Βάσω Χόντου: Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


Βά­σω Χόν­του


Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


ΤΟ ΣΠΙΤΙ τῆς μά­νας μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να δω­μά­τιο μὲ στα­μα­τη­μέ­να ρο­λό­για. Πά­νω ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι καρ­φω­μέ­νος ἕ­νας κοῦ­κος ποὺ εἶ­χαν φέ­ρει οἱ γο­νεῖς μου ἀ­π’ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μοιά­ζει μὲ σπί­τι κι ἔ­χει ξύ­λι­νη στέ­γη καὶ δυ­ὸ ἔ­λα­τα στὶς ἄ­κρες. Οἱ δεῖ­κτες του εἶ­ναι σκα­λι­στοὶ καὶ ἄ­σπροι, κι οἱ ἀ­ριθ­μοί του γραμ­μέ­νοι στὰ λα­τι­νι­κά. Στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ σκού­πα, ἕ­να δρε­πά­νι κι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὴ ἀ­νέ­βαι­να στὴν κα­ρέ­κλα καὶ τὰ ξε­κολ­λοῦ­σα ἕ­να-ἕ­να μὲ τὰ νύ­χια μου. Πα­λιὰ ὅ­ταν ὁ κοῦ­κος δού­λευ­ε, ἄ­νοι­γε κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα ἕ­να πορ­τά­κι, ἔ­βγαι­νε ἕ­να πο­λύ­χρω­μο που­λί, ἔ­κρω­ζε κι ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­νε πά­λι μέ­σα. Ὁ ἦ­χος του ἔ­κα­νε πάν­τα το σα­γό­νι μου νὰ σφίγ­γε­ται. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­λε­γε νὰ πε­τά­ξου­με τὸ ρο­λό­ι για­τὶ τρο­μά­ζει τὸ παι­δί, ὅ­μως ἡ μά­να μου δὲν ἤ­θε­λε. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς τρεῖς καὶ ἕν­τε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Μέ­σα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, πά­νω ἀ­πὸ κά­τι κι­τρι­νι­σμέ­νες ἀ­πο­δεί­ξεις, δί­πλα σὲ ἕ­ναν χά­ρα­κα κι ἕ­να πα­λιὸ πε­ρι­ο­δι­κό, βρί­σκε­ται ἕ­να μπλὲ ρο­λό­ι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει κουρ­δι­στὸ μη­χα­νι­σμὸ κι ἕ­να ζευ­γά­ρι κολ­λη­μέ­νο στὴν κο­ρυ­φή. Ἡ κο­πέ­λα φο­ρά­ει φου­στά­νι καὶ μπο­τί­νια, ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας ἔ­χει ξε­κούμ­πω­το που­κά­μι­σο καὶ κρα­τά­ει στὸ χέ­ρι του ἕ­να δρε­πά­νι. Μοιά­ζουν σὰν νὰ μι­λᾶ­νε ἢ σὰν νά ‘ναι ἕ­τοι­μοι νὰ φι­λη­θοῦν. Στὴ βά­ση τοῦ ρο­λο­γιοῦ, ποὺ ἀ­νοί­γει μὲ κλει­δί, ἡ μά­να μου ἔ­κρυ­βε τὰ κο­σμή­μα­τά της. Δα­χτυ­λί­δια, βρα­χι­ό­λια, σκου­λα­ρί­κια, κο­λι­έ, κα­δέ­νες. Ὕ­στε­ρα ἔ­παιρ­νε τὸ κλει­δὶ καὶ κά­που τό ‘κρύ­βε. Ὁ ἦ­χος του μοῦ θύ­μι­ζε νε­ρὰ ποὺ τρέ­χουν. Λί­γο πρὶν τὸ ἀ­κρι­βῶς τῆς ὥ­ρας, ἔ­τρε­χα μπρο­στὰ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ τὸ πε­ρί­με­να νὰ χτυ­πή­σει. Ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ἡ μά­να μου τὸ γύ­ρι­σε ἀ­νά­πο­δα, τρά­βη­ξε ἔ­ξω ἕ­ναν μο­χλὸ καὶ τὸ ρο­λό­ι βου­βά­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ δου­λεύ­ει. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δύο καὶ δε­κα­τρί­α. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Δί­πλα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου βρί­σκε­ται ἕ­να ψη­λὸ ἐκ­κρε­μές, δῶ­ρο τοῦ παπ­πού μου στοὺς γο­νεῖς γιὰ τὴν πρώ­τη τους ἐ­πέ­τει­ο. Τὸ ἀ­γό­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βρα­ϊ­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο ποὺ τώ­ρα ἔ­χει κλεί­σει. Εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο πεύ­κου καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τὶς μέ­ρες ποὺ βρέ­χει, τὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει σὰν δά­σος. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ κοι­τά­ω καὶ μοῦ θυ­μί­ζει φέ­ρε­τρο. Πα­λιὰ χτυ­ποῦ­σε κά­θε τέ­ταρ­το κι ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μ’ ἐ­κεῖ­νον τῆς καμ­πά­νας. Πλη­σιά­ζω στὴ δε­ξιὰ πλευ­ρὰ καὶ βλέ­πω τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­φτια­χνε ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὸ κλει­δί, ὅ­ταν μέ­τρα­γε πό­σο ψή­λω­σα. Ὑ­πάρ­χουν πέν­τε ση­μά­δια. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δὲν φαί­νον­ται. Τὰ ἔ­σβη­νε ἡ μά­να μου μὲ με­λισ­σο­κέ­ρι. Μοῦ ‘δι­νε πρῶ­τα ἕ­να χα­στού­κι γιὰ τὴ ζη­μιά, ὕ­στε­ρα ἔ­λι­ω­νε τὸ κε­ρί, τὸ ἅ­πλω­νε καὶ γέ­μι­ζε τὰ βα­θου­λώ­μα­τα τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δέ­κα καὶ ἑ­πτά. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Πά­νω στὴ ρο­τόν­τα ὑ­πάρ­χει ἕ­να ρο­λό­ι πού ‘χε ἀ­γο­ρά­σει ἡ μά­να μου ἀ­π’ τοὺς Κι­νέ­ζους μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν φα­κὸ λέ­ι­ζερ, ἕ­να ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο καὶ μιὰ ψά­θα θα­λάσ­σης. Εἶ­ναι ἄ­σπρο μὲ φω­σφο­ρι­ζὲ ἀ­ριθ­μοὺς κι ἀ­π’ τὸ ξυ­πνη­τή­ρι του, ὅ­σον και­ρὸ δού­λε­ψε, ἀ­κου­γό­ταν ἡ Μα­κα­ρέ­να. Τὸν πρῶ­το μή­να πή­γαι­νε δέ­κα λε­πτὰ μπρο­στά, τὸν δεύ­τε­ρο ἑ­πτὰ λε­πτὰ πί­σω, τὸν τρί­το μή­να χά­λα­σε. Τὴ νύ­χτα ποὺ πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας μου κι εἶ­πα στὴ μά­να μου πὼς θὰ φύ­γω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ μοῦ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κε­φά­λι. Ἔ­κα­να στὴν ἄ­κρη καὶ τὸ ρο­λό­ι ἔ­σκα­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα. Μό­νο τὸ τζά­μι του με­τα­κι­νή­θη­κε λί­γο καὶ ρά­γι­σε. Ἂν κοι­τά­ξεις κα­λά, θὰ δεῖς μιὰ χα­ρα­κιὰ ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη καὶ κα­τα­λή­γει στὴν ἄλ­λη, κι ἔ­χει ἐ­πά­νω της πολ­λὲς μι­κρὲς γραμ­μὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ρί­ζες. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δώ­δε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Ὅ­ταν ἔρ­χο­μαι στὸ σπί­τι τῆς μά­νας μου, ἐ­κεί­νη κά­θε­ται σὲ ἕ­να σκαμ­πὸ μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Ἑ­νώ­νει τὶς πα­λά­μες, κι ἔ­πει­τα ἀ­φή­νει τὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ νὰ κυ­λή­σουν στὶς κα­μά­ρες τοῦ ἄλ­λου. Τῆς λύ­νω τὰ μαλ­λιά, τὰ χτε­νί­ζω προ­σε­κτι­κὰ καὶ τὰ πιά­νω μὲ ἕ­να κο­κά­λι­νο κλά­μερ. Κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα φέρ­νω φα­γη­τό, κό­βω τὰ νύ­χια της καὶ βά­ζω στὶς φτέρ­νες της μιὰ κρέ­μα ἀ­πὸ ἀ­μυ­γδα­λέ­λαι­ο καὶ κί­τρι­νη πα­πά­για. Ἡ μά­να μου δὲν μι­λά­ει. Μό­νο μὲ κοι­τά­ει καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ ρω­τά­ει ποι­ά εἶ­μαι καὶ τί γυ­ρεύ­ω στὸ σπί­τι της. Σή­με­ρα τῆς ἔ­φε­ρα ἕ­να κου­τὶ μὲ τρί­γω­να πα­νο­ρά­μα­τος. Πῆ­ρε ἕ­να, ἔ­κα­νε μὲ τὰ δόν­τια μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὴν ἄ­κρη καὶ ρού­φη­ξε τὴν κρέ­μα. Τὴ σκού­πι­σα μὲ μιὰ λου­λου­δά­τη χαρ­το­πε­τσέ­τα καὶ τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πό, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ει τὰ ρο­λό­για. Πρῶ­τα τὸν κοῦ­κο, ὕ­στε­ρά τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη, ἔ­πει­τα τὸ ψη­λὸ ἐκ­κρε­μὲς καὶ στὸ τέ­λος τὸ κι­νέ­ζι­κο μὲ τὴ χα­ρα­κιά. «Κυ­ρί­α, εἶ­ναι μέ­ρα ἢ νύ­χτα;», μὲ ρώ­τη­σε. «Δὲν ξέ­ρω», ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Χόν­του (Με­σο­λόγ­γι). Σπούδασε Χη­μι­κὸς Μη­χα­νι­κός. Κείμενά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.

Advertisements