Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Ἡ Ἀσσυροβαβυλώνια τοῦ μετρό


Chaboutsas,Giorgos-IAssyrobabyloniaTouMetro-Eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς


Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό


H-Itta-SomataΕΥΤΥΧΙΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ ἂν θὰ συ­ναν­τή­σω τὴν «Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό». Ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀ­πί­στευ­τα γο­η­τευ­τι­κὴ κυρ­τό­τη­τα τῆς μύ­της της. Τὴ συ­ναν­τῶ συ­νή­θως στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἢ στὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο βα­γό­νι τοῦ συρ­μοῦ στὸ Φίξ, μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ Σύν­ταγ­μα. Μι­κρὸ τὸ δέ­μας, ἐ­πι­με­λη­μέ­νο καὶ ἀ­νε­παί­σθη­το μα­κι­γι­ὰζ (ὅ­πως μοῦ ἀ­ρέ­σει), ἀ­νε­παί­σθη­το κρα­γιὸν στὰ χεί­λη, πρα­σι­νο­γά­λα­ζα μά­τια, ἁ­πα­λὰ καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­να βλέ­φα­ρα, γα­ϊ­τα­νό­φρυ­δα, ἁ­πα­λὸ καὶ γα­λα­κτε­ρὸ δέρ­μα, δι­α­κρι­τι­κὲς ἐ­λί­τσες παν­τοῦ, κα­ρὲ μαλ­λὶ βαμ­μέ­νο κα­στα­νο­κόκ­κι­νο, μὲ χω­ρί­στρα στὸ πλά­ι. Τὰ ροῦ­χα της πο­λὺ προ­σεγ­μέ­να καὶ ἁ­πλά, ὅ­πως μ’ ἀ­ρέ­σουν. Τὸ πεν­τι­κιοὺρ θε­σπέ­σιο, συ­νή­θως ἁ­πλὸ σκλη­ρυν­τι­κό, κα­μω­μέ­νο σὲ δά­χτυ­λα ἀ­πί­στευ­της ἁρ­μο­νί­ας. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι προ­τι­μᾶ πέ­δι­λα μὲ ἀ­ση­μέ­νια ἢ χρυ­σα­φιὰ μπορ­ντού­ρα. Συ­νε­χῶς χα­σμου­ρι­έ­ται, κρύ­βον­τας δι­α­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πα­λά­μη τὸ στό­μα της. Δεί­χνει πάν­τα κου­ρα­σμέ­νη, νω­χε­λι­κὴ καὶ νυ­σταγ­μέ­νη, ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τῆς προσ­δί­δουν ἐ­πι­πλέ­ον γο­η­τεί­α. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς με­τε­πι­βί­βα­σης στὸ Σύν­ταγ­μα ζων­τα­νεύ­ει, λι­κνί­ζε­ται καὶ ἑ­λίσ­σε­ται μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ στοὺς δι­α­δρό­μους (ἴ­σα ποὺ τὴν προ­λα­βαί­νω), γε­γο­νὸς ποὺ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει πάν­το­τε θέ­ση στὸ ἑ­πό­με­νο βα­γό­νι. Ὅ­ταν κά­τσει —πάν­τα τὴ θαυ­μά­ζω γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κα­τα­φέρ­νει, ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἕ­να κα­τά­με­στο ἀ­πὸ ἐ­πι­βά­τες βα­γό­νι— κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ βυ­θί­ζε­ται πά­λι στὴ νω­χέ­λεια, ἀ­πλώ­νον­τας ταυ­το­χρό­νως, ὅ­σο τῆς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ χῶ­ρος, τὰ πό­δια της. Φρον­τί­ζω νὰ βρί­σκο­μαι πάν­το­τε ἀ­πέ­ναν­τί της ἤ, του­λά­χι­στον, ὅ­σο πιὸ κον­τά της μπο­ρῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη νὰ τὴν βλέ­πει τὸ βρά­δυ νὰ κοι­μᾶ­ται στὸ κοι­νό τους κρε­βά­τι, ὅ­ποι­ος τὴν ἔ­χει πλά­ι του καὶ ἀ­κού­ει τὴν ἀ­νά­σα της. Στὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ δια­ρκεῖ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα ὣς τὴν Πα­νόρ­μου, μέ­σα στὸ πλῆ­θος, ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια εἶ­ναι δι­κή μου, μό­νο δι­κή μου, κα­νεὶς δὲν τὴν ἔ­χει καὶ δὲν τὴν κοι­τά­ζει ὅ­πως ἐ­γώ. Κοι­τῶ τὸ πρό­σω­πό της καὶ τὶς δι­πλὲς ἢ τρι­πλὲς ἀν­τα­να­κλά­σεις του στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Δι­εισ­δύ­ω στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς της, προ­σπα­θῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἔ­γνοι­ες, τὶς μι­κρο­χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­πες της. Θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σω κα­λύ­τε­ρα πρω­ι­νά, νὰ μὴν ξυ­πνά­ει τό­σο νω­ρίς, νὰ μὴν κου­ρά­ζε­ται, νὰ μὴν τρέ­χει στοὺς δρό­μους ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα, νὰ χορ­ταί­νει ὕ­πνο. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, δὲν εἶ­ναι κοι­νή. Τὸ πρό­σω­πό της ἀ­νή­κει σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­λοι οἱ καλ­λι­τέ­χνες θὰ τὴν εἶ­χαν ζω­γρα­φί­σει, θά ’­χαν γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γι’ αὐ­τήν. Τοῦ­το τὸ πρό­σω­πο ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ ὅ­λα: εἶ­ναι καὶ βυ­ζαν­τι­νὴ Πα­να­γιά, καὶ Νε­φερ­τί­τη, καὶ πρό­σω­πο ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ἀ­κό­μα καὶ νε­κρι­κὴ μά­σκα. Φεῦ, στὴν Πα­νόρ­μου πρέ­πει νὰ κα­τέ­βω. Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια πα­ρα­μέ­νει στὸ κά­θι­σμά της μὲ τὰ μά­τια κλει­στὰ κι ἐ­γώ, βγαί­νον­τας μὲ τὰ νῶ­τα ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, προ­σπα­θῶ νὰ ρί­ξω με­ρι­κὲς τε­λευ­ταῖ­ες μα­τι­ὲς πά­νω της γιὰ νὰ πά­ει κα­λὰ ἡ μέ­ρα μου, ὅ­σο μπο­ρῶ πιὸ πολ­λὲς μα­τι­ές, μέ­χρι νὰ μοῦ τὴν πά­ρει μα­κριὰ ἡ σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη σή­ραγ­γα τοῦ με­τρό. Μέ­νω μὲ τὸ με­τεί­κα­σμα τῆς θε­ο­φά­νειάς της ὅ­λη τὴ μέ­ρα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).