Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Ἡ Ἀσσυροβαβυλώνια τοῦ μετρό


Chaboutsas,Giorgos-IAssyrobabyloniaTouMetro-Eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς


Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό


H-Itta-SomataΕΥΤΥΧΙΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ ἂν θὰ συ­ναν­τή­σω τὴν «Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό». Ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀ­πί­στευ­τα γο­η­τευ­τι­κὴ κυρ­τό­τη­τα τῆς μύ­της της. Τὴ συ­ναν­τῶ συ­νή­θως στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἢ στὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο βα­γό­νι τοῦ συρ­μοῦ στὸ Φίξ, μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ Σύν­ταγ­μα. Μι­κρὸ τὸ δέ­μας, ἐ­πι­με­λη­μέ­νο καὶ ἀ­νε­παί­σθη­το μα­κι­γι­ὰζ (ὅ­πως μοῦ ἀ­ρέ­σει), ἀ­νε­παί­σθη­το κρα­γιὸν στὰ χεί­λη, πρα­σι­νο­γά­λα­ζα μά­τια, ἁ­πα­λὰ καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­να βλέ­φα­ρα, γα­ϊ­τα­νό­φρυ­δα, ἁ­πα­λὸ καὶ γα­λα­κτε­ρὸ δέρ­μα, δι­α­κρι­τι­κὲς ἐ­λί­τσες παν­τοῦ, κα­ρὲ μαλ­λὶ βαμ­μέ­νο κα­στα­νο­κόκ­κι­νο, μὲ χω­ρί­στρα στὸ πλά­ι. Τὰ ροῦ­χα της πο­λὺ προ­σεγ­μέ­να καὶ ἁ­πλά, ὅ­πως μ’ ἀ­ρέ­σουν. Τὸ πεν­τι­κιοὺρ θε­σπέ­σιο, συ­νή­θως ἁ­πλὸ σκλη­ρυν­τι­κό, κα­μω­μέ­νο σὲ δά­χτυ­λα ἀ­πί­στευ­της ἁρ­μο­νί­ας. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι προ­τι­μᾶ πέ­δι­λα μὲ ἀ­ση­μέ­νια ἢ χρυ­σα­φιὰ μπορ­ντού­ρα. Συ­νε­χῶς χα­σμου­ρι­έ­ται, κρύ­βον­τας δι­α­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πα­λά­μη τὸ στό­μα της. Δεί­χνει πάν­τα κου­ρα­σμέ­νη, νω­χε­λι­κὴ καὶ νυ­σταγ­μέ­νη, ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τῆς προσ­δί­δουν ἐ­πι­πλέ­ον γο­η­τεί­α. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς με­τε­πι­βί­βα­σης στὸ Σύν­ταγ­μα ζων­τα­νεύ­ει, λι­κνί­ζε­ται καὶ ἑ­λίσ­σε­ται μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ στοὺς δι­α­δρό­μους (ἴ­σα ποὺ τὴν προ­λα­βαί­νω), γε­γο­νὸς ποὺ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει πάν­το­τε θέ­ση στὸ ἑ­πό­με­νο βα­γό­νι. Ὅ­ταν κά­τσει —πάν­τα τὴ θαυ­μά­ζω γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κα­τα­φέρ­νει, ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἕ­να κα­τά­με­στο ἀ­πὸ ἐ­πι­βά­τες βα­γό­νι— κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ βυ­θί­ζε­ται πά­λι στὴ νω­χέ­λεια, ἀ­πλώ­νον­τας ταυ­το­χρό­νως, ὅ­σο τῆς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ χῶ­ρος, τὰ πό­δια της. Φρον­τί­ζω νὰ βρί­σκο­μαι πάν­το­τε ἀ­πέ­ναν­τί της ἤ, του­λά­χι­στον, ὅ­σο πιὸ κον­τά της μπο­ρῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη νὰ τὴν βλέ­πει τὸ βρά­δυ νὰ κοι­μᾶ­ται στὸ κοι­νό τους κρε­βά­τι, ὅ­ποι­ος τὴν ἔ­χει πλά­ι του καὶ ἀ­κού­ει τὴν ἀ­νά­σα της. Στὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ δια­ρκεῖ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα ὣς τὴν Πα­νόρ­μου, μέ­σα στὸ πλῆ­θος, ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια εἶ­ναι δι­κή μου, μό­νο δι­κή μου, κα­νεὶς δὲν τὴν ἔ­χει καὶ δὲν τὴν κοι­τά­ζει ὅ­πως ἐ­γώ. Κοι­τῶ τὸ πρό­σω­πό της καὶ τὶς δι­πλὲς ἢ τρι­πλὲς ἀν­τα­να­κλά­σεις του στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Δι­εισ­δύ­ω στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς της, προ­σπα­θῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἔ­γνοι­ες, τὶς μι­κρο­χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­πες της. Θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σω κα­λύ­τε­ρα πρω­ι­νά, νὰ μὴν ξυ­πνά­ει τό­σο νω­ρίς, νὰ μὴν κου­ρά­ζε­ται, νὰ μὴν τρέ­χει στοὺς δρό­μους ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα, νὰ χορ­ταί­νει ὕ­πνο. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, δὲν εἶ­ναι κοι­νή. Τὸ πρό­σω­πό της ἀ­νή­κει σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­λοι οἱ καλ­λι­τέ­χνες θὰ τὴν εἶ­χαν ζω­γρα­φί­σει, θά ’­χαν γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γι’ αὐ­τήν. Τοῦ­το τὸ πρό­σω­πο ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ ὅ­λα: εἶ­ναι καὶ βυ­ζαν­τι­νὴ Πα­να­γιά, καὶ Νε­φερ­τί­τη, καὶ πρό­σω­πο ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ἀ­κό­μα καὶ νε­κρι­κὴ μά­σκα. Φεῦ, στὴν Πα­νόρ­μου πρέ­πει νὰ κα­τέ­βω. Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια πα­ρα­μέ­νει στὸ κά­θι­σμά της μὲ τὰ μά­τια κλει­στὰ κι ἐ­γώ, βγαί­νον­τας μὲ τὰ νῶ­τα ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, προ­σπα­θῶ νὰ ρί­ξω με­ρι­κὲς τε­λευ­ταῖ­ες μα­τι­ὲς πά­νω της γιὰ νὰ πά­ει κα­λὰ ἡ μέ­ρα μου, ὅ­σο μπο­ρῶ πιὸ πολ­λὲς μα­τι­ές, μέ­χρι νὰ μοῦ τὴν πά­ρει μα­κριὰ ἡ σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη σή­ραγ­γα τοῦ με­τρό. Μέ­νω μὲ τὸ με­τεί­κα­σμα τῆς θε­ο­φά­νειάς της ὅ­λη τὴ μέ­ρα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


		
Advertisements