Πέτρος Φούρναρης: Ὁ Καλιγούλας


Πέτρος Φούρναρης


Ὁ Κα­λι­γού­λας


ΕΣΗΜΕΡΙ: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.

           «Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»

           «Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»

           «Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»

           Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ΄ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.

           «Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

           Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»

           «Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»

           «Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια , καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»

           Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…»

11-8-2016



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)

(Μπελ­λοῦ­νο, 1907 – Μι­λά­νο, 1972)


02-OmikronΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ-ΤΡΑΒΕΡΣΟ (Buzzati-Traverso) γεν­νή­θη­κε στὶς 16 Ὀ­χτω­βρί­ου τοῦ 1906 στὰ πε­ρί­χω­ρα τοῦ Μπε­λλοῦ­νο, στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο. Ἐ­κεῖ, στὴν ἰ­δι­ό­κτη­τη Βί­λα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας —ἀ­πὸ τὸ 1811—, στὶς ὄ­χθες τοῦ Πιά­βε καὶ στοὺς πρό­πο­δες τῶν Δο­λο­μι­τῶν, ἀ­πέ­κτη­σε τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ με­τα­φέ­ρει στὰ βι­βλί­α του καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κή του. Ἀ­πὸ μι­κρὸς θὰ ἀ­γα­πή­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὴν ὀ­ρει­βα­σί­α —ἦ­ταν ἐ­ξαί­ρε­τος ἀλ­πι­νι­στὴς καθ΄ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς του—, κα­θὼς καὶ τὴ μου­σι­κή – σπού­δα­σε βι­ο­λὶ καὶ πιά­νο κι ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γρά­ψει λιμ­πρέ­τα γιὰ ὄ­πε­ρα. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἀ­νῆ­κε στὴν εὔ­πο­ρη ἀ­στι­κὴ τά­ξη: ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν δι­κα­στι­κός, ὁ πα­τέ­ρας κα­θη­γη­τὴς δι­ε­θνοῦς δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πα­βί­ας καὶ στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Μπο­κό­νι στὸ Μι­λά­νο. Εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­δελ­φοὺς —ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἕ­νας ἦ­ταν βι­ο­λό­γος μὲ δι­ε­θνῆ φή­μη— καὶ μιὰ ἀ­δελ­φή. Ἡ μη­τέ­ρα του κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Τρα­βέρ­σο τῆς Βε­νε­τί­ας.

       Ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ βί­λα στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο τὰ Κα­λο­καί­ρια καὶ τὸν Χει­μώ­να θὰ τὸν περ­νᾶ στὸ Μι­λά­νο. Σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων χρο­νῶν θὰ χά­σει τὸν πα­τέ­ρα του, ποὺ εἶ­χε ὄγ­κο στὸ πάγ­κρε­ας· τὸ γε­γο­νὸς θὰ ἀ­να­στα­τώ­σει τὸν μι­κρὸ Μπου­τζά­τι γιὰ ἀρ­κε­τὸ και­ρό, για­τὶ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­σθέ­νεια. To 1924, γιὰ νὰ κά­νει τὸ χα­τί­ρι τῆς μη­τέ­ρας του, ἐγ­γρά­φε­ται στὴ Νο­μι­κή. Τὸ 1926 ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴ στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α, τὸ 1927 ἀ­πο­λύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο προσ­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della sera: στὴν ἀρ­χὴ ὡς χρο­νι­κο­γρά­φος, ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ρε­πόρ­τερ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα θὰ πα­ρα­μεί­νει καθ΄ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῆς του στα­δι­ο­δρο­μί­ας. Στὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λεμ­ο θὰ εἶ­ναι πο­λε­μι­κὸς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς στὴν Ἀν­τὶς Ἀμ­πέμ­πα καὶ θὰ συμ­με­τέ­χει στὴ ζώ­νη τῶν ναυ­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων τῆς Με­σο­γεί­ου. Θὰ πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι τὸ τέ­λος ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ ­Τύ­που καὶ τὸ 1970 θὰ τι­μη­θεῖ μὲ τὸ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ βρα­βεῖ­ο Mario Massai γιὰ τὰ ἄρ­θρα του ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴν προσ­σε­λή­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες κυ­ρί­ως τῆς Corriere della sera, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, θὰ δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ Μπου­τζά­τι ξε­κι­νᾶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄30. Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo delle mon­tagnie) (1933), ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὰ βου­νὰ ποὺ ἀ­γά­πη­σε καὶ ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ ἡ σι­ω­πή, ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ ὁ μύ­θος· ὑ­πε­ρι­σχύ­ει τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὰ θέ­μα­τα ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λή­σουν τὸν συγ­γρα­φέ­α στὰ ἑ­πό­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ ψά­χνει κα­νεὶς γιὰ νὰ δώ­σει κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή του, ὁ θά­να­τος. Με­τὰ ἀ­πὸ δύο χρό­νια ἀ­κο­λου­θεῖ Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il segreto del Bosco Vecchio), ἀλ­λὰ τὸ πιὸ γνω­στό του βι­βλί­ο, ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Φαν­τα­στι­κοῦ, δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ 1940 κι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἡ ἔ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων (Il deserto dei Tartari). Στὶς 2 Αὐ­γού­στου τοῦ ἰ­δί­ου ἔ­τους, ὁ Pietro Pancrazi, στὴν βι­βλι­ο­κρι­τι­κή του στὴν Corriere della sera, θε­ω­ρεῖ τὸ βι­βλί­ο «ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ποὺ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Ἰ­τα­λί­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια». Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ε­ται ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι (I sette messaggeri). Ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τά, ποὺ θε­ω­ροῦν­ται τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα τοῦ Μπου­τζά­τι, τὸ πιὸ γνω­στὸ ἔ­χει τί­τλο «Οἱ ἑ­πτὰ ὄ­ρο­φοι» καὶ θὰ εἶ­ναι ἡ βά­ση γιὰ τὴν θε­α­τρι­κὴ κω­μω­δί­α «Μιὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση» («Un caso clinico»), ποὺ θὰ παι­χτεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­α­τρα στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἐ­νῶ στὸ Πα­ρί­σι θὰ τὸ με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευά­σει γιὰ τὸ θέ­α­τρο ὁ Ἀλ­μπερ Κα­μύ. Ἀ­κο­λου­θοῦν ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα γιὰ παι­διὰ —εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο—, μὲ τί­τλο Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λία (La famosa invasione degli orsi in Sicilia, 1945), οἱ συλ­λο­γές: Φό­βος στὴ σκά­λα (Paura alla scala,1949) καὶ Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Μπα­λι­βέρ­να (Il crollo della Baliverna, 1954).

       Ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς συλ­λο­γὲς ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, θὰ προ­σθέ­σει ἄλ­λα νέ­α καὶ θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν μὲ τὸν τί­τλο Ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα (Sessanta racconti, 1958). Αὐ­τὴ ἡ συλ­λο­γὴ θὰ τοῦ χα­ρί­σει τὸ Premio Strega —τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο στὴν Ἰ­τα­λί­α—, ὑ­περ­τε­ρών­τας μὲ 135 ψή­φους ἔ­ναν­τι 118 τοῦ Κάρ­λο Κα­σό­λα, ποὺ συμ­με­τεῖ­χε μὲ τὸ ἔρ­γο του Il soldato (Ὁ στρα­τι­ώ­της). Ἀ­κο­λου­θοῦν Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto, 1960), Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore, 1963) καὶ ἄλ­λα. Τὴν χρο­νιὰ ποὺ θὰ ἐκ­δο­θοῦν οἱ «Δύ­σκο­λες νύ­χτες» (Le notti difficili, 1971) πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τὰ πρῶ­τα συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀρ­ρώ­στιας: καρ­κί­νος στὸ πάγ­κρε­ας – ἡ ἀρ­ρώ­στια ποὺ ὁδήγησε στὸν θάνατο τὸν πα­τέ­ρα του!

       Ἡ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του χει­ρο­τε­ρεύ­ει ρα­γδαί­α. Πε­θαί­νει σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου στὶς 28 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972. Ὁ I. Montanelli γρά­φει στὴν Corriere στὶς 29/1/1972: «Μέ­ρα μὲ τὴν μέ­ρα τὸν βλέ­πα­με ποὺ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν σὰν κά­ποι­ος ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά του: δί­χως τό­πο, δί­χως χρό­νο, ὅ­λο καὶ πιὸ μό­νος…»


Γιὰ τo ἔρ­γο του


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-03Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπου­τζά­τι κα­τα­τάσ­σε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὡ­στό­σο ὅ­λα του τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλὴ καὶ χει­ρο­πια­στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ὅ­πως γί­νε­ται στὰ ἔρ­γα τοῦ Μπόρ­χες καὶ τοῦ Κάφ­κα) καὶ σι­γὰ –σι­γὰ ὀ­λι­σθαί­νουν στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξα­πά­τη­ση. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὰ βα­θιὰ με­τα­φυ­σι­κὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ πε­πρω­μέ­νο του καὶ τὸ θά­να­το; Ἀ­πο­φεύ­γει νὰ δι­α­τυ­πώ­σει εὐ­θέ­ως τὰ ση­μαν­τι­κὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τα­λα­νί­ζουν τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται σὲ αὐ­τὰ συ­νε­χῶς, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ φαν­τα­στι­κὸ μὲ ποι­κί­λους τρό­πους, χω­ρὶς νὰ γί­νε­ται βα­ρε­τὸς στὸν ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Μπου­τζά­τι πά­σχουν ἀ­πὸ ὑ­παρ­ξια­κὴ ἀ­γω­νί­α – μὲ τὴν αὐ­στη­ρὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παρ­ξι­στὲς φι­λο­σό­φους τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. Προ­σπα­θοῦν, δη­λα­δή, νὰ δώ­σουν νό­η­μα στὴν ὕ­παρ­ξή τους, νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὴν σαρ­τρι­κὴ «Ναυ­τία» τους, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ζοῦν ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νοι σὲ ἕ­ναν ἀ­κα­τα­νό­η­το κό­σμο, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ὁ πα­ρα­λο­γι­σμὸς καὶ ἡ πα­ρε­ξή­γη­ση· τε­λι­κὰ πε­θαί­νουν ἐν­τε­λῶς μό­νοι, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νουν βο­ή­θεια, ἀ­γά­πη ἢ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό.

       Ὁ Μπου­τζά­τι στή­νει τὸ σκη­νι­κό του ἀ­νά­με­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ὅ­ταν ὁ ὑ­πο­λο­χα­γὸς Ντρόγ­κο —στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων— ρω­τά­ει γιὰ νὰ μά­θει ποῦ βρί­σκε­ται ὁ στρα­τώ­νας ποὺ θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς νέ­ος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, οἱ ἀ­παν­τή­σεις ποὺ παίρ­νει εἶ­ναι ἀ­σα­φεῖς: λὲς καὶ τὸ φρού­ριο αὐ­τὸ δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο λά­θος. Τὸ φρού­ριο εἶ­ναι ὁ κό­σμος, ὅ­πως ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ αἴ­θου­σα γε­μά­τη γρα­φιά­δες στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα. Τὰ πάν­τα ἀ­πο­κρύ­πτον­ται, τὰ πάν­τα κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ποὺ πα­ρα­μορ­φώ­νει, ἀλ­λὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς μό­χθος τῶν ἡ­ρώ­ων εἶ­ναι πάν­τα ἐ­κεῖ.

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη, ὅμως, ἐ­ξα­πά­τη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου, ποὺ μοιά­ζει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς νὰ ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ­ται, νὰ στα­μα­τά­ει —κα­θὼς τὰ πάν­τα ἀ­κο­λου­θοῦν μιὰ προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη ρου­τί­να— καὶ ξαφ­νι­κὰ ὁ χρό­νος ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­νε­πι­στρε­πτί, τρέ­χον­τας μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει γιὰ νὰ τὸν φτά­σει. Τὰ πρό­σω­πα δὲν συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου: ὅ­πως ὁ Ντρόγ­κο, συ­νε­χί­ζουν νὰ ζοῦν λὲς κι ἔ­χουν τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπρο­στά τους. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ὑ­πο­κρι­τές, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸν ἀ­γνο­οῦν, ἄλ­λο­τε μι­λοῦν γιὰ συ­νω­μο­σί­α ἢ προ­βάλ­λουν τὴ δι­και­ο­λο­γί­α ἑ­νὸς λά­θους. Τὸ θύ­μα τοῦ ἀ­τυ­χή­μα­τος πρό­ω­ρου θα­νά­του εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἄλ­λος: ὡς ἄ­το­μο ὁ ἴ­διος ἀν­τι­δρᾶ σὰν νὰ πα­ρου­σιά­ζει «ἀ­νο­σί­α» στὸ χρό­νο, ἐ­νῶ ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο βυ­θί­ζε­ται στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ὅ­πως ὁ Ἀγ­κου­στί­να στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων, ποὺ ἐ­πι­λέ­γει νὰ πε­θά­νει, ἢ ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ποὺ βα­δί­ζει μό­νος του πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο» στοὺς «Γρα­φιά­δες»: γιὰ αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ζει ἕ­νας οἰ­κει­ο­θε­λὴς θά­να­τος πα­ρὰ ἕ­να ἔξωθεν ἐ­πι­βαλ­λό­με­νος. Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἐ­πι­λο­γές: με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ θα­νά­του, ἢ θὰ δε­χτεῖς τὸ «πα­ρά­λο­γο» καὶ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖς μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὅ­πως ὁ «εὐ­τυ­χι­σμέ­νος» Σί­συ­φος τοῦ Κα­μύ, ἢ θὰ βα­δί­σεις πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο». Ἀ­κό­μη καὶ τὰ ζῶα στὰ δι­η­γή­μα­τά του ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸν ὑ­παρ­ξι­σμὸ εἶ­ναι στὸ ζή­τη­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς δέ­σμευ­σης, ποὺ δὲν ἀ­νή­κουν στὶς πρω­τεύ­ου­σ­ες ἀ­νη­συ­χί­ες του.


Γιὰ τὴ γλώσ­σα


Τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Μπου­τζά­τι εἶ­ναι ἁ­πλό, σα­φὲς καὶ κα­θα­ρό. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ γλώσ­σα, ὅ­πως λέ­ει στὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του, για­τὶ τὸ ἀ­φή­γη­μα φαν­τα­σί­ας γί­νε­ται ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­νο­η­τό, δὲν πλήτ­τει καὶ δὲν προ­κα­λεῖ σύγ­χυ­ση στὸν ἀ­να­γνώ­στη. «Ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α», λέ­ει ὁ Μπου­τζά­τι, «συ­νά­δει μὲ τὴ δου­λειὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ δι­η­γεῖ­ται τὰ πράγ­μα­τα ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἁ­πλά, μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια, δρα­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ποι­η­τι­κό­τη­τα. Για­τί, ἀ­κό­μα καὶ στὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, συμ­βαί­νουν πολ­λὲς φο­ρὲς πο­λὺ ὄ­μορ­φα πε­ρι­στα­τι­κά…»(1) Ὁ Εὐ­γέ­νιο Μον­τά­λε (Eugenio Montale) τὸ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει μὲ εὐ­φυ­ῆ τρό­πο: «Στὸν Μπου­τζά­τι ὁ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸς λό­γος (σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό) ἦ­ταν τὸ ἴ­διο γάν­τι, φο­ρε­μέ­νο ἀ­νά­πο­δα.»

       Ὁ Μπου­τζά­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἕ­να «εὔ­κο­λο» γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα, ἀλ­λὰ προ­σπα­θών­τας νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τὸς πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὴν γλώσ­σα, ἔ­τσι ποὺ στὸ τέ­λος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­ό­μορ­φη σύν­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων του, τὴν στί­ξη του —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν πα­ρά­λει­ψη θαυ­μα­στι­κῶν, τὴν ἀ­συ­νή­θη χρή­ση τῶν πα­ρεν­θέ­σε­ων—, τὶς με­το­χὲς στὴν ἀρ­χὴ τῶν πε­ρι­ό­δων, τὴν πα­ρου­σί­α ἀ­να­κό­λου­θων σχη­μά­των καὶ ἄλ­λα. Ἐ­πί­σης στὰ κεί­με­νά του ὑ­πάρ­χει «ρυθ­μὸς καὶ μου­σι­κό­τη­τα», ἔ­τσι ποὺ «στὰ Ἑ­ξῆν­τα δι­η­γή­μα­τα συμ­βαί­νει νὰ συ­ναν­τᾶ κα­νείς, στὸ κλεί­σι­μο μιᾶς πε­ρι­ό­δου ἢ μιᾶς φρά­σης, τέ­λει­ους ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βους..»(2)

       Κά­τι ἄλ­λο ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς δι­α­βά­ζον­τάς τον εἶ­ναι ἐκ­φρά­σεις ποὺ δη­λώ­νουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἢ τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο το­πο­θε­τη­μέ­νες στὸ κεί­με­νο, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος γιὰ τὸν ρε­α­λι­σμὸ τῶν πραγ­μά­των ποὺ πε­ρι­γρά­φει. Τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι δι­ά­στι­κτα ἀ­πό ἐκφρά­σεις τοῦ τύ­που: «Θά ‘λε­γε κα­νείς», «Θὰ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν κα­νεὶς» ἢ «φαί­νε­ται ὅ­τι» κλπ. Ἔ­τσι στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι πο­λὺ σύν­το­μα καὶ φει­δω­λὰ ἐ­ξη­γή­σε­ων, τί­θε­ται ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἡ λο­γι­κὴ τοῦ ἐμ­πλε­κό­με­νου καὶ γί­νε­ται ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἡ δύ­να­μη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης.


Γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-02Ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Ἔρ­μαν Ἔσ­σε ἢ ὁ Εὐ­γέ­νιος Μον­τά­λε— ἔ­τσι κι ὁ Μπου­τζά­τι ἔ­χει με­γά­λο πά­θος γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή· τὴ θε­ω­ρεῖ δεύ­τε­ρο ἐ­πάγ­γελ­μα καὶ ὁ ἴ­διος λέ­ει: «Εἶ­μαι ἕ­νας ζω­γρά­φος ποὺ ἀ­πὸ χόμ­πι, γιὰ μιὰ μᾶλ­λον πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πε­ρί­ο­δο, ἔ­κα­νε τὸν συγ­γρα­φέ­α καὶ τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο.» Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ μυ­στή­ριο ποὺ ἔ­χουν τὰ πε­ζά του. Ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα ζω­γρα­φι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔκ­φρα­ση τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῶν πι­νά­κων.

       Ὁ Μπου­τζά­τι ζω­γρα­φί­ζει ἀ­πὸ παι­δί, ἀλ­λὰ ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά του στὸ σχέ­διο ἔρ­χε­ται τὸ 1945, ὅ­ταν εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ ὁ ἴ­διος εἰ­κό­νες γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λί­α. Τὸ 1952 ζω­γρα­φί­ζει τὸν πιὸ δι­ά­ση­μο πί­να­κά του: τὸν «κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ» («Il Duomo») σὰν δο­λο­μι­τι­κὸ βου­νὸ μὲ κο­ρυ­φὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ὀ­βε­λί­σκους, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ πρά­σι­να λι­βά­δια.

       Τὸ «Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ποί­η­μα» («Poema a fumetti», 1969), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται τὸ πρῶ­το εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα στὴν Ἰ­τα­λί­α —καὶ ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα δι­ε­θνῶς—, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ἔρ­γο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ μύ­θο τοῦ Ὀρ­φέ­α καὶ τῆς Εὐ­ρυ­δί­κης ἀ­πὸ μιὰ σύγ­χρο­νη ὀ­πτι­κή. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, τὸ ἔγ­κλη­μα καὶ ὁ θά­να­τος καὶ δί­νε­ται μέ­σα ἀ­πὸ 208 εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νους πί­να­κες. Ἂν καὶ ἡ κρι­τι­κὴ εἶ­ναι δι­χα­σμέ­νη τὸ ἔρ­γο τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Paese Sera τὸ 1970.

       Ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι τὰ Θαύ­μα­τα τοῦ Βὰλ Μο­ρέλ (I miracoli di Val Morel, 1971), ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὰ θαύ­μα­τα ποὺ ὁ λα­ὸς ἀ­πο­δί­δει στὴ Santa Rita da Cascia.

       Οἱ εἰ­δι­κοὶ κα­τα­τάσ­σουν τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα σὲ τρεῖς πε­ρι­ό­δους: ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Συμ­βο­λι­σμοῦ (1923-1930), ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Σου­ρε­α­λι­σμοῦ (1930-1964) καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς Πὸπ Ἂρτ (1964-1972), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται καὶ ἡ πιὸ ὥ­ρι­μη πε­ρί­ο­δός του.


Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-04Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες, ποὺ ἐκ­δό­θη­καν τὸ 1971, εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ συγ­γρα­φέ­α ἐ­νῶ εἶ­ναι ζων­τα­νὸς καὶ νο­ση­λεύ­ε­ται σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου – ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἔ­χει νὰ κά­νει τό­σο μὲ τὸ θά­να­το. Τὸ βι­βλί­ο δὲν ἐ­πι­δο­κι­μά­ζε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ὁ Giorgio Bocca δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ κρι­τι­κὴ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Giorno (27/10/1971), ὅ­που ἀ­να­γνω­ρί­ζει βέ­βαι­α τὸ τα­λέν­το τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὡ­στό­σο προ­τάσ­σει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὴν τρέ­χου­σα ἰ­δε­ο­λο­γι­κή του στά­ση: ἐ­χθρι­κὴ στὸ και­νούρ­γιο καὶ πι­στὴ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, ὁ Μπου­τζά­τι δι­α­κιν­δυ­νεύ­ει «νὰ μεί­νει ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ μὲ κεί­νους ποὺ θέ­λουν ὅ­λα νὰ μεί­νουν ἴ­δια, γιὰ νὰ μὴν χά­σουν οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­νό­μιά τους»(2).

       Τὸ βι­βλί­ο εἶ­ναι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ θε­μα­τι­κή του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ θέ­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­τη­κε ὁ Μπου­τζά­τι σὲ ὅ­λα τα προ­η­γού­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, τὸ ἰ­λιγ­γι­ῶ­δες πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ ἔ­ρω­τα, τὰ ζῶ­α, οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἡ ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἀ­λα­ζο­νι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς, ἡ μα­ται­ό­τη­τα τῆς δό­ξας, ἡ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη μο­να­ξιά, οἱ νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­φιά­λτες καὶ ἄλ­λα. Ἡ και­νο­το­μί­α τοῦ βι­βλί­ου ἴ­σως εἶ­ναι ὅ­τι σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα δι­α­φαί­νε­ται μιὰ δι­α­βαθ­μι­σμέ­νη εἰ­ρω­νεί­α —ὄ­χι ἀ­συ­νή­θι­στο γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α— ἀ­πὸ τὸ χι­οῦ­μορ μέ­χρι τὴν γε­λοι­ο­ποί­η­ση, ἀ­πὸ τὸ εὐ­τρά­πε­λο μέ­χρι τὸν σκλη­ρὸ κι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ σαρ­κα­σμό. Στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὸν Yves Panafieu ὁ Μπου­τζά­τι πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ φαν­τα­στι­κὸ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ ἀ­στει­εύ­ε­ται, ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Edgar Allan Poe, ὑ­πῆρ­ξε δά­σκα­λός του ὁ Oscar Wilde, ὅ­τι τὸ χι­οῦ­μορ του μοιά­ζει μὲ τὸ ἐγ­γλέ­ζι­κο χι­οῦ­μορ, ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη σε­λί­δα εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ σὲ δι­α­σκε­δά­ζει καὶ σὲ συγ­κι­νεῖ ταυ­τό­χρο­να καὶ τέ­λος ὅ­τι στὰ σχο­λεῖ­α θά ΄πρε­πε νὰ δι­δά­σκε­ται τὸ ἀ­στεῖ­ο ὡς μά­θη­μα.

       Τὸ βι­βλί­ο ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 51 δι­η­γή­μα­τα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ 13 εἶ­ναι τί­τλοι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης ἑ­νό­τη­τας (και­νο­το­μί­α καὶ αὐ­τὸ) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ μι­κρό­τε­ρα σὲ μέ­γε­θος δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἕ­να κοι­νὸ θέ­μα. Με­ρι­κὰ ἀπὸ αὐ­τὰ εἶ­χαν δη­μο­σι­ε­υ­τεῖ κα­τὰ και­ροὺς στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Corriere della sera, ἄλ­λα σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­o­δι­κά, μὰ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἀ­νέκ­δο­τα μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ τὰ ἐ­πι­λέ­ξει καὶ νὰ τὰ ἐκ­δώ­σει. Τὸ «Ὁ σκύ­λος» («Il cane») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Bestiario», ποὺ στὸν με­σαί­ω­να δή­λω­νε τὸ βι­βλί­ο ἢ τὴν πραγ­μα­τεί­α ποὺ πε­ρι­έ­γρα­φε ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τῶν ζώ­ων, ἀ­λη­θι­νὲς ἢ φαν­τα­στι­κές. Τὸ «Ἡ για­γιὰ» («La nonna») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Χά­σμα­τα τοῦ χρό­νου» («Smagliature del tempo»), τὸ «Ο­ἱ χα­μέ­νες μέ­ρες» («I giorni per­duti») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Μο­να­ξιά» («Solitudini»), τὰ «Κυ­πα­ρίσ­σια» («Ci­pressi») καὶ «Ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση» («Contestato») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Ἀλ­λα­γὲς»(«Cambiamenti»), καὶ τὸ «Ἡ ποί­η­ση» («La poesia») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Σφα­λε­ρὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες» («Desideri sbagliati»).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Y­ves Panafieu, Dino Buzzati: un autoritratto. Dialoghi con Yves Panafieu, Milano, Mondadori, 1973, pp. 164-5.

(2) Nella Giannetto, Il sudario delle caligini. Significati e fortune dell’opera buz­za­ti­a­na, Editore Leo S. Olschki, 1996.

Πη­γές:

Introduzione di Domenico Porzio στὸ Dino Buzzati, Le notti difficili, Milano, Mondadori, 1971, p.V.

Conference Yves Stalloni: Dino Buzzati entre realisme et fantastique).

Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: 100%


Fournaris,Petros-100%-Eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


100%


04-KappaΑΘΩΣ Η ΓΡΙΑ ἔ­ψη­νε κα­φὲ κι ὁ γέ­ρος, κα­θι­σμέ­νος σὲ ἕ­να μπάγ­κο, πά­λευ­ε νὰ βά­λει στὴ σω­στὴ σει­ρὰ τὰ μα­χαί­ρια τῆς φρέ­ζας, πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν τὸ σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο: ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες, ὁ νε­ρο­χύ­της, μιὰ πι­α­το­θή­κη τοί­χου, ἕ­να ντι­βά­νι μὲ κεν­τη­τὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ πολ­λὲς πάν­τες στοὺς γα­λα­κτω­μέ­νους τοί­χους ποὺ ἀ­να­πα­ρί­στα­ναν δρα­μα­τι­κὲς σκη­νές· σὲ μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς μιὰ ὡ­ραί­α «κό­ρη» πά­νω στὸ ἄ­λο­γο τὸ ἔ­σκα­γε μὲ τὸν πε­ρή­φα­νο ἐ­ρα­στή της, κοι­τών­τας τοὺς δι­ῶ­κτες της μὲ ἀ­γω­νί­α. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ κου­ζί­να μα­ζί, ἔ­τσι νό­μι­σα στὴ ἀρ­χὴ του­λά­χι­στον – ὥ­σπου δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι κα­θό­μουν πά­νω στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας: ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­νη καὶ στρω­μέ­νη μὲ ἕ­να ὑ­φαν­τὸ χα­λά­κι.

       Τὸ δω­μά­τιο, πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν δρο­σε­ρό, ἕ­να σω­τή­ριο κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν με­ση­με­ρι­ά­τι­κο καύ­σω­να. Τὰ μό­να κου­φώ­μα­τα ἦ­ταν μιὰ πόρ­τα κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔ­βλε­πα τὴν κα­τη­φό­ρα ὅ­που στὸ βά­θος της, μα­κριά, εἶ­χα ἀ­φή­σει τὸ ἁ­μά­ξι· ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ σκλη­ρὸ φῶς, μιὰ στε­νό­μα­κρη λου­ρί­δα γῆς φυ­τε­μέ­νη μὲ κε­ρα­σι­ές· ἦ­ταν τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δη­λω­μέ­να κτή­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ τὸ μό­νο, ἀ­πὸ ὅ­σα εἶ­χα δεῖ ὣς τώ­ρα, ποὺ τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα ξε­περ­νοῦ­σαν σὲ ὕ­ψος τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων…

       Ἡ γριὰ μοῦ ΄φέ­ρε τὸν κα­φὲ κι ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, λύ­γι­σε τὰ γό­να­τα καὶ τὰ ἀ­πό­θε­σε δί­πλα μου.

       «Στὴν ὑ­γειά σου γι­έ μου», εἶ­πε κι ἔ­πι­α­σε τὸ μαῦ­ρο μαν­τί­λι, ποὺ ἦ­ταν λυ­τὸ στοὺς ὤ­μους καὶ πα­ρὰ λί­γο θὰ τῆς ἔ­πε­φτε στὸ πά­τω­μα.

       «Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­σαι ἄ­δι­κα», εἶ­πε ὁ γέ­ρος ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ξι­μά­δι τῆς βί­δας πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο ἀ­τσά­λι. «Ἡ γριὰ ἔ­κα­νε λά­θος. Τὰ δή­λω­σε γιὰ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ὅ­ταν ἔ­λει­πα, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ζη­μιά.» Ἡ γριὰ δὲν μί­λη­σε πα­ρὰ ἔ­κα­τσε δί­πλα του στὸν μπάγ­κο.

       «Κά­τω», τοῦ λέ­ω «τὰ θέ­ρι­σε ὅ­λα. Ζη­μιὰ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τὸ».

       «Τί νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κε λί­γο, «Ἔ­τσι εἶ­ναι τὸ χα­λά­ζι. Περ­νά­ει γραμ­μὲς-γραμ­μές, τὰ θε­ρί­ζει ὅ­λα καὶ πα­ρὰ δί­πλα δὲ ρί­χνει οὔ­τε κόκ­κο».

       «Γιὰ αὐ­τὸ μοῦ γκρι­νι­ά­ζα­νε στὸν κάμ­πο», εἶ­πα καὶ ρού­φη­ξα τὸν κα­φέ.

       «Ποι­ός γκρί­νια­ξε;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος καὶ ση­κώ­θη­κε.

       «Χω­ρὶς μπό­τες, παι­δά­κι μου, θὰ μπεῖς;» δι­έ­κο­ψε ἡ γριά.

       Ὁ γέ­ρος ἔ­βα­λε τὸν ἄ­ξο­να τῆς φρέ­ζας κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπάγ­κο μὲ ἐ­πι­μέ­λεια, ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε τὸ κι­λί­μι τοῦ πάγ­κου μέ­χρι τὸ πά­τω­μα.

       «Νὰ τοῦ δώ­σεις τὰ μα­χαί­ρια, ἅ­μα ἔρ­θει τὸ ἀ­πό­γευ­μα», εἶ­πε στὴ γριά.

       «Τὰ μα­χαί­ρια μας;» ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       «Δι­κά του εἶ­ναι. Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει, δώ­στου τα».

       «Τὰ λι­ω­μέ­να μα­χαί­ρια;»

       «Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει δώ­στου τα», ξα­νά­πε ὁ γέ­ρος καὶ στε­κό­ταν κι­ό­λας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

       Ἡ γριὰ κά­θι­σε στὸ κα­τώ­φλι κι ἐ­μεῖς προ­χω­ρή­σα­με μέ­χρι τὴ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς ποὺ φλε­γό­ταν κά­τω ἀπ΄τὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ἄ­πνοι­α ἀλ­λὰ κά­τι «ζων­τά­νευ­ε» τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, για­τὶ ποὺ καὶ ποὺ σα­λεύ­α­νε σὰν νὰ τὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.

       Κα­τά­λα­βα.

       «Ἂν δὲ φο­βᾶ­σαι, μπές», εἶ­πε ὁ γέ­ρος.

       Δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη χώ­θη­κα μέ­χρι τὸ λαι­μὸ στ΄ ἀγ­κά­θια.

     Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως σου­βλι­ὲς στὶς κνῆ­μες καὶ τοὺς ἀ­στρά­γα­λους καὶ μό­λις πέ­ρα­σα τὶς πρῶ­τες σει­ρὲς τῶν δέν­τρων ἄρ­χι­σαν τὰ σουρ­σί­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μου: στὸ τέρ­μα τοῦ χω­ρα­φιοῦ κου­λου­ρι­α­σμέ­νες ἄ­χεν­τρες λι­ά­ζον­ταν δί­πλα στὸ πη­γά­δι. Ἀ­πο­φεύ­γον­τας νὰ κοι­τῶ κά­τω, μὲ τὴ δή­λω­ση στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ στυ­λὸ στὸ ἄλ­λο, ξε­κί­νη­σα νὰ γυρ­νά­ω σι­γὰ-σι­γά, ἐ­κτι­μών­τας γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὰ κε­ρα­σό­δεν­τρα πού, ἀ­νέγ­γι­χτα ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, σή­κω­ναν στὸν οὐ­ρα­νὸ τὰ φορ­τω­μέ­να κλα­διά τους: οὔ­τε κόκ­κος δὲν εἶ­χε βρεῖ τὸ δρό­μο του ἀ­νά­με­σα στὰ πρά­σι­να φυλ­λώ­μα­τα!

       Ὁ γέ­ρος μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χα ἀ­φή­σει, πλη­σί­α­σε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Μοῦ ἄ­να­ψε πολ­λὲς φο­ρές, ἀλ­λὰ τὸ τσι­γά­ρο ἔ­τρε­με στὰ χεί­λη μου κι ἡ φλό­γα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὴν ἄ­κρη του. Γιὰ νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τὸ χέ­ρι μου, ἅ­πλω­σε τὸ δι­κό του κι ἕ­σφι­ξε τὸν καρ­πό μου σὰν μέγ­γε­νη· μὲ τὸ ἄλ­λο μοῦ ἄ­να­ψε.

       «Λοι­πόν;» ρώ­τη­σε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό» εἶ­πα. «Πέ­ρα­σε κι ἀ­πὸ δῶ τὸ χα­λά­ζι.»

       Φυ­σοῦ­σε τὸν κα­πνὸ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ ζέ­στη βά­ραι­νε τὸ ἴ­διο πά­νω μας, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να μὲ πλά­κω­νε κι ἔ­κα­νε τὰ πό­δια μου νὰ μὲ πο­νοῦν καὶ τὴν πλά­τη μου νὰ μὲ φα­γου­ρί­ζει, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νον φαι­νό­ταν νὰ τὸν θρέ­φει.

       Κά­τω, μα­κριά, ὁ κάμ­πος καὶ τὸ πο­τά­μι ἄ­χνι­ζαν· ἐ­κεῖ τα κε­ρά­σια εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, μὰ ἐ­δῶ πά­νω ἦ­ταν ἀ­κό­μα πρά­σι­να, ὁ τό­πος ἔ­ρη­μος: μό­νο ἡ κα­λύ­βα καὶ δί­πλα τὸ τρα­κτὲρ —πλα­γι­α­σμέ­νο στὸ χῶ­μα σὰν σφαγ­μέ­νο ζῶ­ο— μὲ τὰ μα­χαί­ρια του νὰ στρα­φτα­λί­ζουν, ἀ­κό­μα πιὸ κον­τὰ καὶ πιὸ λυ­ω­μέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ δω­μά­τιο.

       Ὁ γέ­ρος σώ­παι­νε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό, ἔ;» εἶ­πε στὸ τέ­λος, ξε­σπών­τας σὲ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γέ­λιο.

       «Ἂν δὲν πι­στεύ­εις νὰ ξα­να­πά­ω», εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος.

       Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι καὶ ξα­ναμ­πῆ­κα στὸ χω­ρά­φι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ γριά, στὸ σκα­λά­κι, περ­νοῦ­σε τὸ λυ­τὸ μαν­τί­λι στὸ μά­τι της, σὰν νὰ τὸ σκού­πι­ζε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Πέτρος Φούρναρης: Συμφιλίωση

 

 

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης

 

Συμ­φι­λί­ω­ση

 

ΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ πί­νω τὸν πρω­ι­νό μου κα­φὲ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­με­ρο κα­φε­νεῖ­ο εἶ­μαι μάρ­τυ­ρας μιᾶς πα­νο­μοι­ό­τυ­πης συ­νο­μι­λί­ας δύο γε­ρόν­των πού, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις ἐ­μέ­να, φαί­νε­ται νά ‘ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ θα­μῶ­νες του. Ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ κου­τσὸς ἰ­δι­ο­κτή­της του καὶ σερ­βι­τό­ρος μα­ζὶ κι ὁ ἄλ­λος κά­τι σὰν μό­νι­μος πε­λά­της μὲ τρα­γιά­σκα καὶ γυα­λιά.

         Ὁ δεύ­τε­ρος ἔρ­χε­ται καὶ πιά­νει πάν­τα τὸ πό­στο ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸν πα­λιὸ νε­ρό­μυ­λο: ἕ­να χτί­σμα σχε­δὸν βυ­θι­σμέ­νο μέ­σα στὸ νε­ρὸ ποὺ ἀ­κό­μα κι οἱ ντό­πιοι, ἂν τοὺς ρω­τή­σεις, δὲν ξέ­ρουν νὰ σοῦ ποῦν ἀ­πὸ πό­τε στέ­κει ἐ­κεῖ, στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας.

        Ἔρ­χε­ται, λοι­πόν, ἀ­κουμ­πᾶ τὸ μπα­στού­νι στὴ μιὰ κα­ρέ­κλα, κά­θε­ται στὴν ἄλ­λη, πα­ραγ­γέλ­νει τὸν κα­φέ του φω­να­χτά, για­τὶ δὲ βλέ­πει κα­νέ­ναν, καὶ σὲ λί­γο ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της πλη­σιά­ζει μὲ τὸν δί­σκο, ἕ­τοι­μος νὰ τὸν σερ­βί­ρει. Ὅ­μως ὁ γέ­ρος βγά­ζει τὴν τρα­γιά­σκα, τὴν ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση του τρα­πε­ζιοῦ κι ἐμ­φα­νί­ζει ἀπ’ τὴν τσέ­πη του δυὸ γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια ποὺ τὰ το­πο­θε­τεῖ ἀπ’ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς τρα­γιά­σκας μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ μὴ μέ­νει ἀρ­κε­τὸς χῶ­ρος γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει ὁ ἄλ­λος τὸ φλιτ­ζά­νι καὶ τὸ πο­τή­ρι.

        «Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς» τοῦ λέ­ει, «μὰ πρῶ­τα πρέ­πει νὰ στά­ξω ἀ­πὸ δυ­ὸ στα­γό­νες στὸ σκάρ­το μά­τι», καὶ βγά­ζον­τας τὰ μαῦ­ρα γυα­λιὰ κά­νει νὰ φα­νοῦν ὄ­χι ἕ­να, μὰ δυ­ὸ σκάρ­τα μά­τια: τό ‘να ἐν­τε­λῶς κλει­στό, τ’ ἄλ­λο μι­σό­κλει­στο καὶ θαμ­πό.

        Ὁ σερ­βι­τό­ρος, γέρ­νον­τας ἀ­π’ τὸ χω­λὸ πό­δι, κρα­τά­ει τὸ δί­σκο μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια καὶ κοι­τᾶ τὸ γέ­ρο ποὺ στα­λά­ζει τὶς στα­γό­νες ἀ­π’ τὸ πρῶ­το κολ­λύ­ριο, βι­δώ­νει τὸ κα­πά­κι, τὸ το­πο­θε­τεῖ πί­σω στὸ τρα­πέ­ζι, κοι­τᾶ τὸ ρο­λό­ι. «Κα­τα­ρα­μέ­νο μά­τι» λέ­ει. «Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ λε­πτὰ πρέ­πει νὰ στά­ξω τὸ δεύ­τε­ρο καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἕ­να τρί­το.­.. Καὶ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νω αὐ­τὸ κά­θε τρεῖς ὧ­ρες, μέ­χρι τὶς δώ­δε­κα τὸ βρά­δυ.» Καὶ συμ­πλη­ρώ­νει: «Τὸν κε­ρα­τά!»

        «Ποι­όν κε­ρα­τά;» ρω­τᾶ πάν­τα μὲ ἔκ­πλη­ξη ὁ ἄλ­λος.

         «Αὐ­τὸν ποὺ μοῦ ‘βγά­λε τὸ μά­τι» ἀ­παν­τᾶ φουρ­κι­σμέ­νος ὁ γέ­ρος. «Οὔ­τε συ­γνώ­μη δὲ μοῦ ζή­τη­σε…»

        »Τὸν συ­νάν­τη­σα μιὰ φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν τὸν γνώ­ρι­σα.­.. Λέ­ω θὰ φω­νά­ξω τὸ ὄ­νο­μά του νὰ δῶ ἂν θὰ ἀ­κού­σει.­.. ‘Πα­πα­δά­τος’ φω­νά­ζω καὶ γυρ­νά­ει κι ἔρ­χε­ται κον­τά μου, δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι. ‘Μὲ θυ­μᾶ­σαι;’ τὸν ρω­τῶ. Μὲ κοι­τοῦ­σε πε­ρί­ερ­γα. ‘Ἐ­γὼ σὲ θυ­μᾶ­μαι’ τοῦ λέ­ω. ‘Ἐ­σὺ μοῦ ’βγα­λες τὸ μά­τι μὲ τὸ μπα­στού­νι στὴ Γυά­ρο. Ἀρ­χι­βα­σα­νι­στή!’ Ἔ­γι­νε ἄ­σπρος σὰν τὸ πα­νί. ‘Πῶς ἔ­γι­νες ἔ­τσι;’ τοῦ λέ­ω, ‘κά­τσε κά­τω, για­τὶ θὰ πε­θά­νεις ἀ­πὸ τὸ φό­βο σου.­.. Για­τί τὰ ἔ­κα­νες αὐ­τά;’ ‘Τί νὰ ἔ­κα­να;’ μοῦ λέ­ει, ‘Τὴ δου­λειά μου ἔ­κα­να’. ‘­Ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς πεῖς πὼς ἔ­γι­νες σω­φρο­νι­στι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος για­τὶ δὲν εἶ­χες δου­λειὰ κι ὄ­χι γιὰ νὰ βα­σα­νί­ζεις ἀν­θρώ­πους’. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ μι­λῶ πιὸ σι­γὰ . ‘Ξέ­ρεις ποῦ πᾶ­με;’ Τοῦ λέ­ω τό­τε ψέ­μα­τα. ‘Ἐ­γὼ κι ἄλ­λοι δε­κα­πέν­τε ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­πε­σαν στὰ χέ­ρια σου, πᾶ­με στὶς φυ­λα­κὲς τῆς Αἴ­γι­νας νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὰ πα­λιά. Δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζί μου εἶ­ναι τρε­λοὶ ἀ­πὸ τό­τε κι ἂν μά­θουν ὅ­τι εἶ­σαι ἐ­δῶ θὰ σὲ πε­τά­ξουν στὴ θά­λασ­σα.’ ‘Σὲ πα­ρα­κα­λῶ πιὸ σι­γά’ μοῦ λέ­ει. ‘Τί νὰ σὲ κά­νω’ τοῦ λέ­ω, ‘Ἂν ἐ­σὺ ἤ­σουν στὴ θέ­ση μου, θὰ μὲ πέ­τα­γες στὴ θά­λασ­σα, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲ θὰ τὸ κά­νω’.­..

        »Τὸν θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­ταν λευ­κός.­.. ἤ­δη πε­θα­μέ­νος καὶ τὸν λυ­πή­θη­κα.»

        «Καί.­.. δὲ σοῦ ζή­τη­σε συ­γνώ­μη;» ρω­τᾶ τα­πει­νὰ ὁ ἄλ­λος.

        Ὁ γέ­ρος πιά­νει τ’ ἄλ­λο κολ­λύ­ριο, ἀ­να­γέρ­νει πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ στα­λά­ζει ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κὰ στὸ μά­τι μί­α, δύο στα­γό­νες.

        «Ὄ­χι, δὲ μοῦ ζή­τη­σε, π’ ἀ­νά­θε­μά τον!» λέ­ει θω­ρών­τας μὲ μι­σὸ μά­τι τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴ χυ­θεῖ τὸ φαρ­μά­κι ἔ­ξω.

        «Ἄν σοῦ ζη­τοῦ­σε τώ­ρα, θὰ τὴ δε­χό­σουν;» ξα­ναρω­τᾶ δι­στα­χτι­κὰ ὁ ἄλ­λος, ποὺ πα­ρα­παί­ει κου­ρα­σμέ­νος μί­α ἀπ’ τό ‘να καὶ μί­α ἀπ’ τ’ ἄλ­λο πό­δι.­..

        Ὁ γέ­ρος πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ ἀ­μέ­σως. Μα­ζεύ­ει πρῶ­τα τὰ μπου­κα­λά­κια, φο­ρᾶ τὴν τρα­γιά­σκα, δί­νει χρό­νο στὸ σερ­βι­τό­ρο ν’ ἀ­φή­σει τὸν κα­φὲ καὶ τὸ νε­ρὸ στὸ τρα­πέ­ζι, κοι­τᾶ τὸν νε­ρό­μυ­λο ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται ἀ­πὸ πά­νω του σὰν πέ­τρι­νος γί­γαν­τας: Κόκ­κι­νη τρού­λα καὶ βα­θι­ὲς σὰν μά­τια σκα­λό­τρυ­πες ποὺ κοι­τᾶ­νε τὸν κό­σμο αἰ­ῶ­νες τώ­ρα.­.. Ὁ­λά­νοι­χτα μά­τια ποὺ κοι­τᾶ­νε τὸν κό­σμο…

        «Πο­λὺ ἀργὰ γιὰ συγνῶμες» λέει κάθε φορὰ μὲ ἀναστεναγμὸ καὶ φορᾶ τὰ μαῦρα γυαλιά…

      Μάρτης 2010

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζό του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πέρ. Πλα­νό­διον ἄρ. 37 (Δε­κέμ­βριος 2004).