Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα


ΟΤΕ δὲν κά­να­με με­γά­λη ζω­ή. Γιὰ ἐ­μᾶς μι­κρὴ ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε. Χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει πὼς δὲν εἴ­χα­με τὶς χα­ρὲς ἢ τὶς λύ­πες μας. Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φοῦν ὁ­λό­κλη­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Μι­κρὲς γιὰ νὰ ἀν­τι­στοι­χοῦν σὲ μι­κρὲς ἐμ­πει­ρί­ες. Ἢ ἔ­στω στὴ μι­κρό­τη­τα ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξαν ὅ­σοι τὶς γρά­φουν καὶ τὶς δι­α­βά­ζουν.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν καὶ ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀλ­λὰ σὲ ποι­ό χῶ­ρο δὲν ὑ­πάρ­χουν; Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἄ­θλιοι κρι­τι­κοί, χει­ρό­τε­ροι ἀ­να­γνῶ­στες;

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς λό­γος; Μι­λῶ ἐκ μέ­ρους τῶν συ­να­δέλ­φων. Εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ μᾶς βά­ζουν ὅ­λους στὸ στό­χα­στρο; Για­τί, μιὰ ζω­ὴ μᾶς κα­τα­δί­ω­ξαν χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν κά­πως βελ­τι­ω­θεῖ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἔ­χου­με ὑ­πο­στεῖ τὰ μαρ­τύ­ρια τοῦ νε­ροῦ, καυ­τοῦ καὶ πα­γω­μέ­νου, τὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς φω­τιᾶς, τοῦ χώ­μα­τος καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, στρα­τι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρες ὅ­σων βά­ζουν νὰ μᾶς κυ­νη­γοῦν, χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σου­με. Για­τί, ὅ­που καὶ ἂν πᾶ­με ἐ­πι­βι­ώ­νου­με. Σὲ κλί­μα τρο­πι­κὸ ἢ πο­λι­κό, σὲ ἄ­πλε­το φῶς ἢ στὸ δια­ρκὲς σκο­τά­δι.

       Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν τρο­φή τους. Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­στή­σουν ἀ­πο­γό­νους. Ἂς ἔ­χου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες συμ­βί­ω­σης ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­φεύ­γει στὴ ζω­ή.

       Καὶ τί νὰ πῶ ποὺ τό­σα χρό­νια ζή­σα­με κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι σὲ μιὰ ἀ­ό­ρα­τη ὕ­παρ­ξη; Ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν ἢ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς δοῦν. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες γιὰ ὅ­σους δὲν βλέ­πουν οὔ­τε τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἂς φαί­νον­ται λι­γό­τε­ρα τὰ χρό­νια γιὰ ἐ­μᾶς ποὺ ἡ φύ­τρα μας πά­ει μα­κριά. Τώ­ρα γνέ­φου­με σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ μᾶς κοι­τά­ζουν μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γυα­λιά.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πὼς δὲν πε­ρά­σα­με κα­λά. Τα­ξι­δέ­ψα­με παν­τοῦ, σχε­δὸν μὲ κά­θε μέ­σο. Μπή­κα­με σὲ κά­θε σπί­τι. Σὲ χώ­ρους κλει­στοὺς καὶ ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ω­τι­κὲς στιγ­μές. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ζω­ή, δώ­σα­με τὸ πα­ρών. Χω­ρὶς νὰ φαι­νό­μα­στε.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν χρει­ά­ζον­ται συγ­κι­νή­σεις σὲ μι­κρό­βια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Ἀν­τι­πρό­ε­δρος γιὰ δι­ε­θνεῖς σχέ­σεις. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.


		
Διαφημίσεις

Γιῶργος Χουλιάρας: Πυροτεχνήματα

chouliarasgiorgos-pyrotechnimata-eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα


01-thitaΑ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ καὶ ἄλ­λα, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἕ­να μό­νον εἶ­δα βγαί­νον­τας στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἔ­τρε­ξα νὰ τῆς πῶ μή­πως προ­λά­βει, κα­θὼς ἐ­κρη­κτι­κὰ εἶ­χε μπεῖ στὸ μπά­νιο. Ἤ­δη ὅ­μως εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ νε­ρό, ποὺ κυ­λᾶ στὸ σῶ­μα ὅ­πως οἱ φω­τει­νὲς λάμ­ψεις στὶς πτυ­χώ­σεις τοῦ σκο­τει­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἐ­νῶ ὅ­ταν ξα­να­βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει.

Οἱ λέ­ξεις εἶ­ναι πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, ἴ­σως ἔ­λε­γε, ἂν τῆς δι­ά­βα­ζα πο­τὲ ὅ­σα εἶ­χα γρά­ψει. Τὰ δι­ά­βα­σα, ἐ­νῶ στέ­γνω­νε τὸ κε­φά­λι της. Με­τὰ μπῆ­κα στὸ μπά­νιο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ στὴ Νέα Ὑ­όρ­κη, ἐρ­γά­στη­κε ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κὸς λέ­κτο­ρας, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που. Ὑπῆρξε συνιδρυτής τῶν περιοδικῶν Τρὰμ καὶ Χάρτης καὶ ἐπιμελητής ἀγγλόγλωσσων (λογοτεχνικῶν καὶ επιστημονικῶν) περιοδικῶν στὶς ΗΠΑ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Λεξικὸ ἀναμνήσεων (ἐκδ. Μελάνι, 2013).

Γιῶργος Χουλιάρας: Χαστούκια

 

 

Γιῶργος Χουλιάρας

 Χα­στού­κια

ΠΑΙΝΑΜΕ ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ καὶ ἄρ­χι­ζε τὰ χα­στού­κια, μοῦ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­θη­κε τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ ἤ­μουν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ξα­να­βρε­θή­κα­με.

        Δὲν γνω­ρι­ζό­μα­σταν τό­σο κα­λὰ καὶ σκέ­φτη­κα μή­πως εἰ­ρω­νευ­ό­ταν αὐ­τὸ ποὺ τῆς εἶ­χα πεῖ. Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ εἶ­χα πα­ρα­κα­λέ­σει φί­λους νὰ ὑ­παι­νι­χθοῦν σκο­τει­νὲς προ­τι­μή­σεις, θέ­λον­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ ἀ­πὸ συμ­φοι­τή­τρια ποὺ τὴ θε­ω­ροῦ­σαν γιὰ δέ­σι­μο καὶ μὲ εἶ­χαν συμ­βου­λεύ­σει νὰ τὴν ἀ­πο­φύ­γω. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μὲ κρυμ­μέ­νο ἕ­να σκοι­νὶ στὸ ἀμ­πέ­χο­νό της καὶ νὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξη­γή­σω ὅ­τι πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξα πρό­σκο­πος. Δὲν ἤ­ξε­ρα κα­θό­λου ἀ­πὸ κόμ­πους, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸν γόρ­διο δε­σμό.

       Μπο­ρεῖ πά­λι μὲ τὴν ἐ­κμυ­στή­ρευ­σή της νὰ ἤ­θε­λε νὰ ὑ­πο­δεί­ξει πὼς ἦ­ταν και­ρὸς νὰ ση­κω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ προ­λά­βου­με πρω­ι­νὸ πρὶν νυ­χτώ­σει.

       Ἔ­κα­νε ὥ­ρα ἀ­λέ­θον­τας τὸν κα­φέ, ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἐ­πι­δό­θη­κα σὲ πα­ραλ­λα­γὲς ἀ­βγῶν, στὶς ὁ­ποῖ­ες εἰ­δι­κευ­ό­μουν ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν ὑ­πῆρ­χε καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο στὸ ψυ­γεῖ­ο της. Σὲ μιὰ τρύ­πα στὸ κέν­τρο πο­λὺ λε­πτῆς ὀ­με­λέ­τας, το­πο­θέ­τη­σα ἕ­να ἀ­βγὸ μά­τι ψη­μέ­νο σὲ ἄλ­λο τη­γά­νι. Λέ­ρω­να βέ­βαι­α πε­ρισ­σό­τε­ρα σκεύ­η, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­χε πλυν­τή­ριο πιά­των.

       Βγή­κα­με στὸ μπαλ­κό­νι κα­θὼς ἔ­δυ­ε ὁ ἥ­λιος, μὲ b­r­e­a­k­f­a­st γρή­γο­ρα σπά­ζον­τας τὴ νη­στεί­α, λὲς καὶ ἐ­ξισ­λα­μι­σθέν­τες Χρι­στια­νοὶ προ­σπα­θοῦ­σαν μὲ μι­κρὴ ἐ­πι­τυ­χί­α νὰ ἐ­φαρ­μό­σουν κα­νό­νες ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ Ρα­μα­ζά­νι.

       Συ­νέ­χι­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α της ἀ­φοῦ φά­γα­με. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ γυ­μνά­σιο εἶ­χε ἐν­δώ­σει, πί­στευ­ε τό­τε. Ἢ ἐ­ρω­τευ­θεῖ, πί­στευ­ε τώ­ρα, ἕ­ναν συμ­μα­θη­τὴ τοῦ πα­τέ­ρα της. Οἱ δι­κοί της συμ­μα­θη­τὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ μυ­ή­σουν σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­ξε­ραν οὔ­τε οἱ ἴ­διοι. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πρό­σβα­ση σὲ γκαρ­σο­νι­έ­ρα κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ ἔ­τσι δὲν ἔ­χα­νε ὦ­ρες ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο σὲ κα­φε­τέ­ρι­ες καὶ βόλ­τες στὰ πάρ­κα.

       Τί ἀ­νά­μνη­ση, τὴ ρώ­τη­σα, σοῦ ἔ­χει μεί­νει. Αὐ­τὴ πού σοῦ εἶ­πα, ἀ­πάν­τη­σε. Βγαί­να­με ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, κλεί­δω­νε καὶ κα­λοῦ­σε τὸ ἀ­σαν­σέρ, στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­νελ­λι­πῶς κοι­τα­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­ρί­α ἢ θαυ­μα­σμὸ συγ­χαί­ρον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του.

        Μπαί­να­με καὶ ἄρ­χι­ζε τὰ μά­γου­λά του στὰ χα­στού­κια.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιῶργος Χουλιάρας (Θεσσαλονίκη, 1951). Σπούδασε στὸ Ὄρεγκον καὶ στὶς ΗΠΑ, ἐργάστηκε ὡς πανεπιστημιακός λέκτορας, σύμβουλος πολιτιστικών φορέων καὶ ἀκόλουθος τύπου. Ὑπῆρξε συνιδρυτής τῶν περιοδικῶν Τρὰμ καὶ Χάρτης καὶ ἐπιμελητής ἀγγλόγλωσσων (λογοτεχνικῶν καὶ επιστημονικῶν) περιοδικῶν στὶς ΗΠΑ. Τελευταῖο του βιβλίο: Οἱ δρόμοι τῆς μελάνης (ἐκδ.Νεφέλη, 2005).