Νατάσα Χατζηδάκι: Βραδινές συνάξεις

 

 

Να­τά­σα Χα­τζι­δά­κι

(alias: Γενοβέφα Κκοννά)

 

Βρα­δι­νές Συ­νά­ξεις

 

ΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΜΕ μα­ζί ἀ­πό­ψε στὸ χο­ρὸ τῶν Κυ­νη­γῶν;

Μ’ ἐ­ρώ­τη­σες εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λὰ τὸ ἐν­νο­οῦ­σες: Νὰ μὲ συμ­πα­ρα­σύ­ρεις σ’ αὐ­τὴν τὴ Νι­κη­φό­ρα Ἔκ­βα­ση τοῦ Ἐν­στί­κτου. Στὴν Συγ­κυ­ρί­α τοῦ Αἵ­μα­τος. Χω­ρὶς Συγ­κρι­τι­κὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα.

       Ἐ­σὺ. Ὁ ἱέ­ραξ τῶν Χα­ρα­κτή­ρων Ἐ­κρύθ­μων. Ὁ Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κὸς τῆς Νη­νε­μί­ας. Ἀ­να­κι­νεῖς πά­λι τὸ Θέ­μα τῆς Ἀ­νι­σο­κα­τα­νο­μῆς τῶν Πό­θων.

       Τὸ s­t­a­t­us q­uo τῶν Δο­μι­κῶν Συ­στη­μά­των τῆς Ἡ­μέ­ρας καὶ τῆς Νύ­χτας. Για­τί Δη­λα­δή; Πρέ­πει ν’ ἀ­γω­νι­ῶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ Δεῖ­πνο τῶν Ἱ­ε­ρῶν Ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρων. Για­τὶ πρέ­πει νὰ περ­νᾶς κά­τω ἀ­πὸ τὰ Ραν­τὰρ τῆς Ἐ­πα­γρύ­πνη­σής μου. Δὲν εἶ­ναι πλού­σια τὰ ἐ­λέ­η τῶν τριγ­μῶν στὴν πε­ρι­ο­χή σου; Πρέ­πει νὰ κα­τα­λη­στεύ­εις τὶς θε­σμι­κὲς ἐγ­γυ­ή­σεις μου. Νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζεις κά­θε ἔ­σχα­τη ἐγ­γε­νὴ ἀ­δυ­να­μί­α. Κά­θε Μέ­τρο Ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τὴν Πα­γο­κρη­πί­δα τῆς Ἀν­ταρ­κτι­κῆς. Ἐ­κεῖ ὅ­που ἐγ­κρί­θη­κε τὸ Ἀ­συμ­βί­βα­στο τῆς Ἰ­σορ­ρο­πί­ας Ἐ­ξου­σι­ῶν Μὲ τὴν Κα­κεν­τρέ­χεια. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ­ρι­ο­θε­τή­θη­καν τὸ ἔ­ρε­βος τῶν ὀ­νεί­ρων καὶ ὁ δι­α­λε­κτι­κὸς ὑ­λι­σμός. Ἀ­πὸ τοὺς Φαν­τα­σι­ο­κό­πους Στρα­το­λό­γη­σης Ἑ­ται­ρι­κῶν Στε­λε­χῶν. Ἐ­κεῖ ὅ­που καὶ πά­λι ἔ­χουν τὸν Λό­γο ἡ βα­ρειὰ τραυ­μα­τι­σμέ­νη Ἀ­συμ­φω­νί­α Με­τα­ξὺ Ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρου καὶ Μη­νύ­μα­τος. Αὐ­ταρ­χι­κοῦ Ὕ­φους καὶ Πα­ρο­ξυ­σμι­κῆς Δι­πλω­μα­τί­ας. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ­ρί­ζε­ται Νέ­α Συ­νάν­τη­ση ἀ­νά­με­σα στὴν ἔλ­λει­ψη Συ­νέ­πειας. Τῆς Δυ­σμε­νοῦς Με­τα­χεί­ρι­σης καὶ τῆς ὁ­ρι­ο­θέ­τη­σης Ρευ­μά­των σὲ Λα­το­μι­κὲς Ζῶ­νες. Ἀ­νά­με­σα στὴν πτώ­ση τῆς Πέμ­πτης Δη­μο­κρα­τί­ας. Καὶ τῆς πτώ­σης ἀ­πὸ τὸ βά­θρο τοῦ κοι­νοῦ Πα­ρα­νο­μα­στῆ. Ἀ­νά­με­σα στὴν Χα­ρι­στι­κὴ Βο­λή. Καὶ στὴν Ψυ­χρό­τη­τα τῆς Ἐ­τυ­μη­γο­ρί­ας γιὰ τὴν Ἀ­νά­κτη­ση τί­τλων καὶ ἰ­δε­ῶν. Ὑ­πὸ πί­ε­ση.

       Ἂς πᾶ­με λοι­πὸν εἰς τὸ Χο­ρὸ τῶν Κυ­νη­γῶν Ἀ­πό­ψε. Στὶς Σκι­ε­ρὲς Πε­ρι­ο­χὲς ὅ­που θάλ­λουν οἱ Δι­α­κρί­σεις τοῦ Ὑ­πε­ρύ­θρου Φω­τός. Οἱ Ἀν­θρω­πο­κτο­νί­ες κα­τὰ συρ­ρο­ὴ καὶ ἡ Ἀ­μέ­λεια Κα­θή­κον­τος. Ἐ­κεῖ ὅ­που σὲ Ἐ­θε­λον­τι­κὴ Βά­ση ἐ­πι­τυγ­χά­νον­ται ἐ­νορ­χη­στρώ­σεις Ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νων Ἐ­λέγ­χων. Μὲ τὸ Ὑ­ψη­λὸ Κό­στος με­τω­πι­κῶν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σε­ων και τῶν Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­σμὸ τῶν Κε­νῶν Ἐ­ξου­σί­ας.

       Θὰ μοῦ προ­τεί­νεις προ­φα­νῶς νὰ ντυ­θῶ Σε­μνὴ Ἀρ­σα­κειάς. Ἢ νὰ προ­βῶ σὲ πα­ρά­τολ­μα Ἀ­κρο­βα­τι­κὰ Ἐν­δυ­μά­των. Σὲ Ἐ­σκεμ­μέ­νη Πα­ρα­ποί­η­ση Νο­μο­θε­τι­κῶν Ρυθ­μί­σε­ων.

       Θὰ μὲ προ­τρέ­ψεις πρὸς τὴν Ἔ­κρη­ξη ἐλ­λείμ­μα­τος τρε­χου­σῶν Συ­ναλ­λα­γῶν. Ἐ­νῶ ἐ­σὺ θὰ ἀ­να­κι­νεῖς θέ­μα­τα Συγ­γε­νοῦς Ἡ­γε­σί­ας. Μὲ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη Ἰ­δι­ω­τι­κῶν ἐ­κτρο­πῶν. Καὶ Σι­ε­λο­γό­νων Ἀ­δέ­νων.

       Καὶ πῶς νὰ σοῦ ἀν­τι­στα­θῶ ποὺ εἶ­σαι ἕ­να παι­δὶ Κα­το­χῆς. Ἕ­να o­u­t­re τῆς ἰ­δέ­ας τοῦ Φω­τός. Σ’ ἐ­σέ­να ποὺ δὲν ξε­χνᾶς πο­τὲ ὅ­τι ἂν πο­λε­μᾶς τὸν Ἐ­χθρὸ γιὰ πο­λύ, αὐ­τὸς προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴν ποι­η­τι­κή σου. Στὴν Πρα­κτι­κή σου. Μὲ ὅ,τι Συ­νε­πά­γε­ται αὐ­τό.

       Ἔ­χου­με λοι­πὸν μιὰ o­m­n­i­um c­o­n­s­e­n­su κι ἂς δώ­σου­με τέ­λος στὶς Ἐν­τά­σεις. Ἐ­γὼ νὰ μεί­νω στὴν Ὑ­πνι­κὴ Ἄ­πνοι­α τοῦ Βο­ρεί­ου Ἄ­ξο­να. Κι ἐ­σὺ νὰ προ­σχω­ρή­σεις στὴν Αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ τρο­πο­λο­γί­α μιᾶς Ἀ­πρό­σκο­πτης στά­σης Ζω­ῆς. Στὶς χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες ψη­φια­κῶν Ἐκ­κλή­σε­ων. Σί­γου­ρα θὰ τύ­χεις Εὐ­ερ­γε­τη­μά­των. Καὶ ἀ­πὸ Ἔγ­κυ­ρες Πη­γὲς θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖς γιὰ Ἐγ­κλή­μα­τα κα­τὰ τῆς Ἀν­θρω­πό­τη­τας. Μὲ τὸν Κό­τι­νο τῆς Ἀ­σφυ­ξί­ας στὴν Κε­φα­λὴ μιᾶς Κρι­τι­κῆς Στά­σης. Χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ προ­χω­ρή­σει σὲ Ἀ­φαί­ρε­ση Δι­πλώ­μα­τος καὶ Ἐ­πι­βο­λὴ Προ­στί­μων στὴν Φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή σου ταυ­τό­τη­τα. Δεῖ­πνο τῶν Κυ­νη­γῶν.

       Ἄ! Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ τὸ κυ­ρι­ώ­τε­ρο: Μὲ ἔ­χουν κα­λέ­σει καὶ στὴν Χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα τῶν θη­ρα­μά­των καὶ δὲν ξέ­ρω τί νὰ κά­νω: Νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ μα­ζί σου στοὺς κυ­νη­γοὺς καὶ μὲ τὰ Μα­τω­μέ­να Ἴ­χνη στὸ στέρ­νο καὶ στὴν πλά­τη νὰ τι­μή­σω καὶ τὰ θη­ρά­μα­τα μὲ τὰ εὔ­ση­μα τῆς Χα­ρι­στι­κῆς Βο­λῆς, καρ­φι­τσω­μέ­να στὴν Βρα­δι­νὴ του­α­λέ­τα μου.

       Κα­θὼς θὰ σέρ­νε­ται ἁρ­παγ­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς βα­θυ­κύ­α­νους τα­φτά­δες της. Κου­ρε­λι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τὰ βέ­λη καὶ τὶς ἐ­πι­τεύ­ξεις στό­χων τῆς Σκο­πο­βο­λῆς σου. Μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ σκο­τώ­σεις.

 

   

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἀγ­γλι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συνε­ργά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1971). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἄ­δη­λος ἀ­να­πνο­ή (Ποι­ή­μα­τα 1971-1990· Ὕ­ψι­λον, 2008).

 

Νατάσα Χατζιδάκι: Τί κάνεις μ’ ἕνα σπασμένο καθρέφτη

 

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι

 

Τί κάνεις μ’ ἕνα σπασμένο καθρέφτη

 

ΙΠΑ: Δὲν πει­ρά­ζει. Μό­νο ποὺ ὁ κα­θρέ­φτης ἔ­πε­σε πά­νω μου. Τὸ μπρά­τσο μου μά­τω­σε. Πο­νῶ λί­γο. Δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ στα­μα­τή­σω τὸ αἷ­μα.

       Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε: Σὲ εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει. Ἦ­ταν σα­φὲς ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Κα­θρέ­φτης ἐ­πρό­κει­το νὰ σπά­σει. Ἡ ἀ­στά­θειά του ἦ­ταν με­γά­λη. Καὶ ἡ δι­κή σου ἀ­στά­θεια. Ἄλ­λα δὲν μὲ ἀ­κοῦς. Πο­τὲ δὲν ἀ­κοῦς ὅ,τι σοῦ λέ­νε οἱ ἄλ­λοι.

      Ἀρ­χί­σα­με νὰ μα­ζεύ­ου­με τὰ σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τοῦ κα­θρέ­φτη εἶ­χε δι­α­σω­θεῖ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο. Εἶ­χε ὅ­μως ἕ­να πε­ρί­ερ­γο σχῆ­μα. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Τό­τε τὸν ἔ­βγα­λα ἀ­πὸ τὸ πλαί­σιο καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σα πά­λι ἐ­κεῖ. Ἀ­νά­με­σα στὰ δυ­ὸ ἀ­ση­μέ­νια κη­ρο­πή­για μὲ τὰ γα­λά­ζια κε­ριά. Πά­νω στὴν μπὲζ δαν­τέ­λα. Στὸ σκοῦ­ρο σα­τέν. Πο­λὺ κον­τὰ στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο βε­λοῦ­δο μὲ τὰ κεν­τή­μα­τα.

      Εἶ­πα: Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ πά­ω τὴν κορ­νί­ζα αὔ­ριο γιὰ ἕ­ναν ἄλ­λο Κα­θρέ­φτη. Θέ­λω αὐ­τὴ τὴν Κορ­νί­ζα.

      Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε: Γιὰ φαν­τά­σου. Ἂν δὲν ἔ­σπα­ζε ὁ κα­θρέ­φτης, δὲν θὰ πρό­σε­χα πο­τὲ πὼς ἀ­νά­με­σα στὰ κη­ρο­πή­για μὲ τὰ γα­λά­ζια κε­ριά. Πά­νω στὴ λευ­κὴ δαν­τέ­λα. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ βε­λοῦ­δο. Μπρο­στὰ στὸν ἴ­διο σου τὸν κα­θρέ­φτη. Εἶ­χες κρυμ­μέ­νο τὸν «Χα­μέ­νο Πα­ρά­δει­σο» τοῦ Μίλ­τω­να.

      Εἶ­πα: Μά, δὲν τὸν εἶ­χα κρυμ­μέ­νο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν εἶ­ναι κρυμ­μέ­νος. Εἶ­ναι χα­μέ­νος.

 

      (Ἔ­τσι ἔ­σπα­σε ὁ κα­θρέ­φτης ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ.)

 

 

Πη­γή: Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι, Ξέ­νοι στὴν πό­λη, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1993.

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἀγ­γλι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συνε­ργά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το της βι­βλίο: Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1971). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἄ­δη­λος ἀ­να­πνο­ή (Ποι­ή­μα­τα 1971-1990· Ὕ­ψι­λον, 2008).