Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου: Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες



Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου


Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες


Ὕ­στε­ρα σκύ­βου­με τὰ μά­τια, κοι­τᾶ­με τὰ πα­πού­τσια μας, κοι­τᾶ­με τὸ χῶ­μα. Δὲν ἔ­πε­σε τί­πο­τα.
Γιά­ννης Ρί­τσος, Ἡ­με­ρο­λό­για Ἐ­ξο­ρί­ας Ι.

ΙΧΑ ΜΕΙΝΕΙ πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν φό­βο νὰ ἐκ­βιά­ζει γνω­ρι­μί­ες. Εἶ­χαν γί­νει ὅ­λοι μιὰ πα­ρέ­α. Ὁ κα­θέ­νας κλα­ψού­ρι­ζε γιὰ τὰ δι­κά του. Ἂν τοὺς ἄ­κου­γε κά­ποι­ος, ἦ­ταν φα­νε­ρό, πὼς κα­νεὶς δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε σὲ κα­νέ­να πα­ρὰ μό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του. Ἤ­θε­λαν νὰ ποῦν, ὄ­χι ν’ ἀ­κού­σουν. Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται στὸ δά­σος μὲ ὁ­μί­χλη; Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται μὲ βα­ρί­δια στὰ πό­δια στὴν ἔ­ρη­μο χω­ρὶς νε­ρό; Ἀ­τέ­λει­ω­το περ­πά­τη­μα. Με­τὰ τὴν πρώ­τη μέ­ρα ἔ­πα­ψα νὰ με­τρά­ω τὸ χρό­νο. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χα τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐ­πι­λο­γῆς νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Σὰν νὰ κο­λυμ­πᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ πα­τᾶς. Ἂν προ­χω­ρή­σεις, εἶ­σαι με­σο­πέ­λα­γα. Εἶ­σαι τοῦ πε­λά­γου πιὰ καὶ ὄ­χι τῆς ἀ­κτῆς. Πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ κο­λυμ­πᾶς.

       Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ γέ­νια, κολ­λη­μέ­να μαλ­λιὰ καὶ πα­πού­τσια ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους περ­πα­τοῦ­σαν πη­γαί­νον­τας τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα πί­σω. Μά­τια ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν πρὶν τὰ πό­δια καὶ ἔ­ρι­χναν τὸ ἀγ­κί­στρι τῆς ἐλ­πί­δας στὴ μα­κρι­νὴ θέ­α κά­ποι­ων φώ­των. Με­τὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν σκο­τει­νὴ κό­χη τους καὶ ἡ ὁ­ρα­τό­τη­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν πά­λι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς νι­ό­της ὅ­μως δὲν μ’ ἄ­φη­νε νὰ φα­νε­ρώ­νο­μαι. Κα­νέ­νας δὲν μὲ εἶ­χε προ­σέ­ξει σ’ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α ἐλ­πί­δας. Σὲ κα­νέ­να, ἴ­σως, δὲν θὰ ἔ­λει­πα πί­σω. Ὅ­ταν μὲ δάγ­κω­νε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ στῆ­θος καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα, ἔ­χω­να τὸ χέ­ρι μου στὴ τσάν­τα ποὺ φο­ροῦ­σα χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ ἔ­πι­α­να τὴ μαν­τή­λα τῆς μά­νας μου. Τὴν ἔ­βγα­ζα, τὴ μύ­ρι­ζα τὴν ἔ­βα­ζα πί­σω στὴ θέ­ση της. Μύ­ρι­ζε σπί­τι, ζω­ή, ἀ­γά­πη, κά­τι δι­κό μου. Αἰ­σθα­νό­μουν πά­λι ἄν­θρω­πος, θυ­μό­μουν ποι­ός εἶ­μαι καὶ συ­νέ­χι­ζα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Ἄ­κου­γα τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους ἀ­πὸ μα­κριὰ ὅ­ταν ξε­κου­ρα­ζό­μα­σταν, ἀ­να­γνώ­σμα­τα γιὰ τὸν ὕ­πνο. Ἔ­τσι τοὺς εἶ­χα γνω­ρί­σει ἕ­ναν-ἕ­ναν ἀ­πὸ μα­κριά. Ἤ­θε­λα νὰ φτά­σουν πρῶ­τοι. Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τί θὰ κά­νουν ἢ μᾶλ­λον τί θὰ ἀ­πο­γί­νουν. Κρυμ­μέ­νος, βλέ­πω τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να πα­πού­τσια τους πα­ρα­τη­μέ­να νὰ ξε­κου­ρά­ζον­ται στὸ ἀ­φρά­το χῶ­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ἀ­να­ση­κω­μέ­να, μι­σὰ στὴ γῆ μι­σὰ στὸν ἀ­έ­ρα, ἕ­τοι­μα νὰ τὸ σκά­σουν. Τὰ ἴ­δια ἔ­χουν ξα­να­κά­νει πα­ρέ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ τζα­μιά, ἀλ­λὰ πάν­τα οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες ἐ­πέ­στρε­φαν νὰ τὰ φο­ρέ­σουν. Ἔ­χουν χο­ρέ­ψει δί­πλα-δί­πλα σε μπα­ϊ­ρά­μια* καὶ γά­μους, ἔ­χουν στα­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἔ­χουν φλερ­τά­ρει, ἔ­χουν γί­νει τὸ ἀ­πο­κούμ­πι δυ­ὸ χα­μη­λω­μέ­νων μα­τι­ῶν καὶ δύ­ο κόκ­κι­νων μά­γου­λων. Τώ­ρα, τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο, στρα­τι­ω­τά­κια χω­ρὶς μιὰ δι­α­τα­γὴ γιὰ περ­πά­τη­μα, χο­ρό, τρέ­ξι­μο, παι­χνί­δι, φλέρτ, ἔ­στω πά­τη­μα, νὰ ζή­σουν πά­λι. Ὁ πό­νος εἶ­ναι ζω­ή· ἀλ­λὰ ὄ­χι αὐ­τὴ ἡ ἀ­πρα­ξί­α.

       Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ θάμ­πος τῶν μα­τι­ῶν μου, ξε­χω­ρί­ζω τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ τοῦ Ζα­μὶ ποὺ ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­ναν τὸ γή­πε­δο σὲ 20 δεύ­τε­ρα, τὰ πα­που­τσά­κια τῆς Ἀ­μέ­να καὶ δί­πλα τῆς κού­κλας της, τὰ γαμ­πρι­ά­τι­κα τοῦ Σά­ϊντ ποὺ δὲν πρό­λα­βαν νὰ ἀν­τα­μώ­σουν τὶς γό­βες μὲ τὶς ἀ­ση­μὶ πέρ­λες τῆς Χά­για, τὶς μπό­τες τῆς Νούν­τα ποὺ εἶ­χαν τὴν τύ­χη, νό­μι­ζαν, νὰ φύ­γουν μα­ζί της τα­ξί­δι, τὶς σα­γι­ο­νά­ρες τοῦ Ρί­φατ ποὺ ξε­κί­νη­σαν γιὰ κο­λύμ­πι καὶ δὲν δρο­σί­στη­καν πο­τέ.

       Τὰ δι­κά μου μο­κα­σί­νια ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­κό­μη τὰ πλη­γω­μέ­να πό­δια μου, αὐ­τὰ τὰ ἴ­δια μο­κα­σί­νια ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πό­γευ­μα φτε­ρὰ στὸ πλη­σί­α­σμα μὲ τὰ λευ­κὰ σαν­δά­λια τῆς Μα­λά­λα καὶ τὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Μὰ πρὶν ἀ­πο­γει­ω­θοῦν, βά­ρυ­ναν ἀ­πὸ τὸ μο­λυ­σμέ­νο μὲ ἀ­πει­λὲς ἀ­έ­ρα καὶ προ­σγει­ώ­θη­καν στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ μου δί­πλα στὴν ἀ­κί­νη­τη μά­να μου πε­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να κου­κού­λι ἀ­πὸ μαῦ­ρο κα­πνό. Τὸ μό­νο ποὺ πρό­λα­βα ἦ­ταν νὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴ μαν­τή­λα της. Τὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια της ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ θυ­μό­μουν ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ δι­κά μου στὸ γυ­μνὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου· τὰ μά­τια της ἄ­δεια χω­ρὶς ἕ­να κα­νέ­να μή­νυ­μα γιὰ μέ­να.

       Ἀ­κουμ­πά­ω τὰ τρύ­πια πα­πού­τσια μου στὸ νω­πὸ χῶ­μα. Κρυ­ώ­νω μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρὴ κουρ­τί­να τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ πί­σω της χά­θη­καν οἱ ἄλ­λοι. Μὲ προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὰ λό­για, τοὺς ἤ­χους, τὶς σι­ω­πές, τὶς σκέ­ψεις, τὴν ἐλ­πί­δα. Σὰ νὰ βου­βά­θη­καν ὅ­λοι μό­λις τὴν πέ­ρα­σαν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους. Μα­σά­λια* γιὰ νὰ περ­νά­ει ἡ ὥ­ρα. Τώ­ρα δὲν πει­ρά­ζει νὰ ἔρ­θει μιὰ βρο­χὴ νὰ τὶς πα­ρα­χώ­σει στὴ λά­σπη ἑ­νὸς ξέ­νου χω­ρα­φιοῦ. Μὰ ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κὸ μπο­ρεῖ νὰ τὶς καρ­πί­σει καὶ νὰ βγά­λουν ρί­ζες καὶ κλα­διὰ καὶ τὰ πα­λιὰ νὰ μπλέ­ξουν μὲ τὰ νέ­α· ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κό. Για­τί θὰ χρεια­στοῦν και­νούρ­γι­ες ἱ­στο­ρί­ες. Μ΄ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη περ­νά­ω καὶ ἐ­γὼ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να.


* μπαϊράμι: μεγάλη μουσουλμανικὴ γιορτή.
* μασάλια: κουτσομπολιά.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια Ἀγ­γλι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Λο­γο­τε­χνί­ας σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν, Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν Ἐκ­παί­δευ­ση τῆς Παι­δα­γω­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΑΠΘ. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μὲ τοὺς μα­θη­τές της γρά­φουν ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά.

Εἰκόνα: ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα:

https://www.koutipandoras.gr/article/skies-antiparathesis-sti-mnimi-toy-olokaytomatos