Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

.

cyanotype (11)

.

Α.Κ. Χριστοδούλου

 

Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

 

02-Taphέρμα τῆς ὁ­δοῦ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ἐ­κεῖ ποὺ ἄρ­χι­ζαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια τὰ κα­τα­πρά­σι­να πε­ρι­βό­λια, μὲ τὶς μαρ­γα­ρί­τες, τὶς πα­πα­ροῦ­νες καὶ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες νὰ χο­ρε­ύ­ουν ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ λυ­γε­ρό­κορ­μα ἀ­ε­ρά­κια τῆς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να το­ύ­βλι­νο κα­λυ­βά­κι, μὲ ἕ­να κολ­λη­τὸ τσα­τμα­δέ­νιο χα­μη­λὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη γρι­ο­ύ­λα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀ­γω­γι­ά­της, κα­βά­λα σὲ μου­λά­ρι, μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Μα­κρυ­νί­τσα, ποὺ νὰ μὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὴν ὄ­μορ­φη πο­λι­τε­ί­α μὲ ἕ­ναν τρυ­φε­ρό, νο­ε­ρὸ ἀ­σφα­λῶς, ἀ­σπα­σμὸ τῆς γλυ­κύ­τα­της Εὐ­θα­λί­ας. Σήμερα τὸ κα­λυ­βά­κι, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, κλει­δω­μέ­νο, μὲ βου­λι­αγ­μέ­νη στέ­γη καὶ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, σώ­ζε­ται ἀ­κό­μη κα­θὼς πλη­θα­ί­νουν ὁ­λό­γυ­ρα οἱ πο­λυ­ό­ρο­φες φυ­λα­κὲς ποὺ ὑ­ψώ­νει ἡ ἀ­συμ­πό­νε­τη πο­λι­τε­ί­α στὶς ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τες ἐ­κτά­σεις τῶν κλη­ρο­νό­μων Κου­τί­να, ξε­στρω­μέ­νες πλέ­ον, δί­χως τά­πη­τες χλό­ης — τὸ μο­νο­πά­τι ἀ­πὸ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος με­το­νο­μά­στη­κε σὲ ὁ­δὸ ᾿Ι­σα­ύ­ρων πρὸς τι­μὴν τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων Του. ῞Ο­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α μας δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸ λι­τὸ καὶ ἡ­λι­ό­λου­στο ἐν­δι­α­ί­τη­μα τῆς κα­λῆς Εὐ­θα­λί­ας, ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο κα­τα­γώ­γιο, μου­λι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξη­ρα­σί­α στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς της. Τί λέ­ω! γιὰ ἀ­μέ­τρη­τα θε­ό­στε­γνα μπουν­τρο­ύ­μια, ὅ­πως θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψει, ὑ­πο­θέ­τω, ἡ γρα­φί­δα μας. ῍Ας ἀ­κο­λου­θή­σου­με ὅ­μως τὴ λο­γι­κὴ τῶν πραγ­μά­των. ῾Η Εὐ­θα­λί­α ζοῦ­σε μό­νη στὸ κα­λυ­βά­κι. ῍Αν καὶ φαι­νό­ταν φτω­χή, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­πως ἀ­πο­δε­ί­χτη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὐ­κα­τά­στα­τη. Σπα­τά­λη­σε τό­σο ρευ­στό, ποὺ στὸ τέ­λος ἰ­κμὰς εὐ­ρω­στί­ας δὲν ἀ­πό­μει­νε κα­μιὰ στὸ τα­μεῖ­ο. ῾Ω­στό­σο ζοῦ­σε ἁ­πλὴ ζωή, σὲ μιὰν αὐ­λὴ γε­μά­τη λου­λο­ύ­δια καὶ σὲ μιὰ κα­τα­πρά­σι­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἔ­σφυ­ζε ἀ­πὸ ζωή. ῾Ο­λό­γυ­ρα ἔ­θαλ­λε ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς πα­ρά­δει­σος. ῾Ω­στό­σο τὴν ἀ­γα­θὴ ἐ­το­ύ­τη ψυ­χή, ὅ­πως, ἀλ­λί­μο­νο, κά­θε ψυ­χή, πα­ί­δευ­ε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μα­νί­α — κά­θε πρωί, μὲ δυ­ὸ κα­λά­θια στὰ χέ­ρια, χα­νό­ταν στὰ ρου­μά­νια καὶ τὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ Σα­ρα­κη­νοῦ. Τί ἔ­κα­νε στὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ὅ­που δὲν ὑ­πῆρ­χε χλω­ρὸ κλα­δί; Θαυ­μά­στε, κύ­ριοι, τί πα­ρα­ξε­νι­ὲς μπο­ροῦν νὰ τα­λα­νί­ζουν ἀ­κό­μα καὶ τὴν πιὸ ἁ­πλὴ ψυ­χή — ποὺ ση­μα­ί­νει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ προ­σθέ­σω, πὼς δὲν πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν Πλά­ση ψυ­χὴ ἀν­θρώ­που ποὺ νὰ εἶ­ναι στ᾿ ἀ­λή­θεια ἁ­πλή. ῾Η Εὐ­θα­λί­α εἶ­χε τὴ μα­νί­α νὰ μα­ζε­ύ­ει ὁ,τι­δή­πο­τε ξε­ρὸ κα­τα­γῆς — ξε­ρὰ φύλ­λα, ξε­ρὰ λου­λο­ύ­δια, ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια. Γέμιζε τὰ κα­λά­θια καὶ φορ­τω­μέ­νη γύ­ρι­ζε στὸ κα­λυ­βά­κι, ὅ­που συ­νέ­χι­ζε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες ἀ­σχο­λί­ες μιᾶς κα­νο­νι­κῆς μέ­ρας. Μο­λο­νό­τι ὅ­λοι ἦ­ταν πά­ντα κον­τὰ στὴν Εὐ­θα­λί­α, κα­νεὶς ὡ­στό­σο δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τὴ τὴν τό­σο προ­σω­πι­κή της ἰ­δι­ο­τρο­πί­α. Τί νό­η­μα εἶ­χε ἐ­κε­ί­νη ἡ συγ­κο­μι­δὴ τῶν ξε­ρῶν ἀ­πορ­ρι­μά­των τῆς ζω­ῆς, ὅ­που ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ὴ εἶ­χε ἀ­φα­νί­σει κά­θε ἴ­χνος ζω­ῆς, κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε. ᾿Ε­ρω­τή­σεις στὸ ζή­τη­μα τοῦ­το ἡ Εὐ­θα­λί­α δὲ σή­κω­νε. ῎Ε­κο­βε τὴν κου­βέ­ντα καὶ ἀ­πο­συ­ρό­ταν στὸ κα­μα­ρά­κι. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ μα­νί­α τῆς γρι­ο­ύ­λας ξε­θώ­ρια­σε στὴ συ­νε­ί­δη­ση τῶν πε­ρι­ο­ί­κων σὲ ἁ­πλὴ συ­νή­θεια, κι ἐ­φό­σον εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὴν ἴ­δια, σὲ ἀ­πα­σχό­λη­ση δι­α­σκε­δα­στι­κή, ἄ­ρα ἀ­πό­λυ­τα θε­μι­τή. Ξε­θώ­ρια­σε μά­λι­στα τό­σο πο­λὺ ποὺ θὰ προ­κα­λοῦ­σε κα­τά­πλη­ξη ἂν μά­θαι­ναν αἴφ­νης πὼς ἡ συλ­λέ­κτρια εἶ­χε πά­ψει νὰ συλ­λέ­γει τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ ἀ­φή­νει στὸ δι­ά­βα της ἡ ζωή. ῞Ο­μως ὅ­λα ἔ­χουν τέ­λος. ῾Η ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τῆς Εὐ­θα­λί­ας ἐν­τα­φι­ά­στη­κε ἕ­να δει­λι­νὸ μα­ζὶ μὲ τὴ σο­ρό της στὸ κοι­μη­τή­ρι τῆς ῾Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Καὶ φυ­σι­κὰ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα οἱ βα­θιὰ τε­θλιμ­μέ­νοι συγ­γε­νεῖς μὲ κα­τα­κόκ­κι­να τὰ μά­τια, ὑ­πο­τί­θε­ται ἀ­πὸ τὸ κλά­μα, ξε­κλε­ί­δω­σαν τὸ σπι­τά­κι γιὰ τὸ γνω­στὸ συγ­γε­νι­κὸ πλι­ά­τσι­κο. ᾿Αν­τὶ γιὰ τι­μαλ­φῆ καὶ με­τρη­τὰ ὅ­μως δὲ βρῆ­καν πα­ρὰ μό­νο ἕ­ναν χον­τρὸ φά­κελ­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν δε­κά­δες μι­σθω­τή­ρια συμ­φω­νη­τι­κά. ῾Η μα­κα­ρί­τισ­σα φε­ρό­ταν νὰ ἔ­χει μι­σθώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πε­νή­ντα δω­μά­τια, ἀ­πο­θη­κοῦ­λες, κα­τα­στή­μα­τα, κα­μα­ρά­κια, κε­λά­ρια καὶ βά­λε. Οἱ κλη­ρο­νό­μοι ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μὲ τὶς τσέ­πες ἄ­δει­ες. ῞Ο,τι κλη­ρο­δό­τη­σε ἡ Εὐ­θα­λί­α σὲ αὐ­τοὺς ἦ­ταν στὸ τέ­λος μό­νο μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἀ­μη­χα­νί­α. Τί ἀ­πο­θη­σα­ύ­ρι­ζε σὲ αὐ­τὲς τὶς ἄ­τυ­πες τρα­πε­ζι­κὲς θυ­ρί­δες ἡ ἄ­γα­μη μα­κα­ρί­τισ­σα; Μιὰ ἀρ­μα­θιὰ κλει­διὰ δί­πλα στὸ φά­κελ­λο ἔ­ρι­ξε φῶς στὸ σκο­τά­δι αὐ­τῶν τῶν μι­σθί­ων. ῞Ο­λα ἦ­ταν φί­σκα γε­μά­τα ἀ­πὸ τὰ ξε­ρὰ φυλ­λα­ρά­κια, τὰ ξε­ρὰ λου­λου­δά­κια καὶ τὰ ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια, ποὺ σό­δευ­ε ἡ νε­κρὴ μὲ τό­ση προ­σή­λω­ση καὶ τό­ση πε­ρι­συλ­λο­γὴ σὲ ὅ­λο τὸ δι­ά­βα τῆς ἄ­γο­νης ζω­ῆς της. ῾Ως φα­ί­νε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος δι­ο­ρα­τι­κὸς νὰ εἰ­κά­σει, ἡ τί­μια Εὐ­θα­λί­α, μο­λο­νό­τι εὐ­νο­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­νε­ξά­ντλη­τη χλω­ρο­φύλ­λη ποὺ ἀ­να­ζω­ο­γο­νοῦ­σε δια­ρκῶς τὴ σω­μα­τι­κή της εὐ­ρω­στί­α, ὠ­θο­ύ­με­νη ὡ­στό­σο ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­στι­κτο ἀ­δι­ευ­κρί­νι­στο καὶ σκο­τει­νό, βλα­στο­λο­γοῦ­σε ὁ­λη­με­ρὶς τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ θρα­σο­μα­νοῦ­σε στὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ μυα­λοῦ της. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη βά­σι­μα νὰ ὑ­πο­θέ­σει, πρὸς τι­μὴν ἀ­σφα­λῶς τῆς θα­νο­ύ­σης, πὼς αὐ­τὴ ἡ δα­ή­μων ἀ­στε­φά­νω­τη ψυ­χὴ δὲν πρέ­πει νὰ κα­μώ­θη­κε στιγ­μὴ πὼς ξέ­χα­σε τά­χα τὴν προ­ί­κα, πο­λυ­τί­μη­το δῶ­ρο, μο­να­δι­κὸ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τρός, ποὺ ἄ­φη­ναν ἀ­δα­ή­μο­νες νὰ σα­πί­ζει ὅ­λες οἱ στε­φα­νω­μέ­νες μὲ ἀ­μά­ραν­τα λου­λο­ύ­δια μιᾶς ἀ­ει­θα­λοῦς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως ὣς τὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κεί­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ὁ “Σωσίας”, ἕνα ἀριστούργημα

 

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ὁ «Σω­σίας», ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα

 

Ι­ΚΑΙ­Α ΑΥ­ΤΟ ΤΟ Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΥΡ­ΓΗ­ΜΑ εἶ­χε ἀ­πο­σπά­σει τὸ βρα­βεῖ­ο. «Ποι­ός ἦ­ταν ὁ σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ με­τέ­ω­ρο ἐ­ρώ­τη­μα στὴ σκέ­ψη τῶν με­λῶν τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ εἶ­χε βρα­βε­ύ­σει τὸ θαυ­μά­σιο δι­ή­γη­μα. «Θὰ τὸν γνω­ρί­σου­με ἐ­ξά­παν­τος στὴν τε­λε­τὴ τῆς ἀ­πο­νο­μῆς», σχο­λί­α­σε ὁ Πρό­ε­δρος κλε­ί­ον­τας τὴ συ­νε­δρί­α­ση, ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς χω­ρὶς νὰ ὁ­ρί­σει τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α τῆς ἐκ­δή­λω­σης. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὁ γραμ­μα­τέ­ας τα­χυ­δρό­μη­σε στὴ ὁ­δὸ Τά­δε ἀ­ριθ­μὸς τά­δε, πρό­σκλη­ση πρὸς τὸν ἀ­ξι­ό­τι­μο κύ­ριο Γραμ­μέ­νο Γραμ­με­νό­που­λο, συγ­γρα­φέ­α τοῦ βρα­βευ­μέ­νου «Σω­σί­α», νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἐ­νώ­πιον τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖο. Στὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ καὶ κα­τά­με­στην αἴ­θου­σα τοῦ νε­ο­κλα­σι­κοῦ με­γά­ρου τῆς Ἐ­ξω­ρα­ϊ­στι­κῆς, ἀ­λη­θι­νοῦ κο­σμή­μα­τος τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας τῆς πό­λε­ως Βό­λου, τὴν ὁ­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα καὶ ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς «Ἑ­νώ­σε­ως Φι­λο­τέ­χνων», τὸ ὄ­νο­μα «Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος» καὶ ἀ­κο­λο­ύ­θως «βρα­βεῖ­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τέ­χνης διὰ τὸ δι­ή­γη­μα Σω­σί­ας. Πα­ρα­κα­λεῖ­ται ὁ συγ­γρα­φεὺς νὰ προ­σέλ­θει». Βα­θιὰ σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Προ­έ­δρου. Ὅ­ταν ἡ ἡ­συ­χί­α λί­γο ἤ­θε­λε γιὰ νὰ γυ­ρί­σει σὲ θο­ρυ­βη­μέ­νη ἀ­νη­συ­χί­α, ἤ­χη­σαν ταυ­τό­χρο­να στὰ ἀ­φτιὰ τοῦ ἄ­φω­νου ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δυ­ὸ πα­ρά­φω­να «πα­ρών» καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ δυ­ὸ νε­α­ροὶ ἔ­σπευ­σαν στὴν ἕ­δρα τοῦ προ­ε­δρε­ί­ου. Ὁ πρῶ­τος, ψη­λὸς καὶ φα­λα­κρὸς μὲ χον­τρὲς δι­ό­πτρες, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ δε­χτεῖ τὴν τι­μη­τι­κὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ Προ­έ­δρου. Τὸν πρό­λα­βε ὅ­μως ὁ δε­ύ­τε­ρος, ἕ­νας κον­τό­χον­τρος σγου­ρο­μάλ­λης μὲ λε­πτὰ μα­το­γυ­ά­λια, ποὺ χο­ύ­φτω­σε μὲ βι­ά­ση τὴν προ­τε­τα­μέ­νη πα­λά­μη, κα­θὼς πε­ρί­με­νε με­τέ­ω­ρη τὴ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ πρώ­του. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­κο­ύ­στη­κε νὰ λέ­ει: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Μιὰ δε­ύ­τε­ρη σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρώ­τη, ποὺ ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ σπά­σει ἀ­πὸ μιὰν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα — «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος, συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Κα­θὼς οἱ ψυ­χρὲς μορ­φὲς στὰ βι­τρὼ τῶν πα­ρα­θύ­ρων τα­ραγ­μέ­νες ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ σε­ί­ον­ται, ἕ­να παν­δαι­μό­νιο ξέ­σπα­σε στὴν αἴ­θου­σα — χά­χα­να, πα­λα­μά­κια, γέ­λω­τες, κο­ρο­ϊ­δί­ες καὶ ἀ­να­θε­μα­τί­σμα­τα ἐ­ρέ­θι­ζαν τοὺς δυ­ὸ ὑ­πο­θε­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ «Σω­σί­α», ποὺ δι­α­πλη­κτί­ζον­ταν γιὰ τὰ πρω­τεῖ­α σὰ δυ­ὸ κα­ρι­κα­τοῦ­ρες τοῦ Ντω­μι­ὲ μπρὸς στὴν ἕ­δρα ἑ­νὸς Δι­κα­στη­ρί­ου. Δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως ἡ σι­ω­πὴ νὰ ἐ­πι­βά­λει τὸ κλο­νι­σμέ­νο κύ­ρος της. Ὁ Πρό­ε­δρος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ κυ­ρί­ους καὶ ἔ­λα­βε στὰ χέ­ρια τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες. Με­τά, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο δελ­τί­ο, σκο­ύ­πι­σε ἕ­ναν ψι­λὸ ἱ­δρώ­τα ποὺ εἶ­χε νο­τί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ὅ­λοι τε­λοῦ­σαν σὲ νευ­ρι­κὴ ἀ­δη­μο­νί­α. «Ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἦ­ταν ὁ αὐ­θεν­τι­κὸς δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ φτε­ρο­ύ­γι­ζε ἕ­να γύ­ρο στὴν αἴ­θου­σα. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­ρο­βή­χουν, νὰ χτυ­ποῦν στὰ κα­θί­σμα­τα τὰ πα­πο­ύ­τσια, ὁ Πρό­ε­δρος ὅ­μως ἀ­φη­ρη­μέ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ πα­ρα­δέρ­νει στὰ χα­μέ­να. Οἱ δυ­ὸ ἀν­τί­δι­κοι συγ­γρα­φεῖς πε­ρί­με­ναν μὲ ἀ­γω­νί­α τὸ δί­κιο του ὁ κα­θεὶς ἀ­πὸ τὴν κρί­ση τοῦ πε­λα­γω­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Μά­ται­α ὅ­μως. Ὁ ἀν­τι­πρό­ε­δρος στὸ τέ­λος ἄ­σκυ­ψε στὸ ἀ­φτὶ τοῦ προ­έ­δρου καὶ κά­τι ψι­θύ­ρι­σε, ποὺ κα­τα­τρό­μα­ξε τὸ δύ­στυ­χο· τό­σο μά­λι­στα ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φι­άλ­της ποὺ γκρε­μί­ζει ἕ­ναν κοι­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι κα­τα­γῆς. Τὴν ἄλ­λη στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος, μὲ τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες στὰ χέ­ρια, καὶ εἶ­πε μὲ συν­τε­τριμ­μέ­νη φω­νή: «Κύ­ριοι, καὶ τὰ δύ­ο δελ­τί­α φέ­ρουν ἀ­κρι­βῶς τὶς ἴ­δι­ες ἐγ­γρα­φές, ὀ­νό­μα­τα, δι­ευ­θύν­σεις καὶ λοι­πὰ στοι­χεῖ­α. Δὲν μπο­ρῶ νὰ δι­α­νο­η­θῶ πε­ρί­πτω­ση πλα­στο­γρα­φί­ας. Ὡς ἐκ το­ύ­του ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ δι­α­κρί­νει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Σω­σία. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ οἱ ταυ­τό­τη­τες δὲν εἶ­ναι πλέ­ον ἀ­σφα­λὴς τρό­πος ἀ­πο­δε­ί­ξε­ως τῆς αὐ­θεν­τι­κό­τη­τος ἑ­νὸς ἀ­τό­μου. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ἐ­ξ ἀ­φορ­μῆς τῆς φαρ­σο­κω­μω­δί­ας ποὺ γε­λοι­ο­πο­ί­η­σε τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τοῦ πα­ρόν­τος θε­σμοῦ, πὼς τὰ ὀ­νό­μα­τα, —ὅ­λα τὰ ὀ­νό­μα­τα, κύ­ριοι,— εἶ­ναι ἁ­πλὰ ψευ­δώ­νυ­μα. Δὲν ξέ­ρου­με ποι­ὸς ἀ­κρι­βῶς κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κου­ίν­τες. Προ­τε­ί­νω λοι­πὸν τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ δο­θεῖ στὸ Σω­σί­α, τὸν μό­νο αὐ­θεν­τι­κὸ ἥ­ρω­α τῆς πα­ρο­ύ­σης ἰ­λα­ρο­τρα­γω­δί­ας. Γιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ὁ συγ­γρα­φεὺς πρὸς τὸ πα­ρὸν θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πών. Εἶ­ναι φυ­σι­κό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ πα­ρα­με­ί­νει μα­ζὶ μὲ τὸ βι­βλί­ο στὰ ἀ­ζή­τη­τα τῆς Ἑ­νώ­σε­ως. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ ὁ θε­σμὸς τῆς ἀ­πο­νο­μῆς βρα­βε­ί­ων κα­ταρ­γεῖ­ται.» Ἕ­να σο­ύ­σου­ρο ἀ­πὸ πνι­χτὲς βρι­σι­ές, εἰ­ρω­νι­κὰ μει­δι­ά­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­ες ἀ­συμ­μά­ζευ­τες ὀρ­γί­λες κραυ­γὲς συ­νό­δευ­σαν τὰ μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν, ἐ­νῶ οἱ δυ­ὸ συν­τε­τριμ­μέ­νοι ὑ­πο­θε­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς τρα­βοῦ­σαν χω­ρι­στὰ πρὸς τὶς ἐ­ξό­δους μὲ ἄ­γρια καὶ φα­νε­ρὴ ἡ­δο­νὴ ὁ ἕ­νας γιὰ τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ἄλ­λου καὶ ἀ­μοι­βα­ί­α ὀ­δύ­νη γιὰ τὴν κοι­νὴ ἀ­τι­μω­τι­κή τους στέ­ρη­ση.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέκ­δο­τη συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον. Πρώ­τη δημοσί­ε­ση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κε­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Πρότυπον Φυτοκομεῖον: Ὁ Κινέζος

 

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου

 

Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον: Ὁ Κι­νέ­ζος

 

Ε­ΦΥ­ΤΡΩ­ΣΕ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ ἂν τὸ «πράγ­μα» ἐ­κεῖ­νο ἦ­ταν βρέ­φος, ἔ­φη­βος, ἄν­τρας ἢ γέ­ρος – στὴν ἀρ­χὴ ἢ στὸ τέ­λος τοῦ γή­ρα­τος. Ἕ­να πρω­ὶ οἱ κα­τα­στη­μα­τάρ­χες τοῦ ὡ­ραί­ου Βό­λου, κα­θὼς ξε­κλεί­δω­ναν τὰ μα­γα­ζιὰ τῆς Ἑρ­μοῦ, δι­α­πί­στω­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη καὶ τα­ρα­χὴ πὼς στὸ στε­νά­κι τοῦ Κου­τσί­να, λί­γο πιὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐμ­πο­ρι­κὰ τῶν Βα­ροὺχ καὶ Ἀ­βδελ­λᾶ, σὲ μιὰ πα­λιά, ἐ­ρει­πω­μέ­νη ἀ­πο­θή­κη, χρό­νια κλει­στή, ἔ­τρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θά­νοι­χτη πόρ­τα μιὰ ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φή:

 

ΠΡΟ­ΤΥ­ΠΟΝ ΦΥ­ΤΟ­ΚΟ­ΜΕΙ­ΟΝ,

Δεν­δρύλ­λια Ἐ­ξω­τι­κά,

Ὁ Κι­νέ­ζος.

 

         Τὴν ἔκ­πλη­ξη δι­α­δέ­χτη­κε, ὅ­πως πάν­τα, ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Ὁ μαρ­μά­ρι­νος ντου­σε­μὲς τῆς Ἑρ­μοῦ δι­έ­δω­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὴν ἀλ­λό­κο­τη εἴ­δη­ση σ’ ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἔμ­πο­ρος στὴν Ἑρ­μοῦ, ἐ­κεί­νη τὴ συν­νε­φι­α­σμέ­νη μέ­ρα τοῦ ’­50, ποὺ νὰ μὴν ἔ­ρι­ξε μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ Κι­νέ­ζου· ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς χω­ρὶς μιὰ δό­ση ἱ­ε­ρῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης γιὰ τὸ θρά­σος τοῦ ἀ­να­το­λί­τη μὲ τ’ ἀ­κά­θαρ­τα πνευ­μό­νια νὰ ἀ­να­πνεύ­σει τὸ λα­γα­ρι­σμέ­νο ἀ­έ­ρα μιᾶς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί γύ­ρευ­ε ἕ­νας Κι­νέ­ζος μά­γος στὴν ὀρ­θό­δο­ξη κοι­νω­νί­α μας; Τί σή­μαι­νε ἐ­κεί­νη ἡ πα­ρά­ξε­νη ἐ­πι­γρα­φή; Τὸ φυ­το­κο­μεῖ­ο του ὡ­στό­σο πε­ρί­με­νε πε­λά­τες. Ἰ­δοὺ τὸ πρό­σχη­μα γιὰ μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸ βά­θος. Ὅ­ταν ὅ­λος ὁ Βό­λος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ φυ­τώ­ριο τοῦ Κι­νέ­ζου, ὑ­ψώ­θη­κε σὰν κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες τῶν ἀρ­χον­τι­κῶν τῆς πό­λης, ἡ ἴ­δια ἀ­πο­ρί­α: Ποι­ός μπα­γα­πόν­της ἦ­ταν ὁ ἀ­σιά­της αὐ­τὸς ποὺ ἤ­ξε­ρε τρό­πους νὰ σμι­κρύ­νει τὶς δι­α­στά­σεις τῶν φυ­τῶν, γυ­ρί­ζον­τας δέν­τρα μὲ κορ­μοὺς ἐκ Θε­οῦ γι­γάν­τιους, σὲ τρο­μα­κτι­κὲς μι­νι­α­τοῦ­ρες στρε­βλω­μέ­νες σὲ δα­κτυ­λι­δέ­νιους δί­σκους; Πῶς ὁ Πρω­τέ­ας αὐ­τὸς ἄλ­λα­ζε ὄ­ψεις στὸ λε­πτό, ἀ­πὸ βρέ­φος σὲ ἔ­φη­βο, ἀ­πὸ ἄν­δρα σὲ γέ­ρο; Ὅ­μως οἱ εὐ­προ­σάρ­μο­στες ἀ­παν­τή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν μπο­ροῦν ὑ­πο­κα­θι­στών­τας νὰ ἐ­κτο­πί­σουν τὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα μυ­στι­κὰ τοῦ κό­σμου. Ἁ­πλῶς, κου­ρα­σμέ­νοι ὅ­πως εἴ­μα­στε, κοι­μό­μα­στε μὲ τὸ στα­νιό, σὰν τοὺς φα­κί­ρη­δες, σὲ κο­τρώ­νια ἐ­πά­νω πού, θέ­λου­με δὲ θέ­λου­με, συμ­φω­νοῦ­με πὼς εἶ­ναι τά­χα στρώ­μα­τα που­που­λέ­νια. Συ­νη­θί­σα­με πιά. Ὁ Κι­νέ­ζος ἤ­ξε­ρε πὼς ἡ δύ­να­μή του ἀν­τλοῦ­σε τὴν ἰ­σχύ της ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἐ­τού­τη τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση λοι­πὸν δὲν ἄρ­γη­σε κα­θό­λου· ἀν­τί­θε­τα, σύν­το­μα πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε κα­νο­νι­κὸς ἔμ­πο­ρος τῆς Ἑρ­μοῦ· πού, ἀλ­λί­μο­νο, ἄ­νο­μος στό­χος του ἦ­ταν νὰ ἔρ­θει μιὰ νύ­χτα σὲ συ­ναλ­λα­γὴ μὲ τὸ δι­ά­βο­λο – νὰ που­λή­σει τὴν ψυ­χή του μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα μί­α τέ­λεια συρ­ρί­κνω­ση, σὰν ἐ­κεί­νη ποὺ ἐ­κμη­δε­νί­ζει χω­ρὶς νὰ κα­ταρ­γεῖ τὸ δαι­μό­νιο πνεῦ­μα του. Ἡ πο­λι­τεί­α φρίτ­τει ἀ­κό­μα. Τί συ­νέ­βη; Ἂς μι­λή­σουν τὰ γε­γο­νό­τα. Κά­ποι­α μέ­ρα μιὰ ἀ­φί­σα εἰ­δο­ποι­οῦ­σε πὼς ὁ Κι­νέ­ζος εἶ­χεν ἕ­τοι­μη μιὰ τέ­λεια φυ­το­κο­μι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α, ἕ­να δεν­δρύλ­λιο ἀ­ό­ρα­το στὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι. Προ­σκα­λοῦ­σε μά­λι­στα τοὺς πο­λί­τες νὰ πα­ρα­στοῦν τὴν ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τοῦ ἔρ­γου. Πράγ­μα­τι ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ ξη­μέ­ρω­σε ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Τὴν ὥ­ρα τῆς χα­ραυ­γῆς μιὰ ἀ­νυ­πό­μο­νη ἡ­λι­α­χτί­δα, ξε­στρα­τί­ζον­τας ἡ ἀ­νό­η­τη ἀ­πὸ τὸ ντου­σε­μὲ τῆς Ἑρ­μοῦ, ρί­χτη­κε τρε­χά­λα στὸ στε­νὸ τοῦ Κι­νέ­ζου. Και­ρο­φυ­λα­κτών­τας τὸ κα­κὸ τὴν ἅρ­πα­ξε στὰ νύ­χια του. Τρε­λὴ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ κι ἔ­γι­νε κου­βά­ρι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ψό­φια κου­λου­ρι­α­σμέ­νη γά­τα, στὰ κε­ρα­μί­δια τοῦ Ἀ­βδελ­λᾶ. Δυ­ὸ δεν­δρύλ­λια ψη­λώ­νον­τας καὶ γκρε­μί­ζον­τας στὸ λε­πτὸ τὴ στέ­γη τοῦ φυ­το­κο­μεί­ου, ἄρ­χι­ζαν νὰ θρο­ΐ­ζουν ἀ­συρ­ρί­κνω­τα στὸν οὐ­ρα­νό. Τὰ ἑ­λι­κο­ει­δῆ δεν­δρύλ­λια, ποὺ συ­στρέ­φον­ταν σὰ φί­δια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, σπι­θα­μια­ῖα τὴν προ­η­γού­με­νη ἀ­κρι­βῶς, εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ὕ­ψος καὶ φυ­σι­κὲς δι­α­στά­σεις. Δί­πλα στὰ γι­γάν­τια δέν­τρα, ρι­ζω­μέ­να στὸ ὑ­πέ­δα­φος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, ἕ­να δι­σκά­κι σὰ δα­χτυ­λί­δι, μὲ ἐ­λά­χι­στο χῶ­μα, δί­χως κά­ποι­ο φυ­τὸ ὁ­ρα­τό, ἔ­φε­ρε τὴ φρι­χτὴ ἐ­πι­γρα­φή: «Ἰ­δοὺ ἐ­γώ, ἕ­να τέ­λει­ο μπον­ζά­ϊ». Πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­λα­βαν τὶς γνω­στὲς δι­α­στά­σεις, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­λοι πὼς στὸ ἀ­στέ­γα­στο φυ­το­κο­μεῖ­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή. Ὁ Κι­νέ­ζος εἶ­χε χα­θεῖ. Ὅ­λοι ἔ­κα­ναν τὴ σκέ­ψη πὼς ὁ δαί­μο­νας αὐ­τὸς εἶ­χε με­του­σι­ω­θεῖ ὁ ἴ­διος σὲ ἄ­ϋ­λο μπον­ζά­ϊ. Ὄ­χι ἄ­δι­κα ἴ­σως. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ὅ­ταν ἡ πό­λη ξε­πά­τω­σε τὰ δύ­ο δέν­τρα, οἱ ξυ­λο­κό­ποι ὑ­πο­στή­ρι­ξαν πὼς στοὺς φλοι­οὺς ψη­λά­φη­σαν ἀ­νά­γλυ­φες κά­ποι­ες τε­ρα­τώ­δεις μορ­φὲς ποὺ θύ­μι­ζαν μά­σκες νε­κροῦ. Με­τὰ τὴν κο­πὴ τῶν δέν­τρων ἡ πο­λι­τεί­α βυ­θί­στη­κε σὲ μιὰν ἀ­πο­χαύ­νω­ση ποὺ δια­ρκεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Φρόν­τι­σε ὡ­στό­σο νὰ με­τα­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ φυ­το­κο­μεῖ­ο τοῦ Κι­νέ­ζου στὰ πα­νε­πι­στη­μια­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια τὸ μα­γι­κὸ δι­σκά­κι, —«ἕ­ναν καβ­βα­λι­στι­κὸν δα­κτύ­λιον, ὅ­στις εἶ­χε φέ­ρει τὴν ψυ­χὴν ἐ­κεί­νου τοῦ Ἀ­σιά­τη Γύ­γη εἰς δη­μι­ουρ­γι­κὴν συ­νεύ­ρε­σιν μὲ τὸ ἀρ­χέ­γο­νον, αἰ­ώ­νιον οὐ­δέν»­,— ἔ­τσι σχο­λί­α­σαν οἱ ραβ­βί­νοι Βα­ροὺχ καὶ Ἀ­βδελ­λὰς τὴ με­τα­φο­ρὰ στὴ Συ­να­γω­γή τους, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα τὸ Ἀ­νώ­τα­το Ἐκ­παι­δευ­τι­κό μας Ἵ­δρυ­μα ἐ­πέ­μει­νε στὴν ἄ­πο­ψη πὼς κά­ποι­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση θὰ εἶ­χε καὶ τοῦ­το τὸ μυ­στή­ριο.

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέκ­δο­τη συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον. Πρώ­τη δημοσί­ε­ση.

 

Α.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸν Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κε­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).