Κοσμᾶς Χαρπαντίδης: Δράκος στὸ τσάφ

 

 

Κο­σμᾶς Χαρ­παν­τί­δης

 

Δρά­κος στὸ τσάφ

 

ΤΟ ΚΕ­ΛΙ, στὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἄ­κου­γε νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν δρά­κο κι ἀ­πο­ροῦ­σε τὶ σχέ­ση μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει μὲ τὸ ἔγ­κλη­μα, αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸν δι­ευ­θυν­τὴ γιὰ νὰ μὴν τ’ ἁρ­πά­ξουν ἀ­πὸ τὸν Τοῦρ­κο, πιὸ πο­λὺ με­σά­ζον­τας λό­γῳ γλώσ­σας καὶ τώ­ρα μπλεγ­μέ­νος, «κα­λὰ μι­λᾶς τὰ τουρ­κι­κά, μπᾶς κι εἶ­σαι δι­κός μας ποὺ ξέ­μει­νε;­», ὄ­χι, Πόν­τιος ἀ­πὸ τὴν Σαμ­ψούν­τα, τουρ­κό­φω­νος, ὁ ξέ­νος πέ­ρα­σε ἀ­μέ­σως στὸ θέ­μα, ὁ πα­τέ­ρας του πέ­θα­νε στὰ 98 του χρό­νια, στριμ­μέ­νος ὁ γέ­ρος, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν λί­ρες καὶ χα­μέ­νες πα­τρί­δες, νὰ γί­νει ξα­νὰ Ὀ­θω­μα­νι­κὴ ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που γεν­νή­θη­κε ὁ ἀρ­χη­γός, νὰ μαν­τρω­θοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ὄ­λυμ­πο, νὰ ξα­να­βρεῖ τὶς χρυ­σές του λί­ρες, ἀλ­λὰ ἔμ­πλε­ξε μὲ κου­ραμ­πι­έ­δες, χα­ρά­μη­δες σὰν τὸ γιό του, κα­νεὶς σὰν τὸν Κε­μάλ, τοῦ ὁ­ποί­ου πα­τρι­ώ­της ἦ­ταν ὁ τσι­φλι­κὰς παπ­πούς του – πα­στά­λια­ζε λί­ρες, ὅ­πως οἱ ντό­πιοι κα­πνά, τὸν στέ­γνω­σε γιὰ χρό­νια χω­ρὶς γρό­σι, ἄ­σε ποὺ τὸν πί­ε­ζε νὰ γί­νει ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­λι­ω­σε γιὰ χρό­νια μπου­γα­τσατ­ζῆς στὸ Σισ­λί, σέρ­βι­ρε σερ­μπέ­τια κα­ϊ­μα­κλί­δι­κα, με­γά­λω­σε τρί­α παι­διὰ μὲ τὸ ζό­ρι, ἀρ­σε­νι­κὸ κα­νέ­να, «κι ὁ­λό­κλη­ρο χα­ρέ­μι στὰ πό­δια σου πά­λι θη­λυ­κὸ θὰ κά­νεις» τὸν κάρ­φω­νε ὁ γέ­ρος, ἔ­σκυ­βε τὸ κε­φά­λι «πρέ­πει νὰ ὑ­πο­μέ­νου­με τὶς ἀ­δι­κί­ες τῶν γο­νι­ῶν», ψυ­χορ­ρά­γη­σε στὰ χέ­ρια του καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ὕ­στα­τη πνο­ὴ τοῦ ἔ­δει­ξε τὸν χάρ­τη, νά ἡ κρυ­ψώ­να, «φτά­νεις στὴν Ἐ­γνα­τί­α, σο­κά­κι ἀρ­χαῖ­ο ντέ, βγαί­νεις ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χαῖ­ο καλ­ντε­ρί­μι της, πρὶν φα­νεῖ ἡ πό­λη, ψη­λὰ στὸ βου­νό, ἕ­να χά­λα­σμα, ἴ­σως καὶ ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο, νά τὰ ση­μά­δια…­», ἔ­ψα­ξε, μπουν­τα­λᾶς γιά, δὲν βρῆ­κε τί­πο­τα, πάρ­κα­ρε κον­τὰ στὸ μο­να­στή­ρι, τζάμ­πα πο­λε­μοῦ­σε, ὥ­σπου τὸν πῆ­ραν χαμ­πά­ρι οἱ δα­σο­φύ­λα­κες, τοὺς φά­νη­κε ὕ­πο­πτος, τὸν ἔ­δι­ω­ξαν, «μὴν ξα­να­πα­τή­σεις θὰ φω­νά­ξου­με τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α», ὁ­πό­τε συ­να­πάν­τη­σε τὸν βο­σκό, μὲ τὰ λι­γο­στὰ γί­δια του, συ­νεν­νο­ή­θη­καν ἀ­μέ­σως, τὸν τρά­βη­ξε στὸ μαν­τρί, γρή­γο­ρα κα­τέ­λη­ξαν —μπέ­σα γιὰ μπέ­σα— μι­σὰ-μι­σὰ συμ­φώ­νη­σαν, ἔ­βα­λε τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸν μπαχ­τσὲ κι ἀ­μο­λή­θη­καν μα­ζὶ στὸ βου­νό, ἀ­πὸ δί­πλα καὶ τὸ κο­πά­δι, ἔ­σκα­ψαν, τὰ βρῆ­καν, ὄ­χι δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο, στρα­φτά­λι­ζαν τὰ χρυ­σὰ μπρο­στά τους, τὶ ἔ­κρυ­βε ὁ σκα­τό­γε­ρος, γιὰ ποι­ὸν τὰ φυ­λοῦ­σε, νὰ μαυ­ρί­σει ἡ ψυ­χή του ἐ­κεῖ ποὺ πῆ­γε καὶ νὰ τὸν τρῶ­νε κο­ρά­κια χω­ρὶς τε­λει­ω­μό, ὅ­πως ἔ­φα­γαν καὶ τὴν δι­κή του ζω­ή, κα­κο­γέ­ρα­σε χω­ρὶς πα­ρά, τοὺς τύ­φλω­νε τὸ χρυ­σά­φι, χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ δρο­μο­λό­για γιὰ νὰ τὰ με­τα­κι­νή­σουν, τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα ὁ βο­σκὸς πῆ­γε στὸν δι­ευ­θυν­τή, «κυρ-δι­ευ­θυν­τὰ τὸ καὶ τό, θά­χεις μερ­τι­κὸ γεν­ναῖ­ο ἂν μᾶς βο­η­θή­σεις νὰ τὰ βγά­λου­με ἔ­ξω, νὰ μὴν μᾶς πει­ρά­ξουν, δη­μό­σιο τὸ μέ­ρος κι ὁ θη­σαυ­ρὸς τοῦ κρά­τους θά­ ‘ναι ἀλ­λι­ῶς, για­ζὶκ νὰ μὴν ξε­λα­σπώ­σου­με, φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι», «σί­γου­ρα ρὲ ἢ μπᾶς… » εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, «στὸ φῶς μου κυρ-δι­ευ­θυν­τά, ὁ Τοῦρ­κος σὲ πε­ρι­μέ­νει, τά­ ‘χει κρυμ­μέ­να στὸ πα­χνί», «ὕ­πα­γε καὶ μό­νο ἂν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου θὰ πι­στέ­ψω», τὸν πε­ρί­με­ναν μό­νο, ἦρ­θε μ’ ἄλ­λους τέσ­σε­ρις, τὸν μπου­ζού­ρια­σαν χω­ρὶς κίχ, τοῦ φό­ρε­σαν χει­ρο­πέ­δες, μ’ ἕ­να τζὶπ τὸν ἐ­ξα­φά­νι­σαν, ὁ μου­στε­ρὴς ἔ­μει­νε πί­σω ἀ­πο­ρη­μέ­νος, τί σκά­ρω­νε ὁ γκι­α­ού­ρης βρα­δι­ά­τι­κα; τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα βρῆ­καν τὸν Τοῦρ­κο κα­μέ­νο μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ κι αὐ­τὸς μέ­σα σ’ ἕ­να κε­λὶ ἔ­τρω­γε ξύ­λο, γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει τρεῖς φό­νους, κόν­τευ­ε νὰ τρε­λα­θεῖ, τὶ τοῦ φόρ­τω­σαν στὸ κε­φά­λι, ἡ δι­κο­γρα­φί­α σχη­μα­τί­σθη­κε ἀ­βλε­πτί, τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, ἀλ­λὰ τὸν κου­τού­πω­σαν στὴν φυ­λα­κή, ἰ­δι­α­ζόν­τως εἰ­δε­χθής, δρά­κος – πό­τε; στὸ τσάφ, δὲν τὸν ἄ­φη­σαν νὰ βγεῖ οὔ­τε λε­πτό, με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ό­μι­σι χρό­νια, ἀ­θω­ω­μέ­νος, ἐ­πέ­στρε­ψε, δὲν βρῆ­κε οὔ­τε μιὰ λί­ρα στὸ πα­χνὶ καὶ τό­τε πί­στε­ψε πὼς δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο ἢ ἐ­φιά­λτης, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­ταν βα­ρυ­στο­μά­χια­ζε τὸ βρά­δυ.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κο­σμᾶς Ἰ. Χαρ­παν­τί­δης (Νευ­ρο­κό­πι Δρά­μας, 1959). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ 1986 δι­κη­γο­ρεῖ στὴν Κα­βά­λα, ὅ­που μέ­νει μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς μὲ ἀ­φη­γή­μα­τα-δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.

 

Advertisements