Οὔρσουλα Φωσκόλου: Νέκυια

Foskolou,Oursoula-Nekyia-Eikona-01b


Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου


Νέ­κυι­α

 

12-EpsilonΠΕΣΑ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ ἕ­να βρά­δυ, βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μπάρ. Δὲν εἶ­χα πι­εῖ πο­λύ, πα­ρα­πα­τοῦ­σα, ὡ­στό­σο, ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση καὶ στὸ πρό­σω­πό μου βρι­σκό­ταν, καρ­φω­μέ­νο, ἕ­να ἀ­ναί­τιο χα­μό­γε­λο. Κρα­τοῦ­σα ἀ­κό­μη ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρας, ποὺ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ χυ­θεῖ στὸ φό­ρε­μά της. Εἶ­χε τὰ μαλ­λιὰ πια­σμέ­να στὴ βά­ση τοῦ λαι­μοῦ, ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της κρε­μό­ταν ἕ­νας κρί­κος ποὺ ἀ­σή­μι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναμ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Στὸ φῶς μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις ὁ­ρι­σμέ­νες λευ­κὲς τρί­χες, ποὺ πε­τά­γον­ταν, σὰν ἠ­λε­κτρι­σμέ­νες, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη τσάν­τα καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ψη­λο­τά­κου­νες γό­βες. Τὴν κοί­τα­ξα, θυ­μᾶ­μαι, ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ἕ­ως τὰ νύ­χια: δὲν μοῦ φά­νη­κε ὄ­μορ­φη. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, φι­λι­ό­μα­σταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Γιά­ρις. Περ­νοῦ­σα τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ μου ἀ­πὸ τὴν πλά­τη της κι ἔ­μοια­ζε νὰ γουρ­γου­ρί­ζει εὐ­τυ­χι­σμέ­να, σὰν γα­τί. Ξυ­πνοῦ­σαν, θαρ­ρεῖς, οἱ σπόν­δυ­λοί της κά­τω ἀ­πὸ κά­θε μου ἄγ­γιγ­μα καὶ τὸ σῶ­μα της φού­σκω­νε, ζε­στὸ ζυ­μά­ρι, στὸ πλευ­ρό μου.

        Ὁ­δή­γη­σα μέ­χρι τὸν Λυ­κα­βητ­τὸ καὶ πάρ­κα­ρα κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς. Δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε, πα­ρά μοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ πῆ­ρε νὰ γδύ­νε­ται. Εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο καὶ πε­ρί­ερ­γο τα­του­ὰζ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ χα­μη­λὰ στὴ μέ­ση, τὴν ἀγ­κά­λια­ζε κι ἔ­φτα­νε ὣς τὴν κλεί­δα. Ἔ­μοια­ζε μὲ τε­ρά­στιο κύ­μα, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρά­δερ­ναν, πνιγ­μέ­να, χί­λια δυ­ὸ πράγ­μα­τα: κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα, ὑ­ά­κιν­θοι, παι­ώ­νι­ες, ἕ­να μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νιο πε­ρι­δέ­ραι­ο παρ­μέ­νο, ἔ­λε­γες, ἀ­πὸ τ’ ἀμ­πά­ρια τοῦ Ναυ­τί­λου. Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου κι ἔμ­πη­ξε ἐ­λα­φρά τὰ νύ­χια της στὰ μά­γου­λά μου. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τῆς ἔ­πι­α­να σφι­χτὰ τὸ στῆ­θος καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τὴν τρα­βοῦ­σα ἐ­πά­νω μου. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­ζε μι­λιά. Μό­νο κοι­τοῦ­σε: ἔ­ξω ἀ­πὸ μέ­να, πί­σω ἀ­π’ τὸ βου­νό, μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα καὶ μαῦ­ρα.

        Ὅ­πως τε­λεί­ω­να, κόλ­λη­σα τὸ πρό­σω­πό μου στὸ δι­κό της. Ἤ­θε­λα νὰ μὲ βλέ­πει καὶ τῆς τό ‘­πα. Τὴν ἔ­πι­α­σα γε­ρὰ ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ πλά­τη της με­τα­μορ­φω­νό­ταν σὲ ἄ­καμ­πτο τό­ξο. Ἔ­νι­ω­σα κά­θε φλέ­βα στὸ κορ­μί μου νὰ φου­σκώ­νει σὰν τὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο κύ­μα. Τό­σο ποὺ πλέ­ον ἀ­δυ­να­τοῦ­σα νὰ σκε­φτῶ. Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια καὶ φα­νε­ρώ­θη­καν ἐμ­πρός μου χί­λια πρό­σω­πα: ἡ Νί­κη, ἡ Μα­ρί­α, ἡ Ἑ­λέ­νη… κι ἔ­πει­τα ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Νι­κό­λας, ὁ Φί­λιπ­πος, ἡ μά­να μου. Ξέ­βρα­ζε ἡ θά­λασ­σα στὰ πό­δια μου πό­τε τὸν ἕ­να καὶ πό­τε τὸν ἄλ­λο.

        «Θὰ σὲ ξα­να­δῶ;», ρώ­τη­σα.

        Κι ἔ­πει­τα, σὰν νὰ με­τά­νι­ω­σα: «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις». Τῆς ἔ­δω­σα ὅ­σα χρή­μα­τα εἶ­χα καὶ τὴν ἄ­φη­σα ἐ­κεῖ πά­νω, μό­νη της, μπρο­στὰ στὸ ἄ­δει­ο θέ­α­τρο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (1986). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γρα­φί­στρια. Ἡ πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2012, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, τοῦ Δη­μή­τρη Ἀγ­γε­λῆ. Δι­η­γή­μα­τα, κρι­τι­κὲς καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, Τὸ Δέν­τρο, Δε(κα­τά), Πλα­νό­διον, Νέ­ο Ἐ­πί­πε­δο, Ἕ­νε­κεν. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Φρέ­αρ, ὅ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων δι­α­χει­ρί­ζε­ται καὶ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει προ­σε­χῶς ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κί­χλη.

Advertisements

Οὔρσουλα Φωσκόλου: Χέρια σε κινέζικο φόντο

 

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου

 

              Χέ­ρια σὲ κι­νέ­ζι­κο φόν­το

 

Α ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ἔ­παι­ξαν γιὰ λί­γο, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι μαῦ­ροι καὶ κί­τρι­νοι κύ­κλοι ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὸ φὶλμ καὶ ἡ με­γά­λη ἐ­πι­γρα­φὴ συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­ναμ­μα τῶν φώ­των στὴ σχε­δὸν ἄ­δεια αἴ­θου­σα. Στὸν συ­νοι­κια­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φρέ­σκου ποπ­κὸρν ἀ­νέ­βαι­νε σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πὸ τὶς σκά­λες μέ­χρι τὸν ἐ­ξώ­στη, ὅ­που κα­θό­ταν ἡ Να­τα­λί­α. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει τὴν κα­λύ­τε­ρη θέ­ση, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν πρώ­τη σει­ρά, ἐ­κεῖ ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὰ πό­δια της μπρο­στὰ καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴν ται­νί­α χω­ρὶς κα­νέ­νας νὰ τῆς κρύ­βει τὴ θέ­α.

       Ἐ­δῶ καὶ μί­α ἑ­βδο­μά­δα τὸ «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν κι­νε­ζι­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­δει­χνε νὰ ἔ­χει πολ­λοὺς ὀ­πα­δούς. Ἐ­κεί­νη τὴν Πέμ­πτη ἔ­παι­ζε τὸ «Δω­μά­τιο 46», μιὰ πο­λὺ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ ται­νί­α, μὲ πρω­τό­τυ­πη ὑ­πό­θε­ση καὶ ὑ­πέ­ρο­χη φω­το­γρα­φί­α. Τὸ πρῶ­το μι­σὸ εἶ­χε κα­θη­λώ­σει τὴ Να­τα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ση­κώ­θη­κε κὰν ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμά της ὅ­ταν δό­θη­κε τὸ σῆ­μα γιὰ δι­ά­λειμ­μα. Ἔ­μει­νε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τοὺς ἐ­πεν­δυ­μέ­νους μὲ ξύ­λο τοί­χους καὶ τὴ βε­λού­δι­νη κόκ­κι­νη κουρ­τί­να, ποὺ ἔ­πε­φτε βα­ριά, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἁ­πλῶς λί­γο καὶ ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους της τὴν πλε­κτὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα, κα­θὼς ἡ ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔ­φερ­νε ἕ­να ρεῦ­μα ψυ­χροῦ ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει ἐ­λα­φρά. Συ­σκό­τι­ση καὶ πά­λι, ἡ ται­νί­α ἄρ­χι­ζε.

       «Δὲν ξέ­ρεις τὸ πα­ρελ­θόν μου» φώ­να­ζε ὁ Κιάνγκ.        

       Ἡ Να­τα­λί­α κα­θό­ταν μὲ σταυ­ρω­μέ­να τὰ πό­δια καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό της μπρά­τσο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σχε­δὸν τὴν πλά­τη τῆς δι­πλα­νῆς κα­ρέ­κλας. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ —σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση— ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια ἀ­νέ­βαι­νε τὰ σκα­λιὰ ἑ­νὸς βρώ­μι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἐ­ρα­στή της καὶ ἡ ἄ­ρια ἀ­πὸ τὴ «Νόρ­μα» χρω­μά­τι­ζε τρα­γι­κὰ τὴ σκη­νή, ἕ­να ἄ­γνω­στο χέ­ρι πῆ­ρε τὸ δι­κό της καὶ τὸ κρά­τη­σε.

       «Πα­λιά, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν ἕ­να μυ­στι­κό, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὴν κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου…»

       Τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το ἄγ­γιγ­μα τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε, ὅ­μως δὲ γύ­ρι­σε. Κόλ­λη­σε πί­σω στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι λί­γο πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ μά­γου­λο στὸ βε­λοῦ­δο τοῦ κα­θί­σμα­τος. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ ἀ­γω­νί­α τὶς εἰ­κό­νες τῆς ται­νί­ας. Ἡ Να­τα­λί­α βρέ­θη­κε νὰ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι της πρὸς τὰ πί­σω, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ σφί­ξι­μο τῆς ἄ­γνω­στης πα­λά­μης.

       «…κι ὕ­στε­ρα σφρά­γι­ζαν τὴν τρύ­πα μὲ λά­σπη» ἔ­λε­γε ἡ Μέ­ι.

       Τὸ ἄ­γνω­στο χέ­ρι τὴν κρά­τη­σε καὶ πά­λι. Ἀ­να­τρί­χια­σε καὶ μιὰ ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­πὸ τὰ μά­γου­λα μέ­χρι χα­μη­λά, στὴν κοι­λιά της. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο μὲ τὸν κορ­μὸ στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ χέ­ρι της φω­λι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει κά­θε πτυ­χή του, νὰ βρεῖ μὲ τὰ δά­χτυ­λα κά­θε του φλέ­βα, κά­θε μι­κρὸ ση­μά­δι. Ἦ­ταν πο­λὺ ἁ­πα­λὸ καὶ ζε­στὸ κι ὅ­μως νευ­ρῶ­δες. Ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν. Ἔ­νι­ω­θε ἄ­νε­τα μα­ζί του.

       «Ἔ­λα μα­ζί μου στὴ Σιγ­κα­πού­ρη» πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Κιάνγκ.

       Ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Να­τα­λί­ας ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α. Τὰ δυ­ὸ χέ­ρια πα­ρέ­μει­ναν ἑ­νω­μέ­να μέ­χρι τὸ φι­νά­λε. Σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο μου­σι­κὸ κρε­σέν­το τὸ ξέ­νο χέ­ρι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε βί­αι­α ἀ­πὸ τὸ σύμ­πλεγ­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο βη­μά­των, τὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρα ποὺ εἰ­σῆλ­θε ἀ­πὸ τὸ γρή­γο­ρο ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας ἔ­φε­ρε μα­ζί του μιὰ μυ­ρω­διὰ γυ­ναι­κεί­ου ἀ­ρώ­μα­τος. Ἡ Να­τα­λί­α ζά­ρω­σε στὴν κα­ρέ­κλα της.

       «Μὴ φεύ­γεις» ψι­θύ­ρι­ζε ἡ Μέ­ι.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη δη­μο­σι­εύ­ει πρώ­τη φο­ρὰ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ φορ­τί­ο» τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2012.