Τάσος Χατζητάτσης: Ὁ Μακέλης


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Ὁ Μα­κέ­λης


 ΜΑΚΕΛΗΣ που­λοῦ­σε σά­μα­λι στὴν ὁ­δὸ Σχο­λεί­ων, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γυ­μνά­σιο. Τὰ βρά­δια μᾶς μά­ζευ­ε στὴν κά­μα­ρη ποὺ εἶ­χε γιὰ ἀ­πο­θή­κη, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τοῦ Ἀ­η-Γιά­ννη. Πη­γαί­να­με πέν­τε-ἕ­ξι μα­ζὶ καὶ δὲ φο­βό­μα­σταν. Μᾶς μοί­ρα­ζε ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες, φθαρ­μέ­νες στὶς γω­νι­ές, μὲ γυ­ναῖ­κες γυ­μνὲς καὶ μᾶς παί­δευ­ε μὲ τὰ σκλη­ρά του χέ­ρια ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, μέ­χρι ποὺ ἕ­να βρά­δυ ὁ Γι­ῶρ­γος, σπαρ­τα­ρών­τας ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τοῦ μού­σκε­ψε τὸ χέ­ρι. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­φερ­νε καὶ γυ­ναῖ­κες ζων­τα­νὲς γιὰ τοὺς με­γά­λους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ Σο­φί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πή­γα­νε γιὰ μπά­νιο στὴν Πε­ραί­α. Οὔ­τε ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε, τὴν εἶ­χαν κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στε­νά, μό­νο πέν­τε λε­πτὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ στὴν Κο­ρομη­λᾶ. Τοὺς χει­μῶ­νες σκο­τεί­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν κρα­τοῦ­σες στὶς γω­νι­ὲς καὶ τὸ χέ­ρι τυ­φλὸς λα­γὸς νὰ τρέ­χει στὶς φτέ­ρες τοῦ κορ­μιοῦ ὣς τὴ γω­νιὰ ποὺ εἶ­χαν βά­λει τὰ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στὶς δι­α­δη­λώ­σεις γιὰ τὴν Κύ­προ. Μᾶς εἶ­χαν σχο­λά­σει νω­ρίς, ἐ­μεῖς χα­ρὲς καὶ οἱ τσάν­τες ἀ­ε­ρο­πλά­να. Στὸ σπί­τι τοὺς εἴ­χα­με πε­ρὶ πολ­λοῦ τοὺς Ἐγ­γλέ­ζους, ἦ­ταν καὶ τὸ παλ­τὸ τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­θά­να­το ἐγ­γλέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα κά­θε Σε­πτέμ­βρη πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη καὶ σὺ ἕ­νας σβῶ­λος ἀ­πὸ ψί­χα ψω­μιοῦ νὰ τὸν μα­λά­ζεις μέ­σα στὰ δά­χτυ­λα, κρυ­φὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἤ­θε­λε ἀ­κό­μα ἕ­ξι χρό­νια γιὰ τὸ 15 τοῖς ἑ­κα­τό, τό­τε θὰ βγαί­να­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ φοι­τη­τὲς νὰ μᾶς πά­ρουν, οἱ κα­θη­γη­ταὶ νὰ τοὺς δι­ώ­χνουν, δὲν μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, τρα­βή­ξα­με γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τά­ξη, καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­πέ­βα­λαν. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἤ­θε­λε νὰ ’ρ­θε­ῖ στὸν γυ­μνα­σιά­ρχη, ἄλ­λη φο­ρὰ θὰ μοῦ ἔ­κο­βε τὰ πό­δια ἂν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἐ­λα­σί­τες καὶ τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, μό­νο λί­γοι μεῖναν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ φώ­να­ζαν μὲ τοὺς φοι­τη­τές, οἱ στά­σι­μοι κι οἱ ἄ­τα­κτοι. Ὁ γυ­μνα­σιά­ρχης κλεί­δω­σε τὶς πόρ­τες κι ἡ χο­ρω­δί­α νὰ ψέλ­νει τὴν προ­σευ­χὴ γιὰ νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με. Κι ὁ Μα­κέ­λης ἐ­λα­σί­τες τοὺς ἔ­λε­γε, ὅταν τὸν ἔ­πνι­γε ὁ βή­χας, πά­λι ὁ ἐ­λα­σί­της μὲ θυ­μή­θη­κε, ἔ­λε­γε κι ἄρ­χι­ζε τὴν ἴ­δια πάν­τα ἱ­στο­ρί­α φθαρ­μέ­νη στὶς γω­νί­ες ὅ­πως οἱ φω­το­γρα­φί­ες του. Ἔ­φευ­γαν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔμ­παι­νε ὁ Μάρ­κος, ἡ πό­λη στὰ χέ­ρια τους, ὁ Μπα­κιρ­τζῆς στὸ Γ’ Σῶ­μα. Τὸν στα­μά­τη­σαν στὴν ἀρ­χὴ τῆς Σχο­λεί­ων, ἦ­ταν δυ­ὸ ἐλα­σί­τες, θέ­λαν νὰ τὸν πά­ρουν μα­ζί. Ἔ­πε­σε κά­τω μὲ σπα­σμούς, ἄ­σπροι ἀ­φροὶ στὸ στό­μα, οἱ ἄλ­λοι φο­βή­θη­καν. Ὁ ἕ­νας πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρό­τσι νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν, ὁ ἄλ­λος τοῦ κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Παι­δί, εἶ­χε χνού­δι γιὰ γέ­νια, σὰν τὸν Ἅ­γιο Ὀ­νού­φριο, ἔ­λε­γε ὁ Μα­κέ­λης, κι ὅ­ταν με­ῖ­ναν μό­νοι, μὲ τὴ λά­μα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ κομ­μά­τια τοῦ σά­μα­λι πά­νω στὴν τά­βλα, τὸν ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο σὰν σφα­χτά­ρι. Τὸν κύ­λη­σε στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, ἐ­κεῖ δε­ξιὰ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων καὶ τὸ ’βα­λε στὰ πό­δια γιὰ τὴ ΧΑΝ, ὅπου εἶ­χαν ἀμ­πα­ρω­θεῖ οἱ δι­κοί του. Ὕ­στε­ρα τὰ πού­λη­σε, τὴν τά­βλα καὶ τὸ στέ­κι, σ’ ἕ­ναν ἐ­λα­φρὺ ἀ­πὸ τὰ Δι­α­βα­τά, καὶ μό­νο τὰ με­ση­μέ­ρια κα­τέ­βαι­νε στὴ Σχο­λεί­ων. Μᾶς μά­ζευ­ε ὅσα λε­φτὰ εἴ­χα­με καὶ μᾶς πή­γαι­νε στὸ ἰ­σό­γει­ό τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Μᾶς ἄ­νοι­γε μιὰ γριὰ ξε­ρα­κια­νή, μᾶς περ­νοῦ­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­βγαι­νε ἡ ἄλ­λη μὲ τὶς νυ­χτι­κι­ές, κα­θό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Μα­κέ­λη, χά­δια καὶ φι­λιὰ κι αὐ­τὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ λε­φτὰ ποὺ μᾶς εἶ­χε μα­ζέ­ψει, δραχ­μὲς γιὰ κου­λού­ρια, τε­τρά­δια ἢ καὶ κλεμ­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες τοῦ πα­τέ­ρα, τῆς σή­κω­νε τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ μᾶς ἄ­φη­νε νὰ βλέ­που­με τὰ γυ­μνά της πό­δια καὶ τὸ χέ­ρι του νὰ τρυ­πώ­νει ἀ­νά­με­σα. Κι ὅταν τοῦ μα­ζέ­ψα­με ἕ­να πε­νην­τά­ρι, ἦ­ταν ὁ ἔ­ρα­νος τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ρο­ῦ, τῆς σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς γο­φοὺς καὶ μᾶς ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ἕ­να της τὸ στῆ­θος ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ πε­τά, νὰ φεύ­γει, νὰ φέρ­νει γύ­ρους καὶ μὲ τὸ σφύ­ριγ­μα νὰ ἔρ­χε­ται στὴν πα­λά­μη του λευ­κὸ μὲ τὸ ράμ­φος τῆς θη­λῆς μαῦ­ρο. Φεύ­γον­τας, ὁ Γι­ῶρ­γος, κόκ­κι­νος μέ­χρι τὰ αὐ­τιά, πό­σα θὲς γιὰ ἕ­να βρά­δυ; τὸν ρώ­τη­σε, κι ὁ Μα­κέ­λης: «γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἢ τί­πο­τα», καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὸ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις στὸ ἰ­σό­γει­ο καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ξέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, ὁ Γι­ῶρ­γος πρῶ­τα, ὁ Νί­κος ὕ­στε­ρα κι ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ ὅλοι τὸν εἴ­χα­με γιὰ ὀρ­φα­νό, πρό­σε­χε τὸν Μα­κέ­λη, μοῦ λέ­ει, τὸν θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τοῦ «Παύ­λου Με­λᾶ». Τό­τε εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νὰ ξε­θαρ­ρεύ­ου­με, πή­γα­με καὶ στὸν Πα­παν­δρέ­ου, μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ «Ὀ­λύμ­πιον», ὁ κό­σμος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς τὴ θά­λασ­σα, ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α στὰ στε­νά τῆς Καλα­πο­θά­κη καὶ τῆς Ἡ­ρο­δό­του. Μὲ τὸν Μα­κέ­λη μό­νον τυ­χαῖ­α βρι­σκό­μα­σταν πιά, εἶ­χε αὐ­το­κί­νη­το τώ­ρα, χα­νό­ταν κι οἱ ἄλ­λοι μό­νι­μα δί­πλα, μα­ζί του, ὅλα γι’ αὐ­τοὺς τὰ ξό­δευ­ε, ἔ­λε­γαν. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με μιὰ φο­ρὰ στὴν «Ἀ­στόρια», στὰ μπι­λιά­ρδα, ἔπι­α­σε ὁ βή­χας τὸν Μα­κέ­λη, ὁ ἐ­λα­σί­της, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Γι­ῶρ­γος, ἔ­κα­νε τὸν κου­φό, προ­ο­δευ­τι­κὸς δή­λω­νε τώ­ρα κι οἱ ἄλ­λοι στὴ νε­ο­λαί­α καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα στὴν Πο­λω­νί­ας μὲ τοὺς ἐκο­φίτες. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θαν χρό­νια ποὺ τοὺς ἀ­πο­φεύ­γα­με κι ἄλ­λα χρό­νια ποὺ γύ­ρι­ζαν τὸ κε­φά­λι μή­πως καὶ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ τώ­ρα τε­λευ­ταῖα πά­λι χαι­ρε­τι­ό­μα­στε. Χά­θη­κε καὶ τὸ ὑ­πό­γει­ο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἔ­γι­νε πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­λο ἰ­α­τρεῖ­α, ἄλ­λα­ξαν οἱ πιά­τσες καὶ ἡ Σχο­λεί­ων ἔ­γι­νε πε­ζό­δρο­μος μὲ τρα­πε­ζά­κια, πρά­σι­νο καὶ φοι­νι­κι­ές. Κι ἕ­να βρά­δυ, κα­λο­καί­ρι, τὸ πρό­τει­νε ἡ Ἑ­λέ­νη, ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ σι­νε­μά, κα­θί­σα­με γιὰ ἕ­να πο­τὸ ἐ­κεῖ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων, παι­διὰ πο­λύ­χρω­μα καὶ μου­σι­κές. Ἤ­μα­σταν πα­ρέ­α ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Ἄγ­γε­λος κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας. Εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ δι­α­κο­πές, πή­γαι­ναν σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­α μὲ πι­σί­να, δὲν τὴν μπο­ροῦ­σε τὴν ἄμ­μο ὁ Ἄγ­γε­λος, τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε στὰ πό­δια, στὶς οὖ­λες, ἀ­πὸ δυ­στύ­χη­μα ἔ­λε­γε ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν. Εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει τὴ Σο­φί­α φέ­τος, στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, δὲν τὸν χαι­ρέ­τη­σε. Ὁ ἄν­τρας της μὲ τὴν ΒΜW νὰ κυ­νη­γά­ει του­ρί­στρι­ες κι αὐ­τὴ μὲ τὰ παι­διά, μα­ρα­μέ­νη, γυ­μνό­στη­θη στὸν ἥ­λιο. Μό­νο τὰ μά­τια της μέ­να­νε κι οἱ χα­ρα­κι­ὲς δί­πλα στὸ χα­μό­γε­λο, γυ­μνὲς πα­ρεν­θέ­σεις. Ὁ Γι­ῶρ­γος πα­ράγ­γει­λε ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πο­τὰ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε μα­ζὶ μὲ τὰ ἠ­χεῖ­α τὸ No milk today. Θυ­μό­ταν τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴν πα­ρα­λί­α τῆς Κα­τε­ρί­νης. Τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο βου­λι­αγ­μέ­νο μέ­χρι τὰ ὕ­φα­λα στὴν ἄμ­μο. Σβή­σα­με τὴν γκα­ζό­λαμ­πα. Τὸ σκο­τά­δι πυ­κνό, δὲν ἔ­κρυ­βε τί­πο­τα. Δι­και­ο­σύ­νη γιὰ κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Οἱ γυ­ναῖ­κες μας ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι δὲν χά­νε­ται ἔ­τσι ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Ἔ­φται­γε κι ἡ ἴ­δια, ποὺ ἔ­με­νε γαν­τζω­μέ­νη στὸν ἄν­τρα της, νὰ ἀ­να­λώ­νε­ται στὸ νοι­κο­κυ­ριὸ καὶ στὰ παι­διά. Ἄρ­χι­σε τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ὁ Ἄγ­γε­λος κι ἡ βρα­διὰ τέ­λει­ω­νε ὄ­μορ­φα. Ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι. Μό­νον ὅ­ταν ἦ­ταν νὰ φύ­γου­με κι ὄρ­θιοι πε­ρι­μέ­να­με τὰ ρέ­στα ἀ­πὸ τὸν λο­γα­ρια­σμό, εἶ­πε ὁ Γι­ῶρ­γος γιὰ τὸ χέ­ρι τοῦ Μα­κέ­λη. Πό­σο ἄ­δι­κα τὸ ἔ­φα­γε τὸ ἀ­μού­στα­κο παι­δί, ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν στὴ γω­νιά, ὅ­πως φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων. «Γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἤ τί­πο­τα», τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος. «Καὶ βέ­βαι­α τί­πο­τα», πε­ρη­φα­νεύ­τη­κε ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ γε­λού­σα­με, ἄ­νε­με­λοι γιὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἐλα­σί­τη, ξέ­νο αἷ­μα, ξε­χα­σμέ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς πλά­κες τοῦ πε­ζό­δρο­μου· ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι.

(Προ­δί­δει ἡ γρα­φή, Ἄγ­γε­λε, ὅ­πως ἡ Σο­φί­α σὲ κεί­νη τὴν ἐκ­δρο­μή. Ἐ­σὺ ὅ­μως ξέ­ρεις, κά­θε μέ­ρα περ­νᾶς ἀ­πὸ τὴ Σχο­λείων, οὔ­τε φαρ­δαί­νει οὔ­τε πε­ζό­δρο­μος ἔ­γι­νε. Μὴ φο­βᾶ­σαι λοι­πόν, ἄ­σε με νὰ φτιά­χνω ἱ­στο­ρί­ες.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πεζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997).

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­τηςἘν­τευ­κτή­ριοΠα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).


 

Advertisements

Τάσος Χατζητάτσης: Τὰ λουτρὰ

 

 

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης

 

Τὰ λου­τρά

 

ΜΗΤΕΡΑ ΑΡΡΩΣΤΗΣΕ ὅ­ταν πή­γαι­να στὸ δη­μο­τι­κό. Μέ­να­με μό­νοι. Στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι, πι­α­σμέ­νη στὸ δό­κα­νο τῶν κω­λι­κῶν. Ἐ­γὼ τί νὰ τῆς προ­σφέ­ρω, εἶ­χα καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸν πα­τέ­ρα τὸν εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει, ἕ­ξι χρό­νια νὰ τὸν δῶ – νε­κρός, συμ­μο­ρί­της, φυ­λα­κή; Ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἡ κρί­ση, τώ­ρα ἡ μη­τέ­ρα ση­κω­νό­ταν κι ἔ­κα­νε τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­λοι τῆς ἔ­λε­γαν νὰ πά­ει στὰ λου­τρά. Στὴν ἀρ­χὴ τὸ ἀ­πέ­κλει­σε, για­τὶ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά μας δὲν μᾶς πή­γαι­ναν οὔ­τε στὸ Λου­τρά­κι οὔ­τε στὴν Αἰ­δη­ψό. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἔ­μα­θε, θυ­μή­θη­κε, γιὰ τὰ λου­τρὰ τῆς Ἀ­ρι­δαί­ας. Ἦ­ταν φη­μι­σμέ­να προ­πο­λε­μι­κὰ γιὰ τὴν πο­λυ­τέ­λειά τους, ἑ­στι­α­τό­ρια, ὀρ­χῆ­στρες, παν­νυ­χί­δες, ἀλ­λὰ βρέ­θη­καν μέ­σα στὰ πε­δί­α τῶν μα­χῶν καὶ ρη­μά­χτη­καν ἀ­πὸ δι­κοὺς καὶ ξέ­νους. Εἶ­χε πά­ει τὸ ‘­35, κο­πέ­λα, μὲ τὸν πα­τέ­ρα της. Εἶ­χε ἕ­να μού­δια­σμα ἐ­κεῖ­νος στὸ πό­δι, προ­μή­νυ­μα τῆς ἀρ­ρώ­στιας ποὺ θὰ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε στὸν τά­φο τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο. Ἡ μη­τέ­ρα θυ­μό­ταν ἀ­κό­μη τὸ τα­ξί­δι τους ἀ­πὸ τὰ Βο­δε­νὰ στὰ λου­τρὰ μὲ δυ­ὸ πα­ϊ­τό­νια, τὸ ἕ­να γι’ αὐ­τοὺς καὶ τὸ δεύ­τε­ρο γιὰ τὶς βα­λί­τσες τους καὶ τὶς κα­πε­λι­έ­ρες της.

       Ἀ­πὸ τὸ πά­νω ξε­νο­δο­χεῖ­ο ἔ­με­νε μό­νο τὸ ἰ­σό­γει­ο κι ἀ­πὸ αὐ­τὸ ὄ­χι ὅ­λα τὰ δω­μά­τια. Ἡ γέ­φυ­ρα ποὺ σὲ περ­νοῦ­σε πα­λιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο μὲ τὰ πλα­τά­νια κρέ­μον­ταν, χέ­ρι νε­κροῦ, μέ­σα στὸ πο­τά­μι. Εἶ­χαν φτιά­ξει πρό­χει­ρα ἕ­να ξύ­λι­νο πέ­ρα­σμα, γιὰ νὰ φτά­νεις ἀ­πὸ τὸ πά­νω ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πλά­τω­μα τῆς ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθης, ὅ­που ἦ­ταν τὸ τέρ­μα τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ γύ­ρω τὸ και­νού­ριο ἑ­στι­α­τό­ριο, ὁ σταθ­μὸς τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, οἱ πη­γές. Μό­λις ἔ­φτα­νε κά­θε με­ση­μέ­ρι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κοὺς ἐ­λέγ­χους στὴν Ἔ­δεσ­σα καὶ στὴν Ἀ­ρι­δαί­α, τὸ πε­ρι­κύ­κλω­ναν ὁ­πλι­σμέ­νοι οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες. Ἔ­λεγ­χαν τὶς ἄ­δει­ες, μά­ζευ­αν τὶς ταυ­τό­τη­τες καὶ τὶς φύ­λα­γαν στὸ σι­δε­ρέ­νιο ντου­λά­πι τοῦ σταθ­μοῦ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Για­τὶ ἂν ἀ­κο­λου­θοῦ­σες τὶς πε­τρώ­δεις κι ἄ­βο­σκη­τες ὄ­χθες τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀν­τί­θε­τα στὸ ρεῦ­μα, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύο ὧ­ρες πε­ζο­πο­ρί­α, περ­νοῦ­σες τὸ ἄν­τα­μω­μα τῶν βρά­χων τοῦ Κα­ϊ­μακ­τσα­λὰν κι ἔμ­παι­νες στὸ φα­ράγ­γι, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, στὸ σι­δη­ροῦν πα­ρα­πέ­τα­σμα.

       Κολ­λη­μέ­νο στὸν σταθ­μὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Μι­κρό, ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μό­νο τοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου καί, πα­ρό­λο ποὺ τὰ δύο τρα­πέ­ζια στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἦ­ταν μο­νί­μως πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τοὺς χω­ρο­φύ­λα­κες τοῦ σταθ­μοῦ, νὰ σκο­τώ­νουν τὴν ὥ­ρα τους μὲ τά­βλι καὶ χαρ­τιά, πάν­τα ἔ­βρι­σκες ἄ­δει­ο τρα­πέ­ζι. Στὸ κά­τω ξε­νο­δο­χεῖ­ο ἐ­πέ­τρε­παν τὸ μα­γεί­ρε­μα στὰ δω­μά­τια. Στὶς πα­ράγ­κες μα­γεί­ρευ­αν ἔ­ξω, στὸ μι­κρὸ προ­αύ­λιο τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν κα­θα­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τοῦ δά­σους. Ἄ­να­βαν γκα­ζι­έ­ρες μὲ πε­τρέ­λαι­ο, ἀλ­λὰ καὶ φω­τι­ές, αἰ­τί­α συ­νε­χῶν προ­στρι­βῶν μὲ τοὺς χω­ρο­φύ­λα­κες γιὰ τὸν φό­βο πυρ­κα­γιᾶς. Τῆς μη­τέ­ρας τῆς ἄ­ρε­ζε νὰ περ­πα­τᾶ­με πρὸς τὶς πα­ράγ­κες, συ­νή­θως τὰ με­ση­μέ­ρια πρὶν ἀ­πὸ τὸ φα­γη­τό. Οἱ πα­ράγ­κες ἄρ­χι­ζαν ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς καὶ συ­νε­χί­ζον­ταν στὴ γραμ­μὴ πά­νω στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­φευ­γε. Ἔ­με­ναν χω­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τὴ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ καὶ τὰ γει­το­νι­κὰ χω­ριά. Ἔρ­χον­ταν ὅ­λες τὶς ὧ­ρες τῆς μέ­ρας μὲ κά­ρα φορ­τω­μέ­να στρώ­μα­τα, κου­βέρ­τες, μπό­γους, κο­φί­νια, πα­γού­ρια καὶ στα­μνιά. Οἱ πα­ράγ­κες ἦ­ταν ξύ­λι­νες, χω­ρι­σμέ­νες σὲ δω­μά­τια χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα στὸν δρό­μο. Κά­θε δω­μά­τιο εἶ­χε ἕ­να ἄ­νοιγ­μα στὸ δά­σος γιὰ εἴ­σο­δο κι ἕ­να πα­τά­ρι ξύ­λι­νο, ποὺ ἔ­πια­νε ὅ­λο σχε­δὸν τὸν χῶ­ρο. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τά­ρι, ἕ­να μέ­τρο πά­νω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ἔ­στρω­ναν καὶ κοι­μόν­του­σαν ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα ἄ­το­μα, ἑ­νω­μέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέ­χεια καὶ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ὅ­σοι δὲν ξά­πλω­ναν, περ­νοῦ­σαν τὴ μέ­ρα τους μι­λών­τας χα­μη­λό­φω­να καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ δί­πλα στὴν πόρ­τα, κα­θι­σμέ­νοι σὲ κού­τσου­ρα ἢ στοὺς ἀ­στρα­γά­λους τους. Ἡ μη­τέ­ρα κα­τα­δε­κτι­κή, τοὺς πλη­σί­α­ζε καὶ ἔ­πια­νε κου­βέν­τα μὲ ὅ­λους, ρω­τών­τας γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή τους καὶ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες τους. Ἐ­κεῖ­νοι, γο­η­τευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ τὸ ξαν­θό της ἀ­γό­ρι, ἀ­παν­τοῦ­σαν εὐ­γε­νι­κὰ καὶ φο­βι­σμέ­να. Ἡ μη­τέ­ρα με­γα­λό­ψυ­χη ἔ­σκυ­βε πά­νω τους καὶ τοὺς ἐμ­πι­στευ­ό­ταν τὴ συν­τα­γὴ γιὰ τὸ σπα­θό­χορ­το, βό­τα­νο γιὰ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ πλη­γές. Τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα κά­να­με μα­κρύ­τε­ρους πε­ρι­πά­τους, ἀ­κο­λου­θών­τας μο­νο­πά­τια κι ἀ­τρα­πούς. Βρί­σκα­με ὀ­ρύγ­μα­τα βα­θιὰ ἀ­νοιγ­μέ­να, οὐ­λὲς στὸ χῶ­μα καὶ δί­πλα σω­ροὺς ἀ­πὸ ἄ­δει­ους κά­λυ­κες. Μιὰ φο­ρὰ εἴ­δα­με μιὰ χλαί­νη πα­ρα­τη­μέ­νη πά­νω σὲ κλα­διὰ καὶ μέ­σα στοὺς θά­μνους σί­γου­ρα καὶ συμ­μο­ρί­τες. Ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη λέ­γαν, ἄ­γριοι καὶ πει­να­σμέ­νοι, μὲ τὰ πο­λυ­αί­μα­κτα μα­χαί­ρια στὰ δόν­τια, ὅ­πως τοὺς ἔ­δει­χναν οἱ ἀ­φί­σες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς. Κά­πο­τε φτά­να­με μέ­χρι καὶ τὸ χω­ριό, ἄ­δει­ο, μό­νο σπί­τια μὲ χόρ­τα καὶ φί­δια· τοὺς ἀν­θρώ­πους τοὺς εἶ­χαν πά­ρει μα­ζί τους οἱ εἰ­σβο­λεῖς. Ἄλ­λο­τε πά­λι ἀ­νε­βαί­να­με στὰ φυ­λά­κια, μοι­ρά­ζα­με τσι­γά­ρα στοὺς φαν­τά­ρους καὶ τρα­γου­δού­σα­με μα­ζί τους τρα­γού­δια γιὰ τὴν ἀ­δού­λω­τη τὴ γῆ μας τὴν ἑλ­λη­νι­κή. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρι­πά­τους, ἂν καὶ ἡ μη­τέ­ρα μὲ ἤ­θε­λε πάν­τα δί­πλα της καὶ μὲ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε πε­ρή­φα­να «ὁ κα­βα­λι­έ­ρος μου», πο­τὲ δὲν ἤ­μα­σταν μό­νοι μας. Μᾶς συ­νό­δευ­ε πάν­τα ἡ συν­τρο­φιὰ τῆς μη­τέ­ρας, ζευ­γά­ρια με­σή­λι­κα, μο­να­χι­κοὶ κύ­ριοι, χῆ­ροι, γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρα κι ὁ ἐ­νω­μο­τάρ­χης, ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ σταθ­μοῦ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς. Ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μέ­ρα τῆς πα­ρα­μο­νῆς μας, εἶ­χε δη­μι­ουρ­γή­σει γύ­ρω της τὴν πιὸ εὐ­χά­ρι­στη συν­τρο­φιὰ τῶν λου­τρῶν. Μέ­να­με πάν­τα τε­λευ­ταῖ­οι τὰ με­ση­μέ­ρια στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ τὰ βρά­δια βεγ­γέ­ρες στὴ βε­ράν­τα τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἤ­μα­σταν πάν­τα πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους πρό­θυ­μους νὰ δι­η­γοῦν­ται ἀ­νε­ξάν­τλη­τα ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀ­νέκ­δο­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α γί­νον­ταν ἀρ­κε­τὰ τολ­μη­ρὰ ὅ­ταν πί­στευ­αν πὼς δὲν πρό­σε­χα, ἀ­πὸ ἀ­φη­ρη­μάδα ἢ ἀ­πὸ κού­ρα­ση, καὶ προ­κα­λοῦ­σαν τὸ βα­θύρ­ρο­ο γέ­λιο τῆς μη­τέ­ρας. Γο­η­τευ­μέ­νη κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμὸ τῆς συν­τρο­φιᾶς, εἶ­χε βρεῖ πά­λι τὴν κοι­νω­νι­κή της ἄ­νε­ση κι εἶ­χε ξε­χά­σει τὶς κα­κου­χί­ες της καὶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κή μας δυ­σπρα­γί­α. Ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε τέ­λεια πά­νω στὸ σκοι­νί, ζυ­γι­ά­ζον­τας ἀ­νά­λα­φρα τὸ κον­τά­ρι, καὶ μοί­ρα­ζε ἀ­κρι­βο­δί­και­α τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της σὲ ὅ­λους τους κυ­ρί­ους τῆς συν­τρο­φιᾶς. Τὶς μό­νες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θα τὴ μη­τέ­ρα τα­ραγ­μέ­νη, ἀλ­λὰ καὶ τό­τε μπο­ροῦ­σες νὰ ἐ­κλά­βεις τὸν κυ­μα­τι­σμὸ τοῦ στή­θους της γιὰ χά­δι, ἦ­ταν τὰ βρά­δια, ὅ­ταν στέ­νευ­ε ἡ συν­τρο­φιά, ἐ­γὼ εἶ­χα γεί­ρει στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ὁ ἐ­νω­μο­τάρ­χης, σκα­λί­ζον­τας πε­ρί­τε­χνα βέρ­γες μὲ τὸν σου­γιά του, ἄρ­χι­ζε ἱ­στο­ρί­ες πρό­σφα­τες τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Γιὰ τὸν ἀ­δελ­φό του, πῶς τὸν βρῆ­κε σφαγ­μέ­νο στὸ φυ­λά­κιο τῆς Ὄσ­σας, πῶς τοὺς κυ­νή­γη­σε, πῶς τοὺς πε­ρι­κύ­κλω­σε, πῶς τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὴν πη­γή, τὴν πα­γι­δευ­μέ­νη μὲ νάρ­κες, πῶς ξε­δι­ά­λε­ξε ἀ­πὸ τὰ ζων­τα­νὰ κομ­μά­τια τὰ κε­φά­λια τους, πῶς τὰ κάρ­φω­σε στὰ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­ρι­δαί­α· Ἰ­ού­λιος καὶ οἱ μύ­γες σύν­νε­φο.

       Τό­τε, ἐ­κεῖ στὰ λου­τρά, ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μη­κύ­νω τὰ ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ νὰ ἀ­πο­ζη­τῶ τὴν ὑ­γρα­σί­α τοῦ κορ­μιοῦ τῆς μη­τέ­ρας, ἐ­πι­κα­λού­με­νος φό­βους γιὰ δρά­κους καὶ ἐ­κτο­πλά­σμα­τα. Ἐ­πι­βρά­δυ­να τὸ πρω­ι­νό μου ξύ­πνη­μα γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σω γυ­μνή, πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σό­κλει­στά μου βλέ­φα­ρα, κα­θὼς ἔ­πλε­νε τὶς πτυ­χὲς τοῦ κορ­μιοῦ της στὸν νι­πτή­ρα τοῦ δω­μα­τί­ου. Τὰ δω­μά­τια εἶ­χαν μό­νο νι­πτῆ­ρες κι ἔ­πρε­πε τὶς νύ­χτες νὰ δι­α­σχί­σεις ὅ­λο τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου γιὰ νὰ φτά­σεις μέ­χρι τὸν ἔ­ρη­μο γλόμ­πο ποὺ φώ­τι­ζε τὴν εἴ­σο­δο στὶς του­α­λέ­τες καὶ τὴ σκά­λα γιὰ τοὺς λου­τῆ­ρες. Πα­ρό­λο τὸν φό­βο ποὺ σοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ὁ δι­ά­δρο­μος, δά­ση σκι­ε­ρὰ κρυμ­μέ­να στὶς γω­νί­ες, τὸν δι­έ­σχι­ζες ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ Βα­σι­λεῦ οὐ­ρά­νι­ε, για­τὶ τὸ πρω­ὶ ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ σὲ ἔ­παιρ­νε στὸ κρε­βά­τι της ἂν σ’ ἔ­βρι­σκε νο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα. Ἡ κραυ­γὴ σὲ συ­νάν­τη­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, τὴν κα­τέ­βη­κες συ­νε­χί­ζον­τας τὴν προ­σευ­χή. Τὸ φῶς, χα­ρα­μα­τιὰ ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα τῶν λου­τή­ρων, ἔ­σκι­ζε τὸ σκο­τά­δι, ὅ­πως μιὰ νύ­χτα χω­ρί­ζει τὴ ζω­ὴ στὰ δυ­ό, μα­χαί­ρι. Ἡ μη­τέ­ρα, ξα­πλω­μέ­νη στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἔ­κο­βαν τὰ εἰ­σι­τή­ρια γιὰ τοὺς λου­τῆ­ρες, νὰ κυ­λί­ε­ται, πλοῖ­ον ἐν θα­λάσ­σῃ. Τὰ πό­δια της κυ­κνό­πτε­ρα πε­ρα­σμέ­να στοὺς ὤ­μους τοῦ ἐ­νω­μα­ταρ­χη κι αὐ­τὸς ἀ­νά­με­σά τους, ᾤ­χε­το ψυ­χὴ κα­τὰ χθο­νός.

       Τὸ πρω­ὶ ἡ μη­τέ­ρα τρυ­φε­ρὰ μὲ ἔ­σφιγ­γε στὸ στῆ­θος της, οὔ­τε ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ στὸ κορ­μί της, ὄ­νει­ρο. Μό­νο στὰ δά­χτυ­λά μου, κολ­λη­μέ­να στὸ κρέ­ας, κά­τω ἀ­πὸ τὰ νύ­χια, κόκ­κι­να, αἷ­μα, λε­πτὰ μι­σο­φέγ­γα­ρα.

       Τὸν βρῆ­καν νὰ πλέ­ει στὸν λου­τή­ρα. Τὸ σῶ­μα του ὀρ­γω­μέ­νο, ξε­σκι­σμέ­νο ἀ­πὸ νύ­χια ἢ ἀ­πὸ σου­γιά, οἱ συμ­μο­ρί­τες εἶ­παν, καὶ τὰ ροῦ­χα του κρε­μα­σμέ­να μα­τω­μέ­να, στὰ ἄγ­κι­στρα γιὰ τὶς πε­τσέ­τες.

       Στὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἐ­νω­μα­τάρ­χης εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας μου.

 

       (Σὲ πλέ­κω καὶ σὲ ξη­λώ­νω, πα­τέ­ρα, ὅ­πως ἡ μη­τέ­ρα ξή­λω­νε τὰ πα­λιὰ μάλ­λι­να γι­λέ­κα σου καὶ τὰ ξα­νά­πλε­κε πά­νω στὸ κορ­μί μου κι οἱ εἰ­κό­νες νὰ τυ­λί­γουν τὸ κορ­μί, μα­τω­μέ­νοι ἐ­πί­δε­σμοι.)

 

 

 

Πη­γή: Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί, Πε­ζά, Ἐκ­δό­σεις Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

 

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­της, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Πα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).