Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α: Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή


ΑΘΕ ΠΡΩΪ ἄρ­χι­ζαν τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, λί­γο πρὶν ἢ λί­γο με­τὰ τὶς ὀ­κτώ, αὐ­τὰ ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ξυ­πνή­σουν τὴν μα­μά, ἐ­μεῖς ὄ­χι. Τὸ πρῶ­το το ἔ­παιρ­νε στὸ κρε­βά­τι μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ κά­νει τὰ ἴ­δια δε­κα­έ­ξι βή­μα­τα ὣς τὸ μπά­νιο καὶ με­τὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὴν ζυ­γα­ριά. Ἐ­μεῖς ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦ­με μὲ ἡ­συ­χί­α, νὰ μὴν φᾶ­με κά­τι ποὺ μυ­ρί­ζει στὴν κου­ζί­να ὅ­σο ἔ­πι­νε τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ της, ἔ­τρω­γε ἕ­να κομ­μά­τι σκλη­ρὸ κί­τρι­νο τυ­ρὶ κι ἕ­να γι­α­ούρ­τι μὲ δη­μη­τρια­κὰ ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­σε­ως. Τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα συ­νε­χί­ζον­ταν, οἱ ἄν­θρω­ποι ζη­τοῦ­σαν τὴν γνώ­μη της γιὰ τὰ προ­σω­πι­κά τους θέ­μα­τα ποὺ πα­ρὰ τὴν κα­λή της δι­ά­θε­ση γιὰ συμ­βου­λὲς πα­ρέ­με­ναν ἄ­λυ­τα. Μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τῶν ἐ­τῶν, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς συ­νο­μι­λη­τὲς πέ­θα­ναν, ὅ­πως ἡ Ἑ­λέ­νη ποὺ ἔ­με­νε στὴν Ρα­φή­να καὶ τὴν θυ­μό­μα­στε ὡς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε στὴν στά­ση γιὰ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἡ δι­α­δρο­μή του εἶ­χε κα­ταρ­γη­θεῖ. Ἄλ­λοι φο­βόν­του­σαν ὅ­τι θὰ πε­θά­νουν, ὅ­πως ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να, κα­θη­γή­τρια νυ­χτε­ρι­νοῦ σχο­λεί­ου καὶ χει­με­ρι­νὴ κο­λυμ­βή­τρια, ποὺ ἔ­παιρ­νε γιὰ νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὶς ἰ­α­τρι­κές της ἐ­ξε­τά­σεις, γιὰ τὰ πο­λι­τι­κὰ καὶ τὴν ἀ­πο­γρα­φὴ ὅ­σων εἶ­χαν πε­θά­νει, ἕ­να γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο ἀ­πὸ «ἀρ­ρώ­στους» καὶ «τέ­ρα­τα». Ἐ­μεῖς δὲν συμ­πα­θού­σα­με τὴν θεί­α για­τὶ μᾶς ἔ­στελ­νε γρα­πτὲς ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά μας καὶ κυ­ρί­ως μᾶς σύ­στη­νε «νὰ μὴν ζοῦ­με πα­ρα­σι­τι­κά». Ὅ­σο ἡ μα­μὰ εἶ­χε κολ­λη­μέ­νο τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ ἐ­μεῖς με­γα­λώ­να­με, μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α, περ­νού­σα­με τὶς τά­ξεις στὸ σχο­λεῖ­ο κα­τα­με­τρών­τας τὰ «δέν» της. Ἡ μα­μὰ δὲν μα­γει­ρεύ­ει, δὲν κα­θα­ρί­ζει, δὲν βά­ζει πλυν­τή­ριο, δὲν σι­δε­ρώ­νει, δὲν θέ­λει νὰ πει­ρά­ζουν τὰ πράγ­μα­τα «της», δὲν λού­ζε­ται στὸ σπί­τι, πη­γαί­νει κομ­μω­τή­ριο ὅ­που δὲν ἀν­τέ­χει τὰ δά­χτυ­λα τῆς κο­πέ­λας ποὺ τῆς ἀγ­γί­ζουν τὸ κρα­νί­ο.

       Ὅ­πο­τε τῆς ἔ­κα­ναν πα­ρά­πο­να ὅ­τι τὸ ἔ­βρι­σκαν κα­τει­λημ­μέ­νο γιὰ ὧ­ρες, ἡ μα­μὰ τοὺς ἔ­λε­γζοχε «μι­λοῦ­σαν αὐ­τές». Τὰ βρά­δια τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ μπαμ­πὰς γιὰ νὰ μο­νο­λο­γή­σει γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­ζε ἢ γιὰ νὰ τὴν βρί­σει ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε παι­διὰ καὶ δὲν τὸν ἄ­φη­σε στὴν ἡ­συ­χί­α του χω­ρὶς ἔ­γνοι­ες κι ἔ­ξο­δα. Ἡ μα­μὰ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν δί­νου­με ση­μα­σί­α για­τὶ ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι «ἄρ­ρω­στος» καὶ νὰ προ­σέ­ξου­με νὰ μὴν γί­νου­με σὰν αὐ­τόν. Ἐ­μεῖς τό­τε πη­γαί­να­με στὸ μπά­νιο καὶ κοι­τα­ζό­μα­σταν στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. Γι­νό­μα­σταν τέσ­σε­ρις, δύ­ο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μας, καὶ ἦ­ταν οἱ ἄλ­λες ποὺ ἔ­μοια­ζαν πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν μα­μὰ ἢ στὸν μπαμ­πά, ἐ­μεῖς μοι­ά­ζα­με μό­νο με­τα­ξύ μας. Τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτυ­ποῦ­σε μό­νο τὶς λί­γες ὧ­ρες πρὶν ξη­με­ρώ­σει κι ἔ­τσι μπο­ρού­σα­με, μί­α κά­θε βρά­δυ, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της, νὰ πᾶ­με στὸ κρε­βά­τι της καὶ νὰ πι­ά­σου­με τὸ χέ­ρι της ποὺ ξε­κου­ρα­ζό­ταν, νὰ μα­λά­ξου­με τὴν βεν­τά­λια ἀ­πὸ δέρ­μα με­τα­ξὺ δεί­κτη κι ἀν­τί­χει­ρα μέ­χρι νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θοῦ­με. Ὁ Αὔ­γου­στος ἦ­ταν ὁ πιὸ δύ­σκο­λος μή­νας γιὰ τὴν μα­μὰ για­τὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­φευ­γαν γιὰ δι­α­κο­πὲς κι αὐ­τὴ ἔ­με­νε νὰ ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ βου­βὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κομ­μέ­νη ἡ γραμ­μή.

       Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ μπαμ­πὰς κι ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ που­λή­σου­με τὸ σπί­τι του, ἡ μα­μὰ με­τέ­φε­ρε τὸν ἀ­ριθ­μό του στὸ δι­κό μας καὶ μᾶς ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ γραμ­μὴ εἶ­ναι «γιὰ ἐ­μᾶς». Κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας δὲν πλή­ρω­σε τὸν λο­γα­ρια­σμὸ ὁ­πό­τε πρῶ­τα μᾶς τὸ ἔ­κο­ψαν καὶ με­τὰ κα­τάρ­γη­σαν τὸ νού­με­ρο. Ἡ μα­μὰ ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λη καὶ μὲ τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ —ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να νὰ πε­ρι­μέ­νει— μᾶς φώ­να­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε «τέ­ρα­τα» καὶ πὼς ἂν μπο­ροῦ­σε θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πί­σω ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἐ­πί­θε­τό μας. Μέ­σα στὴν τα­ρα­χὴ τῆς ἔ­πε­σε τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­σπα­σε καὶ βγῆ­καν ἔ­ξω οἱ μπα­τα­ρί­ες πού, ἀ­κο­λου­θών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πο­ρεί­α, κύ­λη­σαν ἡ κα­θε­μί­α μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας. Τὶς πή­ρα­με στὰ χέ­ρια μας προ­σε­χτι­κὰ σὰν κά­λυ­κες ἀ­πὸ σφαῖ­ρες, μό­νο το σὺν καὶ τὸ πλὴν τὶς προ­δι­δε, καὶ τό­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας ἔ­βα­λε τὴν μπα­τα­ρί­α στὸ στό­μα καὶ τὴν κα­τά­πι­ε, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι.


		
Advertisements

Ὄλγα Φουντέα: Dogfish

 

 

 

λγα Φουντέα

Dogfish

 

Ο ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ στὸ πά­τω­μα. Τὸ εἴ­χα­με κλει­σμέ­νο στὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν ζευ­γα­ρώ­σει. Πέ­ρυ­σι εἶ­χε γεν­νή­σει 8 κου­τά­βια. Εἶ­χα βο­η­θή­σει τὴν μα­μὰ νὰ πᾶ­με νὰ τὰ πε­τά­ξου­με στὸ βάλ­το. Ἕ­να ἕ­να τὰ πε­τά­γα­με κι αὐ­τὰ βού­λιαζαν, μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκού­ρα ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί θὰ τοὺς συ­νέ­βαι­νε, μπο­ροῦ­σα νὰ ὑ­πο­θέ­σω, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­δι­α­φά­νεια δὲν σὲ ἄ­φη­νε νὰ δεῖς πῶς θὰ κα­τέ­λη­γαν.

         Μπο­ρεῖ νὰ γί­νον­ταν ψά­ρια, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­βγα­ζαν λέ­πια καὶ πτε­ρύ­για καὶ νὰ κο­λυμ­ποῦ­σαν, δὲν πει­ρά­ζει ποὺ ἦ­ταν τυ­φλά, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν σκο­τει­νὰ στὸ βάλ­το, δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ βλέ­πουν, μό­νο νὰ μά­θουν νὰ ἀ­να­πνέ­ουν μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ σκυ­λιά, βέ­βαι­α, ἦ­ταν σκυ­λιὰ καὶ τὰ ψά­ρια ψά­ρια, πο­τὲ δὲν εἶ­χα δεῖ ἕ­να ψά­ρι νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται καὶ νὰ γί­νε­ται σκύ­λος, οὔ­τε τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ μπο­ρεῖ, ἁ­πλῶς, νὰ μὴν εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει οἱ ἀ­πα­ραί­τη­τες συν­θῆ­κες. Τί­πο­τα δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­χρι νὰ γί­νει. «Ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χον­ται τὰ ψά­ρια, μα­μά;»

        Τὸ σκυ­λί μας δὲν πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ποὺ δὲν τὸ ἀ­φή­να­με νὰ βγεῖ ἔ­ξω. Ἦ­ταν κα­λὸ σκυ­λὶ καὶ δὲν μᾶς κρα­τοῦ­σε κα­κί­α ποὺ τοῦ εἴ­χα­με πά­ρει τὰ παι­διά του. Τὸ λέ­γα­με «σκυ­λί», δὲν εἶ­χε ὄ­νο­μα, τῆς μα­μᾶς δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν τὰ ὀ­νό­μα­τα στὰ ζῶ­α, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ ἀν­θρω­πο­ποι­οῦ­με, ἔ­τσι τὸ φω­νά­ζα­με «σκυ­λί». «Σκυ­λί» κι ὄ­χι «σκύ­λα», για­τί «σκύ­λα» ἦ­ταν κα­κὴ λέ­ξη. Κα­θό­ταν στὸ χα­λὶ στὸ δω­μά­τιό μου μὲ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα καὶ μὲ μά­τια τό­σο ὑ­γρὰ λὲς καὶ κο­λυμ­ποῦ­σαν σὲ ἀ­μνια­κὸ ὑ­γρό. Τὸ πά­τω­μα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ σκοῦ­ρο φτη­νὸ ξύ­λο καὶ μὲ δυ­σκο­λί­α ἔ­βλε­πες τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ αἷ­μα τῆς πε­ρι­ό­δου. Ἡ μα­μὰ μοῦ εἶ­χε ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ ξα­πλώ­νω στὸ πά­τω­μα γιὰ νὰ μὴν λε­ρώ­σω τὰ ροῦ­χα μου. Οὔ­τε κάλ­τσες μὲ ἄ­φη­νε νὰ φο­ρά­ω. Τὸ αἷ­μα θὰ ἔ­φευ­γε μό­λις ἔ­πλε­να τὰ πό­δια μου χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ τρί­ψει, ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ ροῦ­χα. «Σκυ­λί, ἔ­λα ἐ­δῶ.»

        Ἔ­τρω­γε ὅ,τι τρώ­γα­με κι ἐ­μεῖς. Ἐ­γὼ πο­λὺ συ­χνὰ δὲν τε­λεί­ω­να τὸ φα­γη­τό μου, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν ἄν­τε­χα αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τοῦ κο­ρε­σμοῦ στὸ στο­μά­χι μου. Ἔ­βα­ζα τὸ πιά­το στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­τρω­γε τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα, πολ­λὰ ἢ λί­γα. Μιὰ μέ­ρα ἡ μα­μὰ μα­γεί­ρε­ψε ψά­ρια, ὀ­κτὼ ψά­ρια με­τρί­ου με­γέ­θους, τὰ τη­γά­νι­σε μὲ τὰ μά­τια ἀ­νοι­χτά. Ἤ­μουν σί­γου­ρη ὅ­τι τὰ εἶ­χε ψα­ρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ βάλ­το, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τὰ πα­πού­τσια της ἦ­ταν λα­σπω­μέ­να καὶ ἡ ἄ­κρη τοῦ φου­στα­νιοῦ της λε­κι­α­σμέ­νη λὲς καὶ εἶ­χε πέ­σει σὲ βρω­μό­νε­ρα. Τὴν φαν­τα­ζό­μουν μέ­σα στὸν βάλ­το νὰ κρα­τά­ει ἕ­να δί­χτυ γιὰ πε­τα­λοῦ­δες καὶ νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ πιά­σει τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. Ἴ­σως τὰ βα­τρά­χια τῆς μαρ­τύ­ρη­σαν ποῦ βρί­σκον­ταν. Ἦ­ταν ἐ­πι­δέ­ξια ἡ μα­μά μου, ἔ­πια­ναν τὰ χέ­ρια της, ὅ­ταν σὲ χτυ­ποῦ­σε δὲν ἤ­θε­λες νὰ στα­μα­τή­σει πο­τέ. «Μα­μά, πει­νά­ω.»

        Μοῦ σέρ­βι­ρε δυ­ὸ σκυ­λό­ψα­ρα στὸ πιά­το κι ἐ­γὼ μὲ δυ­σκο­λί­α ἔ­φα­γα με­ρι­κὲς μπου­κι­ές. Ἦ­ταν νό­στι­μα, ἀλ­λὰ τὸ στό­μα μου ἦ­ταν στε­γνὸ καὶ πο­νοῦ­σαν οἱ ρί­ζες τῶν δον­τι­ῶν μου. Μό­λις τε­λεί­ω­σαν ὅ­λοι, πῆ­ρα ὅ,τι πε­ρίσ­σε­ψε ἀ­πὸ τὰ πιά­τα τους, τὸ κα­θά­ρι­σα ἀ­πὸ τὰ κό­κα­λα καὶ τὸ ἔ­δω­σα στὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ φά­ει. Κά­θι­σα μα­ζί του ὥ­ρα πολ­λὴ καὶ τὸ κοι­τοῦ­σα στὰ μά­τια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­το. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ φά­ει. Τὸ θε­ώ­ρη­σα προ­σβλη­τι­κό. Για­τί δὲν ἤ­θε­λε τὰ παι­διά του; Ἂν δὲν τὰ ἔ­τρω­γε, θὰ τὰ πε­τά­γα­με στὰ σκου­πί­δια, τί εἴ­δους μη­τέ­ρα ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ σκυ­λὶ ποὺ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψα­με τὰ παι­διά του κι αὐ­τὸ τὰ ἀ­γνο­οῦ­σε; «Μα­μά, νὰ βγά­λω τὸ σκυ­λὶ γιὰ κα­τού­ρη­μα;»

        Τὸ πῆ­ρα ἀ­πὸ τὸ λου­ρὶ καὶ προ­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ βάλ­το. Στα­μα­τή­σα­με ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ καὶ πρὶν προ­λά­βει κὰν νὰ κα­του­ρή­σει, πῆ­ρα μί­α πέ­τρα στὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ χτύ­πη­σα στὸ κε­φά­λι. Ἔ­τσι ζα­λι­σμέ­νο ὅ­πως ἦ­ταν δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ τὸ σύ­ρω μέ­σα στὸ νε­ρό. Τώ­ρα θὰ γι­νό­ταν κι αὐ­τὸ σκυ­λό­ψα­ρο. Γύ­ρι­σα σπί­τι νι­ώ­θον­τας με­γά­λη κού­ρα­ση. Μά­ζε­ψα μα­ξι­λά­ρια ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς γω­νι­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ, ὀ­κτὼ στὸν ἀ­ριθ­μό, τὰ το­πο­θέ­τη­σα κυ­κλι­κὰ στὸ κρε­βά­τι μου κι ἐ­γὼ κοι­μή­θη­κα στὸ κέν­τρο. «Τί κά­νουν στὰ παι­διὰ ποὺ βρέ­χουν τὸ κρε­βά­τι τους;»

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ὄλγα Αἰκατερίνη Φουντέα (Ἀθήνα 1978). Σπούδασε Χρηματιστηριακὰ καὶ Ἐπικοινωνία στὸ Ἀμερικάνικο Κολλέγιο. Μετεῖχε στὸ ἐργαστήριο δημιουργικῆς γραφῆς τῆς Χριστιάνας Λαμπρινίδη ἀπὸ τὸ 2006 μέχρι τὸ 2009.

 

Είκόνα: Francisco Goya, Σκύλος ποὺ πνίγεται σὲ κινούμενη ἄμμο (1820)