Μαρία Τσολακούδη: Ἡ ἐπίσκεψη

 

 

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη

 

Ἡ ἐ­πί­σκε­ψη

 

ΥΡΙΣΑ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ βρῆ­κα ἐ­κεῖ τὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας κι εἶ­χε ἁ­πλω­μέ­να μπρο­στά του χαρ­τιὰ καὶ φα­κέ­λους. Σή­κω­σε τὰ μά­τια του καὶ μὲ εἶ­δε. «Ἄ! ἐ­σὺ εἶ­σαι», μοῦ εἶ­πε. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, ἤ­μουν ἕ­να λε­πτὸ κο­ρί­τσι μὲ κα­στα­νὰ κον­το­κου­ρε­μέ­να μαλ­λιὰ καὶ τώ­ρα ἤ­μουν μιὰ χον­τρὴ ξαν­θιὰ με­σή­λι­κη. Ἡ ζω­ὴ μ’ ἔ­χει ρη­μά­ξει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δει­ξε νὰ τὸ πρό­σε­ξε. Ἀν­τί­θε­τα ἐ­κεῖ­νον ὁ θά­να­τος τὸν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἄ­θι­κτο. Ἦ­ταν ὁ ἴ­διος, ὄ­μορ­φος καὶ κομ­ψὸς ὅ­πως πάν­τα, μό­νο ἕ­να κλα­ρά­κι ἀ­πὸ ἀ­γρι­ε­λιὰ ἦ­ταν σκα­λω­μέ­νο πά­νω στὰ μαλ­λιά του. «Ποι­ὸς πεί­ρα­ξε τὰ χαρ­τιά μου» μὲ ρώ­τη­σε, «πά­λι ἀ­να­κα­τε­μέ­να τὰ βρί­σκω. Τὸ ἔ­χω πεῖ χί­λι­ες φο­ρὲς δὲν θέ­λω νὰ πει­ρά­ζε­τε τὰ χαρ­τιά μου». Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι δὲν ξέ­ρει πὼς εἶ­ναι πε­θα­μέ­νος καὶ μ’ ἔ­πια­σε ἀ­γω­νί­α, φό­βος, μὴ τυ­χὸν κά­νω ἢ πῶ κά­τι καὶ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ. «Καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα μου», μοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά, «θέ­λω νὰ τὴ δι­α­βά­ζω ἐ­γὼ πρῶ­τα ὄ­χι νὰ τὴν παίρ­νεις ἐ­σὺ καὶ νὰ τὴν κά­νεις πα­τσα­βού­ρα». Πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε πράγ­μα­τι μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα κι­τρι­νι­σμέ­νη καὶ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη. «Μὰ μπαμ­πά, μό­λις μπῆ­κα στὸ σπί­τι πό­τε νὰ προ­λά­βω νὰ κά­νω πα­τσα­βού­ρα τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα σου;» «Ναί, ἀλ­λὰ σὲ ξέ­ρω ἤ­σουν ἕ­τοι­μη νὰ τὴ βου­τή­ξεις.» Μὲ μιὰ μη­χα­νι­κὴ κί­νη­ση ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὰ μαλ­λιά του κι τρά­βη­ξε τὸ κλα­ρά­κι τῆς ἀ­γρι­ε­λιᾶς. «Αὐ­τὸ δὲ φεύ­γει, λὲς κι ἔ­βγα­λε ρί­ζες στὸ κε­φά­λι μου», εἶ­πε σὰ νὰ μο­νο­λο­γοῦ­σε. Ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα, ἡ ἀ­γρι­ε­λιὰ εἶ­χε φυ­τρώ­σει στὴν καρ­διά του ἀλ­λὰ φυ­σι­κὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ τὸ πῶ. Γύ­ρι­σε πά­λι σὲ μέ­να. «Τί στέ­κεις ἀ­πὸ πά­νω μου, ἔ­χω δου­λειὰ ὅ­πως βλέ­πεις, μὴ μ’ ἐ­νο­χλή­σει κα­νείς», κι ἔ­σκυ­ψε στὰ χαρ­τιά του. «Κλεῖ­σε καὶ τὴν πόρ­τα», μοῦ εἶ­πε πά­λι καὶ πῆ­ρε ἕ­να φά­κε­λο «Ὑ­πο­χρε­ώ­σεις: Ὀ­φει­λὲς πρὸς τρί­τους» ἔ­γρα­φε ἀ­π’ ἔ­ξω, καὶ τὸν ἄ­νοι­ξε. Στά­θη­κα πί­σω ἀ­π’ τὴν κλει­στὴ πόρ­τα καὶ σκε­φτό­μουν τί θὰ ἔ­λε­γα στὰ παι­διὰ ὅ­ταν θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο, γιὰ τὸν ἄ­γνω­στο ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ μας.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀθή­να. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γραμ­μα­­τι­κή (ἐκ­δό­σεις Τό­πος, 2009).

 

Advertisements