Χάρης Ψαρρᾶς: Δώματα Κίρκης

 

 

Χάρης Ψαρρᾶς

 

Δώ­μα­τα Κίρ­κης

 

Ο ΜΕΓΑΡΟ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ ἔ­χω χρό­νια νὰ τὸ δῶ στὰ ὄ­νει­ρά μου. Στὴν πό­λη ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κα τὰ κτί­ρια ὅ­λα ἀ­πὸ μπε­τόν. Κι ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, σὲ τού­τη τὴ γω­νιά της ποὺ δι­ά­λε­ξα γιὰ σπί­τι μου οἱ νύ­χτες εἶ­ναι ὑ­γρές. Ρου­φοῦν τὰ ὕ­δα­τα τῶν ἐ­νυ­πνί­ων κι ἀ­φή­νου­νε τὸν ὕ­πνο ν’ ἀ­πο­ξε­ρα­θεῖ. Οὔ­τε ἀ­πρό­βλε­πτα με­σο­νύ­χτια ξυ­πνή­μα­τα πιὰ οὔ­τε ἀ­νά­λο­γες ἀ­να­στα­τώ­σεις. Δὲν λὲς κα­λὰ ποὺ γλί­τω­σα ἀ­πὸ τὰ μά­για της καὶ πῆ­ρα πά­λι τὸ σκα­ρὶ μο­νά­χος κι ἔ­κα­να τὸ κου­μάν­το μου! Ἔ­τσι λέ­ω, ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ ἀ­πελ­πί­ζο­μαι ποὺ ἔ­πα­ψαν πιὰ ἐ­κεῖ­να τὰ ὄ­νει­ρά μου.

       Μιὰ μέ­ρα πάν­τως ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρὰ μὲ ρώ­τη­σε ἂν γνω­ρί­ζω τὴν Κίρ­κη. Πα­ρά­ξε­νη ἐ­ρώ­τη­ση. Τὴν ἔ­θε­σε χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τᾶ κα­τὰ πρό­σω­πο ἕ­να πρω­ι­νὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­παιρ­να τὸ πρό­γευ­μά μου κι ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν ὡς συ­νή­θως στὸν ἀρ­γα­λει­ό της. «­Καὶ βέ­βαι­α τὴν γνω­ρί­ζω­», τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κα, «­εἶ­ναι πλά­σμα τῆς φαν­τα­σί­ας τῶν προ­γό­νων μου­». Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ εἶ­πε: «Δὲν σὲ ρω­τῶ γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ Ὁ­μή­ρου. Τὴν δι­κή μας Κίρ­κη ἐν­νο­ῶ, τὸν δι­κό μας κό­σμο.» Ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὴν κου­βέν­τα στὴν πρό­σφα­τη πο­λι­τι­κὴ ἐ­πι­και­ρό­τη­τα, σὲ τρέ­χον­τα ζη­τή­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, στὴ μό­δα καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κά.

       Ἀ­φοῦ συ­ζη­τή­σα­με κάμ­πο­ση ὥ­ρα, μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε ὅ­τι πρέ­πει νὰ βια­στῶ, νὰ πά­ω στὴ δου­λειά, στὸ δι­κό μου κα­θῆ­κον. Κι εἶ­χε δί­κιο. Ση­κώ­θη­κα καὶ μὲ βα­ριὰ καρ­διὰ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Δι­έ­σχι­σα τὸ δά­σος μὲ τοὺς λέ­ον­τες καὶ τοὺς λύ­κους κι ἔ­φτα­σα στὸ χοι­ρο­στά­σιο. Ἐ­κεῖ ἐρ­γά­ζο­μαι κά­θε μέ­ρα. Ταΐ­ζω τὰ γου­ρού­νια καὶ κλαί­ω ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὰ μά­τια τοὺς τσα­λα­πα­τη­μέ­νους μου συν­τρό­φους.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὰ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐδιμ­βούρ­γου. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιά τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004) καὶ Ἡ δό­ξα τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς (Κέ­δρος, 2008). Με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μιά του ἔχουν κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Χάρης Ψαρράς: Το ακατάδεκτο καταφύγιο

 

 

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς

 

Τὸ ἀ­κα­τά­δε­κτο κα­τα­φύ­γιο

 

ΚΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ ἔ­πια­σε κα­ταρ­ρα­κτώ­δης βρο­χή. Φυ­σοῦ­σε καὶ δυ­να­τὸς ἀ­έ­ρας. Δὲν χρει­α­ζό­μουν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο. Τά­χυ­να τὸ βῆ­μα. Ἔ­λε­γα ὅ­τι ὅ­σο συ­νέ­χι­ζα τὸ δρό­μο μου ὅ­λο καὶ κά­ποι­ο στέ­γα­στρο θὰ ἔ­βρι­σκα νὰ μὲ φι­λο­ξε­νή­σει ὥ­σπου νὰ κο­πά­σει ὁ κα­τα­κλυ­σμός. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα δι­έ­κρι­να στὸν ὁ­ρί­ζον­τα ἕ­να σπί­τι. Πῆ­ρα θάρ­ρος κι ἄρ­χι­σα νὰ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­σο ὅ­μως ἔ­τρε­χα κον­τά του τό­σο τὸ ἔ­βλε­πα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται. Στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψα ὅ­τι ἦ­ταν ἰ­δέ­α μου, ἀλ­λὰ μὲ δυ­ὸ τρεῖς δο­κι­μὲς ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σα δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ σπί­τι ἔ­φευ­γε στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριὰ ὅ­σο πά­σχι­ζα νὰ τὸ πλη­σιά­σω. Ἡ βρο­χὴ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Δυ­νά­μω­νε κι­ό­λας. Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου νὰ προ­φτά­σω τὸ ἀ­κα­τά­δε­χτο κα­τα­φύ­γιο, ἀλ­λὰ ὁ κό­πος μου πή­γαι­νε χα­μέ­νος. Δὲν θυ­μᾶ­μαι με­τὰ ἀ­πὸ πό­ση ὥ­ρα ἀ­λη­θι­νῆς πά­λης μὲ τὴν ἀ­πό­στα­ση ὑ­πὸ βρο­χὴ ἔ­νι­ω­σα τὰ γό­να­τά μου νὰ λυ­γί­ζουν. Ἔ­πε­σα λι­πό­θυ­μος. Ὅ­ταν ξα­να­βρῆ­κα τὶς αἰ­σθή­σεις μου, ἤ­μουν τυ­λιγ­μέ­νος στὴ φρε­σκά­δα εὐ­ω­δια­στῶν σεν­το­νι­ῶν. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια καὶ πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὸ κρε­βά­τι. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα μου στοὺς τοί­χους καὶ τὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου. Πρό­σε­ξα τὶς χα­μο­γε­λα­στὲς φω­το­γρα­φί­ες δύ­ο νη­πί­ων καὶ τοὺς φθαρ­μέ­νους γύ­ψους στὸ τα­βά­νι. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποὺ βρι­σκό­μουν, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­θα βέ­βαι­ος ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μὲ πε­ρι­έ­θαλ­πε ἄλ­λος κα­νεὶς πα­ρὰ τὸ σπί­τι ποὺ κυ­νη­γοῦ­σα με­τὰ μα­νί­ας ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα δι­εκ­δι­κών­τας ἀ­πὸ μέ­ρους του μιὰ ἔν­δει­ξη κα­λῆς θέ­λη­σης, μιὰ προ­σφο­ρά.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Χάρης Ψαρράς (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὰ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐδιμ­βούρ­γου. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιά τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004) καὶ Ἡ δό­ξα τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς (Κέ­δρος, 2008). Με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μιά του ἔχουν κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.