της ποὺ δι­ά­λε­ξα γιὰ σπί­τι μου οἱ νύ­χτες εἶ­ναι ὑ­γρές. Ρου­φοῦν τὰ ὕ­δα­τα τῶν ἐ­νυ­πνί­ων κι ἀ­φή­νου­νε τὸν ὕ­πνο ν’ ἀ­πο­ξε­ρα­θεῖ. Οὔ­τε ἀ­πρό­βλε­πτα με­σο­νύ­χτια ξυ­πνή­μα­τα πιὰ οὔ­τε ἀ­νά­λο­γες ἀ­να­στα­τώ­σεις. Δὲν λὲς κα­λὰ ποὺ γλί­τω­σα ἀ­πὸ τὰ μά­για της καὶ πῆ­ρα πά­λι τὸ σκα­ρὶ μο­νά­χος κι ἔ­κα­να τὸ κου­μάν­το μου! Ἔ­τσι λέ­ω, ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ ἀ­πελ­πί­ζο­μαι ποὺ ἔ­πα­ψαν πιὰ ἐ­κεῖ­να τὰ ὄ­νει­ρά μου.

       Μιὰ μέ­ρα πάν­τως ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρὰ μὲ ρώ­τη­σε ἂν γνω­ρί­ζω τὴν Κίρ­κη. Πα­ρά­ξε­νη ἐ­ρώ­τη­ση. Τὴν ἔ­θε­σε χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τᾶ κα­τὰ πρό­σω­πο ἕ­να πρω­ι­νὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­παιρ­να τὸ πρό­γευ­μά μου κι ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν ὡς συ­νή­θως στὸν ἀρ­γα­λει­ό της. «­Καὶ βέ­βαι­α τὴν γνω­ρί­ζω­», τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κα, «­εἶ­ναι πλά­σμα τῆς φαν­τα­σί­ας τῶν προ­γό­νων μου­». Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ εἶ­πε: «Δὲν σὲ ρω­τῶ γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ Ὁ­μή­ρου. Τὴν δι­κή μας Κίρ­κη ἐν­νο­ῶ, τὸν δι­κό μας κό­σμο.» Ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὴν κου­βέν­τα στὴν πρό­σφα­τη πο­λι­τι­κὴ ἐ­πι­και­ρό­τη­τα, σὲ τρέ­χον­τα ζη­τή­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, στὴ μό­δα καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κά.

       Ἀ­φοῦ συ­ζη­τή­σα­με κάμ­πο­ση ὥ­ρα, μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε ὅ­τι πρέ­πει νὰ βια­στῶ, νὰ πά­ω στὴ δου­λειά, στὸ δι­κό μου κα­θῆ­κον. Κι εἶ­χε δί­κιο. Ση­κώ­θη­κα καὶ μὲ βα­ριὰ καρ­διὰ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Δι­έ­σχι­σα τὸ δά­σος μὲ τοὺς λέ­ον­τες καὶ τοὺς λύ­κους κι ἔ­φτα­σα στὸ χοι­ρο­στά­σιο. Ἐ­κεῖ ἐρ­γά­ζο­μαι κά­θε μέ­ρα. Ταΐ­ζω τὰ γου­ρού­νια καὶ κλαί­ω ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὰ μά­τια τοὺς τσα­λα­πα­τη­μέ­νους μου συν­τρό­φους.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὰ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐδιμ­βούρ­γου. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιά τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004) καὶ Ἡ δό­ξα τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς (Κέ­δρος, 2008). Με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μιά του ἔχουν κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Χάρης Ψαρράς: Το ακατάδεκτο καταφύγιο

 

 

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς

 

Τὸ ἀ­κα­τά­δε­κτο κα­τα­φύ­γιο

 

ΚΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ ἔ­πια­σε κα­ταρ­ρα­κτώ­δης βρο­χή. Φυ­σοῦ­σε καὶ δυ­να­τὸς ἀ­έ­ρας. Δὲν χρει­α­ζό­μουν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο. Τά­χυ­να τὸ βῆ­μα. Ἔ­λε­γα ὅ­τι ὅ­σο συ­νέ­χι­ζα τὸ δρό­μο μου ὅ­λο καὶ κά­ποι­ο στέ­γα­στρο θὰ ἔ­βρι­σκα νὰ μὲ φι­λο­ξε­νή­σει ὥ­σπου νὰ κο­πά­σει ὁ κα­τα­κλυ­σμός. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα δι­έ­κρι­να στὸν ὁ­ρί­ζον­τα ἕ­να σπί­τι. Πῆ­ρα θάρ­ρος κι ἄρ­χι­σα νὰ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­σο ὅ­μως ἔ­τρε­χα κον­τά του τό­σο τὸ ἔ­βλε­πα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται. Στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψα ὅ­τι ἦ­ταν ἰ­δέ­α μου, ἀλ­λὰ μὲ δυ­ὸ τρεῖς δο­κι­μὲς ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σα δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ σπί­τι ἔ­φευ­γε στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριὰ ὅ­σο πά­σχι­ζα νὰ τὸ πλη­σιά­σω. Ἡ βρο­χὴ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Δυ­νά­μω­νε κι­ό­λας. Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου νὰ προ­φτά­σω τὸ ἀ­κα­τά­δε­χτο κα­τα­φύ­γιο, ἀλ­λὰ ὁ κό­πος μου πή­γαι­νε χα­μέ­νος. Δὲν θυ­μᾶ­μαι με­τὰ ἀ­πὸ πό­ση ὥ­ρα ἀ­λη­θι­νῆς πά­λης μὲ τὴν ἀ­πό­στα­ση ὑ­πὸ βρο­χὴ ἔ­νι­ω­σα τὰ γό­να­τά μου νὰ λυ­γί­ζουν. Ἔ­πε­σα λι­πό­θυ­μος. Ὅ­ταν ξα­να­βρῆ­κα τὶς αἰ­σθή­σεις μου, ἤ­μουν τυ­λιγ­μέ­νος στὴ φρε­σκά­δα εὐ­ω­δια­στῶν σεν­το­νι­ῶν. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια καὶ πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὸ κρε­βά­τι. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα μου στοὺς τοί­χους καὶ τὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου. Πρό­σε­ξα τὶς χα­μο­γε­λα­στὲς φω­το­γρα­φί­ες δύ­ο νη­πί­ων καὶ τοὺς φθαρ­μέ­νους γύ­ψους στὸ τα­βά­νι. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποὺ βρι­σκό­μουν, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­θα βέ­βαι­ος ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μὲ πε­ρι­έ­θαλ­πε ἄλ­λος κα­νεὶς πα­ρὰ τὸ σπί­τι ποὺ κυ­νη­γοῦ­σα με­τὰ μα­νί­ας ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα δι­εκ­δι­κών­τας ἀ­πὸ μέ­ρους του μιὰ ἔν­δει­ξη κα­λῆς θέ­λη­σης, μιὰ προ­σφο­ρά.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Χάρης Ψαρράς (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὰ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐδιμ­βούρ­γου. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιά τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004) καὶ Ἡ δό­ξα τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς (Κέ­δρος, 2008). Με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μιά του ἔχουν κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.