Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#4]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου

(ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)




Τὸ κβαν­τι­κὸ(1) μι­κρο­σύμ­παν μας


ΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ τοῦ 2018 ἡ ζω­γρά­φος Ὄλγα Αλεξοπούλου δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Κβαντικό Μπλέ» σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες συν­δυ­ά­ζον­τας τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α(2) μὲ τὴν τέ­χνη κι ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μπλὲ ὥρα (λυ­καυ­γὲς καὶ λυ­κό­φως) τῆς Αἴ­γι­νας. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ χρῶ­μα ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὸ βά­θος τοῦ δυ­σκο­λο­τε­ρου χρώ­μα­τος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συλ­λά­βει στὴν ὁ­λό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ὑ­πε­ρι­ῶ­δες φῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ. Ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α­σή του θὰ γί­νει τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2019 στὴν γκα­λε­ρὶ Ultra Super New στὸ Τό­κιο.


Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πῶς πλο­η­γοῦν­ται τὰ πτη­νὰ μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια δὲν ἔ­χει ἀ­παν­τη­θεῖ πλή­ρως. Τὸ 1978 ὁ Klaus Schulten ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δι­α­θέ­τουν κρυ­πτο­χρώ­μα­τα, εἰ­δι­κὲς χρω­μο­πρω­τε­ΐνες ποὺ λει­τουρ­γοῦν ὡς αἰ­σθη­τῆ­ρες γιὰ νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α τῆς γῆς καὶ νὰ δι­α­τη­ροῦν τὸ μα­γνη­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὶς ἀ­πο­δη­μη­τι­κὲς ἢ ἁ­πλὲς πτή­σεις τους. Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2018 ἔ­ρευ­νες ἀπέδειξαν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ μη­χα­νι­σμὸς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ ὀ­πτι­κὸς καὶ εἰ­δι­κά το κρυ­πτό­χρω­μα Cry4 εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μπλὲ φω­τό­νια τῶν μα­γνη­τι­κῶν πε­δί­ων.


Τὸ 2017 ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν ση­μαν­τι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (IBM) καὶ στὴν Κίνα στὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ κβαντικοῦ ὑπολογιστῆ ποὺ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ Νόμ­πελ Χη­μεί­ας ἀ­πο­νε­μή­θη­κε σὲ τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς κρυ­ο-ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μι­κρο­σκο­πί­ας, τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ μέ­θο­δο ποὺ ἁ­πλο­ποι­εῖ καὶ βελ­τι­ώ­νει τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν βι­ο­μο­ρί­ων καὶ βο­η­θά­ει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῆς ζω­ῆς καὶ τὸ 2016 σὲ ἄλ­λους τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψεις τους στὶς μικροσκοπικὲς μοριακὲς μηχανές.

       Τὸ 2017 πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ και­νο­τό­μος τεχνολογία ἀ­ο­ρα­τό­τη­τας ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν Ἕλ­λη­νες, μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν ἐ­πί­κου­ρο κα­θη­γη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Μα­κρῆ, Αὐ­στρια­κοὶ καὶ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ἡ χρή­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων ὑ­λι­κῶν καὶ εἰ­δι­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας κυ­μά­των, μπο­ρεῖ νὰ «ἐ­ξα­φα­νί­σει» ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, δί­νον­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το.

       Ἐ­πί­σης τὸ 2017 δι­ορ­γα­νώ­θη­κε δι­ε­θνὴς δι­α­γωνι­σμὸς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας τῆς Nikon (Small World Competition 2017) ποὺ συγ­κέν­τρω­σε 2.000 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 88 χῶ­ρες καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­θη­καν ἡ Αἰκατερίνη Σεγκλιὰ καὶ ὁ Χάρης Αντωνόπουλος.

       Τὴν ἴ­δια τε­χνι­κὴ ψη­φια­κῆς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ ἡ Bioart, ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὸ 1997 ὁ Βρα­ζι­λιά­νος εἰ­κα­στι­κὸς Eduardo Kac γιὰ τὸ ἔρ­γο ποὺ πα­ρά­γε­ται μὲ τὴ χρή­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν μο­νά­δων. Στὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τῆς Bioart, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τε­χνο­λο­γί­ες ὅ­πως ἡ γε­νε­τι­κὴ μη­χα­νι­κή, ἡ καλ­λι­έρ­γεια ἱ­στῶν, κ.ἄ. Στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bioart τοῦ 2017 τὴ 2η ἀ­πὸ τὶς 15 πρῶ­τες θέ­σεις πῆ­ραν τέσσερις Ἑλ­λη­νί­δες ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­λέ­τη­σαν τύ­πους τοῦ λι­πώ­δους ἱ­στοῦ καὶ τρό­πους νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ λει­τουρ­γί­α τους ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ δι­α­βή­τη, τὸ με­τα­βο­λι­κὸ σύν­δρο­μο, κ.ἄ.

       Tὸν Μά­ϊ­ο τοῦ 2016 ἐγ­και­νι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη ἔκ­θε­ση τοῦ Βρε­τα­νοῦ φω­το­γρά­φου Levon Biss μὲ τί­τλο Microsculpture (Μι­κρο­γλυ­πτι­κή) σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Oxford University Museum of Natural History, στὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτέ­θη­καν  οἱ συγκλονιστικὲς φωτογραφίες του ἐντόμων στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη δυ­να­τὴ ψη­φια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κι ἑ­στί­α­ση. Αὐ­τὲς οἱ φω­το­γρα­φί­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα καὶ γιὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.


Τὸ Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ro­che­ster ἕ­να ἀ­κό­μα Δι­εθνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­ϊ­στο­ρίας, μὲ ὑ­πό­τι­τλο τὸ γνω­στὸ στί­χο τοῦ William Blake «Γιὰ νὰ δεῖς τὸν κό­σμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμ­μου». Ἡ Laurel Thatcher Urlich, ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Harvard, πα­ρου­σί­α­σε πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς της γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ πολυβραβευμένου βιβλίου της μὲ τί­τλο A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812(3). Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων 27 ἐ­τῶν τῆς ζω­ῆς τῆς Mar­tha Bal­lard (1734 -1812) ὅ­πως τὴν κα­τέ­γρα­ψε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.400 σε­λί­δες στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κί­νη­σε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1785. Ἡ Ballard ἦ­ταν μαί­α, θε­ρα­πεύ­τρια, καὶ μη­τέ­ρα ἐν­νέ­α παι­δι­ῶν (τρί­α ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α πέ­θα­ναν σὲ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α), στὴν Ἀ­ουγ­κού­στα, τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Μέ­ιν τῶν ΗΠΑ, τὴν ὁ­ποί­α δι­αρ­ρέ­ει ὁ πο­τα­μὸς Κέ­νεμ­πεκ ποὺ ἐκ­βάλ­λει στὸν Ἀ­τλαν­τι­κό.

       Ἀρ­κε­τοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν Urlich εἶ­χαν θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες τὶς οἰ­κια­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­σθε­νῶν, τὰ χρη­μα­τι­κὰ πο­σὰ καὶ τὶς σύν­το­μες ἡ­με­ρή­σι­ες κα­τα­γρα­φὲς τῆς Ballard. Ἡ Urlich μὲ τὴ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας(4) ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ τεκ­μή­ρια τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὰ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κὰ συγ­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ ἐμ­πο­ρι­κὸ κόμ­βο καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ πα­ρα­γω­γῆς κοι­νω­νι­κοῦ ἔρ­γου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου της (σελ. 9) ἡ πραγ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῆς Ballard βρί­σκε­ται στὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­νού­σι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ στὴν ἐ­ξου­θε­νω­τι­κή, ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ποὺ κα­τέ­γρα­φε μὲ ἐντυ­πω­σι­ακὴ οἰ­κο­νο­μία λό­γου. Ἄλ­λο­τε ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σει πε­ζὴ τὸν πα­γω­μέ­νο Κέ­νεμ­πεκ, ἄλ­λο­τε νὰ φτά­σει ἐγ­καί­ρως δι­α­μέ­σου τῶν ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νων πα­ρα­πο­τά­μων σὲ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πε­ρι­φέ­ρειας μὲ ξύ­λι­να πλοιά­ρια τύ­που κα­νό. Κρα­τοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς ση­μει­ώ­σεις σὲ σε­λί­δες κομ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της καὶ κα­τέ­γρα­φε μὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος καὶ ἁ­πλὸ λό­γο τὶς ἐμ­πει­ρί­ες της. Ἡ Ballard πα­ρεῖ­χε θε­ρα­πευ­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες κα­τ’ οἶ­κον, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε 816 γέν­νες καὶ βο­ή­θη­σε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.000.

       Στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1800 ἔ­γρα­φε: «Καὶ τώ­ρα κλεί­νει αὐ­τὴ ἡ χρο­νιὰ καὶ εἴ­θε νὰ ἔ­χου­με κά­νει σο­φὴ χρή­ση τοῦ χρό­νου.» Σύμ­φω­να μὲ τὴν Urlich, «Γιὰ τὴν Ballard ἡ ζω­ὴ με­τρι­ό­ταν σὲ πρά­ξεις. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­το» καὶ κυ­ρί­ως τὰ ὅ­σα δὲν κα­τέ­γρα­ψε.


Ὁ Da Vinci μὲ τὴν ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ (κα­τάλ­λη­λο χει­ρι­σμὸ τοῦ χρώ­μα­τος) καὶ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ σφου­μά­το (λε­πτό­τα­τη φω­το­σκί­α­ση ποὺ θαμ­πώ­νει τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα), ἄ­φη­νε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς εἰ­κό­νας στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ θε­α­τῆ. Τὸ 2013 ἡ NASA με­τέ­δω­σε μέ­σῳ λέ­ι­ζερ σὲ σε­λη­νια­κὸ δο­ρυ­φό­ρο τὴν εἰ­κό­να τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς τὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρο δεῖγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Μὲ τὴ νέ­α δυ­να­τό­τη­τα ποὺ πα­ρέ­χει ἡ ὀ­πτι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δε­δο­μέ­νων αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας ἀ­πὸ τὴ Γῆ σὲ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 384.000 χλμ.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ κέν­τρο CERN ἀ­να­κοί­νω­σε τὸν ἐντο­πι­σμὸ τοῦ ἀό­ρα­του μποζονίου Higgs, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χε ὑ­πο­τε­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ ἡ με­λέ­τη του εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος σὲ ὑ­πο­α­το­μι­κὸ ἐ­πί­πε­δο.


Τὸ 2012 κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὴ Βαρ­σο­βί­α τὸ μι­κρό­τε­ρο σπί­τι στὸν κό­σμο πρὸς τι­μὴ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Etgar Keret. Ἡ παγ­κό­σμια τά­ση στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ γιὰ μα­ζι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ μι­κρῶν κα­τοι­κι­ῶν (mi­cro­ho­mes) ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ὡς κοι­νω­νι­κὸ κί­νη­μα. Τὸ Tiny House Movement ση­μα­το­δό­τη­σε τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὴ New Age ἐ­πο­χὴ καὶ στὸ δυ­τι­κὸ κα­πι­τα­λι­στι­κὸ πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ πρό­τει­νε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα με­τα­κί­νη­σης (ρο­ὴ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο). Πα­ρό­λα αὐ­τά, σή­με­ρα, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κές, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες ἀ­πὸ τὸ Τό­κιο, ποὺ ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Na­ga­kin Ca­psu­le Tow­er, 1972), καὶ τὴ Σε­οὺλ (Songpa Micro-Housing), ἕ­ως τὶς δυ­τι­κές μη­τρο­πό­λεις, τεκ­μη­ρι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ τὴν ἀ­ποσυμ­φό­ρηση τῶν με­γά­λων ἀστι­κῶν κέν­τρων καὶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ρα­γδαί­ας κλι­μα­τι­κῆς ἀλ­λα­γῆς.


Τὸ 1993 ὁ Jean Baudrillard ἀ­νέ­φε­ρε στὴ Δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ(5), ὅ­τι ἡ μι­κρο­μο­ρια­κὴ γε­νε­τι­κὴ εἶναι ἡ λο­γι­κὴ συ­νέπεια τῆς βι­ο-φυ­σιο-ανα­το­μι­κῆς ἐ­πι­στήμης ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ρα­γδαῖα σὲ ἕνα πο­λύ ἀ­νώτε­ρο ἐ­πίπε­δο ἀ­φαίρε­σης καὶ προ­σο­μοί­ω­σης: τὸ πυ­ρη­νι­κὸ ἐ­κεῖνο ἐ­πίπε­δο τοῦ κυτ­τάρου καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ κώδι­κα, ὅπου ὀρ­γα­νώνε­ται μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρία. Ὅ­ροι ὅ­πως να­νο­χει­ρουρ­γι­κή, να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, μι­κρο­οι­κο­νο­μί­α, μι­κρο­κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α εἶ­χαν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­δί­δον­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Τὸ 1989 ἱ­δρύ­θη­κε ἡ ἑ­ται­ρεί­α Microchip Technology, τὸ 1975 ἡ Μicrosoft καὶ τὸ 1959 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ Mini Cooper τῆς BMC, τὸ αὐ­το­κί­νη­το σύμ­βο­λο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60.


Τὸ 1957 ὁ Gaston Bachelard ἔ­γρα­φε στὴν Ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου(6): «Στὴν πραγ­μα­τι­κότη­τα νι­ώθω πιὸ οἰ­κεῖα στοὺς μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κόσμους οἱ ὁ­ποῖοι γιὰ μένα εἶναι κυ­ριάρ­χοι κόσμοι», καὶ «οἱ ἀ­ξίες συμ­πυ­κνώνον­ται κι ἐμ­πλου­τίζον­ται στὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐ­πίπε­δο. Ἡ πλα­τω­νι­κή δι­α­λε­κτι­κὴ γιὰ τὸ μέ­γαλο καὶ τὸ μι­κρό δὲν ἀρ­κεῖ γιὰ ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦμε τὶς δυ­να­μι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ σκέπτε­σθαι μι­κρά. Πρέπει κα­νεὶς νὰ πάει πέρα ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ γιὰ νὰ βιώ­σει τί εἶναι με­γάλο καὶ τί εἶναι μι­κρό». Ὁ Bachelard δι­έ­κρι­νε πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στὴ φύ­ση καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πο­λυ­τό­τη­τας στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση. Σύν­το­νος μὲ τὶς ἀρ­χὲς τὶς κβαν­το­μη­χα­νι­κῆς καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς σχε­τι­κό­τη­τας, πρό­τει­νε τὴν ἀ­νάπτύυξη ἑ­νὸς τρόπου σκέψης μὲ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση ὁ ὁ­ποῖ­ος, πέ­ραν τῆς τρισ­δι­ά­στα­της στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς ἀν­τί­λη­ψής μας στὸ μα­κρό­κο­σμο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νει καὶ στὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ κλίμα­κα, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Ba­che­lard(7) κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἅλ­μα, τὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας νὰ κα­θο­ρί­ζει τὴ σκέ­ψη στὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου νὰ συγ­κρο­τεῖ. Ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν θε­τι­κι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἐ­πα­γω­γι­κὴ σκέ­ψη κι αἰ­σθη­τι­κο­ποί­η­σε τὴν ἐ­πι­στή­μη, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὸ αἰ­σθη­τι­κὸ πε­δί­ο μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με συν­θε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες συγ­κρι­νό­με­νες μὲ τὰ μα­θη­μα­τι­κὰ σύμ­βο­λα, τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ θύ­μι­ζαν πρω­τί­στως τὶς εἰ­κό­νες τῆς ποί­η­σης τοῦ Mallarmé. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μὲ τὸ Un Coup de dés (Μιὰ ζα­ριά, 1897) ἐγ­και­νί­α­σε τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σε τὶς πρω­το­πο­ρί­ες τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ ὑ­λο­ποί­η­σε τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Baudelaire, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο πε­ζο­ποί­η­ση καὶ στὸ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ ἢ ἡ Με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ (1862) ἔ­γρα­φε: «Ψι­λο­κόψ­τε [τὸ ἔρ­γο] σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα κομ­μα­τά­κια καὶ θὰ δεῖ­τε ὅ­τι τὸ κα­θέ­να μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­πὸ μό­νο του.»


Τὸ 1927 o Werner Karl Heisenberg δι­α­τύ­πω­σε τὴν «Ἀρ­χὴ τῆς Ἀ­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας» δί­νον­τας μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α γιὰ τὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς Κβαν­τι­κῆς Μη­χα­νι­κῆς. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν αἰ­τι­ό­τη­τα ποὺ δι­έ­πει τὴ Νευ­τώ­νεια Φυ­σι­κὴ μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἑ­στί­α­σε στὰ ὑ­πο­α­το­μι­κά σω­μα­τίδια τοῦ μι­κρόκο­σμου, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύνα­το νὰ γνω­ρίζου­με μὲ ἀ­πόλυ­τη βέ­βαι­οτη­τα τὴ θέση καὶ τὴν ὁρ­μή τους.

       Ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, τὸ 1918, τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Φυ­σι­κῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε στὸν Max Planck, τὸν θε­με­λι­ω­τή τῆς κβαν­τι­κής θε­ω­ρί­ας.



Στρο­φὴ στὴ σκέ­ψη


Τὸ 1614 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ὁ τό­μος μὲ τὶς εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες μι­κρο­γρα­φί­ες ποὺ συ­νο­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Sir Thomas Overbury μὲ τί­τλο Characters (Χα­ρα­κτῆ­ρες). Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δι­α­δε­δο­μέ­νο στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Γαλ­λί­α τὸν 17ο αἰ., καὶ ἀ­νά­γε­ται στοὺς Χαρακτῆρες τοῦ Θεόφραστου. Τὸ 1978 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πο­λὺ σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν δι­α­φό­ρων τύ­πων ἀν­θρώ­πων μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λοξό βλέμμα τοῦ Thomas Bernhard μὲ τί­τλο Μί­μος τῶν φω­νῶν, ἐ­νῶ εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ τὸ 1956 οἱ Παραδειγματικοὶ Φόνοι τοῦ Max Aub καὶ τὸ 1946 οἱ Φωνές τοῦ Antonio Porchia. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες με­λε­τή­θη­καν ὡς ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζον­ται καὶ στὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες Blue and Green τῆς Virginia Woolf (1921) καὶ The story of an hour τῆς Kate Chopin (1894), κα­θὼς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι (1899) τοῦ Ambrose Bierce δι­δά­σκον­ται συ­στη­μα­τι­κὰ στὶς ΗΠΑ ὡς προ­δρο­μι­κὰ κεί­με­να τῆς ἀγ­γλό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Τὸ ση­μεῖ­ο καμ­πῆς, ὅ­μως, θε­ω­ρεῖ­ται ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α Στὴν Κίρκη (1917) τοῦ Julio Torri.


Τὸ 1948 δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Thrilling Wonder Stories ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Fredric Brown «Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὸν κό­σμο κά­θι­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα», τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀγ­γλό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὁ­ρό­ση­μο γιὰ τὴν ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ὅ­μως, ὁ «δει­νό­σαυ­ρος» τοῦ Augusto Monterroso θε­ω­ρεῖ­ται ἱ­δρυ­τι­κὸς αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ας. Πα­ρό­λα αὐ­τά, καὶ στὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ κι­νοῦν­ται στὴν κλί­μα­κα τοῦ ἐ­λά­χι­στου τῶν «βρε­φι­κῶν πα­που­τσι­ῶν» τοῦ Hemingway, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τοῦν ὡς πρὸς τὴ σύμ­πρα­ξη συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴ συγ­κρό­τη­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης, κυ­ρί­ως ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὸν κρί­σι­μο ρό­λο τῆς φαν­τα­σί­ας σὲ αὐ­τὴ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…;» ποὺ τὶς δι­α­τέ­μνει ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ/κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ εἶ­δος, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­α­νο­η­τι­κὰ ἅλ­μα­τα γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξή της.

       Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­θο­λο­γί­α τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης σει­ρᾶς Por favor, Sea Breve(8) (Νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι, πα­ρα­κα­λῶ), στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λή­φθη­κε ἡ «ἱ­στο­ρί­α» μὲ τί­τλο Τὸ φάν­τα­σμα (El fantasma) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Guillermo Samperio. Ὁ Samperio, πί­στευ­ε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δὲ φαί­νον­ται. Αὐ­τὴ ἡ κομ­βι­κὴ πε­ποί­θη­σή του στὸ σύ­νο­λο τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀν­τα­να­κλᾶ­ται μὲ τὸ σα­φέ­στε­ρο τρό­πο ὄ­χι μό­νο στὴν ἐν λό­γῳ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν τί­τλο καὶ μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν γέ­νει.


Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(9) ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 200 κεί­με­να ἕ­ως 300 λέ­ξεις μὲ τί­τλο Bonsai: best small stories from Aotearoa New Zealand κι ἐ­πι­με­λη­τὲς δύ­ο δι­ε­θνῶς γνω­στὲς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὶς Michelle Elvy, Frankie McMillan καὶ τὸν ποι­η­τὴ James Norcliffe. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ 165 Μα­ο­ρὶ συγ­γρα­φεῖς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει δι­ε­θνὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ ἕ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο ποὺ κα­τα­κλύ­ζε­ται ἀ­πὸ ἱ­σπα­νό­φω­νες καὶ ἀγ­γλό­φω­νες συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἡ εὐ­ρεί­α ἀ­πο­δο­χή της φαί­νε­ται νὰ ἀ­νοί­γει τὸ δρό­μο καὶ γιὰ ἄλ­λες ἐ­λάσ­σο­νες λο­γο­τε­χνί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες. Μιὰ πα­ρό­μοι­α ἀν­θο­λο­γί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2016 μὲ τί­τλο La minificcion en Santo Domingo (ἐκ­δό­σεις Ministerio De Cultura, Editora Nacional) μὲ 182 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ 33 σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Δο­μη­νι­κα­νῆς Δη­μο­κρα­τί­ας σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala. Ἂν καὶ δὲν ὑ­στε­ρεῖ σὲ ἀ­ξί­α δὲν προ­βλή­θη­κε στὸ βαθ­μὸ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν Μα­ο­ρὶ καὶ πα­ρέ­μει­νε ἄ­γνω­στη.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν Μα­ο­ρὶ τὸν ἴ­διο μή­να κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ ἡ ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Best Small Fictions 2018 κι ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Aimee Bender, μὲ 53 δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis. Στὴν ὁ­μι­λία τῆς βρά­βευ­σής της τὸ 2013 μὲ τὸ Man Booker Prize γιὰ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Can’t and won’t (Penguin, 2014), δή­λω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρί­με­νε πο­τὲ ὅ­τι θὰ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­σή της μὲ κεί­με­να τό­σο σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λεῖ pieces [κομ­μά­τια]), κα­θὼς τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­ρια­ρχεῖ ἀ­κό­μα στὴ δι­ε­θνῆ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή. Στοὺς 101 συγγραφείς ποὺ προ­κρί­θη­καν στὴ με­γά­λη λί­στα τῆς σει­ρᾶς Best Small Fictions 2018 ἦ­ταν ἡ Kara Oakleaf, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α της Μειωμένη Βαρύτητα καὶ ἡ Ναταλία Θεοδωρίδου.

 

Τὸ 2017 τὸ Ἱ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano Foundation δι­ορ­γά­νω­σε τὸν 5ο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους καὶ δεί­κτη τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης καὶ δι­ά­δο­σής του. Αὐ­τὸς ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς συγ­κέν­τρω­σε 43.185 κεί­με­να ἕ­ως 100 λέ­ξεις ἀ­πὸ 172 χῶ­ρες, ἐ­νῶ ὁ πρῶ­τος (2009) εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 3.682 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 44 χῶ­ρες καὶ εἶ­χε ἤ­δη προ­τα­θεῖ γιὰ βρα­βεῖ­ο Guinness.


Τὸ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο MicroBerlin – De minificciones y microrrelatos(10), μὲ ἐ­πι­με­λη­τὲς τὸν Ottmar Ette, τὸν ἱ­δρυ­τή τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας (Potsdam, 2007) καὶ ἄλ­λους θε­ω­ρη­τι­κούς. Ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πῶς φτά­σα­με ἀ­πὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ τὸν Δη­μή­τριο τὸν Σκή­ψιο (2ος αἰ. π.Χ.) ἕ­ως τὴ Μο­ρια­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Αἰ­τι­ο­λο­γεῖ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ κα­νεὶς στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἀ­πὸ φω­τει­νὲς στά­σεις ὅ­πως τῶν Poe, Τσέχωφ, Bor­ges, Kaf­ka, Vir­gi­nia Woolf, Wa­lser, He­ming­way, Ya­su­na­ri Ka­wa­ba­ta, Cor­ta­zar, Brau­ti­gan, Car­ver, Ly­dia Da­vis, Ja­mai­ca Kin­caid, A­na Ma­ria Shua, Di­a­ne Wil­li­ams, κ.ἄ., στοὺς ἄ­πει­ρους ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να νέ­ο ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ γα­λα­ξί­α ἀ­πὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ στὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α Flash Fron­tier ἔ­κα­νε ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φι­έ­ρω­μα σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ ἐπι­με­λή­τριες τὶς δι­ε­θνῶς δι­α­κε­κρι­μέ­νες συγ­γρα­φεῖς στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ka­thy Fish καὶ Ta­nia Hersh­man. Ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ (2018) τῆς τε­λευ­ταί­ας πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση μι­κρο­φυ­σι­κῆς καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Microphysics and microfiction).


Roland Barthes τὸ 1966(11) ἀ­πο­μό­νω­σε τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὶς πρω­τεύ­ου­σες λει­τουρ­γί­ες τους ἰ­δω­μέ­νες ὡς κέν­τρα, πυ­ρῆ­νες, κα­τα­λύ­τες κι ἐ­λά­χι­στες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πα­λει­φθοῦν χω­ρὶς νὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἡ χρο­νι­κο­αι­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νο­χὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης(12) καὶ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­στα­τες (ὅ­πως τὰ κβάν­τα).


Τὸ 1998 Ο Lauro Zavala δι­ορ­γά­νω­σε τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Με­ξι­κό. Τὸ 1984 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Κου­βα­νέ­ζας θε­ω­ρη­τι­κοῦ Dolores Mercedes Koch, ἡ πρώ­τη δι­ε­θνῶς ποὺ ἑ­στί­α­σε στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ 2007 ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, ἡ μο­να­δι­κὴ στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ποὺ ἐ­λέγ­χει τοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς στὰ ἔρ­γα τῶν Bor­ges, Pi­glia, Κα­λο­κύ­ρη καὶ Κυ­ρια­κί­δη.

       Τὸ 2007 ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Maggie Nelson κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Red Parts: A Memoir. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ὅ­μως, πλέ­ον στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Bluets (Wave Books, 2009). Σὲ αὐ­τὸ συγ­κεν­τρώ­νει 240 ἀ­ριθ­μη­μέ­να πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἄ­τι­τλα, γε­γο­νὸς ποὺ δὲ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, κι­νοῦν­ται μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.



Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

τὸ μπλὲ καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Luisa Va­len­zu­e­la ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2010 μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες με­τα­φο­ρὲς γιὰ τὸ νέο εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «Συ­νή­θως συγ­κρί­νω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τί­γρη ἢ ἤ­ρε­μο σὰν ἀ­γε­λά­δα· τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι· καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὰν ἕ­να ἔν­το­μο (ἰ­ρι­δί­ζον στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση)», ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι μα­γνη­τί­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κεν­τρί­ζει τὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὅ­πως ἔ­χει ἐ­ξη­γή­σει. Συ­χνὰ δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «ἰ­ρι­δί­ζον­τος» ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κλύ­ει, τὴ στιγ­μια­ία λάμ­ψη της, στοὺς μη­χα­νι­σμούς της ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­σα­φεῖς καὶ στὴ μορ­φή της ποὺ με­ταλ­λάσ­σε­ται, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α πα­ρα­τή­ρη­σης, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σύλ­λη­ψη καὶ ἡ τα­ξι­νό­μη­σή της ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη λό­γου.

       Πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τῆς δι­ε­θνοῦς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 γιὰ κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὁ­ρι­σμὸ καὶ ὄ­νο­μα, τὸ ζή­τη­μα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­κτὸ μὲ δύ­ο εὔ­λο­γες στα­θε­ρές: ὅ­τι ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης καὶ ὄ­χι γιὰ ἐ­φή­με­ρη τά­ση. Ἐν μέ­ρει ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν αἰχ­μα­λω­τί­σου­με ὀ­φεί­λε­ται στὶς ἄ­τα­κτες δι­α­κτι­νώ­σεις της σὲ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ μορ­φή της προ­κύ­πτει ἡ πρω­τε­ϊ­κὴ καὶ σύν­θε­τη φύ­ση της, ἰ­δέ­α ἀ­πο­δε­κτὴ τό­σο στὴν Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἁ­πλού­στε­ρη ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πο­λὺ σύν­θε­τη, ὅ­σο καὶ στὴν Κβαν­τι­κὴ Φυ­σι­κή, ποὺ δι­ε­ρευ­νᾶ καὶ αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νή, ἀ­ό­ρα­τη ὕ­λη, κα­τα­γρά­φον­τας τὴν ἐ­νέρ­γειά της .

       Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ μπλέ. Ἂν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­χε χρῶ­μα συμ­φω­νῶ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἰ­ρι­δί­ζον, θε­ω­ρῶ ὅ­μως ὅ­τι θὰ ἦ­ταν συγ­κε­κρι­μέ­να μπλέ, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­να μὲ τὸν Pastoureau(13) συμ­βο­λί­ζει τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

       Ὁ Goethe στὴ Θε­ω­ρί­α τῶν Χρω­μά­των ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τὸ μπλὲ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ μᾶς μα­γνη­τί­ζει νὰ τὸ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πει­δὴ ἀ­σκεῖ μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­πί­δρα­ση στὸ μά­τι: εἶ­ναι δυ­να­μι­κό, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρὰ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­θα­ρό­τη­τά του ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι ἐ­ρε­θι­στι­κή. Τὸ μπλὲ ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὰ ὀ­μη­ρι­κὰ ἔ­πη, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­τρε­ψε τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ κόκ­κι­νου ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἕ­ως καὶ τὸν Με­σαί­ω­να. Ὁ Μι­κρὸς Πρίγ­κη­πας ἐ­πι­σκί­α­σε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὸ θρυ­λι­κὸ μπλὲ Orient Express, ὅ­πως καὶ τὰ Train Bleu καὶ Blue Train, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­δε­ε τὴν Πρε­τό­ρια μὲ τὸ Κέ­ιπ Τά­ουν στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, ἔ­γρα­ψαν ἱ­στο­ρί­α. Κα­τὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰ. ση­μει­ώ­θη­κε μιὰ φω­το­χυ­σί­α τοῦ μπλὲ σὲ ὅ­λες τί δι­α­βαθ­μί­σεις του σὲ ἔρ­γα καὶ κι­νή­μα­τα ση­μαν­τι­κῶν ζω­γρά­φων (C.D.Friedrich, Seaurat, Kandinsky, Matisse, Shagall, Cezanne, Picasso, Klein, O’ Keeffe, κ.ἄ.) ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Τὸ μπλὲ ὡς φόρ­μα, ὡς εἰ­κα­στι­κὴ γλώσ­σα ἢ ὡς σύμ­βο­λο πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ πρῶ­τος ὁ Goethe πα­ρα­τή­ρη­σε: «εἶ­ναι ἕ­να χρῶ­μα γε­μά­το μυ­στή­ριο, σα­γη­νευ­τι­κὸ καὶ ἀ­πό­κο­σμο μα­ζί. Μα­γνη­τί­ζει τὸ βλέμ­μα καὶ πα­ρα­σύ­ρει τὸν θε­α­τὴ σὲ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση χω­ρὶς σα­φῆ ὅ­ρια, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­γί­δα στὴν ἐ­σω­στρέ­φεια, ἢ μιὰ γέ­φυ­ρα ποὺ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό.»

       Ὁ T.S.Eliot πί­στευ­ε ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι καὶ ὁ Θ. Βαλ­τι­νὸς μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι «αὐ­τὸ ποὺ σὲ τρα­βά­ει σὲ κά­ποι­ον εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ πιά­νεις πο­τέ» (14).



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Δευ­τέ­ρα ἢ Τρί­τη, τῆς Βιρ­τζί­νια Γούλφ, μτφ. Γ. Μπα­ρου­ξῆς, Ποι­κί­λη Στο­ά, Ἀ­θή­να 2016, στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα Γα­λά­ζιο καὶ πρά­σι­νο (Blue and Green).


Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Tania Hershman μὲ τί­τλο My mother was an upright piano, Tangent Books, Bristol, 2014 (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Γαλάζιο πουλί τῆς Ana Maria Shua καὶ Antoine de Saint-Exupéry τοῦ Paul Kavanagh (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῆς Maria Popova στὴ σχέ­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὸ χρῶμα μπλέ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 200 χρό­νια στὸ ἱ­στο­λό­γιό της Brain Pickings (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Ἰ­δέ­α συγ­γρα­φῆς: μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι* καὶ τὸ Κύμα του Kα­τσού­σι­κα Χο­κου­σάι (1760-1869).


* 富士山 Τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ


Νο­έμ­βριος 2018


Ση­μει­ώ­σεις
       (1) Ὁ ὅ­ρος κβάντο ἢ κβάν­τουμ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­στα­τη μο­νά­δα πο­σό­τη­τας.
       (2) Στὸν πρό­λο­γο τοῦ ἐ­νη­με­ρω­τι­κοῦ φυλ­λα­δί­ου τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ 2007 ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γία εἶ­ναι μιὰ νέα προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση καὶ τὴν ἄρτια γνώση τῶν ἰ­δι­ο­τήτων τῆς ὕλης σὲ να­νο­κλιμά­κα: ἕνα να­νομέ­τρο (ἕνα δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στὸ τοῦ μέτρου) εἶναι τὸ μῆκος ἑ­νὸς μι­κροῦ μο­ρίου. Στὸ ἐ­πίπε­δο αὐ­τό ἀ­πο­κα­λύπτον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ συ­χνὰ κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἰ­διότη­τες τῆς ὕλης καὶ εἶναι δυσ­διακρι­τὰ τὰ ὅρια με­τα­ξὺ τῶν κα­θι­ε­ρω­μένων ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τε­χνι­κῶν κλάδων. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ χα­ρα­κτήρας τῆς να­νο­τε­χνο­λο­γί­ας εἶναι ἄκρως δι­ε­πι­στη­μο­νι­κός.»
       (3) Urlich, Laurel Thatcher, A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812, Alfred A. Knopf, N. York, 1990.
       (4) Ἡ Μικροϊστορία ξε­κί­νη­σε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο Ἰ­τα­λῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Quaderni storici, τοὺς Carlo Ginzburg, Edoardo Grendi, Giavani Levi, Carlo Poni. Ὁ Ginzburg θε­ω­ρεῖ­ται ὁ κύ­ριος ἐκ­φρα­στὴς αὐ­τῆς τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ποὺ ἀν­τέ­δρα­σε στοὺς κύ­κλους τῶν Annales, πρό­τει­νε ἀλ­λα­γὴ κλί­μα­κας κι ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὰν μὲ μι­κρο­σκό­πιο. Ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο του (1976) μὲ τί­τλο Τὸ τυ­ρὶ καὶ τὰ σκου­λή­κια. Ὁ κό­σμος ἑ­νὸς μυ­λω­νᾶ τοῦ 16ου αἰ. (μτφ. Κ. Κου­ρε­μέ­νος, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008). Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ ὄ­ρου microfiction μὲ τὸ σύν­θε­το ὅ­ρο μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δὲν ἐν­δεί­κνυ­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πό­φευ­κτη νο­η­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση μὲ αὐ­τὸν τὸ ση­μαν­τι­κὸ κλά­δο τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
       (5) Baudrillard Jean, Ἡ δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ. Δο­κί­μιο πά­νω στὰ ἀ­κραῖα φαι­νό­με­να, μτφ. Ζ. Σα­ρί­κα, Ἑ­ξάν­τας –Νή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1996.
       (6) Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ἑ. Βέλ­τσου – Ἰ. Δ.Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.
       (7) Μπε­νι­έ, Ζὰν-Μι­σέλ, Ἱ­στο­ρί­α τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς καὶ σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας, μτφ. Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 563-577.
       (8) Ἡ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης γνω­στὴ ὡς Ἀ­ο­τε­α­ρό­α στὴ Μα­ο­ρὶ γλώσ­σα, ἢ ἡ Γῆ τοῦ Μα­κριοῦ Λευ­κοῦ Σύν­νε­φου.
       (9) Ette Ottmar, Ingenschay Dieter, Schmidt-Welle Friedhelm, Valls Fernando (eds.), MicroBerlín: de minificciones y microrrelatos, Iberoamericana –Vervuert, Μα­δρί­τη, 2015.
       (10) Obligado Clara (ed.), Por favor, sea breve 2, Páginas de Espuma, Madrid, 2009.
       (11) Barthes Roland, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δο­μι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἀ­φη­γη­μά­των, στὸ Εἰ­κό­να-μου­σι­κὴ-κεί­με­νο, μτφ. Γ. Σπα­νός, Πλέ­θρον, Ἀ­θή­να, 1988, σελ. 93-136.
       (12) Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cambridge History of Literary Criticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ.-Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2008, σελ. 175-6.
       (13) Πα­στου­ρὼ Μι­σέλ, Μπλὲ – Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς χρώ­μα­τος, με­τά­φρα­ση κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια Ἄν­να Κα­ρα­κα­τσού­λη, Με­λά­νι, Ἀ­θή­να 2007.
       (14) Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο, Ἑ­στί­α, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ. 25.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να.

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Micro Universe ἔργο τῆς Lejla Ahmedspahić.


		
Advertisements

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#3]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1) στὸ μι­κρο­σκό­πιο:

ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν(*)

καὶ τὴ Λι­σα­βό­να


            In vivo


Μπραγ­κάν­ζα, Πορτογαλία


ΤΙΣ 7-8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 δι­ε­ξή­χθη στὴν Μπραγ­κάν­ζα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας τὸ Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Instituto Politécnico de Bragança μὲ τί­τλο Pequenos Transatlânticos: Microrrelatos nas duas franjas do oceano μὲ 39 συμ­με­τέ­χον­τες κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α (22) καὶ τὴν Πορ­το­γα­λί­α (12). Στὸ συ­νέ­δριο ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας(2) ὅ­πως αὐ­τὴ δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ στὶς δύ­ο ὄ­χθες τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὴ γλωσ­σο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὴ σχέ­ση δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας/μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας.

            Ἡ Maria Pilar Valero (Ἱ­σπα­νί­α) πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα χρή­σι­μη, κρα­τι­κή, ψη­φια­κὴ πλατ­φόρ­μα NABEA, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κεν­τρώ­νει σύγ­χρο­να ἱ­σπα­νι­κὰ κεί­με­να καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς καὶ συγ­κρι­τι­κὲς με­λέ­τες γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χά­ρη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς ἀ­νοι­χτῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς βά­σης δε­δο­μέ­νων. Ο Xa­quín Nú­ñez Sa­ba­rís (Πορ­το­γα­λί­α), κα­θη­γη­τὴς στὸ Universidade do Minho, ἵ­δρυ­σε μὲ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α μί­α πα­ρό­μοι­α πλατφόρμα ὅ­που κα­τα­γρά­φει καὶ συγ­κεν­τρώ­νει κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στη­ρί­ζον­τας δι­ε­θνεῖς συ­νέρ­γει­ες ἱ­σπα­νό­φω­νων με­λε­τη­τῶν, ἐκ­δο­τῶν, ἀν­θο­λό­γων καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

            Ἡ ἕ­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη ἀ­πα­σχό­λη­σε ὁ­μι­λη­τὲς ὅ­πως ἡ Alexia Dotras Bravo (Πορ­το­γα­λί­α), ἡ ὁ­ποί­α σκι­α­γρά­φη­σε τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ – ὑ­βρι­δι­σμοῦ. Ἡ Ra­quel de la Var­ga Lla­ma­za­res (Ἱ­σπα­νί­α), ἀ­νέ­δει­ξε τὰ ρευ­στὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Anto­nio Pe­re­ira (1923-2009).

            Ἐ­πι­χει­ρή­θη­καν δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­νά­με­σα στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, ὅ­πως τοῦ Alberto Garcia Agui­lar (Ἱ­σπα­νί­α), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέρ­θη­κε στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ μι­κρο­σε­νά­ρια τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ σου­ρε­α­λι­στῆ Ramón Gómez de la Serna (1888-1963). Στὸ πλαί­σιο πα­ρου­σί­α­σης ἐ­πι­φα­νῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν, οἱ Ἱ­σπα­νί­δες Lucía Lean­dro Her­nán­dez καὶ A­na Sanz Tor­de­sil­las προ­έ­βα­λαν τὴν πλού­σια ἐρ­γο­γρα­φί­α τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua καὶ τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Millás Juan José, ἀν­τί­στοι­χα.

            Στὴν πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐν­τρύ­φη­σε ἡ Ἱ­σπα­νὴ Sara Losada Coca, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ¡Basta! (3) (Ὣς ἐ­δῶ!), τὸ κοι­νω­νι­κὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ Χι­λὴ τὸ 2009, μὲ σκο­πὸ οἱ συμ­με­τέ­χου­σες γυ­ναῖ­κες νὰ γρά­ψουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 150 λέ­ξεις προ­κει­μέ­νου νὰ κα­ταγ­γεί­λουν καὶ νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὴν ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ καὶ σε­ξι­στι­κὴ βί­α. Τὸ πρό­γραμ­μα κρί­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κι ἀ­πέ­κτη­σε με­γά­λη δη­μο­τι­κό­τη­τα. Ἔ­κτο­τε συμ­με­τέ­χουν κι ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς (Πε­ροῦ, Ἀρ­γεν­τι­νή, Βρα­ζι­λί­α κ.ἄ.), ἔ­χει δι­ευ­ρυν­θεῖ θε­μα­τι­κὰ στο­χεύ­ον­τας στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας τό­σο στοὺς ἄν­τρες ὅ­σο καὶ στὰ παι­διὰ κι ἔ­χουν προ­κύ­ψει πολ­λὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες ἀν­θο­λο­γί­ες.

           Τέ­λος, ἀρ­κε­τὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν πα­ρου­σί­α­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων φω­νῶν, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Patricia Esteban Erlés. Τὴν πρω­τό­τυ­πη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τί­τλο Casa de Muñecas (Κου­κλό­σπι­το), ἀ­νέ­λυ­σε ἡ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Micro­textua­li­da­des καὶ κα­θη­γή­τρια, Ana Calvo Revilla (Universidad San Pablo CEU, Μα­δρί­τη), ἡ ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ στὸ ἑ­πό­με­νο συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

.

Σὲν Γκά­λεν, Ἑλβετία


ΣΤΙΣ 21-23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο St. Gallen στὴν Ἐλ­βε­τί­α μὲ θέ­μα Vivir lo breve: na­no­fi­lo­lo­gía y mi­cro­for­matos en obras de arte, μὲ τὴ συν­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ Universität Potsdam (Γερ­μα­νί­α), στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ 32 συμ­με­τέ­χον­τες ἀ­πὸ 13 χῶ­ρες ἐ­πί­σης ἑ­στί­α­σαν στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γή. Ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἐν­δε­λε­χὴς πα­ρου­σί­α­ση τῶν συ­σχε­τι­σμῶν τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες, τὴ μου­σι­κή, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πρω­το­φα­νοῦς βρα­χύ­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν στὴ γρα­πτὴ ἔκ­φρα­ση τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να τοῦ συ­νε­δρί­ου Yvette Sánchez στὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ὁ­μι­λί­α της ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι σύμ­φω­να μὲ πρό­σφα­τη ἔ­ρευ­να τῆς Mi­cro­soft (Κα­να­δᾶς, 2015) ἡ νέ­α γε­νιὰ (18-24 ἐ­τῶν) ἔ­χει ση­μει­ώ­σει μεί­ω­ση τοῦ χρό­νου προ­σο­χῆς στὰ 8 δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­πὸ 12 ποὺ ἦ­ταν τὸ 2000 καὶ ἀ­πὸ 9 ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τὸ θα­λάσ­σιο γέ­νος Κα­ράσ­σιος (τὸ εἶ­δος Carassius auratus), τὰ γνω­στά μας ὡς χρυ­σό­ψα­ρα. Οἱ ἀ­να­γνω­στι­κές μας συ­νή­θει­ες ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει σὲ με­γά­λο βαθ­μό. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς πλη­θώ­ρας τῶν ὑ­πέρ­μι­κρων ἀ­φη­γη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τῶν­ται τό­σο στὸ ἔν­τυ­πο ὅ­σο καὶ στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ἀ­πο­τε­λεῖ δε­δο­μέ­νο δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν ποὺ με­λε­τοῦν τὸ με­τα­βα­τι­κὸ στά­διο ποὺ δι­α­νύ­ου­με πρὸς μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ.

            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Lauro Zavala, στὴν πρώ­τη, καὶ ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ συ­νε­δρί­ου, ἑ­στί­α­σε στὴ γε­νε­α­λο­γι­κὴ φύ­ση καὶ τὴν πι­θα­νὴ τυ­πο­λο­γί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταῖ­α δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ με­λε­τᾶ­ται ἐν τῷ γί­γνε­σθαι, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο πού, του­λά­χι­στον στὶς δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιὰ τὰ δυσ­δι­ά­κρι­τα ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ νό­η­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ συγ­κεί­με­να καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης φαί­νε­ται πὼς κα­τα­να­λώ­νει ἢ πι­στεύ­ει εὐ­κο­λό­τε­ρα τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια (ἢ/καὶ ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν ὕ­παρ­ξή της εἰς γνώ­σιν τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πί­πλα­στη), τὶς ψευ­δεῖς εἰ­δή­σεις, τὶς ἀ­νυ­πό­στα­τες καὶ ἀ­νού­σι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ δι­α­δί­κτυο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς του.

            Στὸ πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μὲ τὸν ὅ­ρο minificción πρό­τει­νε νὰ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸ νέ­ο εἶ­δος λό­γου τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ πε­δί­ο (εἰ­κό­να 1) καὶ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ βρα­χέ­α καὶ ὑ­περ­βρα­χέ­α ρη­μα­τι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς μέ­σο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τους με­μο­νω­μέ­να ἢ/καὶ συν­δυ­α­στι­κὰ μὲ τὸ λό­γο (discourse), τὴν εἰ­κό­να, τὸν ἦ­χο, τὸ θέ­α­τρο, τὴ μου­σι­κή, τὸ χο­ρό, ἢ/καὶ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο μέ­σο ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς κι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, σὲ φυ­σι­κή, ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος φέ­ρει μί­α ἢ πολ­λὲς μυ­θο­πλα­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς προσ­λαμ­βά­νου­σες τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

            Ἀ­πο­δε­χό­με­νοι αὐ­τὸν τὸν ὁ­ρι­σμὸ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τρεῖς τύ­πους minificción: (α) τὰ σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­καν πρὶν τὸν 20ο αἰ. (ὅ­πως ἡ πε­ζο­ποί­η­ση ἢ τὸ χα­ϊ­κού), (β) τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να ὡς δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη, ὅ­πως τὸ δο­κί­μιο καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ στὶς (ὑ­περ)βρα­χεῖ­ες ἐκ­δο­χές τους, καὶ (γ) τὶς ὑ­περ­μι­κρὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἐμ­πί­πτουν στὸ (δυ­τι­κὸ) λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να. Τὸ σύ­νο­λο αὐ­τῶν τῶν τε­λευ­ταί­ων μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, ὁ­ρι­σμοὺς καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη λό­γου, κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δυ­νά­μει μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να ἐ­ὰν ἐγ­γρα­φεῖ ἐκ νέ­ου δη­λώ­νον­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δι­ά­θε­ση (ἔ­στω μὲ στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτῆ­ρες) ἢ/καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ὅ­πως τὸ παι­χνί­δι, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α(4).

            Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε ὁ Zavala ὁ ὅ­ρος microficción (τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ συ­νώ­νυ­μό του ἀγ­γλι­κοῦ microfiction) μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ ὅ­ρος minificción (προ­τεί­νει τὸν ὅ­ρο minifiction καὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ) σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πέρ­μι­κρο κεί­με­νο. Ἡ βρα­χύ­τη­τα μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο (π.χ. γλώσ­σα) ἢ μορ­φὴ (π.χ. φι­λο­σο­φι­κὸς στο­χα­σμὸς) ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ ὅ­ρους σύν­θε­σης, νύ­ξης κι ἔλ­λει­ψης, οὖ­σα ταυ­τό­χρο­να με­τα­φο­ρι­κὴ καὶ με­τω­νυ­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θυ­μη­τι­κὴ φύ­ση τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν μέ­σων ἢ μορ­φῶν, ἐ­φό­σον αὐ­τὰ δευ­κο­λύ­νουν τὴν πα­ρά­λει­ψη τῶν εὐ­κό­λως ἐν­νο­ου­μέ­νων. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης ὁ βαθ­μὸς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας τεί­νει νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν (κει­με­νι­κὴ) ἔ­κτα­ση καὶ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὑ­βρι­δι­σμοῦ.


Εἰκόνα 1. ‘Aπὸ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Lauro Zavala


            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Fernando Sánchez Clelo, πα­ρου­σί­α­σε μί­α τυ­πο­λο­γί­α τῆς ὑ­βρι­δι­κῆς, εἰ­ρω­νι­κῆς, μὴ μυ­θο­πλα­στι­κῆς γρα­φῆς. Ὁ Πε­ρου­βια­νὸς Ary Malaver, ἑ­στί­α­σε στὴ με­τε­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ὅ­σο δὲ δι­α­τα­ράσ­σε­ται ἡ σχέ­ση ση­μαί­νον­τος/ση­μαι­νο­μέ­νου καὶ τὸ μή­νυ­μα δι­α­βι­βά­ζε­ται ἔ­στω καὶ μὲ πρω­το­φα­νῆ βρα­χύ­τη­τα, παύ­ει ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς δι­α­τύ­πω­σης μιᾶς ἰ­δέ­ας. Ὁ Karlos Linazasoro, ἀ­πὸ τὴ Βα­σκι­κὴ Guipuzkoa, δι­ά­βα­σε με­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα μικροθεάτρου. Ὁ Jordi Masó Rahola, ἀ­πὸ τὴ Βαρ­κε­λώ­νη, ἐν­τό­πι­σε τὴν ἰ­δέ­α τῆς βρα­χύ­τη­τας ἀ­κό­μα καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπε­τό­βεν. Ἡ Ana Merino, Ἱ­σπα­νί­δα ὑ­πό­τρο­φος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Iowa, πα­ρου­σί­α­σε χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ γρα­φι­κά, κό­μικς, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ δείγ­μα­τα ὀ­ξύ­πνο­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας. Στὸν πα­ρα­κά­τω πί­να­κα συγ­κέν­τρω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀμ­φι­λε­γό­με­να εἴ­δη ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου ποὺ συ­ναν­τᾶ­με κα­θη­με­ρι­νά: ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς καὶ τὰ μη­νύ­μα­τα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ἕ­ως τὶς φω­νη­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις τοῦ ὀρ­γα­σμοῦ (fonética del orgasmo).


Εἰκόνα 2. Ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ana Merino.


            Δείγ­μα­τα γρα­φῆς τους ἀ­νέ­γνω­σαν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Azucena Ro­drí­guez (Με­ξι­κό), Lorena Escudero (Ἀγ­γλί­α), Diego Muñoz Valenzuela (Χι­λή), Ju­lia Otxoa (Ἱ­σπα­νί­α), Maria Gu­tiér­rez (Κα­νά­ριοι Νῆ­σοι), Rafael Ángel Her­ra (Κό­στα Ρί­κα), Teresa Ro­drí­guez Roca (Βο­λι­βί­α), Esther Andra­di (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες καὶ Βε­ρο­λί­νο), Raúl Bras­ca (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες) καὶ Gem­ma Pel­licer (Ἱ­σπα­νί­α). Πα­ρου­σι­ά­στη­καν πο­λυ­σχι­δεῖς καλ­λι­τέ­χνες ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὶς λα­κω­νι­κὲς μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις τους, τὴ στι­χουρ­γί­α καὶ τὴ σκη­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση, ὅ­πως ἡ Ajo (Μα­δρί­τη), ἡ DJ Judit Farrés (Βαρ­κε­λώ­νη) καὶ οἱ Clara Brunet καὶ Victor Soares (Βα­σι­λεί­α), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρα­γού­δη­σαν πο­λὺ σύν­το­μες ἄ­ρι­ες.

            Ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὸ εἶ­δος λό­γου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σω τοῦ Τwitter (Paulo Gatica), στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας (Ana Calvo Revilla), στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή μας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πρόσ­λη­ψη τῶν δι­α­δι­κτυα­κῶν μι­μι­δί­ων (Javier Ferrer) καὶ στοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης-γαλ­λό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Laura Eugenia Tudoras). Ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἔρ­γο ἱ­σπα­νό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Marina Colosanti, ὁ Pablo García Casado, ὁ Eduardo Scala, ἡ Cristina Peri-Rossi καὶ ἡ Julia Otxoa.

            Ὁ Camilo Franco πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του Ποι­η­τι­κὴ τῆς βρα­χύ­τη­τας. Οἱ Stella Maris Poggian καὶ Ricardo Haye (Ἀρ­γεν­τι­νή), ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στὰ graffiti ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Μά­η τοῦ ΄68 στὸ Πα­ρί­σι, τό­νι­σαν τὸ συν­δυα­σμὸ βρα­χύ­τη­τας – εὐ­φυί­ας – κρι­τι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κτᾶ μὲ τὴν εἰ­κό­να. Ἡ Irene An­drés-Su­á­rez (Ἑλ­βε­τί­α) ἀ­νέ­δει­ξε μι­κρο­α­φη­γή­σεις αὐ­τό­νο­μων Βά­σκων, ἐ­νῶ ἡ Francisca Noguerol (Σα­λα­μάν­κα) τὴν ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

            Τὸν κύ­κλο ἐρ­γα­σι­ῶν ἔ­κλει­σε ὁ Ottmar Ette ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῶν συν­δι­ορ­γα­νω­τῶν τοῦ συ­νε­δρί­ου καὶ ἱ­δρυ­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας(5). Ἀ­να­φέρ­θη­κε στὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γὴ βλα­κεί­ας στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ ψη­φια­κὴ σφαί­ρα (Intelligent Production of Stupid ThinkingiIPST) κι ἑ­στί­α­σε στὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς σχέ­σης πο­λι­τι­κῆς/να­νο­φι­λο­λο­γί­ας: ἐ­ὰν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α πάν­το­τε δι­έ­θε­τε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ὀν­τό­τη­τα ὥ­στε νὰ ἐκ­φέ­ρει καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὸν πο­λι­τι­κὸ λό­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κή, στὸν 21ο αἰ., κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­κλυ­ζό­μα­στε ἀ­πὸ ὀ­ξύ­μω­ρα συμ­πλέγ­μα­τα ὅ­πως ὑ­πέρ­με­τρη εὐ­φυί­α καὶ ὑ­πέρ­με­τρη ἀ­νο­η­σί­α, εὐ­ή­θεια, μω­ρί­α, ἢ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­λή­θεια καὶ ψεῦ­δος σὲ ἕ­να ἀρ­κε­τὰ ἐ­πί­πλα­στο δη­μο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ νὰ τὴν ὠ­θή­σου­με πρὸς τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α.

            Κα­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν του κα­θὼς καὶ οἱ δύ­ο ἑ­πό­με­νοι σταθ­μοί του: Λί­μα (2020) καὶ Μα­δρί­τη (2022).

.

            In vitro


Λισαβόνα, Πορτογαλία


ΣΤΙΣ 27-30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 15ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Ἀγ­γλό­φω­νου Δι­η­γή­μα­τος στὴ Λι­σα­βό­να μὲ τί­τλο Beyond History: The Ra­di­ance of the Short Sto­ry. Συμ­με­τεῖ­χαν πε­ρὶ τοὺς 150 ἐ­ρευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἠ­πεί­ρους. Οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις καὶ οἱ στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ξε­πέ­ρα­σαν τὶς 300, μὲ με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὴν Τα­ϊ­βάν, τὸ Ἀφ­γα­νι­στάν, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Καμ­πό­τζη, ἕ­ως τὴ Σκαν­δι­να­βί­α καὶ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(6). Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story στὴν ἀγ­γλι­κὴ) ὡς κα­θι­ε­ρω­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­λύ­πτον­τας σχε­δὸν τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν πε­δί­ων κι ἐ­ρω­τη­μά­των, σὲ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἀ­πὸ κει­με­νο­κεν­τρι­κές, ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κὲς κρι­τι­κές, ἕ­ως καὶ συ­ζη­τή­σεις γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κό­σμου, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ εὐ­νο­ή­σει τὸ δι­ή­γη­μα χά­ρη στὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τά του.

            Τὸ storytelling πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ πλῆ­θος ὁ­μι­λη­τῶν ὡς μιὰ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Rebecca Hill (UCLA), ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­τι­κὴ ἔν­δει­ξη τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ ρό­λου τῆς ἀ­φή­γη­σης σή­με­ρα (ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση, στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση) καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­σώ­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­σα στὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο κό­σμο μας μὲ τὴ ρομ­πο­τι­κὴ καὶ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα (Singularity) τῆς τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης νὰ τεί­νουν νὰ ξε­πε­ρά­σουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη.

            Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(7) πα­ρου­σι­ά­στη­κε πλή­ρως ἐν­σω­μα­τω­μέ­νη στὸ δι­ε­θνῆ δι­ά­λο­γο ὡς νέο εἶδος, πι­στὸ στὴν ἀ­φή­γη­ση, τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς, τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὶς ἀ­να­προ­σαρ­μο­γές της ἀ­νὰ ἐ­πο­χὴ καὶ μὲ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἐ­ξε­τά­στη­καν οἱ ἔν­νοι­ες τῆς βρα­χύ­τη­τας, τῆς συ­νο­χῆς καὶ τῆς κί­νη­σης τὶς ὁ­ποῖ­ες θέ­τει ὑ­πὸ νέ­α ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τὸ δι­ε­θνὲς αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο, κα­θὼς καὶ κεί­με­να, πρό­δρο­μοι, καὶ σύγ­χρο­νοι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς. Μό­λις ἐν­δει­κτι­κὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς I­talo Cal­vino, Na­dine Gor­di­mer, Teolinda Gersão, Lydia Da­vis, Ro­bert Olen Butler, Han Kang, Neil Gai­man, Stuart Dy­bek καὶ τὶς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις δειγ­μά­των γρα­φῆς ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι (Girl), τῆς Jamaica Kincaid, ἢ τὸ Insect Wisdom τῆς Shady Cosgrove.

            Οἱ συγ­γρα­φεῖς Nuala O’ Conor (Ἰρ­λαν­δί­α), Sandra Jensen (Μ. Βρε­τα­νί­α) καὶ Tracey Slaughter (Ν. Ζη­λαν­δί­α) ἐ­πι­χεί­ρη­σαν τὴ με­θο­δο­λο­γι­κὴ κι ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ εἴ­δους σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­μα­τι­κοὺς κύ­κλους μὲ τί­τλο Flash fiction in Method and Meaning.

            Ἡ O’ Conor ἀμ­φέ­βαλ­λε κα­τὰ πό­σο εἴ­μα­στε ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι νὰ γρά­φου­με καὶ νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, πα­ρὰ τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γή, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ­ται ὀ­ξύ­νοι­α, ἀ­πό­λυ­τη συγ­κέν­τρω­ση καὶ εὐ­ρυ­μά­θεια, εἰ­δι­κὰ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­πύ­κνω­σης νο­ή­μα­τος. Ἡ πρό­τα­σή της νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ ποῦ θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τλή­σου­με τὸ μέ­γι­στό της ἀ­να­γνω­στι­κῆς τέρ­ψης, προ­έ­κυ­ψε ὡς ἀν­τε­πι­χεί­ρη­μα στὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πι­πό­λαι­α λε­κτι­κὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα στὸ σύ­νο­λό τους.

            Ἡ Jensen ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ με­θο­δο­λο­γι­κὸ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὸ κε­νὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ κα­λύ­ψου­με ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ κα­θο­ρι­σμὸ τοῦ εἴ­δους, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νουν δυσ­δι­ά­κρι­τες οἱ δι­α­φο­ρές του ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη λό­γου, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ καὶ μή, ὅ­πως τὸ μι­κρο-ψευ­δο-δο­κί­μιο ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ στὶς πλατ­φόρ­μες κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἀ­νέ­λυ­σε τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος στὶς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, το­νί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κα­ται­γι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων ποὺ κα­λύ­πτουν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά της ἱ­στο­ρί­ας (τὶς λε­κτι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις) σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ μί­α τό­σο βρα­χεί­α κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι κρί­σι­μες πα­ρά­με­τροι γιὰ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­στρα­πια­ία αἴ­σθη­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ ἀ­πο­κά­λυ­ψης κερ­δί­ζει πρω­τί­στως τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἔν­το­να.

            Ἡ Slaughter τό­νι­σε τὸν ἔν­το­νο ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μὸ πολ­λῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­δω­σε στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας χι­λι­ε­τι­ῶν στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­νά­γνω­ση ποί­η­σης. Ἑ­στί­α­σε ἐ­πί­σης στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς τοῦ (δυ­τι­κοῦ) μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τὴ μὴ-γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση ποὺ ἐν­το­πί­ζου­με στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, θε­ω­ρών­τας τη ὡς τὸ μο­να­δι­κὸ εἶ­δος ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει τό­σο ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α/ἀ­να­γνώ­στη, ὄ­χι μό­νο ὡς συμ­παῖ­κτες σὲ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ καὶ ὡς συν­δη­μι­ουρ­γοὶ στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης μέ­σα σὲ ἕ­να μι­κρὸ κεί­με­νο-κό­σμο .

            Σὲ ἄλ­λες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ἀ­να­φέρ­θη­κε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ πε­ρισ­σό­τε­ροι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι καὶ δι­ά­σπαρ­τοι δι­ε­θνῶς. Το­νί­στη­κε ὅ­τι ἀ­παν­τῶν­ται σὲ εὐ­ρύ­τε­ρη κλί­μα­κα ἐκ­φρα­στι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου καὶ μέ­σα, ὑ­ψη­λὴ ἐ­πί­δο­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, βελ­τί­ω­ση στὴν ἀ­πό­δο­ση τῆς χρο­νι­κό­τη­τας, μέ­σῳ τῆς ἔλ­λει­ψης(8) κι ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου(9), στοι­χεῖ­α ποὺ ἐν­τεί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ταυ­τό­χρο­νου (ἐγκυμονούσα στιγμή).

            Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς Leah McCor­mack, Sha­dy Cos­gro­ve καὶ Ro­bin McLean ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­τι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ μό­νο ἄ­με­σο τα­ξί­δι στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο, καὶ μά­λι­στα τό­σο γρή­γο­ρο καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κό.

            Ἡ Jayne Anne Phillips ἑ­στί­α­σε στὸ συν­δυα­σμὸ ρευ­στό­τη­τας, δύ­να­μης καὶ συμ­πύ­κνω­σης στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ ἕ­να ἀ­πὸ 7 εργαστήρια πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ ποί­η­σης ποὺ δι­ε­ξή­χθη­σαν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου.

.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ἡ ὀ­πτι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


Ο ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ ποὺ μά­στι­ζε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τὸν 20ὸ αἰ. ἔ­χει καταπολεμηθεῖ πε­ρί­που στὸ 90%. Στὸ ἴ­διο πο­σο­στὸ κυ­μαί­νε­ται καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ γρα­πτοῦ λό­γου (discourse), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς γλωσ­σι­κὴ κι ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ πρα­κτι­κὴ κα­τα­κλύ­ζει τὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν καὶ τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν μας. Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς γρα­φῆς ἀ­παι­τεῖ ἐ­παυ­ξη­μέ­νη προ­σο­χὴ καὶ ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ, ἐ­νῶ καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται πλέ­ον τα­χύ­τε­ρα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι γρά­φουν καὶ δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α καὶ χά­ρη στὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη, ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­στρο­φί­α κι εὐ­φυ­ΐ­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἴ­σως, μὲ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα, εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο νὰ προ­κλη­θεῖ ἡ προ­σο­χὴ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὥ­στε νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Ὄ­χι ὅ­μως ἀ­δύ­να­το.

            Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 750 λέ­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως ἡ κλί­μα­κά τους ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χω­ροῦν στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη. Ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ προ­κα­λοῦν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν ὀ­πτι­κή, ἀ­κα­ρια­ία ἐ­πα­φή. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο δι­α­κυ­βεύ­ε­ται τὸ ἂν θὰ προ­κλη­θεῖ τὸ studium, τὸ γε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ δι­α­βά­σει κά­τι σύν­το­μο κι ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τοῦ ὄγ­κου πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ τὸν κα­τα­δι­ώ­κει. Στὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη ὀ­λι­γό­λε­πτη ἐ­πα­φή, κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης, αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κυ­βεύ­ε­ται εἶ­ναι νὰ προ­κλη­θεῖ τὸ punctum (ἡ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ ξε­χω­ρί­ζει, «αὐ­τὸ ποὺ μὲ κεν­τᾶ»), ὅ­πως τὸ ὁ­ρί­ζει ὁ Roland Barthes στὸ Φω­τει­νὸ Θά­λα­μο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἀ­να­λαμ­βά­νει ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου νὰ τέρ­ψει τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εὐ­χα­ρί­στη­σης νὰ συ­νε­χι­στεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται στα­τι­στι­κά, ὄ­χι μό­νο στὴν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ψη­φια­κὴ πα­ρα­γω­γή, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἔν­τυ­πη: ἤ­δη τὸ 2012 τὰ με­ρί­δια τῶν ἐκ­δό­σε­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἦ­ταν τὸ 25,53% δι­ε­θνῶς, 59,57% γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ 17,02% μό­νο γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α.

            Ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ πλέ­ον μὲ τὴν ἐ­πα­φή μας μὲ τὴν ὀ­θό­νη, κι ἐ­πὶ μα­κρὸν μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α, ἡ μι­κρὴ κλί­μα­κα στὴν ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἡ συ­χνὰ ἀ­κραί­α ὀ­πτι­κό­τη­τά της συμ­βάλ­λουν στὴ συγ­κέν­τρω­ση ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ κα­τα­νό­η­σή της. Πλῆ­θος με­λε­τη­τῶν, ὅ­πως ἡ Ἱ­σπα­νί­δα I­re­ne Andrés Su­á­rez, καὶ συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Gra­ce Pa­ley, ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­παν­τή­σει στὸ πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ τε­λευ­ταί­α προ­τεί­νει «νὰ δι­α­βά­ζε­ται ὡς ποί­η­μα, δη­λα­δὴ ἀργά». Ἡ ἀ­φαί­ρε­σή της γο­η­τεύ­ει καὶ ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τά της δι­ε­γεί­ρει ἐγ­κε­φα­λι­κὲς συ­νά­ψεις ποὺ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο καὶ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ παύ­ση κι ἐν­δο­σκό­πη­ση. Θε­ω­ρη­τι­κά, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ εὔ­στο­χη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ καὶ ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­κραί­ων ἀν­τι­φά­σε­ων, τῆς τα­χύ­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης ἀ­νο­η­σί­ας.

.

ἡ κοι­νω­νι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ὁ­ρο­λο­γί­ας, με­θο­δο­λο­γί­ας, τυ­πο­λο­γί­ας καὶ πο­λι­τι­σμι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­μέ­νουν ἐκ­κρε­μῆ. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται, ὅ­μως, σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἄ­πο­ψή μου ὅ­τι ἡ μικρομυθοπλασία εἶ­ναι δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης. Σχε­δὸν πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ­ται μό­νο του ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους (συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα, κ.λπ.) καὶ προ­φα­νῶς ἡ ὑ­πό­στα­σή της δι­α­μορ­φώ­νε­ται δι­α­κεί­με­νη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ἐν γέ­νει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἰ­δι­ο­φυί­α της, ἐ­φό­σον συ­νερ­γεῖ μὲ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κῶν της εἰ­δῶν, δου­λεύ­ον­τας στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πεδίο (gen­re­felt) τῶν Δα­νῶν Brix­vold καὶ Jør­gen­sen καὶ τὰ πε­δί­α τῶν La­u­ro Za­va­la καὶ A­na Me­ri­no ποὺ εἴ­δα­με ἐ­δῶ. Αὐ­τὰ τὰ πε­δί­α δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ ἐ­πὶ μέ­ρους στοι­χεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες ἀμ­φί­δρο­μες σχέ­σεις ποὺ συ­νά­πτουν με­τα­ξύ τους, λει­τουρ­γών­τας ὡς δί­κτυ­α. Ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται με­ρι­κῶς ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σου­με ὡς πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο εἶ­δος μὲ τὴ συμ­βα­τι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου σύμ­φω­να μὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, ὅ­πως ὁ Με­ξι­κα­νὸς Yo­­ba­­ny de Jo­­sé Gar­­cía Me­di­na. Αὐ­τὸ τὸ δί­κτυ­ο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται καὶ νὰ δρᾶ, λει­τουρ­γεῖ ὡς μαγ­μα­τι­κὸς θά­λα­μος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Ἐν­τός του συμ­βι­ώ­νουν ἁρ­μο­νι­κὰ μι­κρὰ ἢ/καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ὅ­πως οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις (micronarratives) ποὺ ἔ­χει με­λε­τή­σει δι­ε­ξο­δι­κὰ ἡ κα­θη­γή­τρια Ἀλεξάνδρα Γεωργακοπούλου καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να νέ­ο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, σύν­το­νο μὲ τὶς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ση­μει­ώ­νον­ται στὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ ὅ­τι με­τὰ τὴν ποί­η­ση, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὸ 4ο εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν πο­λύ­πλο­κο 21ο αἰ. (L. Zavala, A. I. Suarez, κ.α.)

.

.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

.


 

 

 

Οἱ Τρεῖς ὄπερες τσέπης τοῦ συν­θέ­τη Χά­ρη Βρόν­του (διά­ρκεια 14:19).


Ἡ με­λέ­τη (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) ἀ­πὸ τὴ σο­λί­στ καὶ συν­θέ­τρια Σμα­ρῶ Γρη­γο­ριά­δου γιὰ τὰ Πρελούδια τοῦ Bach, τοὺς Λακωνικοὺς Ἀγγελιοφόρους.


Ἡ σύν­θε­ση 16 μου­σι­κῶν μι­νι­α­τού­ρων μὲ τί­τλο Short Liszt τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­πα­δά­κη (διά­ρκεια 54:00).


Ἡ σύν­θε­ση Spiegel im spiegel τοῦ Ἐ­σθο­νοῦ Arvo Pärt (διά­ρκεια 4:05).


Δύ­ο ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς σύγ­χρο­νης μι­νι­μα­λι­στι­κῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μου­σι­κῆς: ὁ Γερ­μα­νὸς Nils Frahm (διά­ρκεια 8:19) καὶ ὁ Ἰσ­λαν­δὸς Ólafur Arnalds.

.

 

 

 

Ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη, Μου­σι­κὴ καὶ ἄλ­λα πε­ζά (1973 -1995), Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2014 .


Τὰ 50 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ «100 λέ­ξεις σὲ 24 ὧ­ρες» Μήνυμα σὲ μπουκάλι.


Τὸ πο­λυ­φω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη Ὡ­ρο­λο­για­κοὶ μη­χα­νι­σμοί (ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξά­κης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2018) μὲ εἰ­κο­νι­κὰ ὑ­πο­κεί­με­να ἀ­πὸ 40 συν­τε­λε­στές του.


Ἡ δί­γλωσ­ση ἀν­θο­λο­γί­α ἱ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71Cuentos, (Ἐ­πι­λο­γὴ –Εἰ­σα­γω­γὴ –Ἐ­πι­μέ­λεια Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2012).


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Ripening, (eds. Santino Prinzi and Alison Powell, Na­tio­nal Flash Fi­ction Day, Southampton, 2018) ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τῆς National Flash Fiction Day στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου 2018. Στὴ φε­τι­νὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Weekend in Waianae», τῆς Ἰ­ω­άν­νας Μαύ­ρου (Κύ­προς), ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὸν φω­το­γρά­φο Θο­δω­ρὴ Τζα­λα­βρὰ ἵ­δρυ­σαν τὸ 2010 τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Book Ex Ma­chi­na, ὅ­που ἐκ­δί­δουν καὶ τὴ σει­ρὰ Matchbook Stories, βι­βλί­α στὸ μέ­γε­θος σπιρ­τό­κου­του.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α κι­νε­ζι­κῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν (στὰ ἀγ­γλι­κά), The Pearl Ja­cket and Other Sto­ries: Flash Fiction from Con­tem­po­ra­ry Chi­na, Edited and Translated by Shouhua Qi, Stone Bridge Press, Berkeley, 2008.


Ἡ πραγ­μα­τεί­α τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ ἠ­θι­κοῦ φι­λο­σό­φου Harry G. Frankfurt, On Bullshit, Princeton University Press, 2005 (στὰ ἀγ­γλι­κά).

.


 

 

 

 

Τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Storytellling, μὲ τί­τλο Story 2018 στὶς 20-21 Σε­πτεμ­βρί­ου 2018, στὸ Nashville, Η.Π.Α.

.


 

 

Flash Fiction 400 – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς ἀ­πὸ τὸ TSS, τὸν ἱ­στό­το­πο τοῦ Cambridge Short Story Prize.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 15.9.2018.

Συμ­με­το­χή: £5

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 400


Flash Fiction Award – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ τὸ Bath Flash Fiction Award.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 14.10.2018

Συμ­με­το­χή: £9 (- 18£)

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 300

Σε­πτέμ­βριος, 2018

(*) Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Dr. Lauro Zavala γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­στει­λε ἀ­πὸ τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ St. Gallen.


Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Δι­α­τη­ρῶ παν­τοῦ το γε­νι­κὸ ὅ­ρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς συ­νώ­νυ­μο τῶν ὅ­ρων microfiction, flash fiction, minificción λό­γῳ τῆς ἐκ­κρε­μό­τη­τας ποὺ συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται δι­ε­θνῶς ὡς πρὸς ἕ­ναν κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­ρο καὶ ὁ­ρι­σμὸ γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να.
            (2) Οἱ ὅ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς: microrrelato, microcuento, microfiction, minificción, narrativa hiperbreve, microconto, microficçao (μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τί­στοι­χα στὰ πορ­το­γα­λι­κά), short fiction, micronarrativas. Πα­ρό­μοι­α πο­λυ­φω­νί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καὶ στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἐλ­βε­τί­α.
            (3) Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἐδῶ καὶ στὴ με­λέ­τη τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Miriam N. Di Gerónimo, κα­θη­γή­τριας στὸ Universidad Nacional de Cuyo.
            (4) Με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α: Ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς W. Gass τὸ 1970. Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὶς και­νο­το­μί­ες στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Κύ­ριος πρό­γο­νος θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Tristram Shandy καὶ σύγ­χρο­νοι ἐκ­πρό­σω­ποι οἱ Donald Barthelme, Christine Brooke-Rose, Antonia Byatt, John Fowels, Doris Lessing, Thomas Pynchon, κ.ἄ., ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος δι­ευ­ρύν­θη­κε γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει καὶ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως οἱ Italo Calvino, Jorge L. Borges καὶ Julio Cortázar. Ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὅ­πως τὸ γαλ­λι­κὸ nouveu roman (νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα) καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρά­δο­ση στὴν ἀ­φή­γη­ση στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς τρό­πους ἔκ­θε­σης τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς κει­με­νι­κο­ποί­η­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βά­σεις τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, τὶς ἐκ­φάν­σεις τοῦ με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τῆς αὐ­το­συ­νεί­δη­σης τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν αὐ­στη­ρὴ δι­ά­κρι­ση μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας κι ἐ­πι­τί­θε­ται στὴ γλώσ­σα καὶ τὶς συμ­βά­σεις τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Ἡ με­τα­μον­τερ­νι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μορ­φι­κὴ ἐ­πι­τή­δευ­ση, ἀλ­λὰ τὴ σύν­θε­ση μι­κρῶν ἑ­νο­τή­των μὲ τὸ μέ­γε­θος μιᾶς ἢ δύ­ο πα­ρα­γρά­φων ἀ­πο­δο­μών­τας τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς καὶ χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­φεύ­γει σὲ μορ­φι­κὲς ἐ­πι­νο­ή­σεις, εὐ­φυ­εῖς τε­χνι­κές, ἀ­κό­μα καὶ τυ­πο­γρα­φι­κὰ τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τεί­νει τὴ γο­η­τεί­α τοῦ κει­μέ­νου. Δι­α­τα­ράσ­σει τὴν αἰ­τια­κὴ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν γε­γο­νό­των, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐν­τεί­νει τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα μὲ τὴν ἄ­με­ση ἔκ­θε­ση τῆς συγ­γρα­φι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, τὴ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ας καὶ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ παι­χνι­διοῦ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ πα­θη­τι­κὸς δέ­κτης γί­νε­ται συ­νερ­γὸς στὸ παι­χνί­δι τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­έ­να­η δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­δό­μη­σης κι ἐ­πα­να­σύν­δε­σης, ἀ­φε­νὸς συν­τε­λεῖ στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση πὼς τό­σο ὁ ρό­λος καὶ ἡ λο­γι­κή τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ τέρ­ψη με­τα­βάλ­λον­ται δια­ρκῶς καὶ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ κεί­με­να καὶ ἀ­φε­τέ­ρου στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ πὼς ἡ μυ­θο­πλα­στι­κὴ σύν­θε­ση καὶ ἡ πρόσ­λη­ψή της εἶ­ναι πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. (Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς καὶ ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, στὸ Με­τὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κή, Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 2003, σ.σ. 285-300.) Ἂν καὶ ἐν­το­πί­ζε­ται σὲ πολ­λὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­ρι­στι­κὸ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της.
            (5) Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἐδῶ κι ἐδῶ, ὅ­που συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται ἡ προ­γραμ­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση τοῦ ἱ­δρυ­τῆ της, Ottmar Ette, νὰ συμ­πρά­ξουν ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, προ­κει­μέ­νου ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ἀ­να­λά­βει τὸ ρό­λο μιᾶς ἐ­πι­στή­μης τῆς ζω­ῆς (la ciencia de la literatura como ciencia de la vida).
            (6) Ἡ Χα­ρί­κλεια Ζήν­γκου, κα­θη­γή­τρια στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο, ἦ­ταν ἡ μό­νη Ἑλ­λη­νί­δα ποὺ συμ­με­τεῖ­χε. Πα­ρου­σί­α­σε τὶς θε­ω­ρη­τι­κὲς ἐν­στά­σεις της ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Peter Lecouras στὸ ἄρ­θρο του “Hemingway in Constantinople” ὅ­τι ὁ Hemingway δι­α­τή­ρη­σε σω­βι­νι­στι­κὴ καὶ με­ρο­λη­πτι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες στὸ δι­ή­γη­μά του «Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης» (1η ἔκ­δο­ση τὸ 1925 μὲ τί­τλο «On the Quai at Smyrna»), ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τὸ γε­νι­κὸ τί­τλο Στὴν ἐ­πο­χή μας (In Our Times, 1930). Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα βα­σί­ζε­ται στὴ βι­ω­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Hemingway ὡς πο­λε­μι­κοῦ ἀν­τα­πο­κρι­τῆ τῆς κα­να­δι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Toronto Star κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου (1919 -1922) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ὁ­μό­τι­τλη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του: Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης (μτφ. Σύρ­μου-Βε­κρῆ Βά­νια, Ἐκ­δό­σεις Μπι­λιέ­το, Ἀ­θή­να, 2016).
            (7) Οἱ ὄ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἦ­ταν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ οἱ ἑ­ξῆς: flash fiction, microfiction, short-short story, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ ὡς συ­νώ­νυ­μούς της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.
            (8) Ὁ G. Genette γιὰ τὴ με­λέ­τη τοῦ χρό­νου στὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ὀρ­γά­νω­σής του: τὴν τά­ξη ἢ σει­ρά, τὴ διά­ρκεια καὶ τὴ συ­χνό­τη­τα. Διά­ρκεια εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὴ χρο­νι­κὴ διά­ρκεια τῶν γε­γο­νό­των στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὴν ἔ­κτα­ση ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ἡ ἀ­φή­γη­σή τους μέ­σα στὸ κεί­με­νο. Ἡ ἔ­κτα­ση κά­θε γε­γο­νό­τος μέ­σα στὸ κεί­με­νο κα­θο­ρί­ζει τὸν ρυθ­μὸ ἢ τὴν τα­χύ­τη­τα τῆς ἀ­φή­γη­σης. Ἔλ­λει­ψη: μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ρυθ­μοῦ ἢ τα­χύ­τη­τας (σκη­νή, ἔλ­λει­ψη, πε­ρί­λη­ψη ἢ σύ­νο­ψη καὶ παύ­ση). Λει­τουρ­γεῖ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ ἱ­στο­ρί­ας καὶ ἀ­φη­γή­μα­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐ­πι­τα­χύ­νει τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης, μὲ τὸ νὰ πραγ­μα­το­ποι­εῖ χρο­νι­κὰ ἅλ­μα­τα, ἀ­πο­σι­ω­πών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κὰ τμή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ ἕ­να ἀ­στρα­πια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο.
            (9) Ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου θε­ω­ρεῖ­ται εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μά­νει ἤ­δη ὁ William Nelles.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.


Προηγήθηκαν:
Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)
καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).
Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.
καὶ
Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#2]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν ­μη­ρο

καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α

ἕ­ως σή­με­ρα

 

Δι­ε­θνὴς ἐ­πι­σκό­πη­ση – Μὲ τὸ πε­ρι­σκό­πιο


ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἡ πιὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ἐ­κλε­κτι­κὴ συγ­γέ­νεια τοῦ μύ­θου μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τοῦ Βρε­τα­νοῦ Lee Rourke, μὲ τί­τλο A brief history of fables: From Aesop to flash fiction(1), (Μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν μύ­θων: Ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α). Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς με­λέ­της πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­νι­χνεύ­ε­ται ἡ πο­λι­τι­κή, φι­λο­σο­φι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σα­τυ­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση ποὺ ἀ­πο­κτᾶ τὸ ἔρ­γο τῶν Marie de France, Rumi, William Caxton καὶ Jean de la Fontaine ὅ­ταν εἰ­δω­θεῖ σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση μὲ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ τρί­το μέ­ρος ἡ ἔ­ρευ­να ἐμ­βα­θύ­νει στὶς ρή­ξεις τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ τοῦ δυ­τι­κοῦ κα­νό­να. Φω­τί­ζει τὸ ἔρ­γο τῶν Robert Walzer, Franz Kafka, James Joyce, Jorge Luis Borges καὶ Thomas Bernhard, ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ μύ­θου καὶ πῶς ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ὅ­ταν συν­δυ­ά­στη­κε μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ συν­το­μί­α.

       Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὴν πόρ­τα πρὸς τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­νοί­γει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ρεῖ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μύ­θου, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὕ­λη κα­τα­λαμ­βά­νει συγ­κρι­τι­κὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, μὲ τὸ νό­η­μα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τή. Τὸ ἔρ­γο τῶν Blake Butler, HP Tinker, Joseph Young, Shane Jones καὶ Tania Hershman, φω­τί­ζει τοὺς δυ­νη­τι­κοὺς συν­δυα­σμοὺς εἰ­δο­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου, μὲ τὸν μύ­θο, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κύ­ριο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ σύν­θε­ση τῶν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (microfiction, flash fiction, minificción).


&&&


ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ τὴν ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση με­τα­ξὺ μύ­θου καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας(2), ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει κυ­ρί­ως ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Jorge Luis Borges ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸν μύ­θο. Πρό­κει­ται γιὰ ρυθ­μι­στι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 7ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 2012 στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που ἐ­ξε­τά­στη­καν πε­ραι­τέ­ρω οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες μὲ τὸν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ μύ­θο καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α. Δι­α­φω­τι­στι­κὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Antonio Serrano Cueto, La tradición clásica en el microrrelato: la órbita homérica y otras estelas ( κλα­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ­μη­ρι­κὴ τρο­χιὰ καὶ ἄλ­λα ­χνη). Μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ με­λέ­τη ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Miguel Herrero De Jáuregui μὲ τί­τλο Micronarrativa en la literatura griega antigua: fragmentos, allusions, epigramas(3) (Μι­κρο­α­φή­γη­ση στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α: ­πο­σπά­σμα­τα, ­παι­νιγ­μοί, ­πι­γράμ­μα­τα).


&&&


ΤΟ 2011 ΚΥΚΛΟΦΡΗΣΕ νέ­α συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, συγ­γρα­φέ­α καὶ δι­πλω­μά­τη Jorge Carrera Andrade (Ἐ­κουα­δόρ, 1903 – 1978) μὲ τί­τλο Micrograms(4). Οἱ ἔμ­με­τρες, πε­ζο­γρα­φι­κὲς ἢ δο­κι­μια­κὲς μι­κρο­α­φη­γή­σεις του δυ­σκο­λεύ­ουν ἀ­κό­μα τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σή του, ὡ­στό­σο τὸ ἔρ­γο του ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ὁ Andrade κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σά σε δι­ά­φο­ρα εἴ­δη, μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ δι­έ­κρι­νε ἀρ­χι­κά το ἐ­πί­γραμ­μα καὶ τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ ἀρ­γό­τε­ρα καλ­λι­ερ­γή­θη­κε στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη γραμ­μα­τεί­α καὶ τέ­χνη. Αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α συ­νυ­φαί­νει μὲ τὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ τὸ ἱ­σπα­νι­κὸ μου­σι­κὸ εἶ­δος saeta ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς ψαλ­μούς. Ο Andrade θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς ποι­η­τὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μα­ζὶ μὲ τοὺς Jorge Luis Borges, Pablo Neruda, Octavio Paz καὶ Cesar Vallejo.


&&&


ΤΟΝ ΜΑΪΟ τοῦ 2018 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ δι­ε­θνὴς ἔ­ρευ­να τοῦ BBC, στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χαν 108 δι­α­κε­κρι­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, κρι­τι­κοὶ καὶ με­τα­φρα­στὲς ἀ­πὸ 35 χῶ­ρες, γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν 100 ἔρ­γων ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν τὸν κό­σμο(5). Στὴν πρώ­τη δε­κά­δα βρί­σκον­ται ἡ Ὀ­δύσ­σεια (Νo1) καὶ ἡ Ἰ­λιά­δα (Νο­10).

       Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ Ὀ­δύσ­σεια(6), σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Βρε­τα­νί­δας Emily Wilson, κα­θη­γή­τριας κλα­σι­κῶν σπου­δῶν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, στὶς ΗΠΑ. Ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ μα­τιά της στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴν ἐ­πι­λο­γή της νὰ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λέ­ξη «πο­λυ­τρό­πος» τοῦ πρω­το­τύ­που μὲ τὴν ἀγ­γλι­κὴ complicated (πο­λύ­πλο­κος), ἀν­τὶ τῆς λέ­ξης cunning (ἔ­ξυ­πνος, πο­νη­ρός, πα­νοῦρ­γος) ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ού­ταν ἕ­ως τώ­ρα. Ἡ ἀ­νά­δει­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος συ­νέ­βα­λε στὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σή του, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­γρα­φεῖ καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας(7).


&&&


ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΗ κρι­τι­κὴ τὸ πρῶ­το δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ ἔ­χει γί­νει κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ κεί­με­νο τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Julio Torri (1889 -1970) μὲ τί­τλο A Circe (Στὴν Κίρ­κη(8)). Πρό­κει­ται γιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τός του ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες (ρα­ψω­δί­α μ’) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Ensayos y poemas (Δο­κί­μια καὶ ποι­ή­μα­τα), 1917. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο αἰ­ώ­να ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μύ­θου ὡς οἰ­κου­με­νι­κοῦ καὶ δι­α­χρο­νι­κοῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ σύ­στα­ση τοῦ κλά­δου τῆς σει­ρη­νο­λο­γί­ας (sirenología) ὡς δι­α­κρι­τοῦ πε­δί­ου φι­λο­λο­γι­κῶν με­λε­τῶν πλή­θους ὑ­περ­μι­κρῶν ἀ­φη­γή­σε­ων αὐ­τῆς τῆς θε­μα­το­λο­γί­ας.

       Δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Javier Perucho, κα­θη­γη­τῆ φι­λο­λο­γί­ας στὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM), ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς μέ­χρι στιγ­μῆς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φία. Ἡ πρώ­τη, εἶ­ναι ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α Yo no canto, Ulises, cuento (Ἐ­γὼ δὲν τρα­γου­δῶ, Ὀ­δυσ­σέ­α, ἀ­φη­γοῦ­μαι), Fósforo, 2008. Ἡ δεύ­τε­ρη, μὲ τί­τλο La musica de las sirenas (Ἡ μου­σι­κὴ τῶν σει­ρή­νων), FOEM, 2013, εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ σπου­δαί­ου Ἀρ­γεν­τι­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ David Lagmanovich (1927-2010), ὁ ὁ­ποῖ­ος με­λέ­τη­σε ἐν­δε­λε­χῶς τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α μὲ 60 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Rubén Darío, Jorge Luis Borges, Gabriel García Márquez, Eduardo Galeano, Nana Rodríguez, Ramón Gómez de la Serna, κ.ἄ. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη – ἀν­θο­λο­γί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸ 6ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Μπογ­κο­τὰ (Κο­λομ­βί­α) τὸ 2010 ποὺ ἑ­στί­α­σε σὲ δύ­ο θε­μα­τι­κές, τὴ nanoliteratura (να­νο­λο­γο­τε­χνί­α) καὶ τὴ sirenologia.


&&&


ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1978 δη­μο­σι­εύ­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα The New Yorker ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Girl(9) (Κο­ρί­τσι) τῆς Jamaica Kincaid (Νῆ­σος Ἀν­τίγ­κου­α, Κα­ρα­ϊ­βι­κή, 1949), μί­ας ἀ­πὸ τὶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ εἴ­δους(10). Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ μέ­θο­δο δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης τῆς νε­α­ρῆς κό­ρης ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ μη­τέ­ρα της. Οἱ δύ­ο ἡ­ρω­ί­δες εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μες, ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη, μὲ ρυθ­μό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ προ­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ ἀ­νοί­κεια προ­σέγ­γι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Τὸ κεί­με­νο θυ­μί­ζει ψαλ­μό, ἀλ­λὰ καὶ τυ­πι­κὴ πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου. Σὲ 686 λέ­ξεις ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ (κά­θε) Κο­ρι­τσιοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν κα­τά­στι­κτη ψυ­χο­στα­σί­α καὶ νο­ο­τρο­πί­α μη­τέ­ρας καὶ κό­ρης ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα, ἀ­πὸ τὴ σύγ­κρου­ση πο­λι­τι­σμι­κῶν πε­δί­ων καὶ γε­νε­ῶν καὶ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α συ­χνὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τρα­γού­δι τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ μου­σι­κοῦ καὶ χο­ρευ­τι­κοῦ εἴ­δους κα­λύ­ψο (calypso songs), δο­μι­κοῦ στοι­χεί­ου τῆς κουλ­τού­ρας τῶν λα­ῶν τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς. Τὸ Κο­ρί­τσι βε­βαι­ώ­νει τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­τι τὸ ἔ­χει ἀ­παρ­νη­θεῖ, σβή­νον­τας συμ­βο­λι­κὰ τὴν ταυ­τό­τη­τά της καὶ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νέ­ες, ἔ­ξω­θεν ἐγ­γρα­φές.

       Οἱ ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὸ Κο­ρί­τσι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἐ­δῶ, ὅ­πως καὶ τὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται τὸ θέ­μα τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, μί­α δι­ά­στα­ση ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τη εἶ­ναι ὁ συ­σχε­τι­σμὸς τοῦ ὅ­ρου κα­λύ­ψο γι’ αὐ­τὸ τὸ μου­σι­κὸ καὶ χο­ρευ­τι­κὸ εἶ­δος μὲ τὴν Κα­λυ­ψὼ ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος προ­έρ­χε­ται πι­θα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἀ­φρι­κα­νι­κὴ λέ­ξη kaiso (ἐ­πι­φώ­νη­μα ἐν­θάρ­ρυν­σης), τὸ εἶ­δος κα­λύ­ψο ἔ­χει συμ­βά­λει στὴ δι­α­μόρ­φω­ση εἰ­δῶν ὅ­πως ἡ σάμ­πα καὶ ἡ ρέγ­κε κι ἔ­χει κα­τα­βο­λὲς ἀ­κό­μα καὶ στὸν κλα­σι­κὸ ἰν­δι­κὸ χο­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης δι­α­χω­ρί­ζε­ται σὲ τμή­μα­τα κα­θα­ροῦ χο­ροῦ κι ἐ­ξι­στό­ρη­σης, ὅ­πως τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ δρά­μα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πα­ναν­θρώ­πι­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ ἄ­νυ­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τὴν ὀ­δύσ­σεια ἑ­νὸς ὅ­ρου ἡ ἑ­κά­στο­τε χρή­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, ἰ­δί­ως σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι, με­τα­τρέ­πει τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο σὲ δι­α­κεί­με­νο μὲ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­κτι­νώ­σεις σὲ πο­λι­τι­σμι­κοὺς κώ­δι­κες ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος κα­λύ­ψο πα­ρα­πέμ­πει συ­νειρ­μι­κὰ στὸ μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ στὸν ἀρ­χε­τυ­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς Κα­λυ­ψοῦς κι ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἐν­νοι­ῶν μὲ με­τα­βαλ­λό­με­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὸ φορ­τί­ο, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ὅ­πως τὸ κάλ­λος, ἡ σα­γή­νη, ἡ ἀ­πο­πλά­νη­ση, ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ὁρ­μή, ὁ ἵ­με­ρος, οἱ κοι­νω­νι­κοὶ καὶ ἠ­θι­κοὶ κώ­δι­κες, ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ σχέ­ση καὶ οἱ ρό­λοι ἐ­ξου­σί­ας ἀ­νά­με­σα στοὺς ἐ­ρω­τι­κοὺς συν­τρό­φους.


 

Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις – Μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ μύ­θος(11)


Ο ΜΥΘΟΣ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ δώ­σουν οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοὶ πο­λι­τι­σμοὶ γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ τοῦ σύμ­παν­τος. Γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὁ μύ­θος σή­μαι­νε τὸν λό­γο ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν γιὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὸ ἀρ­χι­κὸ Χά­ος καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη μορ­φὴ συμ­βο­λί­ζει τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ ὤ­θη­ση στὸ σύμ­παν. Ὁ μύ­θος, ὅ­μως, σὲ ὅ­λες τὶς κουλ­τοῦ­ρες, ἁ­πλὸς ἢ πε­πλεγ­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὰ μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ φύ­ση, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους, νὰ δι­α­σω­θοῦν ἢ νὰ ἀλ­λά­ξουν πα­ρα­δο­σια­κὰ ἔ­θι­μα καὶ πο­λι­τι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες.

       Ὁ μύ­θος, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς κύ­ριας ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­λης κά­θε ἐκ­φω­νή­μα­τος, δι­α­τη­ρεῖ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δω­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης με­λε­τών­τας τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ τρα­γω­δί­α: «εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὸ πρώ­τι­στο συ­στα­τι­κὸ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­φή­γη­ση χω­ρὶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ ἕ­να μύ­θο, δη­λα­δὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, πραγ­μα­τι­κὴ ἢ φαν­τα­στι­κὴ»(12).

       Ὁ E. Μ. Forster, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ μύ­θου προ­βαί­νει στὴ δι­ά­κρι­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ πλο­κῆς, τὶς ὁ­ποῖ­ες θε­ω­ρεῖ ὡς τοὺς δύ­ο βα­σι­κοὺς τύ­πους ἀ­φή­γη­σης(13):

       (α) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των ὀρ­γα­νω­μέ­νων σὲ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ ἔμ­φα­ση στὴν ἱ­στο­ρί­α, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε.

       (β) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των μὲ ἔμ­φα­ση στὴν αἰ­τι­ό­τη­τα, ποὺ συ­νι­στᾶ τὴν πλο­κή, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε ἀ­πὸ θλί­ψη.

       Στὰ κο­ρυ­φαῖ­α δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θως δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 700 λέ­ξεις μα­ζὶ μὲ τὸν τί­τλο, ἐν­το­πί­ζον­ται αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο τύ­ποι ἀ­φή­γη­σης, με­μο­νω­μέ­να ἢ συν­δυ­α­στι­κά. Ἡ εἰ­δο­ποι­ὸς δι­α­φο­ρὰ ποὺ συ­νι­στᾶ καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, ἔγ­κει­ται στὸν τρό­πο χρή­σης τοῦ πρώ­του τύ­που ὅ­που συ­χνά, εἴ­τε δὲν τη­ρεῖ­ται ἡ ἀ­κο­λου­θί­α «ἀρ­χὴ – μέ­ση – τέ­λος», ἢ κά­ποι­ο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐξ οὗ καὶ τὰ δείγ­μα­τα αὐ­τὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α (back story) ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται σὲ λί­γες γραμ­μές, ἡ ὁ­ποί­α προ­κει­μέ­νου νὰ γί­νει πλή­ρως ἀν­τι­λη­πτὴ ἐν τῇ πρω­το­φα­νῇ συν­το­μί­α της συ­νή­θως ἀ­πο­φεύ­γε­ται τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ φλὰς μπὰκ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ μέ­θο­δος τοῦ πα­γό­βου­νου ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Ernest Hemingway – ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ δεύ­τε­ρος τύ­πος, συ­χνὰ ἡ πλο­κὴ ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔγ­κει­ται στὴ στε­νὴ συ­νερ­γα­σί­α συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη: ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­κο­σμη­τὴς ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, ὅ­πως δι­α­τει­νό­ταν ὁ Hemingway, ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι σα­φής, ἱ­κα­νὸς δι­α­χει­ρι­στὴς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ τὸ συλ­λά­βει στὴ δι­ά­στα­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ συν­θή­κη, ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν πολ­λὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Ο Joseph Young ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι τὸ κα­λὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θί­ζουν στὸ μυα­λό. Ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ κα­τα­νό­η­ση ἁ­πλώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἀ­νά­με­σα στὰ κε­νά των συ­νά­ψε­ων. Ἰ­δέ­α, βέ­βαι­α, ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ε­ται καὶ στὴ μυ­θι­κὴ μέ­θο­δο(14) τοῦ T. S. Eliot γιὰ τὴν ποί­η­ση: ὁ ποι­η­τὴς δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ μυ­θο­λο­γί­α του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ.

       Ὅ­μως ποί­η­ση καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη. Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­πί­σης πι­στὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­φό­σον στὴν τέ­χνη βά­ζου­με ὅ­ρια καὶ ἡ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι a priori ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη. H ρή­ξη μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται συγ­κι­νεῖ καὶ τέρ­πει μέ­σῳ μιᾶς τό­σο συμ­βα­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἐ­νῶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐν­τὸς μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κερ­δί­ζει τὸ χρό­νο, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νά­γνω­ση δια­ρκεῖ ἐ­λά­χι­στα, ἀλ­λὰ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ἔ­χει βά­θος κι ἐ­κλύ­ει δυ­σα­νά­λο­γη ἐ­νέρ­γεια ποὺ χα­ράσ­σει τὴ μνή­μη. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ τὸ μέ­γα ζη­τού­με­νο στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου: τὸν «δό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης» κα­τὰ τὸν Gerard Genette καὶ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ «πλά­νη» ποὺ κι­νεῖ ὅ­λο το μη­χα­νι­σμὸ τῆς ἀ­φή­γη­σης κα­τὰ τὸν Roland Barthes κι ἔ­χει ἐ­γεί­ρει πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των στοὺς κόλ­πους τῆς σύγ­χρο­νης θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό της καὶ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ὅ­μως, ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση τῶν μορ­φῶν εἶ­ναι πά­γιο ζη­τού­με­νο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὸν Juan Rulfo, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ προ­χω­ρά­ει εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νοί­γει δρό­μους.

       Στὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­που τα πάν­τα εἶ­ναι μιὰ (σύν­το­μη) ἱ­στο­ρί­α, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ δη­μο­φι­λί­α καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὰ προ­γράμ­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν τὸ εἶ­δος συ­στη­μα­τι­κὰ (ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’20 στὶς ΗΠΑ), οἱ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, τὸ σύγ­χρο­νο ρα­δι­ό­φω­νο(15), ἡ ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ μι­κρο­θε­ά­τρου(16) καὶ οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μοι καὶ νέ­οι δη­μι­ουρ­γοὶ καὶ ἀ­να­γνῶ­στες δι­ε­θνῶς ποὺ γο­η­τεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ὑ­περ­μι­κρὴ ἀλ­λὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση δύ­να­ται πλέ­ον νὰ τέρ­ψει εὐ­ρὺ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ δι­ε­θνῶς, νὰ με­τα­δώ­σει μη­νύ­μα­τα, νὰ θε­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἀ­κό­μα καὶ νὰ με­τα­στοι­χει­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση μὲ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ λό­γο σὲ κλί­μα­κα ψη­φί­δας. Ἡ νέ­α αὐ­τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης καὶ κυ­κλο­φο­ρί­ας της μὲ τὰ Νέ­α Μέ­σα συ­νά­δει μὲ τὴ νευ­τώ­νεια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν κβαν­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου μας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ χά­ος ἔ­χει δο­μὴ καὶ δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ σχε­σια­κὴ ὕ­φαν­ση τοῦ κό­σμου.


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα


ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τὸν William Nelles(17), ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα ὡς λει­τουρ­γί­α δι­α­κρί­νει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἔλ­λει­ψη καὶ τὴν πο­λυ­ε­πί­πε­δη ἑρ­μη­νεί­α. Ἂν κι ἐν­το­πί­ζε­ται καὶ σὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἡ χρή­ση χα­ρα­κτή­ρων ἀ­πὸ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά, θρη­σκευ­τι­κά, ἱ­στο­ρι­κὰ κεί­με­να, ἢ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ περ­σό­νες τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ στὸ ἔ­πα­κρο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ζη­τού­με­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο κει­μέ­νων. Ὁ Nelles κα­τα­γρά­φει ὡς συ­νη­θέ­στε­ρη τὴ χρή­ση τέ­τοι­ων χα­ρα­κτή­ρων, ἀ­κό­μα καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν φρά­σε­ων καὶ ἀ­πο­φθεγ­μά­των κυ­ρί­ως στοὺς τί­τλους, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ συμ­βάλ­λουν στὴν πύ­κνω­ση καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης εἶ­ναι ἡ φρά­ση ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἰ­ού­λιο Καί­σα­ρα, Veni, vidi, vici, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ E. Hemingway Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη, Vita brevis: ὅν, off(18), ἢ τῆς Margaret Atwood, Longed for him. Got him. Shit. (19)

       Εὔ­στο­χα ὁ Lauro Zavala συν­δέ­ει τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα μὲ τὴ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα: «Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ὁ πλοῦ­τος τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὀ­φεί­λε­ται σὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲ λέ­νε, δη­λα­δὴ στὴ συ­νεκ­δο­χι­κή τους δει­νό­τη­τα καὶ στὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ φύ­ση τους. Καὶ ἡ δι­α­κει­με­νι­κὴ δι­ά­στα­σή τους εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε ἡ πιὸ πε­ρί­πλο­κη, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πιὸ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α».(20)

       Πράγ­μα­τι, κά­θε μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­ρα­σμὸ στοι­χεί­ων, ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες ἐγ­γρα­φὲς ποὺ συ­νω­θοῦν­ται μέ­σα στὸ νέ­ο κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κῶν συ­σχε­τί­σε­ων, ἐκ­φρα­στι­κῶν μι­μή­σε­ων καὶ λε­κτι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, γε­γο­νὸς ποὺ ξε­περ­νά­ει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­πλῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἢ τοῦ pastiche. Σύμ­φω­να μὲ τὴν Julia Kristeva, ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὴν ἔν­νοι­α τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας στὴ με­λέ­τη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τoν Μikhail Bakhtin, ση­μαί­νει τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο στὸ δι­α­κεί­με­νο. Ἡ Kristeva, προ­τεί­νει τὴ «θε­ω­ρί­α τῆς κει­με­νι­κῆς δι­α­λε­κτι­κό­τη­τας» γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ «σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ θέ­τουν ἕ­να κεί­με­νο σὲ σχέ­ση, εἴ­τε πρό­δη­λη, ἢ κρυ­φή, μὲ ἄλ­λα κεί­με­να». H δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα γί­νε­ται ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σουν τὴ δι­α­δρά­ση, ἀ­πὸ τὸ δι­α­κεί­με­νο ὁ­δεύ­ου­με στὸ ὑ­περ-κεί­με­νο μὲ ὁ­δη­γοὺς-ἀ­φη­γη­τὲς «κυ­βερ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νους δη­μι­ουρ­γοὺς» (21).


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α τῶν Carlos Fuentes, Augusto Monterroso, Ana Maria Shua, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ, πε­ζο­γρά­φου καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Rafael Pérez Estrada (1934 -2000), Sirena negra (Μαύ­ρη σει­ρή­να), μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­δῶ.


&&&


Η ΣΥΛΛΟΓΗ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Κώ­στα Ἀ­κρί­βου μὲ τί­τλο Τε­λευ­ταῖ­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη(22), μὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι «μυ­θι­στο­ρί­ες», ὅ­πως τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ δὲν πρό­κει­ται γιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἡ ἀ­νά­γλυ­φη μορ­φο­λο­γι­κὴ καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὴ αἰ­ώ­ρη­ση ἀ­νά­με­σα στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὴν ποί­η­ση μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὰ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται στὸ ἔ­πα­κρο ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ λει­τουρ­γεῖ ὅ­πως στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


&&&


ΔΥΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὴν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ρί­πτω­σης εἶ­ναι οἱ Flash fiction forward(23) (2006) καὶ Flash fiction international(24) (2015). Στὴν πρώ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πρώ­τη συμ­με­το­χὴ σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο Ὁ κ. Νί­κος Νί­κου(25) (Mr. Nikos Nikou), τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Στρα­τῆ Χα­βια­ρᾶ καὶ στὴ δεύ­τε­ρη ἡ ἱ­στο­ρί­α Ἀ­στεῖ­ο(26) (Joke), τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

       Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ Σώ­του Οἰ­κο­νο­μί­δη στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ (4ου στὴ σει­ρά, μὲ 35.609 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες) ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Fundacion César Egido Serrano τὸ 2014, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Alan (Ἄ­λαν), τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ (σελ. 228).


&&&


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ στὸ Bristol τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας στὶς 20-22 Ἰ­ου­λί­ου 2018, σὲ συ­νέ­χεια τῆς Δι­ε­θνοῦς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (National Flash Fiction Day [NFFD]) ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 2012 καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε φέ­τος στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου(27) καὶ τῆς National Writing Day ποὺ δι­ε­ξή­χθη καὶ φέ­τος μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α σὲ ὅ­λη τὴν βρε­τα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια στὶς 27 Ἰ­ου­νί­ου(28).


&&&


Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ σταθ­μὸς ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κύ­ριου προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους, τοῦ Julio Cortázar, μὲ τί­τλο Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1964), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἑ­κα­τον­τά­δων με­λε­τῶν σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο γιὰ τὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει σὲ 545 λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο (ἐ­δῶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά) καὶ σὲ 636 λέ­ξεις στὴν ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση ἐ­δῶ. Τὸ κείμενο μεταφράστηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Δη­μή­τρη Κα­λο­κύρη τὸ 1984 καὶ μπορεῖτε νὰ τὸ δια­βά­σε­τε στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στορίες Μπονζάι, κα­θὼς καὶ νὰ δεῖ­τε τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1999), ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cortázar, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη (μὲ τοὺς Νό­τα Τσερ­νιά­φσκι καὶ Βαγ­γέ­λη Μου­ρί­κη (διά­ρκειας 6 λε­πτῶν).


Ἰ­ού­λιος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις

       (1) Rourke Lee, A brief history of fables, From Aesop to Flash fiction, Hesperus Press Limited, London, 2011.

       (2) Τὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, Borges and narrative economy (Ὁ Μπόρ­χες καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μία) στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

       (3) στὰ ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­δῶ.

       (4) Andrade, Jorge Carrera, Micrograms, translated by Alejandro de Acosta and Joshua Beckman, Wave Books, Seattle, USA, 2011.

       (5) http://www.bbc.com/culture/story/20180521-the-100-stories-that-shaped-the-world

καὶ http://www.kathimerini.gr/967506/article/epikairothta/kosmos/bbc-ta-deka-erga-poy-diamorfwsan-ton-kosmo—sthn-koryfh-h-odysseia

       6) http://books.wwnorton.com/books/detail.aspx?ID=4294996788 καὶ

https://www.theguardian.com/books/2017/dec/08/the-odyssey-translated-emily-wilson-review

       (7) Γε­ωρ­γο­πού­λου Πα­να­γι­ώ­τα, Ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, Κρι­τι­κή, Ἀ­θή­να, 2010.

          (8) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ Χού­λιο Τό­ρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη.

          (9) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

        (10) Στὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Maria Alejandra Olivares μὲ τί­τλο Microfiction as cognitive map: a reading of the Caribbean (Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ὡς γνω­στι­κὸς χάρ­της: μί­α ἀ­νά­γνω­ση τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σύ­νο­ψη τῆς σχε­τι­κῆς δι­α­τρι­βῆς της, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Jamaica Kincaid. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὸ ἄρ­θρο στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

          (11) Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ι., Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς κι ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου. Με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α, Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, σ.σ. 56-58.

           (12) Πα­ρί­σης Ι. & Πα­ρί­σης Ν., Λε­ξι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κῶν ὅ­ρων, ΟΕΒΔ, ἔκδ. Δ’, 2003, σελ. 125.

           (13) Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., New York, Routledge, 2002, σελ. 18

           (14) http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/586/526

           (15) https://storycorps.org

          (16) Μὲ τὸ μι­κρο­θέ­α­τρο πει­ρα­μα­τί­στη­καν πολ­λοὶ δρα­μα­τουρ­γοὶ τὸν 20ο αἰ., ὅ­πως ὁ Ρῶ­σος Andrei Platonov (1899-1951), ὁ Jose Ignacio (Βε­νε­ζου­έ­λα, 1937-1995), ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Roberto Athayde (1949), τὸ ἔρ­γο τῶν ὁ­ποί­ων με­τα­φρά­ζε­ται καὶ δι­α­δί­δε­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νε­ό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ τὸ ἀ­να­νε­ώ­νουν, ὅ­πως ὁ Miguel Alcantud, ἱ­δρυ­τὴς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Microteatro, ἑ­νὸς ὑ­περ­δρα­στή­ριου ὀρ­γα­νι­σμοῦ μὲ ἕ­δρα σὲ 14 πό­λεις τοῦ κό­σμου (ΗΠΑ, Ἱ­σπα­νί­α, Με­ξι­κό, κ.α.), ὁ Γάλ­λος Joël Pommerat ἢ ὁ Ἰ­σπα­νὸς Santiago Molero. Στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 Τὰ Τα­χυ­δρά­μα­τα, Μι­κρὲς σκη­νὲς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, τοῦ Γι­ώρ­γου Μα­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1951) ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ποὺ βρί­σκει με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση δι­ε­θνῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Σχε­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἐ­δῶ, ἐδῶ καὶ ἐδῶ.

         (17) Πλανόδιον – Ἱστορίες μπονζάι καὶ Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, 2012.

           (18) Κα­λο­κύ­ρης Δη­μή­τρης, Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ­ριθ­μῶν, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2001, σέλ. 149.

           (19) http://www.narrativemagazine.com/sixwords

           (20) Zavala Lauro, Breve y seductora: la minificcion en la ensenanza de teoria literaria.

         (21) Stam Robert, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, μτφ. Κ. Κα­κλα­μά­νη, Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004, σ.σ. 265, 270, 407.

         (22) Ἀ­κρί­βος Κώ­στας, Τε­λευ­ταί­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2016.

         (23) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-32802-8/

         (24) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-34607-7/

         (25) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ φλί­περ, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1997.

         (26) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ἀ­στεῖ­ο, Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2012.

         (27) https://www.flashfictionfestival.com καὶ http://nationalflashfictionday.co.uk

          (28) https://www.nationalwritingday.org.uk/

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου: Κοσμολογία


Δήμητρα I. Χριστοδούλου


Κο­σμο­λο­γί­α


ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ ὁ ἥ­λιος, στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο τῆς Νε­ου­κέν, ὁ Λά­ου­ρο, πρώ­ην ἰ­σο­βί­της, πλέ­ον ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος φρον­τι­στής, σπρώ­χνει ἀρ­γὰ τὸ  κα­ρό­τσι πρὸς  τὸ κλου­βὶ με­γέ­θους σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας τῶν κο­λιμ­πρί, σέρ­νον­τας τὸ κου­τσό του πό­δι, ἀ­πὸ πα­λιὸ τραῦ­μα. Ξε­κλει­δώ­νει τὴν  πόρ­τα, μπαί­νει μέ­σα καὶ σκύ­βει νὰ γε­μί­σει τὶς τα­ΐ­στρες, ξε­χνών­τας τὴν ἀρ­μα­θιὰ μὲ τὰ κλει­διὰ πά­νω στὴ σκου­ρι­α­σμέ­νη κλει­δα­ριά.

        Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν και­νού­ρια ἑρ­πε­το­λό­γο, τὴν Ἄ­να, στὸ δι­πλα­νὸ κλου­βί.  Πυ­ρα­κτώ­νουν οἱ πα­λά­μες του, πνί­γει τὸν κνη­σμὸ κόν­τρα στὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ. Με­τὰ βί­ας κρα­τι­έ­ται μέ­ρα τὴ μέ­ρα νὰ τὴ βλέ­πει νὰ κυ­λι­έ­ται στὸ χῶ­μα μὲ τὸ τζὶν σὸρ­τς καὶ τὸ ραν­τὲ μα­κὸ ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σα φί­δια. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ κρυ­φὰ πῶς ἡ­δο­νί­ζε­ται μὲ τὸ ἀρ­γὸ τύ­λιγ­μα τοῦ βό­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὸν ἱ­δρω­μέ­νο λαι­μό της.  Πῶς τρε­μο­παί­ζουν τὰ βλέ­φα­ρά της, πῶς γέρ­νει τὸ μά­γου­λό της νὰ τῆς τὸ γλεί­φει μὲ τὴν πα­γω­μέ­νη γλώσ­σα του μέ­χρι τὰ σά­λια του νὰ κυ­λή­σουν στὸ στῆ­θος της.

        Σκυμ­μέ­νος, μὲ τὴν πλά­τη στὸ φῶς, συ­νε­χί­ζει νὰ ρί­χνει τρο­φὴ στὶς ταΐ­­στρες, ποὺ ἔ­χουν ξε­χει­λί­σει πιὰ καὶ μυ­ριά­δες κι­τρι­νω­πὰ σπό­ρια χύ­νον­ται ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα. Τὰ κο­λιμ­πρὶ ἀ­λα­λι­α­σμέ­να ξε­ση­κώ­νουν τὸν τό­πο.  Ἕ­να ἰ­ρι­δί­ζον σύν­νε­φο γα­λα­ζο­πρά­σι­νης σκό­νης κα­τα­κλύ­ζει τὸ κλου­βί, ποὺ χρυ­σί­ζει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὅ­πως δι­α­θλῶν­ται οἱ πλά­γι­ες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου. Ὁ Λά­ου­ρο ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ, αὐ­τὸ σκά­ει μὲ δύ­να­μη κά­τω, τὰ μά­τια του τσού­ζουν ἀ­φό­ρη­τα ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, τὰ σφρα­γί­ζει καὶ τὰ τρί­βει μὲ λύσ­σα. Ἡ πόρ­τα μι­σα­νοί­γει καὶ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες κο­λιμ­πρὶ ξα­νοί­γον­ται στὸν κα­τα­κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νό.

        Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀν­τι­κρι­νῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἡ ἔ­φη­βη Μερ­σέν­τες, ἀ­νερ­χό­με­νο μον­τέ­λο, ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται. Νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸν μά­να­τζέρ της; Νὰ ὑ­πο­γρά­ψει μα­ζί του τὸ συμ­βό­λαι­ο; Μὰ δι­α­φω­νοῦν κά­θε­τα στὸ θέ­μα τοῦ πο­σοῦ γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν σφρι­γη­λῶν γλου­τῶν της,  ποὺ τοὺς χαί­ρε­ται ὁ τύ­πος μῆ­νες τώ­ρα. Γε­λοῖ­ε! Κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο σμῆ­νος ποὺ κα­τα­κλύ­ζει τὸν οὐ­ρα­νό; Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὴν πέ­να πά­νω του, ἁρ­πά­ζει τὴ σχο­λι­κὴ τσάν­τα της κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα μὲ θό­ρυ­βο πί­σω της. Που­τά­νας γιοί, νὰ ψο­φή­σε­τε ὅ­λοι, ἀ­κοῦς; Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μό­νη μου.

        Πα­ρα­δί­πλα, στὴν τα­ρά­τσα τοῦ πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἀ­σθε­νεῖς κι ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τὸ σπά­νιο θέ­α­μα. Ἀ­στρά­φτουν τὰ φλὰς καὶ τὰ χα­μό­γε­λα. Στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο πρὸς τὰ ἐ­πεί­γον­τα κα­μιὰ δε­κα­ριὰ νο­ση­λευ­τὲς καὶ για­τροὶ με­τα­φέ­ρουν ἕ­να φο­ρεῖ­ο τρέ­χον­τας πα­νι­κό­βλη­τοι.  Πά­νω στὸ χω­ρὶς παλ­μὸ κορ­μὶ τοῦ Πά­ο­λο, ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρα λε­πτά, πα­ρα­τη­μέ­νος ὁ ἀ­πι­νι­δω­τής. Τὸ γυ­μνό, ἀ­γο­ρί­στι­κο σῶ­μα χο­ρο­πη­δά­ει πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, ἀ­νά­με­σα σὲ ὀ­ρούς, σω­λη­νά­κια, γάν­τια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες μά­σκες. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­κρό­στε­νες λάμ­πες φθο­ρί­ου ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ λευ­κὸ τα­βά­νι κα­τὰ μῆ­κος, φεγ­γο­βο­λᾶ τὸ φα­λα­κρὸ κε­φα­λά­κι, σὰ νὰ ἄ­να­ψαν μέ­σα του φω­το­ρυθ­μι­κά. Σο­κα­ρι­σμέ­νος ὁ ἁ­παν­τα­χοῦ καρ­κί­νος ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια δι­α­κο­πὴ αἱ­μά­τω­σης κι ὀ­ξυ­γό­νου ψά­χνει δί­ο­δο δι­α­φυ­γῆς. Μα­ται­ω­μέ­νο ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ χα­μό­γε­λο στὰ με­λα­νὰ χεί­λη τοῦ Πά­ο­λο. Ὅ­μως. Τὰ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια του, κα­τά­στι­κτα καὶ ὑ­γρά,  ἰ­ρι­δί­ζουν ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ εἶ­δαν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δε­κά­του ὀ­ρό­φου, λί­γο πρὶν ξε­ψυ­χή­σει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)



[Ἡ Μικρομυθοπλασία Παντοῦ. Δίμηνη Διεθνὴς Ἐπισκόπηση.

Δελτίο#1]


Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου


Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)


ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gia. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ να­νο­φι­λο­λο­γί­α. Γε­ω­γρα­φι­κὰ πλά­τη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης[1]) κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2017 σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ana Rueda, σὲ συ­νέ­χεια τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 2014 στὸ Kentucky. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γι­κὴ προ­σπά­θεια σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸς δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ὑ­πὸ δι­ε­ρεύ­νη­ση λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο γνω­στὸ κυ­ρί­ως ὡς microfiction καὶ minificción, στὴν ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κὴ καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ἀν­τί­στοι­χα.

            Ὁ τό­μος ἑ­στιά­ζει κυ­ρί­ως στὴ δεύ­τε­ρη καὶ χω­ρί­ζε­ται σὲ ἕ­ξι ἑ­νό­τη­τες μὲ τί­τλο: «Δη­μι­ουρ­γί­α», «Θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ τυ­πο­λο­γι­κοὶ στο­χα­σμοί», «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­δο­σης», «Πε­ρι­γράμ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (I. Hispanoamerica καὶ II. Europa)», «Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας», καὶ «Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας». Πε­ρι­λαμ­βά­νει τριά­ντα ἑ­πτὰ κεί­με­να στὰ ὁ­ποῖ­α προ­σεγ­γί­ζε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ ἡ ἀ­συ­νή­θι­στα με­γά­λη πα­ρα­γω­γὴ τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἕ­νας τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης αὐ­τοῦ τοῦ τό­μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶναι τὸ σύν­το­μο πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τῶν με­λε­τη­τῶν ἀ­νὰ ἑ­νό­τη­τα, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ σει­ρὰ τοῦ βι­βλί­ου καὶ μιὰ ἀ­να­λυ­τι­κὴ λο­γι­κή. Ἔ­τσι, θὰ ἐ­πα­λη­θευ­ό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πολ­λῶν ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­πά­νω ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γεν­νή­θη­κε στοὺς κόλ­πους τῶν κυ­ρί­αρ­χων λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν (ἔ­πος, λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα), ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἐ­θνι­κῶν λο­γο­τε­χνι­ῶν κι ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ἀμ­φι­λε­γό­με­να γιὰ με­ρι­κούς, νέ­α γιὰ ἄλ­λους, εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κι ἔν­το­νες τά­σεις αὐ­το­δι­ά­θε­σης: δύ­ο πρό­σφα­τα δε­δο­μέ­να ποὺ εὐ­θύ­νον­ται γιὰ τὴν ἔν­τα­ση ἡ ὁ­ποία κα­τα­γρά­φε­ται στὸ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ δι­ά­λο­γο. Ὅ­μως, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση δι­α­νο­η­τι­κῆς ἀ­τα­ξί­ας καὶ ἀ­να­γνω­στι­κῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης ποὺ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ται σὲ ὅ­λο τὸν τό­μο καὶ ἐ­πι­βάλ­λουν μί­α συ­στη­μι­κὴ πα­ρου­σί­α­σή του, δη­λα­δὴ ἑ­στί­α­ση στοὺς συ­σχε­τι­σμοὺς τῶν θέ­σε­ων ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται.

            Ἀ­νάγ­κη ποὺ ἐ­νι­σχύ­ε­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸν ὅ­ρο ποὺ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­δει­κνύ­ουν ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια, Ana Rueda, στὴν ἐ­κτε­νῆ εἰ­σα­γω­γή της, ἀλ­λὰ καὶ ἡ Julia Johnson. Ἡ τε­λευ­ταί­α, κα­τα­λή­γει στὸν ὄ­ρο microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2]), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν οὐ­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: δη­λα­δὴ τὴ δια­ρκῆ αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μία.

            Ἡ ἑ­τε­ρο­γέ­νεια τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θέ­σε­ων καὶ προ­σεγ­γί­σε­ων τοῦ ζη­τή­μα­τος «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­να φυ­σι­κὸ ἐκ­κρε­μὲς ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὶς χῶ­ρες ποὺ χαρ­το­γρα­φοῦν­ται καὶ τὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους ποὺ φω­τί­ζον­ται, τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­λαν­τώ­νε­ται ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­κρα μὲ πολ­λὲς ἐν­δι­ά­με­σες στά­σεις, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ ρο­πὴ(3) ποὺ ἀ­σκεῖ­ται στὴ ση­μεια­κὴ μά­ζα, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.

            Στὸ ἕ­να ἄ­κρο βρί­σκε­ται ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­λυ­τι­κὴ πα­ρὰ θε­ω­ρη­τι­κὴ θέ­ση τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ David Roas, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο microstory (μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α) καὶ θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story). Ἡ ἐ­κτε­νὴς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του στη­ρί­ζει σθε­να­ρὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἄ­κρο καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι «οἱ κρι­τι­κοὶ δὲν ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ νέ­ο εἶ­δος καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ δί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στὶς πι­έ­σεις τοῦ πα­ρα­κει­μέ­νου». Δὲν πα­ρα­γνω­ρί­ζει τὴν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα καὶ τὴν ἰ­σχὺ τῆς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας, ἀν­τι­θέ­τως, προ­βαί­νει στὴν αἰ­σθη­τι­κή της ἀ­πο­τί­μη­ση, ὑ­περ­το­νί­ζει τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α συγ­γρα­φῆς της. Ὡ­στό­σο, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α του νὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ μό­δα. Εὔ­λο­γα, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει κα­νεὶς ἐ­δῶ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Ralph Waldo Emerson ὅ­τι «κά­θε γε­νε­ὰ πρέ­πει νὰ γρά­ψει τὰ δι­κά της βι­βλί­α» (Ταί­η­λορ, 2010:59). Ἐ­νῶ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἐ­πι­μέ­νει στὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, πρα­κτι­κὰ ὁ Roas ἀν­τλεῖ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ κοι­νω­νι­κὸ φαι­νό­με­νο. Τὰ κοι­νω­νι­κὰ φαι­νό­με­να, ὅ­μως, ἔ­χουν πάν­τα καὶ μιὰ πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση, για­τὶ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ συμ­βο­λι­κὰ καὶ συ­νε­πῶς τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι σύν­θε­το. Πα­ρό­λα αὐ­τά, τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά του ὅ­τι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα τὰ κα­λὰ δείγ­μα­τα, συγ­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ μα­ζι­κὴ πα­ρα­γω­γή της γιὰ τὰ μέ­χρι τώ­ρα γνω­στὰ δε­δο­μέ­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὥ­στε νὰ ὑ­φί­στα­ται ἀλ­λα­γὴ Πα­ρα­δείγ­μα­τος, δὲν ἀν­τι­κρού­ε­ται εὔ­κο­λα. Δι­καί­ως θε­ω­ρεῖ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει με­θο­δο­λο­γί­α, τα­ξι­νο­μη­τι­κὸς ὁ­δη­γὸς καὶ μέ­τρο στὴν πα­ρα­γω­γή, στὴν κα­τα­νά­λω­ση καὶ στὴ συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης αὐ­τοῦ του τύ­που κει­μέ­νων (δι­ά­χυ­ση μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να, συ­νέ­δρια, πα­νε­πι­στη­μια­κὲς με­λέ­τες κι ἐκ­δό­σεις, συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, κλπ.), δι­ό­τι δι­α­βλέ­πει ὅ­τι στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ δει­νό­σαυ­ρος τοῦ Μον­τερ­ρό­σο».

            Το­πο­θέ­τη­ση ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν οἱ Ἀρ­γεν­τι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς Ana Maria Shua καὶ Raúl Brasca. Ἡ πρώ­τη, δι­α­κρί­νει τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ἀ­πὸ τὴν ἀγγλό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τοὺς ὅ­ρους microrrelato καὶ micro(s), ἀν­τί­στοι­χα. Πα­ρου­σιά­ζει μί­α πο­λὺ ἑλ­κυ­στι­κὴ σει­ρὰ συμ­βου­λῶν καὶ γιὰ ἐ­πί­δο­ξους συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξε­τά­ζει ἐν­δε­λε­χῶς τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐκ­δο­χὲς αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ὁ δεύ­τε­ρος, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο microficción, μό­λις στὸ πρῶ­το κεί­με­νο τοῦ τό­μου, συμ­πυ­κνώ­νει τὴν ποι­η­τι­κή του σὲ πέν­τε σε­λί­δες καὶ πε­τυ­χαί­νει ὅ,τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: πα­ρα­μέ­νει ἀ­μέ­το­χος πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῶν τα­λαν­τώ­σεων τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς. Θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κὸ εἶ­δος, τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (mi­cro­cu­ento/mi­cror­re­la­to) καὶ γιὰ νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σει θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ πύ­κνω­ση, τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της, ὀ­φεί­λε­ται στὴ σι­ω­πὴ ὡς δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο της, ὡς ἀ­κρο­γω­νια­ῖος λί­θος τοῦ γλωσ­σι­κοῦ μη­χα­νι­σμοῦ της, τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νια­κῆς πρα­κτι­κῆς της καὶ τῆς χρή­σης της. Το­πο­θέ­τη­ση μὲ ἄρ­ρη­τες ἀλ­λὰ σα­φεῖς ἀ­να­γω­γὲς στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ τὴ σω­στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, τὸ συ­νο­λι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ corpus τοῦ Ludwig Wittgenstein, τὴ γλωσ­σι­κὴ στρο­φὴ καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς κι ἐ­σω­τε­ρι­κὲς σχέ­σεις μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α(4), πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή­ της. Φω­τί­ζον­τας αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τα μὲ τὸν Roas, ὅ­μως τὸν πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἐ­πει­δὴ στὸ δεύ­τε­ρο κεί­με­νό του, τὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ τό­μου, ἐκ­θέ­τει τὴν ὑ­περ­τρο­φι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καὶ πα­ρα­γω­γὴ ἀν­θο­λο­γι­ῶν καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς, πρα­κτι­κοὺς καὶ προ­σω­πι­κοὺς λό­γους ποὺ ὑ­πο­κι­νοῦν τοὺς ἀν­θο­λό­γους νὰ συ­νε­νώ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­να κεί­με­να ὑ­πὸ τὴ σκέ­πη ἑ­νὸς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου ἔρ­γου καὶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­κο­λου­θί­α. Ἔ­τσι, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀν­τί­θε­σή του στὸ ἐν­δε­χό­με­νο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μα­ζι­κό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, νὰ κα­τα­λή­ξει στὴν πλά­νη τῆς «πα­νί­ε­ρης ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας» τῆς ἐ­πο­χῆς μας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ro­as.

            Πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση κα­τα­γρα­φῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς τῆς (ὑ­περ)σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης κι­νοῦν­ται καὶ ἡ Stella Maris Pog­gian μὲ τὸν Ri­car­do Ha­ye, ὁ Ja­vier Os­wal­do Mo­re­no Ca­ro καὶ ὁ Ra­úl Mi­ra­nda στὴν τρί­τη ἑ­νό­τη­τα, «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­χυ­σης», οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐν­το­πί­ζουν καὶ ἀ­να­λύ­ουν τὴν πλη­θώ­ρα (ὑ­περ)σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν δο­μῶν στὸ σύγ­χρο­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια καὶ τὸ ντο­κι­μαν­τέρ, ἀν­τί­στοι­χα. Ὁ­μοί­ως καὶ ὁ Ba­si­lio Pu­ja­nte ποὺ ἑ­στιά­ζει στὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ ἱ­στο­λο­γί­ων καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ θε­ω­ρεῖ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα τῶν κει­μέ­νων ποὺ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὁ­λο­έ­να καὶ στε­νό­τε­ρη σχέ­ση πα­ρά­γον­τες ποὺ βελ­τι­ώ­νουν τὴν ποι­ό­τη­τα ρη­μα­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης κι εὐ­νο­οῦν τὴν προ­σω­πι­κή, ἐκ­δη­μο­κρα­τίζο­ντάς τη σὲ εὐ­ρεί­α κλί­μα­κα. Ἐ­νι­σχυ­τι­κὰ λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Patrick Allen, ποὺ πα­ρου­σιά­ζει πα­νο­ρα­μι­κὰ τὴν ὑ­περ­μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση 140 χα­ρα­κτή­ρων τοῦ Twitter καὶ στο­χά­ζε­ται γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὅ­ρια τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ξε­περ­νών­τας αὐ­τὰ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ὅ­ρια, ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς John Proctor, πα­ρου­σιά­ζει τὶς ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ (ὑ­περ) συν­το­μί­α καὶ στὸ δο­κι­μια­κὸ λό­γο. Αὐ­τὲς κα­τα­γρά­φει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του The beginning and the end (Ἡ ἀρ­χὴ καὶ τὸ τέ­λος), ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα τοῦ πο­λυ­ε­τοῦς προ­γράμ­μα­τος The List and the Story (Ἡ λί­στα καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α) στὸ ἱ­στο­λό­γιό του, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς, ἀ­φο­ρι­σμῶν, πο­λι­τι­σμι­κῆς/λο­γο­τε­χνι­κῆς/μου­σι­κῆς κρι­τι­κῆς καὶ με­τα­λό­γου.

            Οἱ πα­ρα­πά­νω ἀ­πα­ραί­τη­τες το­πο­θε­τή­σεις γιὰ τὴν ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἔ­ρευ­νας, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νουν με­ρι­κῶς τὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ καὶ ὁ­λι­στι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ Roas, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἀ­φο­ροῦν προ­βλη­μα­τι­σμοὺς ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γε­νι­κὰ γιὰ τὴ χρή­ση καὶ τὸ ρό­λο τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας. Τὰ ἠ­θι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ θί­γον­ται δι­ε­ρευ­νῶν­ται καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν σύγ­χρο­νων Κοι­νω­νι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ποὺ κα­τα­γρά­φουν τὶς με­τα­βαλ­λό­με­νες πτυ­χὲς τῆς συμ­βο­λι­κῆς τά­ξης, τοῦ με­ταν­θρω­πι­σμοῦ, τῶν θε­ω­ρί­ων τοῦ χά­ους καὶ τῶν δι­κτύ­ων, τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ὑ­λι­κό­τη­τας καὶ πο­λυ­ση­μί­ας τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ κό­σμου. Τί­θεν­ται με­θο­δο­λο­γι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να γιὰ τὴ με­τα-κλα­σι­κὴ Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α καὶ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση. Ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­κλή­σεις ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὶς Ψη­φια­κὲς Ἀν­θρω­πι­στι­κὲς Σπου­δὲς ἢ/καὶ τὶς Πο­λι­τι­σμι­κές, ποὺ με­λε­τοῦν νέ­ες μορ­φὲς συλ­λο­γι­κό­τη­τας καὶ τὴν ἀ­ξί­α τῆς χρή­σης τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή, ἢ ἑρ­μη­νεύ­ον­ται στὸ πλαί­σιο ρευ­μά­των ὅ­πως ὁ νέ­ος ἱ­στο­ρι­σμός, ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει κά­θε πο­λι­τι­σμι­κὸ γε­γο­νὸς ὡς «προ­ϊ­όν της κουλ­τού­ρας του ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­ζει μὲ τὴ σει­ρά του αὐ­τὴ τὴν κουλ­τού­ρα» (Τζι­ό­βας, 2017: 3, 19, 547). Ἑ­πο­μέ­νως, οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Roas, δὲν ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται πλή­ρως, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ χρί­ζει πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­σης.

            Ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ottmar Ette, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Potsdam, φαί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τά­ει ἐκ πρώ­της στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Roas. Ο Ette χρη­σι­μο­ποι­εῖ πλη­θώ­ρα πα­ρεμ­φε­ρῶν ὅ­ρων γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(5). Δι­αρ­θρώ­νει ἕ­να πα­νό­ρα­μα ἀ­πὸ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, θε­μα­το­λο­γί­α καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ συλ­λέ­γει ἀ­πὸ τὴν ἀ­παρ­χὴ τοῦ ἔν­τε­χνου λό­γου μὲ κρι­τή­ριο τὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας (Ἔ­πος τοῦ Γκιλ­γκα­μές, Ἴ ΤσίνγκΒι­βλί­ο τῶν ἀλ­λα­γῶν, Ὁ­μη­ρι­κὰ Ἔ­πη, Βί­βλος, ρω­σι­κὴ μυ­θι­στο­ρί­α, συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἐλ­βε­τοῦ Martin Suter[6]). Θε­ω­ρη­τι­κο­ποι­εῖ τὴ σχέ­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­έ­να­ης κί­νη­σης προ­τεί­νον­τας ἕ­να σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mociónemoción (κί­νη­ση –συ­ναί­σθη­μα), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι τὸ ἕ­να κι­νη­το­ποι­εῖ τὸ ἄλ­λο καὶ εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τα στὸ σύ­νο­λο τῶν πο­λὺ σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ οἰ­κου­με­νι­κά. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ette, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α προ­σφέ­ρει αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση, ρέ­πει πρὸς τὴν αἰ­σθη­τι­κή του bricolage (τὴν ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ τε­χνι­κὴ) καὶ τοῦ modèle rèduit ὅ­πως τὰ ὅ­ρι­σε ὁ Claude Levi-Strauss(7) καὶ τὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζει ὁ Ette, ἀ­παν­τών­τας θε­τι­κὰ στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­ὰν «τὸ μι­κρὸ εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο». Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ συμ­φω­νεῖ οὐ­σι­α­στι­κὰ μὲ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Lauro Zavala, ποὺ ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες δι­ε­θνεῖς δη­μο­σι­εύ­σεις του εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει τὴν προ­σο­χὴ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­λέγ­ξου­με καὶ κα­τὰ πό­σο τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» εἶ­ναι καὶ ζή­τη­μα αἰ­σθη­τι­κῆς(8). Ὡ­στό­σο, ὁ Ette, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα ποὺ ὑ­φί­σταν­ται καὶ ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς ὑ­πάρ­χου­σας τυ­πο­λο­γί­ας καὶ με­θο­δο­λο­γί­ας. Ἔ­τσι, ἀ­πο­βλέ­πει στὸν κρί­σι­μο ρό­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­λά­βει ἡ να­νο­φι­λο­λο­γί­α ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α. Δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι σὲ ἕ­να ἀ­νοι­κτὸ σύ­στη­μα, ὅ­πως ἡ λο­γο­τε­χνί­α, εἶ­ναι θε­μι­τὴ ἡ ἀ­τα­ξί­α καὶ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὅ­τι ἡ «ἄ­τα­κτη καὶ ἀ­νή­συ­χη» microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο μελ­λον­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν.

            Ὁ Ary Malaver κι­νεῖ­ται πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸν Ette. Συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α καὶ προ­τεί­νει δύ­ο προ­σεγ­γί­σεις «να­νο(τε­χνο)φι­λο­λο­γι­κὲς» —μί­α φθί­νου­σα καὶ μιὰ ἀ­νο­δι­κὴ— γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὸ σχη­μα­τι­σμὸ αὐ­τοῦ του εἴ­δους κει­μέ­νων. Ἡ πρώ­τη πλη­σιά­ζει στὸν πυ­ρή­να τοῦ ἐ­λά­χι­στου μέ­σω τῆς μεί­ω­σης ἢ ἀ­φαί­ρε­σης, ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴ σύν­θε­ση σύν­το­μων ρη­μα­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Καὶ οἱ δύ­ο προ­ω­θοῦν ἐ­νερ­γὰ τὴ συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αὐ­το­δι­ά­θε­σή της.

            Στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς, βρί­σκε­ται ἡ ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Zavala ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο minificción) εἶ­ναι τὸ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. Ἡ πα­ρου­σί­α­σή του λαμ­βά­νει ὡς δε­δο­μέ­νη τὴν ἀλ­λα­γὴ πα­ρα­δείγ­μα­τος ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει στὴ γνω­στό­τε­ρη με­λέ­τη του συλ­λο­γῆς, κα­τα­γρα­φῆς καὶ τα­ξι­νό­μη­σης κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη με­ξι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α(9), ἂν καὶ ἡ με­θο­δο­λο­γί­α του δι­χά­ζει καὶ ἡ τυ­πο­λο­γί­α του ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι κύ­ρια ἄ­λυ­τα θε­ω­ρη­τι­κὰ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ προ­βλή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ὁ ἴ­διος ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει. Στὸν τό­μο ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἑ­στιά­ζει στὸ στρα­τη­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴν πλει­ο­ψη­φία τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νης πα­ρα­γω­γῆς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἀ­να­λύ­ει τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­να πρέ­πει νὰ στρα­φεῖ καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φὴ καὶ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, το­πο­θέ­τη­ση τὴν ὁ­ποία θε­ω­ροῦ­με κρί­σι­μη προ­κει­μέ­νου νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ὁ σχε­τι­κι­σμὸς καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα.

            Στὴν ἴ­δια πλευ­ρά, τῆς δε­δο­μέ­νης ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, το­πο­θε­τοῦν­ται ἡ Adriana Azucena Rodríguez καὶ ὁ Juan Αrmando Epple. Ἡ Rodríguez ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴν ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν πρω­το­φα­νῆ ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή της. Ὁ Epple, ἑ­στιά­ζει στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη ἀ­στυ­νο­μι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μὲ βά­ση τὴν τυ­πο­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Tzvetan Todorov, καὶ στὸ κα­τὰ πό­σο ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τὴν αὐ­ξα­νό­με­νη προ­τί­μη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἀ­στυ­νο­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α.

            Πα­ράλ­λη­λα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ Gonzalo Baptista, Natalia Cadillo Alonso, Óscar Gallegos καὶ Karina Elizabeth Vázquez οἱ ὁ­ποῖ­οι με­λε­τοῦν δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν οἱ José de la Colina, Luisa Josefina Hernández καὶ ὁ Luis Loayza. Ἡ Gloria Ramirez Fermín ἀ­να­λύ­ει τὸ ρό­λο τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ καὶ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς δο­μῆς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Max Aub μὲ τί­τλο Crímenes ejemplares(10) ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

            Δι­α­φω­τι­στι­κό, καὶ σὲ πα­ρεμ­φε­ρὲς πλαί­σιο ἐ­λέγ­χου ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, εἶ­ναι τὸ πα­νό­ρα­μα τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ πα­ρου­σιά­σει ἡ Barbara Fraticelli στὴν τέ­ταρ­τη ἑ­νό­τη­τα, ὅ­που χαρ­το­γρα­φοῦν­ται ἔρ­γα, συγ­γρα­φεῖς καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρί­ο­δοι ἀκ­μῆς καὶ πα­ρακ­μῆς τοῦ εἴ­δους. Δί­νε­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ χρή­σι­μη βά­ση δε­δο­μέ­νων σὲ δι­α­χρο­νι­κὴ κλί­μα­κα, μὲ με­ρι­κὴ ἑ­στί­α­ση στὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως τοῦ Italo Calvino, τῆς Eliana Elia, τῆς Eugenia Serafini, κ.ἄ. Πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες, χρο­νι­κὰ καὶ γε­ω­γρα­φι­κὰ στο­χευ­μέ­νες, εἶ­ναι οἱ με­λέ­τες τῶν Julio María Fernández Meza, Bruno Silva Rodríguez καὶ Margaret Stefanski. Ὁ πρῶ­τος ἐ­ξε­τά­ζει τὴ δο­μὴ καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ἀ­φο­ρι­σμῶν τοῦ Γερ­μα­νοῦ φυ­σι­κοῦ Georg Lichtenberg (1742-1799), μὲ χρή­σι­μες συγ­κρί­σεις μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α (π.χ. Ἱπ­πο­κρά­της). Ὁ δεύ­τε­ρος δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν Πορ­το­γα­λί­α, πε­ρί­ο­δος ποὺ ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἡ Stefanski, μᾶς συ­στή­νει τὴν πο­λω­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ἔ­χει με­λε­τη­θεῖ σὲ βά­θος, πα­ρὰ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ πλοῦ­το της, καὶ ἀ­να­λύ­ει τὸ ἔρ­γο δύ­ο Πο­λω­νῶν συγ­γρα­φέ­ων: τοῦ Stanisław Stachura καὶ τοῦ Sławomir Mrożek, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὴν ποι­η­τι­κή τους ποὺ δι­α­τέ­μνε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς συν­το­μί­ας.

            Ἡ πέμ­πτη ἑ­νό­τη­τα, μὲ γε­νι­κὸ τί­τλο Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κι­νεῖ­ται ἐ­πί­σης πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ θέ­ση τοῦ Zavala, ἐ­φό­σον ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες στὶς ὁ­ποῖ­ες κα­τα­γρά­φον­ται ἀρ­χι­κὰ ἐν­δεί­ξεις ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση ἴ­σως ἐ­πι­λύ­σει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ προ­α­να­φερ­θέν­τα με­θο­δο­λο­γι­κὰ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ νὰ ἄ­ρει ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς με­λέ­τες ἕ­ξι ἐ­ρευ­νη­τρι­ῶν: Ana Sofía Marques Viana Ferreira, M.J. Fievre, Barbara Fraticelli, Dóra Bakucz, Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου καὶ Kristín Guôrún Jónsdóttir ποὺ πε­ρι­η­γοῦν­ται σὲ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες γε­ω­γρα­φι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς ὅ­πως ἡ Πορ­το­γα­λί­α καὶ ἡ Βρα­ζι­λί­α, ἡ Ἀ­ϊ­τὴ καὶ οἱ Γαλ­λι­κὲς Ἀν­τίλ­λες, ἡ Ἰ­τα­λί­α καὶ ἡ Ρου­μα­νί­α, ἡ Οὐγ­γα­ρί­α, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ἡ Ἰσ­λαν­δί­α, ἀν­τί­στοι­χα, καὶ πα­ρου­σιά­ζουν τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα τυ­πο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κά­θε πε­ρί­πτω­σης, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις ποὺ φέ­ρουν ση­μά­δια ρή­ξης μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση ἀ­πο­πνέ­ει τὴν πιὸ φι­λό­δο­ξη πλευ­ρὰ τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος τοῦ τό­μου δι­ό­τι ἐν­τεί­νει τὴν ἀ­τα­ξί­α τοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­λό­γου, ἐ­φό­σον συμ­πυ­κνώ­νει σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ σε­λί­δες μιὰ τε­ρά­στια ἔ­κτα­ση πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­α­χρο­νι­κὴ καὶ συγ­χρο­νι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­ξά­νον­τας τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς δι­ε­ρεύ­νη­σής της. Ὑ­πόρ­ρη­τα φι­λο­δο­ξεῖ νὰ με­τριά­σει τὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ σχε­τι­κι­σμὸ ποὺ εὐ­νο­εῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἕ­ως τώ­ρα θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α καὶ ἀ­νη­συ­χεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Zavala. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ τμῆ­μα συγ­κεν­τρώ­νον­ται πολ­λὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ κεί­με­να τῶν χω­ρῶν αὐ­τῶν με­τα­φρα­σμέ­να γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἢ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα.

            Ἂν καὶ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη το­πο­θέ­τη­σης ἐ­ρευ­νη­τῶν ἀ­πὸ τὴν Ἀ­σί­α καὶ τὴν Ἀ­φρι­κή, ὅ­πως καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες χῶ­ρες μὲ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Γαλ­λί­α, Η.Π.Α., Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ Ρω­σί­α) τῶν ἡ­πεί­ρων ποὺ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται ἤ­δη στὸν τό­μο (Εὐ­ρώ­πη, Βό­ρεια καὶ Νό­τια Ἀ­με­ρι­κή), τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα τοῦ τό­μου εἶ­ναι κομ­βι­κό: συγ­κεν­τρώ­νει με­γά­λο τμῆ­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ξε­λί­ξε­ων, χαρ­το­γρα­φεῖ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τα πε­δί­α καὶ θέ­τει νέ­α ζη­τή­μα­τα ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴν ἄ­πο­ψη τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τῶν με­λε­τη­τῶν ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­φή­με­ρη τά­ση, ἀλ­λὰ τρό­πο σκέ­ψης ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λεῖ γιὰ και­ρὸ τὴ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να καὶ πα­ράλ­λη­λα θὰ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται ἡ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­λα τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη.

            Αὐ­τὸ προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἕ­κτη καὶ τε­λευ­ταί­α ἑ­νό­τη­τα τοῦ τό­μου, Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει σύν­το­μες πα­ρεμ­βά­σεις τῶν Lauro Zavala, Ana María Shua, Raúl Miranda, David Roas, Raúl Brasca καὶ Ottmar Ette —με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς δὲν ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α σε­λί­δα— ἐν εἴ­δει ἐ­πι­πλέ­ον ζη­τη­μά­των πρὸς πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση καὶ πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση.

            Ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἐλ­πί­ζου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τα­στοῦν στὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ 21-23 Ἰ­ου­νί­ου 2018 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St. Gallen(11) τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μὲ θέ­μα Vivir lo breve: nanofilologia y microformatos en obras de arte (Βι­ώ­νον­τας τὴ συν­το­μί­α: να­νο­φι­λο­λο­γί­α καὶ μι­κρὲς φόρ­μες σὲ ἔρ­γα τέ­χνης).


Μά­ϊος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Ὁ τό­μος Minificción y nanofilologia. Latitudes de la hiperbrevedad, ed. Ana Rueda, I­be­ro­a­me­ri­ca­na Vervuert, Madrid, 2017, δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση. Γιὰ τὴν κρι­τι­κὴ του πα­ρου­σί­α­ση ἐ­δῶ οἱ με­τα­φρά­σεις εἶ­ναι δι­κές μου.
            (2) Προ­τεί­νω τὸν σύν­θε­το ὅ­ρο «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὡς πλη­σι­έ­στε­ρο στὸν ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλι­κὸ καὶ ἰ­σπα­νι­κὸ microfiction–mi­ni­fic­ción, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρους νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν καὶ ὡς πλη­ρέ­στε­ρο γιὰ τὸν τύ­πο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων.
            (3) Ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ βα­ρύ­τη­τα ποὺ δί­νε­ται στὴ γλωσ­σα­να­λυ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση, στὴ γε­νε­α­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, στὴν ὁ­ρο­λο­γί­α, στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, στὴν πρόσ­λη­ψη, στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ κρι­τι­κή, στὸ ρό­λο τῶν Νέ­ων Μέ­σων, κ.ἄ.
            (4) Ἡ σχέ­ση αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται μὲ βά­ση τὴν ἑ­στί­α­ση στὸ μυ­θο­πλα­στι­κὸ λό­γο, τὴν πρώ­τη ὕ­λη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δε­ξα­με­νὴ ἰ­δε­ῶν, θε­μα­τι­κῶν ἐν­νοι­ῶν, χα­ρα­κτή­ρων, πρά­ξε­ων, νο­η­τι­κῶν πει­ρα­μά­των, κ.ἄ., καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει πολ­λα­πλῶς τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­σω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης ὁ μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ πη­γὴ ὅ­λων τῶν πα­ρα­πά­νω καὶ νὰ ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή: τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο νὰ βα­σί­ζε­ται σὲ κά­ποι­ο συ­στη­μα­τι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐν­σω­μα­τώ­νει, ἐν­στερ­νί­ζε­ται ἢ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­α­λέ­γε­ται κρι­τι­κὰ μα­ζί του. Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ δί­νει ὁ Κούν­τε­ρα εἶ­ναι ἡ «Με­τα­μόρ­φω­ση» τοῦ Κάφ­κα, ἕ­ναν ἀπὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «συλ­λαμ­βά­νει μί­α δυ­να­τό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης (δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τοῦ κό­σμου του) καὶ μᾶς κά­νει νὰ βλέ­που­με τί εἴ­μα­στε, γιὰ ποι­ές πρά­ξεις εἴ­μα­στε ἱ­κα­νοί.»
            (5) Με­ρι­κοὶ μό­νο ἀ­πὸ αὐ­τοὺς εἶ­ναι οἱ microrrelato, microcuento, minificción, micronarración, mi­cro­tex­to, prosa breve, narración corto, miniaturas, τοὺς ὁ­ποί­ους δι­α­τη­ρῶ ἀ­με­τά­φρα­στους, δι­ό­τι στό­χος τῆς πα­ρά­θε­σής τους εἶ­ναι νὰ το­νι­στεῖ ἡ ἀ­νάγ­κη εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτοῦ ὄ­ρου καὶ κοι­νῆς τυ­πο­λο­γί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πο­λυ­φω­νί­α δι­ευ­ρύ­νει τὸ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὸ πε­δί­ο καὶ ἀρ­κε­τοὶ με­λε­τη­τὲς (ὅ­πως ὁ Ette) τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν πρὸς αὐ­τὴ τὴν κα­τεύ­θυν­ση.
            (6) Suter Martin, Abschalten. Die Business Class macht Ferien. Δὲν ἀ­να­φέ­ρον­ται πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Τὸ βι­βλί­ο κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση μὲ τί­τλο Business Class: ἱ­στο­ρί­ες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς τρέ­λας, μτφ. Μαί­ρη Λι­βα­νί­ου, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2003.
            (7) bricolage· ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Claude Levi -Strauss, γιὰ τὸ καλ­λι­τέ­χνη­μα ἀ­πὸ ὅ,τι ὑ­λι­κὰ ἔ­χει ὁ μά­στο­ρας (bricoleur) στὰ χέ­ρια του. Ὁ G. Genette, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο με­τα­φο­ρι­κὰ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Στὸ Palimpsestes (1982), ὁ­ρί­ζει τὸ bricolage ὡς «τὴν κα­τα­σκευ­ὴ κά­τι και­νού­ριου ἀ­πὸ κά­τι πα­λιὸ» καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἐ­ναλ­λὰξ μὲ τὸν ὅ­ρο pastiche, ὡς μιὰ ἀ­κό­μα δι­α­κή­ρυ­ξη ὑ­περ-κει­με­νι­κό­τη­τας. modèle rèduit· ὅ­ρος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Claude Levi-Strauss στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄ­γρια σκέ­ψη (1962): «οἱ γι­α­πω­νέ­ζι­κοι τύ­ποι, οἱ μι­κρο­γρα­φί­ες αὐ­το­κι­νή­των καὶ τὰ κα­ρά­βια στὶς μπο­τί­λι­ες εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῆς μα­στο­ρι­κῆς ὀ­νο­μά­ζε­ται “μον­τέ­λο σὲ μι­κρὴ κλί­μα­κα”», σ. 120 στὸ Ἄ­γρια σκέ­ψη, μτφ. Εὔ­α Καλ­πουρ­τζῆ, Πα­πα­ζή­σης, Ἀ­θή­να, 1977.
            (8) Zavala Lauro, La minificción bajo el microscopio, México: Universidad Nacional Autónoma de México, 2006.
            (9) Zavala Lauro, Seis problemas para la minificción, un género del tercer milenio: Brevedad, Di­ve­rsi­dad, Complicidad, Fractalidad, Fugacidad, Virtualidad, 2010, δι­α­θέ­σι­μο στὸν σύνδεσμο ἐδῶ.
            (10) Aub Max, Πα­ρα­δειγ­μα­τι­κοὶ φό­νοι, μτφ. Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2002.
            (11) Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ συ­νε­δρί­ου γιὰ πε­ραι­τέ­ρω πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν σύν­δε­σμο ἐ­δῶ.
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
  1. Ταί­η­λορ Τσαρ­λς, Πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τα, μτφ. Φ. Παι­ο­νί­δης, Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2010.
  2. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ἡ πο­λι­τι­σμι­κὴ ποι­η­τι­κὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας. Ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α στὴν ἠ­θι­κή, Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της, Ἡ­ρά­κλει­ο, 2017.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μικρομυθοπλασία



Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μικρομυθοπλασία

Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα


Τί εἶ­ναι;

Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1), microfiction, flash fiction, minificción: εἶ­ναι ἕ­νας τύ­πος σύν­το­μου, μυ­θο­πλα­στι­κοῦ κει­μέ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ σχε­τί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ δὲ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­θο­ρι­σμέ­νο τρό­πο ρη­μα­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης (Rueda, ed., 2017: 12). Τὸ κα­τὰ πό­σο εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἀ­κό­μα. Στὸ σύ­νο­λο τῆς δι­ε­θνοῦς βι­βλι­ο­γρα­φί­ας προ­τεί­νε­ται ἡ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­σή του ποὺ δι­α­πλέ­κει τὴ λο­γο­τε­χνι­κή, κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ κρι­τι­κή.


Τί κά­νει;

Ἡ πρω­τε­ϊ­κῆς φύ­σης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συν­δυά­ζει μὲ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα μὲ τὴ συν­το­μί­α. Καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, τὸν πυ­ρή­να τῶν ἄ­πει­ρων δυ­να­το­τή­των. Ἐ­κεῖ ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ τὸ τρί­πτυ­χο κί­νη­ση – λό­γος – παι­χνί­δι καὶ προσ­δί­δει ἐ­λευ­θε­ρί­α στὸ πε­δί­ο τῆς σκέ­ψης, σα­φή­νεια καὶ ψυ­χα­γω­γί­α στὴ γλώσ­σα, ἀν­τί­στοι­χα.

       Ἡ Δα­νέ­ζα πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Gitte Mose, σὲ με­λέ­τη τῆς σχε­τι­κὰ μὲ τὴ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ Δα­νί­α(2), χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­κά­τω σχῆ­μα τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν Jeppe Brixvold καὶ Hans Otto Jørgensen τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Antologi af dansk kortprosa (1998) (*), στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­φαί­νε­ται ἡ σχέ­ση τῶν συγ­γε­νι­κῶν, ἤ­δη τα­ξι­νο­μη­μέ­νων εἰ­δῶν ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πε­δί­ο (genrefelt) τῆς ἀ­τα­ξι­νό­μη­της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας:

Τὸ πα­ρα­πά­νω πε­δί­ο μοιά­ζει μὲ μαγ­μα­τι­κὸ θά­λα­μο ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἡ­φαι­στεί­ου. Τὰ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να ποὺ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μέ­τρη­τους συν­δυα­σμοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ συγ­γε­νι­κὰ εἴ­δη ποὺ τὸ ἀ­πο­τε­λοῦν, ἀ­να­νε­ώ­νουν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή.


Για­τί μᾶς ἀ­φο­ρᾶ;

Ἄν­θρω­πος καὶ ἀ­φή­γη­ση δι­α­πλέ­κον­ται. Ἀ­πο­τε­λοῦ­με μέ­ρος τῆς ἀ­φή­γη­σης, ζοῦ­με μέ­σα της, τὴ με­τα­σχη­μα­τί­ζου­με καὶ μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­ζει στὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας. Ἡ πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θεῖ δι­ε­θνῶς ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἡ εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­σή της χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν 21ο αἰ. τῶν ρευ­στῶν κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο κι ἕ­να σύγ­χρο­νο δεί­κτη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ ὁ­ποί­α στο­χεύ­ει στὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς νο­η­μο­σύ­νης (ἐν­δο­προ­σω­πι­κή, δι­α­προ­σω­πι­κή, λε­κτι­κή, χω­ρι­κή, συ­ναι­σθη­μα­τι­κή). Ἡ δι­ά­δο­σή της ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος: τῆς στρο­φῆς στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ στὶς σύν­θε­τες δυ­να­μι­κὲς δο­μὲς τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν φαι­νο­μέ­νων, ποὺ ἐ­ρευ­νῶν­ται τό­σο στὴν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α, ὅ­σο καὶ στὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους σχε­δὸν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀ­να­λυ­τι­κῆς σκέ­ψης καὶ τὴν κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ νευ­τώ­νει­ου ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­τύ­που.

       Ἡ σύν­θε­τη φύ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση (sto­ry­tel­ling). Τὸ storytelling, ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, ἐ­λέγ­χου κι ἐ­ξου­σί­ας, ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ μέ­χρι τὶς εἰ­κα­στι­κὲς τέ­χνες, τὴν πὸπ κουλ­τού­ρα καὶ τὶς δι­α­προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις: τὰ πάν­τα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἰ­δα­νι­κὰ σα­φής, πο­λυ­ε­πί­πε­δη καὶ ταυ­τό­χρο­να μι­κρή, γιὰ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι (ἢ τὴν ὀ­θό­νη).

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α  θὰ ἐ­ξε­τα­σθεῖ καὶ ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα στὸ προ­σε­χὲς (10ο στὴ σει­ρὰ) δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ 21 -23 Ἰ­ου­νί­ου 2018 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St. Gallen(4) τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μὲ θέ­μα Vivir lo breve: nanofilologia y microformatos en obras de arte (Βι­ώ­νον­τας τὴ συν­το­μί­α: να­νο­φι­λο­λο­γί­α καὶ μι­κρὲς φόρ­μες στὰ ἔρ­γα τέ­χνης). Ὁ νε­ο­σύ­στα­τος ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸς κλά­δος τῆς να­νο­φι­λο­λο­γί­ας δη­μι­ουρ­γή­θη­κε προ­κει­μέ­νου νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο καὶ νὰ ξε­πε­ρα­στοῦν τὰ με­θο­δο­λο­γι­κὰ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ­δη­γεῖ ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ἀ­νά­λυ­ση καὶ τα­ξι­νό­μη­ση τῆς σύν­θε­της φύ­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ βά­ση τὴν κλα­σι­κὴ ἢ/καὶ με­τὰ-κλα­σι­κὴ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α. Ἡ να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ δι­α­θε­μα­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη ἀ­νά­με­σα στὶς γραμ­μα­το­λο­γι­κὲς σπου­δὲς καὶ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, τὴν ὁ­ποί­α εἰ­ση­γή­θη­κε ὁ Ottmar Ette τὸ 2007 καὶ σχε­δι­ά­στη­κε γιὰ τὴ με­λέ­τη τῆς ὑ­περ­μι­κρῆς ἀ­φή­γη­σης: ἑ­νὸς νέ­ου τύ­που λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ εἰ­κο­νο­ποι­ΐ­ας (Rueda, ed., 2017: 17), ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται ταυ­τό­χρο­να σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή, ὡς ἀ­φη­γή­μα­τα ρη­μα­τι­κῆς καὶ ἄλ­λης φύ­σης (ἦ­χος, εἰ­κό­να). Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ εἰ­κό­να συμ­βάλ­λει στὴ συ­νο­χὴ καὶ τὴν κλι­μά­κω­ση καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­βα­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πά­νω στὴν ὁ­ποί­α θε­με­λι­ώ­νε­ται ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

      Μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σύν­θε­το λο­γο­τε­χνι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω καὶ διὰ μέ­σου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ἀγ­γλό­φω­νη καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ δι­α­τη­ροῦν ση­μαν­τι­κὸ προ­βά­δι­σμα. Ὡ­στό­σο, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν σύγ­χρο­νες, ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τες ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες, ὅ­πως ἡ ἑλ­λη­νι­κή, ὡς ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη ἔμ­με­τρη καὶ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα (ἐ­πί­γραμ­μα, μύ­θος, δι­ή­γη­μα), ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη ὑ­φο­λο­γι­κὴ καὶ θε­μα­τι­κὴ ποι­κι­λο­μορ­φί­α στὴ χώ­ρα μας.


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρη τά­ση, ἀλ­λὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο τρό­πος γρα­φῆς, ἀλ­λὰ καὶ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δι­α­χρο­νι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς συν­το­μί­ας, τῆς εὐ­γλωτ­τί­ας, τοῦ ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου, τῆς σι­ω­πῆς ὡς δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κυ­ρί­ως τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ποὺ δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ αἰ­σθη­τι­κὴ ἀρ­χὴ «κα­τὰ τὸ εἰ­κὸς καὶ ἀ­ναγ­καῖ­ον», καὶ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὸν σύγ­χρο­νο τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή. Ἔ­τσι, το­πο­θε­τεῖ τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση.

       Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­τε­λεῖ πρό­βλη­μα στὴν ἀ­φή­γη­ση ἐ­φό­σον με­ταλ­λάσ­σε­ται δια­ρκῶς λό­γῳ τῶν σχέ­σε­ων ποὺ συ­νά­πτει μὲ τὰ ἄλ­λα τα­ξι­νο­μη­μέ­να εἴ­δη κι ἀν­τι­στέ­κε­ται μὲ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο στὸ νὰ ὁ­ρι­στεῖ καὶ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὄ­νο­μα. Ἀ­πέ­χει ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὴ μορ­φὴ κει­μέ­νου – παι­χνί­δι τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μο κεί­με­νο-κό­σμος ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φει, ἀλ­λὰ κά­νει μὲ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὸ τρό­πο ἐν­δο­σκό­πη­ση στὴ σύγ­χρο­νη ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἑ­στι­ά­ζον­τας στὸ χρό­νο τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κει­μέ­νου. Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, συ­νη­θέ­στε­ρα μὲ ἀρ­χή, μέ­ση καὶ κλει­στὸ τέ­λος, ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­με­το­χι­κῆς ἀ­νά­γνω­σης καὶ μὲ τὴ δεύ­τε­ρη με­τα­βλη­τὴ πε­δί­ου, τὸ χῶ­ρο (τό­πο), νὰ εἶ­ναι σπά­νια δι­α­κρι­τός· συ­χνὰ νὰ ὑ­πο­νο­εῖ ἕ­να στε­νὸ ψυ­χι­κὸ πα­ρὰ φυ­σι­κὸ χῶ­ρο (Nelles, 2012: 91). Οἱ συ­νή­θως ἀ­νώ­νυ­μες ἡ­ρω­ί­δες καὶ ἥ­ρω­ες τῶν κει­μέ­νων τοῦ εἴ­δους φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­στο­χά­ζον­ται πά­νω στὸ γνω­στι­κὸ καρ­τε­σια­νὸ ὑ­πο­κεί­με­νο, περ­νών­τας στὴ με­τα­καρ­τε­σια­νὴ ρη­το­ρι­κή: μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κλο­νί­ζε­ται ξα­νὰ ἡ στα­θε­ρὴ θέ­ση τοῦ Ἐ­γὼ ποὺ κα­τεῖ­χε τὸ καρ­τε­σια­νὸ ὑ­πο­κεί­με­νο. Ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ρωγ­μὴ στὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ γνώ­ση καὶ τὸν ἐρ­γα­λεια­κὸ λό­γο, ποὺ ἐ­πι­κρά­τη­σαν ὡς προ­τάγ­μα­τα τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ.

       Οἱ μι­κρο­σκο­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται παν­τοῦ συ­νι­στοῦν ἕ­να ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το καὶ δια­ρκῶς δι­α­στελ­λό­με­νο σύμ­παν ἀ­πὸ αὐ­τό­φω­τες, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, μὲ τὰ πα­ρα­πά­νω ἰ­δι­αί­τε­ρα ποι­ο­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὸ πλα­τω­νι­κὸ φῶς, τὴν τε­λι­κὴ ἐ­νό­ρα­ση, τὴ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ ἀ­λή­θεια κι ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζουν τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ μι­κροῦ καὶ τοῦ με­γά­λου.


Μάϊος, 2018
(*) Σ.τ.Ἐ. Τρί­α ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­να στὴν ἐν λό­γῳ ἀν­θο­λο­γί­α δι­η­γή­μα­τα μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὴν συ­νερ­γά­τι­δά μας Εὔ­η Ξη­ρο­με­ρί­τη.
Ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις
            (1) Προ­τεί­νω τὸ σύν­θε­το ὄ­ρο «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὡς πλη­σι­έ­στε­ρο στὸν ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλι­κὸ καὶ ἱ­σπα­νι­κὸ microfiction – minificcion, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρους νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν καὶ ὡς πλη­ρέ­στε­ρο γιὰ τὸν τύ­πο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων.
            (2) Mose Gitte, Danish Short Shorts in the 1990s and the Jena-Romantic Fragments, στὸ Winther Per, Lothe Jakob, Skei Hans H. (eds), The Art of Brevity: Excursions in Short Fiction Theory and Analysis, Columbia: University of South Carolina Press, 2004.
            (3) Ἡ προ­σθή­κη τῆς λέ­ξης microfiction στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ σχή­μα­τος εἶ­ναι δι­κή μου.
            (4) https://cls.unisg.ch/de/anlaesse/anlaesse-und-vortraege-an-der-hsg-neu/2018/21-06-2018-x-congreso-nanofilologia-y-minificcion
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
  1. Mose Gitte, Danish Short Shorts in the 1990s and the Jena-Romantic Fragments, στὸ Winther Per, Lothe Jakob, Skei Hans H. (eds), The Art of Brevity: Excursions in Short Fiction Theory and Analysis, Columbia: University of South Carolina Press, 2004.
  2. Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, January, 2012.
         3. Rueda Ana, (ed.), Minificción y nanofilología: latitudes de la hi­per­bre­ve­dad, Madrid: Iberoamericana, 2017.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου-Dr. Lauro Zavala(1): Μικρομυθοπλασία


Christodoulou-Zavala-Mikromythoplasia-Eikona-01


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου – Δρ. Λάουρο Ζαβάλα (Dr. Lauro Zavala)(1)


VIII Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας

(Ὀ­κτώ­βριος 2014, Κεν­τά­κι, Η.Π.Α.)

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά,

θε­ω­ρη­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ προ­ο­πτι­κὲς


01-TaphΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρη. Στὸ πρῶ­το, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται μιὰ πα­ρου­σί­α­ση τῶν κύ­ρι­ων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἑ­στι­ά­ζον­τας κυ­ρί­ως στὰ στοι­χεῖα ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο ἐν ἐ­ξε­λί­ξει καὶ ἴ­σως καὶ γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λό­γου. Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, με­τα­φέ­ρον­ται πε­ρι­λη­πτι­κὰ οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ἄ­ξο­νες(2) στοὺς ὁ­ποί­ους κι­νή­θη­καν οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις τοῦ πιὸ πρό­σφα­του Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὶς Η.Π.Α., ὅ­πως τοὺς κα­τέ­γρα­ψε ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Dr.Lauro Zavala καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὶς προ­ο­πτι­κές της.

       Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι γιὰ τὸν σκο­πὸ ποὺ κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σει τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο, δη­λα­δὴ αὐ­τὸν τῆς ἄ­με­σης ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ δι­ε­θνῆ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ χῶ­ρο σὲ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴ ρα­γδαί­α δι­ά­δο­ση καὶ πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μων μυ­θο­πλα­στι­κῶν κει­μέ­νων, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­να­θροί­ζον­ται ὡς ὑ­πο­εί­δη στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ πε­δί­ο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θε­ω­ρή­θη­κε πλη­ρέ­στε­ρο ἕ­να σύν­θε­το κεί­με­νο. Μιὰ γε­νι­κὴ χαρ­το­γρά­φη­ση ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ γε­φυ­ρώ­σει τὰ βα­σι­κὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα μιᾶς νω­πῆς με­λέ­της στὴ χώ­ρα μας καὶ μιᾶς συλ­λο­γι­κῆς, ἐν­τα­τι­κῆς καὶ πο­λυ­ε­τοῦς δι­ε­ρεύ­νη­σης καὶ κα­τα­γρα­φῆς κει­μέ­νων ἀ­πὸ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, κυ­ρί­ως τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ πρω­το­πό­ρη­σαν(3), ἀλ­λὰ καὶ τῶν Η.Π.Α. καὶ ἄλ­λων χω­ρῶν.


Α.


ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ἐν­το­πί­ζον­ται στὸν ἔμ­με­τρο καὶ πε­ζὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ γραμ­μα­τεί­α δι­ά­φο­ρων προ­ϊ­στο­ρι­κῶν, κλα­σι­κῶν καὶ νε­ώ­τε­ρων πο­λι­τι­σμῶν. Ἡ πα­ράλ­λη­λη ἀ­νά­πτυ­ξή τους μὲ τὴν  ἀν­θρώ­πι­νη δι­α­νό­η­ση ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀρ­χι­κὴ ἐμ­φά­νι­σή τους στὸν προ­φο­ρι­κὸ λό­γο, ποὺ προ­η­γή­θη­κε τοῦ γρα­πτοῦ καὶ συ­νε­χί­στη­κε μὲ τὴ συ­νύ­φαν­σή τους μὲ αὐ­τόν, στὸν ἔμ­με­τρο καὶ πε­ζὸ λο­γο­τε­χνι­κό. Ἡ μι­κρὴ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὸν δι­δα­κτι­κό τους ρό­λο καὶ γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἐγ­γε­νοῦς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τους νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν φο­ρέ­α πα­ρα­δό­σε­ων, δι­α­κο­μι­στῆ θρη­σκευ­τι­κῶν μη­νυ­μά­των, μέ­σο ψυ­χα­γω­γί­ας ἢ κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς κρι­τι­κῆς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή. Μύ­θοι, πα­ρα­βο­λές, ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, χα­ϊ­κού, δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν­δει­κτι­κὰ τέ­τοι­α εἴ­δη.

       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ὅ­μως, πα­ρα­τη­ρή­θη­κε μιὰ γε­νι­κευ­μέ­νη τά­ση πρὸς τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ἡ ὁ­ποί­α καλ­λι­ερ­γή­θη­κε συ­στη­μα­τι­κὰ με­τὰ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. κι ἔ­χει πά­ρει δι­α­στά­σεις δι­ε­θνοῦς πο­λι­τι­σμι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου. Σή­με­ρα, μπο­ρεῖ νὰ μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λό­γου, ποὺ συ­νή­θως ἀ­πο­κα­λεῖ­ται microfiction, flash fiction (ἢ micro/ minificción στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή)(4) καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­ση κι ἐ­ξέ­λι­ξή του, εἴ­τε λό­γῳ τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σιά­σει πα­ράλ­λη­λη καὶ κα­τα­κό­ρυ­φη ἄν­θη­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­ε­θνῶς, εἴ­τε μέ­σῳ προ­σω­πι­κῆς ἀ­να­ζή­τη­σης κι ἔκ­φρα­σης.

       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­δη­λώ­νει ἔν­το­να ὑ­βρι­δι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα (κα­θὼς ἐγ­γε­νὲς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­ται στὰ ὅ­ρια ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν) κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται μὲ δε­κά­δες ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ες καὶ ὀ­νό­μα­τα σὲ πολ­λὲς ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες. Τὰ κύ­ρια συ­στα­τι­κά της, εἶ­ναι ἡ ἀ­φή­γη­ση καὶ ἡ μυ­θο­πλα­σί­α. Τὰ κύ­ρια ζη­τού­με­να εἶ­ναι ἡ συν­το­μί­α, ἡ νο­η­μα­τι­κὴ συμ­πύ­κνω­ση, ἡ ὀρ­θο­έ­πεια καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ ἡ ρύθ­μι­ση στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ σὲ πο­λὺ μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ (ἢ ἄλ­λο) χῶ­ρο, ποὺ προ­σι­διά­ζει σὲ ἕ­ναν κό­σμο μέ­σα σὲ μί­α φρά­ση ἢ σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι(5) (ἢ τὴν ὀ­θό­νη). Κα­τὰ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ἐν­το­πί­ζον­ται πολ­λοὶ γε­ω­γρα­φι­κοὶ πυ­ρῆ­νες δι­ε­θνῶς, μὲ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση νὰ πα­ρου­σιά­ζει ἐ­πί­σης ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ὡς ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος καὶ τὴν ὑ­φο­λο­γι­κὴ καὶ θε­μα­τι­κὴ ποι­κι­λο­μορ­φί­α ποὺ πα­ρου­σιά­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὴ χώ­ρα μας.

       Σύμ­φω­να μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­δί­α, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τεί­νει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ καὶ νὰ δι­α­δρα­μα­τί­σει ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο στὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνί­α. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ πε­ρι­πλο­κό­τε­ρο τρό­πο ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ δι­ή­γη­μα στὰ τέ­λη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, λό­γῳ τῆς καλ­λι­έρ­γειάς της σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φὴ ταυ­τό­χρο­να καὶ σὲ ἀ­φη­γή­μα­τα τό­σο ρη­μα­τι­κῆς φύ­σης, ὅ­σο καὶ μὲ ἄλ­λα μέ­σα. Ἔ­τσι, ἐν­δέ­χε­ται νὰ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀλ­λα­γὴ καὶ στὴν ἔν­νοι­α καὶ τὸ ρό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ τοῦ ψη­φια­κοῦ καὶ ὀ­πτι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­α­πλέ­κον­ται ἡ λο­γο­τε­χνι­κή, ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ κρι­τι­κή. Ἡ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α(6) καὶ τὴ συ­στη­μα­τι­κὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς της ὑ­πό­στα­σης, ποὺ τε­λεῖ ὑ­πὸ δι­α­μόρ­φω­ση μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ με­λε­τῶν, ἡ­με­ρί­δων, ἐ­θνι­κῶν καὶ δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων(7), μὲ πιὸ πρό­σφα­τό το 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κεν­τά­κι(8).

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως δι­α­μορ­φώ­νε­ται σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη τῆς στρο­φῆς στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω της σχε­δὸν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀ­να­λυ­τι­κῆς σκέ­ψης. Ἡ σύν­θε­τη φύ­ση της ἀ­πο­κα­λύ­πτει ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ τὸν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῆς δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας ποὺ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρω­πι­στι­κὲς σπου­δὲς καὶ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ storytelling, ἢ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμὸ ποὺ βι­ώ­νου­με, ὅ­που ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ μέ­χρι τὶς δι­α­προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις τὰ πάν­τα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α.

       Ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται νὰ συ­νά­δουν μὲ τὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ πα­ράλ­λη­λα μέ­σο δι­κτύ­ω­σης σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ καὶ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Ἡ δι­κτύ­ω­ση γε­νι­κὰ δι­α­μορ­φώ­νει ἕ­ναν κοι­νό, δι­ε­θνῆ κώ­δι­κα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ δι­α­κτί­νω­σης ἰ­δε­ῶν. Εἰ­δι­κὰ γιὰ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, ὅ­μως, δι­α­σφα­λί­ζει τὴ συ­νέ­χεια, τοὺς ἁρ­μοὺς καὶ τὶς συν­δέ­σεις καὶ μά­λι­στα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ταυ­τό­χρο­να στὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ ἔν­τυ­πο καὶ στὸν νέ­ο ρευ­στὸ καὶ ἄυ­λο χῶ­ρο τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου. Κα­τὰ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, προ­κύ­πτει ἡ ἐ­κλέ­πτυν­ση καὶ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους κι ἐ­νι­σχύ­ε­ται ἡ αὐ­το­δι­ά­θε­σή του, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ (α) ἕ­ναν γλωσ­σι­κὸ δι­α­σπα­ραγ­μὸ καὶ (β) τὴν ἀ­να­σύν­θε­σή του. Δη­λα­δή: (α) προ­σε­χτι­κὴ κα­τα­βύ­θι­ση στὸ γλωσ­σι­κὸ σύμ­παν, χρο­νο­βό­ρα προ­σπά­θεια γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρων λέ­ξε­ων (ὅ­που σε ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποί­η­ση, ἐ­δῶ ἐ­πι­λέ­γον­ται οἱ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρες λέ­ξεις ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὴν ἀ­φή­γη­ση), ἐ­πι­λεγ­μέ­να ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά, ἔ­λεγ­χος τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ δο­μι­κὴ σι­ω­πὴ(9)· (β) ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, κεί­με­νο -κό­σμος (σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ) σὲ ἐ­λά­χι­στο κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο καὶ μὲ ἑ­στί­α­ση στὸν χρό­νο τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κει­μέ­νου.

       Ἂν καὶ ἡ συ­ζή­τη­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ἀ­νοι­χτὴ καὶ ἀ­να­ζη­τοῦν­ται νέ­α με­θο­δο­λο­γι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α καὶ μί­α κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὴ τυ­πο­λο­γί­α, τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα ποὺ προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πὸ τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο στὸ Κεν­τά­κι, σκι­α­γρα­φοῦν τὴν πο­ρεί­α τῶν μελ­λον­τι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν συ­ναν­τή­σε­ων. Στὴ συ­νέ­χεια πα­ρα­τί­θεν­ται οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ἄ­ξο­νες στοὺς ὁ­ποί­ους κι­νή­θη­καν οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ὅ­πως τοὺς κα­τέ­γρα­ψε ὁ Δρ. Lauro Zavala.


Β.


ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ τοῦ 1οῦ Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 1998 στὸ Με­ξι­κό, τὰ πρα­κτι­κὰ τῶν ὑ­πό­λοι­πων συ­νε­δρί­ων εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μα σὲ ἔν­τυ­πη μορ­φὴ στὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ El Cuento en Red (http://cuentoenred.xoc.uam.mx). Πρό­σθε­το ση­μαν­τι­κὸ ὑ­λι­κὸ γιὰ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη αὐ­τοῦ του ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­δί­ου στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο στὸ Red Mini (www.redmini), τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­το­νί­ζουν οἱ Graciela Tomassini καὶ Stella Maris Co­lom­bo(10) ἀ­πὸ τὴν πό­λη Ρο­ζά­ριο τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μαν­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴν συγ­γρα­φι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­φα­νί­ζον­ται τα­κτι­κὰ στὸ Ficcion Minima (http://ficcionminima.blogspot.gr/), τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­το­νί­ζει ἡ Vio­le­ta Rojo(11) ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα. Αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς δί­κτυ­ο ἐ­ρευ­νη­τῶν τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει στὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση ἐ­θνι­κῶν συ­νε­δρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νον­ται κά­θε χρό­νο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Κο­λομ­βί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ τὸ Πε­ρού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­φε­ρεια­κὲς συ­ναν­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες συμ­με­τεῖ­χαν πάν­τα ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ καὶ προ­σκε­κλη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῆς ἀ­ρι­στεί­ας, δι­ε­θνοῦς λο­γο­τε­χνι­κῆς ποι­ό­τη­τας καὶ ποι­κι­λο­μορ­φί­ας δι­ε­ξή­χθη τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα συ­νί­στα­το στὸ ὅ­τι πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς Η.Π.Α, γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε καὶ τὴν ἀ­θρό­α συμ­με­το­χὴ Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­πο­φα­σί­στη­κε νὰ γί­νει ἀ­πο­δε­κτὴ ἡ πρό­τα­ση τῆς Δρ. Laura Pollastri(12) νὰ ὀρ­γα­νώ­σει τὸ 9ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο στὸ Universidad Nacional de Neuquén, στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὸ 2016. Τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση αὐ­τὴ ἔ­κα­νε στὴν τε­λε­τὴ λή­ξης ἡ Δρ. Rueda, ἡ ὁ­ποί­α συν­το­νί­ζει ἐ­πί­σης τὴν ἐκ­πό­νη­ση τῶν Πρα­κτι­κῶν τοῦ 8ου Συ­νε­δρί­ου καὶ τὸν σχε­δια­σμὸ ἑ­νὸς Ἄ­τλαν­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Atlas de la Minificción) σὲ γε­ω­γρα­φι­κὲς ζῶ­νες ποὺ ἐμ­φα­νί­ζουν μι­κρὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, σὲ συ­νέ­χεια τῆς πρώ­της ἀ­πό­πει­ρας χαρ­το­γρά­φη­σης τοῦ εἴ­δους στὸ Νo 26 τοῦ El Cuento en Red(13). Στὸ Συ­νέ­δριο στὸ Κεν­τά­κι συμ­με­τεῖ­χαν 30 ἐ­ρευ­νη­τὲς ἀ­πὸ 14 χῶ­ρες: Ἀρ­γεν­τι­νή, Κο­λομ­βί­α, Κού­βα, Χι­λή, Ἰ­σπα­νί­α, Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, Ἀγ­γλί­α, Ἰσ­λαν­δί­α, Με­ξι­κό, Πε­ρού, Πορ­το­γα­λί­α, Δο­μι­νι­κα­νὴ Δη­μο­κρα­τί­α κι Ἐλ­βε­τί­α. Ἐ­πί­σης, συμ­με­τεῖ­χαν με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴν Ἰ­σπα­νί­α, ὅ­πως ὁ Ginés Cutillas, ὁ David Roas, ὁ Raúl Brasca καὶ ἡ Ana María Shua.

       Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χρο­νι­κὲς στιγ­μὲς τοῦ συ­νε­δρί­ου, συ­ζη­τή­θη­κε τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς φαν­τα­στι­κῆς καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἡ σχέ­ση τους μὲ τὴ δι­ε­θνῆ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Πα­ράλ­λη­λα, δι­ε­ξή­χθη­σαν πολ­λὲς συ­ζη­τή­σεις ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὴ με­ξι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ εἴ­δους. Μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­κοι­νώ­σεις μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη προ­σέ­λευ­ση κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴν πα­ρου­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ Bárbara Fraticelli πα­ρου­σί­α­σε ἀ­πρό­σμε­νες καὶ συ­ναρ­πα­στι­κὲς μορ­φές της στὴν πορ­το­γα­λι­κή, ἰ­τα­λι­κὴ καὶ ρου­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴν κα­τα­λη­κτι­κὴ συ­νε­δρί­α­ση, ἐ­πι­ση­μάν­θη­καν με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς πι­θα­νοὺς δρό­μους ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται νὰ ἀ­κο­λου­θη­θοῦν ὥ­στε στὸ μέλ­λον νὰ αὐ­ξη­θοῦν οἱ με­λέ­τες ποὺ θὰ ἑ­στιά­ζουν στὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει στὴν αὔ­ξη­ση τῶν με­λε­τῶν (1) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, (2) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φὴ κει­μέ­νων, (3) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ (4) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρευ­να κα­θε­αυ­τή. Οἱ προ­ο­πτι­κὲς ποὺ προ­έ­κυ­ψαν φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν τὸν πυ­ρή­να τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­να­κοι­νώ­σε­ων καὶ συ­ζη­τή­σε­ων ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου, καὶ ὡς ἐκ τού­του, χρή­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρης προ­σο­χῆς:

       1. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ ὀ­κτὼ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια ποὺ ἔ­χουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα καὶ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ἄλ­λα ποὺ ἔ­χουν δι­ορ­γα­νω­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, ἔ­χουν γί­νει στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, ἀ­κό­μα καὶ σὲ χῶ­ρες ὅ­που ὁ­μι­λεῖ­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὴ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νι­κή, (ὅ­πως ἡ Ἐλ­βε­τί­α ἢ οἱ Η.Π.Α.). Ὡ­στό­σο, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη αὔ­ξη­ση λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς τῶν πο­λὺ σύν­το­μων κει­μέ­νων σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, ὅ­πως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε στὸ συ­νέ­δριο. Μά­λι­στα, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς δι­ε­ξα­γω­γῆς τοῦ τε­λευ­ταί­ου, ἐκ­δό­θη­κε ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος μὲ τί­τλο Short, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Alan Ziegler, κα­θη­γη­τῆ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Columbia. Σὲ αὐ­τὸν τὸν τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται ἑ­κα­τὸ κεί­με­να ἔ­κτα­σης ἀ­πὸ 100 ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις ἀ­πὸ σχε­δὸν ἑ­κα­τὸ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τῆς Δύ­σης, μὲ κεί­με­να γραμ­μέ­να στὴ γερ­μα­νι­κή, γαλ­λι­κή, ἰ­τα­λι­κή, ἰ­σπα­νι­κή, πορ­το­γα­λι­κή, ρω­σι­κή, ἀγ­γλι­κή, τσέ­χι­κη, ρου­μα­νι­κή, πο­λω­νι­κή, ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ σου­η­δι­κὴ γλώσ­σα(14).

       Ἡ μελ­λον­τι­κὴ δι­ορ­γά­νω­ση συ­νε­δρί­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους στό­χους, δι­ό­τι ἂν καὶ κα­τα­γρά­φε­ται μιὰ ἀ­ξι­ό­λο­γη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες ἐ­κτὸς τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς, δὲν ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μέ­χρι στιγ­μῆς κά­ποι­ο συ­νέ­δριο ποὺ νὰ με­λε­τᾶ τὸ εἶ­δος σὲ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη γλώσ­σα.

       2. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή. Ἡ πα­ρου­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, εἶ­ναι ἕ­να φυ­σι­κὸ καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτο φαι­νό­με­νο ποὺ πρέ­πει νὰ συ­ζη­τη­θεῖ καὶ νὰ με­λε­τη­θεῖ μὲ προ­σο­χή. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς σχε­τι­κῆς ἀ­να­κοί­νω­σης γι’ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ὑ­πῆρ­ξε κα­ται­γι­σμὸς σχο­λί­ων ἀ­πὸ τοὺς συμ­με­τέ­χον­τες, γε­γο­νὸς ποὺ δεί­χνει ὅ­τι ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος τὸ τί συμ­βαί­νει στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἀ­πα­σχο­λεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ ἐ­ρευ­νη­τῶν.

       Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ (ἱ­στο)χῶ­ροι γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ τῆς ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νης ἔ­ρευ­νας γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ πα­ρου­σί­α τους θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ φύ­ση τῶν πη­γῶν αὐ­τῶν, λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὴ φύ­ση τοῦ ψη­φια­κοῦ χώ­ρου, τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μη­χα­νι­σμοὶ ἐν­σω­μά­τω­σης ἀ­να­νε­ω­τι­κῶν τά­σε­ων εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀ­πὸ τὶς ἐγ­κρι­τι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες τῆς ἔν­τυ­πης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ πε­δί­ο ἀ­ξί­ζει κά­θε φο­ρὰ με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χὴ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς τοῦ εἴ­δους.

       3. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἂν καὶ σὲ ὅ­λα τα συ­νέ­δρια ὀρ­γα­νώ­νον­ται μί­α ἢ δύ­ο στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὴ συ­ζή­τη­ση πε­ρὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ γρα­φι­κὰ καὶ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὰ μέ­σα, πο­τὲ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἔ­χει συν­δι­ορ­γα­νω­θεῖ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο συ­νέ­δριο ἀ­πὸ μιὰ σχο­λὴ γραμ­μα­το­λο­γι­κῶν σπου­δῶν καὶ μιὰ σχο­λὴ σπου­δῶν μέ­σων κι ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ, ὅ­μως, ὅ­τι ἂν συ­νέ­βαι­νε κά­τι τέ­τοι­ο ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύγ­κλι­σης αὐ­τῶν τῶν δύ­ο κα­τευ­θύν­σε­ων θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σει τὴν πο­λυ­πλη­θῆ πα­ρου­σί­α τέ­τοι­ων σχο­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες πα­ρὰ τὰ κοι­νά τους ση­μεῖ­α σπά­νια ἀ­να­πτύσ­σουν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ δι­ά­λο­γο(15).

       Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νον­ται πολ­λὰ φε­στι­βὰλ ται­νι­ῶν μι­κροῦ ἢ πο­λὺ μι­κροῦ μή­κους καὶ πο­λυ­με­σι­κῶν ται­νι­ῶν (ὅ­πως φὶλμ ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται ἀ­πὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο). Σὲ αὐ­τὰ τὰ φε­στι­βάλ, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι σπα­νι­ό­τα­τη ἡ πα­ρου­σί­α ἐ­ρευ­νη­τῶν τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὸ τὸ πε­δί­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει εὐ­ρὺ φά­σμα ὑ­λι­κῶν τῆς πο­λι­τι­στι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς (ὅ­πως πο­λι­τι­κὰ καὶ ἄλ­λου τύ­που τρέ­ι­λερ, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, δη­μι­ουρ­γί­ες στα­θε­ρῆς καὶ κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας, ἤ­χου καὶ βίν­τε­ο, κ.ἄ.), τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ με­λέ­τη καὶ ἀ­νά­λυ­ση προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ χρή­ση τῶν σω­στῶν με­θο­δο­λο­γι­κῶν ἐρ­γα­λεί­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.

       4. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρευ­να κα­θε­αυ­τή. Οἱ με­λέ­τες γιὰ τὸν ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, σὲ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γλώσ­σα, βα­σι­κὴ ἢ ὑ­πὸ δι­α­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα ἑλ­κυ­στι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο γιὰ ὅ­σους ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ τὴν προ­ο­πτι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ αὐ­στη­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κά, καλ­λι­τε­χνι­κὰ καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κά της ὅ­ρια.

       Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἐκ­μά­θη­ση μιᾶς ξέ­νης γλώσ­σας καὶ ἡ πρα­κτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ἀ­πο­τε­λοῦν φυ­σι­κὰ καὶ πρό­σφο­ρα ἐ­δά­φη στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο, ὅ­πως εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ σὲ προ­η­γού­με­να, ἀλ­λὰ καὶ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο(16).

       Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀ­πὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ κι ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ σκο­πιά, συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ εὐ­ρὺ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­δί­ο.


       Ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο στοι­χεῖ­ο αὐ­τῆς τῆς συ­νάν­τη­σης ἦ­ταν ἡ ἐ­πι­με­λὴς δι­ορ­γά­νω­ση καὶ ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς εὐ­νο­ϊ­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος γιὰ ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κὴ κι ἔν­το­νη ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση ἰ­δε­ῶν, γιὰ ἀν­ταλ­λα­γὴ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ γιὰ τὴν πη­γαί­α χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ δι­ά­θε­ση τῶν ὁ­μι­λη­τῶν.

Σημειώσεις τῆς Δήμητρας Ἰ. Χριστοδούλου:

(1) Μέ­λος τῆς Academia Norteamericana de la Lengua Española (ANLE)

(2) Πρό­κει­ται γιὰ τὴν συ­νο­πτι­κὴ πα­ρά­θε­ση στοι­χεί­ων, συμ­πε­ρα­σμά­των καὶ προ­τά­σε­ων ποὺ κα­τα­γρά­φη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Συ­νε­δρί­ου καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α μοῦ δι­έ­θε­σε ὁ Δρ.Lauro Zavala, κα­τό­πιν ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μας μὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α (Νο­έμ­βριος 2014 -Μά­ι­ος 2015). Ἡ ἐ­πι­λε­κτι­κὴ πα­ρά­θε­ση τῶν στοι­χεί­ων καὶ ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι δι­κή μου.

(3) Τὴν πι­θα­νό­τη­τα ὕ­παρ­ξης νέ­ου ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­δί­ου ἔ­ρευ­νας ἀ­νέ­δει­ξε πρώ­τη ἡ Κου­βα­νέ­ζα Dolores Mercedes Koch (1928-2009) μὲ τὴ μο­νο­γρα­φί­α της El micro-relato en Mexico: Torri, Arreola, Monterroso ποὺ πα­ρου­σί­α­σε στὸ City University of New York τὸ 1981, ἐ­νῶ τὸ σχε­τι­κὸ ἄρ­θρο της στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Hispamérica, ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς.

(4) Ὁ ἀν­τί­στοι­χος ἑλ­λη­νι­κὸς ὅ­ρος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ῶ σὲ ὅ­λο το πα­ρὸν κεί­με­νο εἶ­ναι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φο­ρᾶ στὸ νέ­ο αὐ­τὸ εἶ­δος λό­γου γε­νι­κὰ καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐλ­λεί­ψει ἑ­νὸς κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτοῦ ὄ­ρου. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σω­πι­κή μου πρό­τα­ση, ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρό­σφα­της με­λέ­της ποὺ ἔ­χω ἐκ­πο­νή­σει.

(βλ. http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:6267&lang=el σελ. 9-11).

(5) Rourke Lee, A brief history of fables: from Aesop to flash fiction, London: Hesperus Press, 2011.

(6) Ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α ὑ­φί­στα­ται ἐ­πει­δὴ ἡ συ­ζή­τη­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­χτὴ ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμό του, τὰ εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του, ὡς πρὸς ἕ­να κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὄ­νο­μα, τὴ σύ­στα­ση μιᾶς νέ­α με­θο­δο­λο­γί­ας, ὡς πρὸς τὸ ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ ἢ ὄ­χι ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἔν­τυ­πης ἢ ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἢ καὶ τὰ δύ­ο ταυ­τό­χρο­να, γιὰ τὸ ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη, ἢ δεί­κτη ἐ­πι­κρά­τη­σης τῆς ἀ­φή­γη­σης σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, κ.ἄ. Ἂν ἀ­φο­ρᾶ, δη­λα­δή, σὲ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­στη­ρὰ ρη­μα­τι­κῆς φύ­σης ἢ ἡ σύγ­χρο­νη ἔ­ρευ­να ὀ­φεί­λει νὰ συ­νε­ξε­τά­σει καὶ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ ἄλ­λα μέ­σα, ὅ­πως ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος (ται­νί­ες πο­λὺ μι­κροῦ μή­κους, μὲ κά­με­ρα ἢ μὲ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο), ἡ μου­σι­κὴ (ὀ­λι­γό­λε­πτες ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες συν­θέ­σεις ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς, πει­ρα­μα­τι­κῆς ἢ καὶ κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς), ὁ χο­ρὸς (π.χ. flash mob), κ.ἄ.

(7) Ἡ αὐ­το­δι­ά­θε­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας εἶ­χε ἤ­δη ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ὁ Δρ. Lauro Zavala πρὶν 16 χρό­νια (1998, Με­ξι­κό). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἡ Σα­λα­μάν­κα (2002), ἡ Playa Ancha στὴ Χι­λή (2004), ἡ Ἐλ­βε­τί­α (2006), ἡ Ἀρ­γεν­τι­νή (2008), ἡ Κο­λομ­βί­α (2010) καὶ ἡ Γερ­μα­νί­α (Βε­ρο­λί­νο, 2012), ὅ­λα ὅ­μως στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα.

(8) http://microfiction.uky.edu/ Ἡ ἐ­πί­ση­μη ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ συ­νε­δρί­ου (πρό­γραμ­μα, πε­ρι­λή­ψεις ἀ­να­κοι­νώ­σε­ων, ὀρ­γα­νω­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, κ.ἄ.)

(9) Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ὡς ση­μαν­τι­κό­τε­ροι πρό­δρο­μοι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς ἀ­να­φέ­ρον­ται οἱ F. Kafka, A. Chekhov, J.L. Borges (ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ τὴ συν­το­μί­α, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὸ ἀ­ναγ­καῖ­ον στὴ μι­μη­τι­κὴ λει­τουρ­γί­α, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς σω­στῆς ρύθ­μι­σης τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, στὴν ὁ­ποί­α ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δι­α­πι­στώ­νει τὴ γλωσ­σι­κὴ ἀ­φα­σί­α (ἄ­φα­τος = ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ λε­χθεῖ). Ἡ Ἀ­νεί­πω­τη Λέ­ξη (The Word), ἡ μπορ­χι­κὴ λέ­ξη, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὰ ἔρ­γα τοῦ Borges, ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ πυ­λώ­να στὴν ἀ­φή­γη­σή του καὶ εἶ­ναι ἐ­ξ’ ὁ­ρι­σμοῦ ἀ­δύ­να­το νὰ ὁ­ρι­στεῖ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἑ. Κε­φά­λα, ἡ μπορ­χι­κὴ αὐ­τὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­ω­ρη­τι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο καὶ εἶ­ναι πρα­κτι­κὰ ἀ­δύ­να­το νὰ τι­θα­σευ­τεῖ μὲ τὶς φορ­μα­λι­στι­κὲς γλωσ­σο­κεν­τρι­κὲς με­θό­δους. Πρό­κει­ται, δη­λα­δὴ γιὰ μιὰ δο­μή, μιὰ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἀ­να­πα­ρι­στᾶ­ται ἡ σι­ω­πὴ ἀλ­λὰ ἐγ­γρά­φε­ται στὰ συ­στα­τι­κά της, ποὺ ἡ φορ­μα­λι­στι­κὴ τυ­πο­λο­γί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­αρ­ρή­ξει, πα­ρὰ μό­νο νὰ ἐν­το­πί­σει), J. Cortázar, A. Monterroso, E. Hemingway καὶ R. Carver. (βλ. ὅ­πως πα­ρα­πά­νω

http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:6267&lang=el σελ. 72-79)

(10) Μέ­λη τῆς ANLE.

(11) Μέ­λος τῆς ANLE.

(12) Μέ­λος τῆς ANLE καὶ συ­νε­πι­με­λή­τρια μὲ τὸν Carlos Paldao τοῦ συλ­λο­γι­κοῦ τό­μου Entre el ojo y la letra. El microrrelato hispanoamericano actual. Washington, Coleccion Pulso Herido, ANLE, 2014, 647 σ.

(13) http://cuentoenred.xoc.uam.mx/tabla_contenido.php?id_fasciculo=607 (Φθι­νό­πω­ρο 2012)

(14) Alan Ziegler, ed.: Short. An Inter­na­tio­nal An­tho­lo­gy of Fi­ve Cen­tu­ri­es of Short-Short Sto­ri­es, Pro­se Po­ems, Brief Es­sa­ys, and O­ther Short Prose Forms. New York, Persea Books, 2014

(15) Στμ.: ἡ ἀ­να­φο­ρὰ ἐ­δῶ γί­νε­ται γιὰ τὸ Με­ξι­κό.

(16) Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου δι­α­τέ­θη­κε στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ ἰ­δί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τὸ ἀ­πο­λύ­τως σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θέ­μα βι­βλί­ο τοῦ ὑ­πεύ­θυ­νού του ἐρ­γα­στη­ρί­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου: How To Write Short. Word Craft for Fast Times. New York, Little, Brown and Company, 2014.

[Ὁ με­ξι­κα­νὸς ἐ­ρευ­νη­τὴς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα ἐκ­θέ­τει τὸ θέ­μα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ τρα­πε­ζιοῦ ποὺ κλεί­νει τὶς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε με­τα­ξὺ 15 καὶ 17 Ὀ­κτω­βρί­ου 2014 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ): Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Lauro Zavala. Συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ VIII Δι­ε­θνοῦς Συ­νέ­δριου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, Ὀ­κτώ­βριος 2014, Κεν­τά­κι, Η.Π.Α. Πρώ­­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Γιάν­νης Πα­τί­λης Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015).

Δρ. Λάουρο Ζαβάλα (Dr. Lauro Zavala) (Με­ξι­κό, 1954). Εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τῆς Με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Με­ξι­κὸ καὶ δι­δά­σκει Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Autónoma Metropolitana, Xochimilco, τῆς Πό­λης τοῦ Με­ξι­κὸ ἀ­πὸ τὸ 1984. Εἶ­ναι γνω­στὸς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­νά του στὴ θε­ω­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ ση­μει­ω­τι­κή, τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴ συ­στη­μα­τι­κὴ με­λέ­τη του τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς πο­λὺ μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (minificción). Τὸ 1998 δι­όρ­γα­νω­σε τὸ πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κό.  Βι­βλί­α του (ἐν­δει­κτι­κά): La minificción bajo el micro­sco­pio (Me­xico: U­niversi­dad Na­cio­nal Autónoma de Me­xico, 2006), Cartografías del cuento y la minificción (Spain: Espuela de Plata, 2004)· ἄρ­θρα του (ἐν­δει­κτι­κά): «Seis pro­ble­mas p­ara la minificción, un género del ter­cer mi­le­nio: Bre­ve­dad, Di­ve­rsi­dad, Com­pli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Fu­ga­ci­dad, Vir­tu­ali­dad» (2010) καὶ «El cu­e­nto ultra­corto: Ha­cia un nu­evo ca­non li­te­ra­rio» (2010).

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.