Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ βέσπα


Tsiampousis,Basilis-IBespa-Eikona-03


Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ἡ βέ­σπα


01-TaphΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ εἶναι σὰν τὸ ρεμ­πέ­τι­κο τρα­γού­δι. Μι­λά­ει στὴν ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ καὶ γρά­φει τὴ λο­γι­κὴ καὶ τὴν κουλ­τού­ρα στὰ πα­λιά του τὰ πα­πού­τσια. Γι’ αὐ­τὸ κυ­ρί­ε­ψε ὅ­λο τὸν κό­σμο.»

       Σύγ­χρο­νος λα­ϊ­κὸς φι­λό­σο­φος κι αὐ­θεν­τί­α στὰ πο­δο­σφαι­ρι­κά, ὁ κλη­τή­ρας.

       «Τὸ Μπερ­ναμ­πέ­ου, Μα­δρί­τη Ἱ­σπα­νί­ας, μῆ­κος 203,80 μέ­τρα, πλά­τος 102,30, εἴ­σο­δοι 74, θέ­σεις 125.565, ρε­κὸρ εἰ­σι­τη­ρί­ων στὶς 17 Ἀ­πρι­λί­ου 1979 στὸν ἀ­γώ­να…» κι ὄ­χι μπα­ροῦ­φες, ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­να πράγ­μα­τα. Κα­τὰ και­ροὺς τοῦ τὴ στή­σα­νε μ’ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, «στὸν τά­δε ἀ­γώ­να τοῦ 1958 ποι­οί ἔ­βα­λαν τὰ γκὸλ καὶ σὲ ποι­ό λε­πτό;», μὰ ὅ­λους τοὺς κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Δι­ό­τι δὲν ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ὅ­ποι­ος, ἦ­ταν κι­νη­τὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια κι ἔ­τσι τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι: «Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας».

       Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­π’ τὴ δό­ξα καὶ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση στὴ μι­κρή τους πό­λη μό­νο χά­σι­μο εἶ­χε ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τα πρῶ­τα τοῦ ‘φευ­γαν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα ἀ­π’ τὸν πε­νι­χρὸ μι­σθό του, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­ζει κά­θε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ ἔ­βγαι­νε. Ἔ­πει­τα γιὰ νὰ τὰ δι­α­βά­σει καὶ νὰ τὰ τα­ξι­νο­μή­σει χρει­α­ζό­ταν ὧ­ρες, ποὺ τὶς ἔ­κλε­βε ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὸ παι­δί του. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, ξό­δευ­ε ἕ­να σω­ρὸ χρή­μα­τα στὸ ΠΡΟ-ΠΟ, ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σε βε­βαί­ως το­μέ­α τῆς εἰ­δι­κό­τη­τάς του, ὅ­που ὅ­μως δὲν εἶ­χε κερ­δί­σει πο­τὲ οὔ­τε δραχ­μή. Ἡ γυ­ναί­κα του, μ’ ὅ­λο το θαυ­μα­σμὸ ποὺ τοῦ ­‘χε, τὸ ἑρ­μή­νευ­ε ἁ­πλὰ καὶ λο­γι­κά: «Κα­τα­γρά­φει στὸ μυα­λό του τὰ γε­γο­νό­τα ἀ­φοῦ γί­νουν κι ὄ­χι πρίν, μοιά­ζει μὲ μα­γνη­τό­φω­νο ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι καὶ προ­φή­της». Ὁ Λά­κης ὅ­μως εἶ­χε τὴν ἀ­πάν­τη­ση. «Οὐ­δεὶς με­τὰ Χρι­στὸν προ­φή­της. Τὸ ΠΡΟ-ΠΟ παί­ζε­ται μὲ κρί­ση, γνώ­σεις καὶ τύ­χη. Ἐ­γὼ τὴν κρί­ση καὶ τὶς γνώ­σεις τά ‘χω, ἀλ­λὰ ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη ἡ τύ­χη μὲ ντρι­πλά­ρει μιὰ ζω­ή…»

       Κι ὅ­σο γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο. Χω­ρὶς πα­τέ­ρα ἀ­πὸ μι­κρὸς πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο δού­λε­ψε βο­η­θὸς ἀρ­τερ­γά­τη, δι­α­νο­μέ­ας ἐ­φη­με­ρί­δων, τσι­ρά­κι σὲ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­ο… χί­λι­ες δυ­ὸ δου­λει­ές. Τέ­λει­ω­σε μὲ τὸ ζό­ρι τὴν τρί­τη τά­ξη στὸ Γυ­μνά­σιο, οἱ κα­θη­γη­τὲς λέ­γα­νε πὼς δὲν τά ’­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα —«ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸ γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τέ­τοι­α μνή­μη», ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα του, κά­θε ποὺ τύ­χαι­νε σὲ κου­βέν­τα γι’ ἀ­δι­κί­ες στὰ σχο­λεῖα— καὶ στὸ τέ­λος κά­ποι­ος γνω­στὸς τῆς μά­νας του, στὰ μέ­σα ἔ­ξω μὲ τὰ πο­λι­τι­κά, τὸν δι­ό­ρι­σε κλη­τή­ρα στὸ Γυ­μνά­σιο.

       Τό­τε χόρ­τα­σαν ψω­μὶ κι αὐ­τὸς κι ἡ χή­ρα μά­να. Καὶ σὰν ὅ­λους, ποὺ μό­λις χορ­τά­σουν τὴν κοι­λιὰ φρον­τί­ζουν νὰ θρέ­ψουν καὶ τὸ πνεῦ­μα, ἔ­τσι κι ὁ Λά­κης ἔ­πε­σε μὲ τὰ μοῦ­τρα στὸ δι­ά­βα­σμα ὅ­λων τῶν ἐν­τύ­πων γύ­ρω ἀ­π’ τὸ πο­δό­σφαι­ρο, ὥ­στε σὲ λί­γα χρό­νια ἔ­γι­νε παν­το­γνώ­στης.

       Ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν παι­δὶ με­τα­να­στῶν ἀ­π’ τὴ Γερ­μα­νί­α. Παν­τρεύ­τη­καν μὲ προ­ξε­νιό, ἀλ­λὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ καὶ τὸν θαύ­μα­ζε. Σὰν ἔ­λε­γε «ἡ μι­κρή μας τὸν μπαμ­πά της μοιά­ζει στὸ θυ­μη­τι­κὸ» κολ­λοῦ­σε ἡ γλώσ­σα της. Ἀλ­λὰ κι ὁ Λά­κης τῆς εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α. «Ἡ μό­νη φο­ρὰ πού μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἡ τύ­χη ἦ­ταν σ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα.» Δὲν ἔ­λε­γε ὅ­μως τί­πο­τα γιὰ τὴν προί­κα ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει, για­τὶ κι ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ὀρ­φα­νὴ καὶ πα­ρα­παί­δι καὶ μέ­χρι νὰ τὴν πά­ρει τοῦ τά­ζα­νε λα­γοὺς μὲ πε­τρα­χή­λια.

       Πα­ρα­μο­νὲς τοῦ Πά­σχα προ­κη­ρύ­χτη­κε ὁ με­γά­λος δι­α­γω­νι­σμὸς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ» μὲ τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Δεύ­τε­ρου Προ­γράμ­μα­τος τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ὁ Λά­κης πε­τοῦ­σε στὰ οὐ­ρά­νια. Ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε στὴ γυ­ναί­κα του πὼς στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου θὰ κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μ’ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ἔ­πα­θλο τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ. Τό­σο ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε νὰ κά­μνει ὄ­νει­ρα, πὼς θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ κα­λο­καί­ρια μὲ τ’ ἁ­μά­ξι κι ἕ­να ἀν­τι­σκη­νά­κι νὰ πη­γαί­νουν δι­α­κο­πές, ὅ­πως οἱ ἀ­νώ­τε­ροί τους.

       Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τους ὅ­μως με­τα­τρά­πη­κε σὲ στε­νο­χώ­ρια, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­τη­καν οἱ ἐ­ρω­τή­σεις τῶν προ­κρι­μα­τι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια πο­λὺ εὔ­κο­λες. Ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σαν σω­στὰ θὰ γι­νό­ταν κλή­ρω­ση καὶ θὰ ‘βγαι­ναν δε­κά­ξι. Αὐ­τοὶ θὰ μο­νο­μα­χοῦ­σαν μὲ σύ­στη­μα «νοκ-άουτ» στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μέ­χρι ποὺ ὁ τε­λι­κὸς νι­κη­τὴς θὰ ‘παιρ­νε τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ Λά­κη ἦ­ταν πῶς θὰ κλη­ρω­θεῖ στοὺς δε­κά­ξι, με­τὰ ἀ­πὸ ‘­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λα. Μὴν ἔ­χον­τας κα­θό­λου ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν τύ­χη, ἀ­πο­φάσι­σε νὰ ἐ­νερ­γή­σει ἔ­ξυ­πνα καὶ πλά­για.

       Πῆ­γε στὸν πρό­ε­δρο τῆς ὁ­μά­δας τῆς πό­λης τους. Ἡ ὁ­μά­δα τους ἦ­ταν στὴν Α’ κα­τη­γο­ρί­α στὸ Πρω­τά­θλη­μα, μά­λι­στα ὁ Λά­κης εἶ­χε πεῖ τὸ πο­λὺ φι­λο­σο­φη­μέ­νο, «Σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ὅ­λα εἶ­ναι ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­να, Β’ κα­τη­γο­ρί­ας καὶ κά­τω, καὶ μό­νο στὸ πο­δό­σφαι­ρο εἴ­μα­στε Α’ Ἐ­θνι­κῆς». Ἡ ὁ­μά­δα βέ­βαι­α εἶ­χε κι ἕ­να ἄλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἦ­ταν δο­ρυ­φό­ρος μιᾶς με­γά­λης ὁ­μά­δας τοῦ κέν­τρου. Αὐ­τὸ σή­μαι­νε πὼς ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­κα­νε «ἀ­βάν­τα» στοὺς ἀ­γῶ­νες μὲ τὴ με­γά­λη κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἔ­παιρ­νε τοὺς ξο­φλη­μέ­νους παῖ­χτες της, ποὺ ὅ­μως γι’ αὐ­τὴν ἤ­τα­νε χρή­σι­μοι, κι ἔ­τσι κρα­τι­ό­ταν. Πρό­ε­δρος στὴν ὁ­μά­δα τοῦ κέν­τρου ἦ­ταν κά­ποι­ος πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος ἐ­φο­πλι­στὴς ποὺ ἦ­ταν κι ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ».

       Ὁ πρό­ε­δρος τῆς ὁ­μά­δας του κα­τα­νό­η­σε τὸ πρό­βλη­μα. «Εἶ­ναι ἀ­δι­κί­α, Λά­κη, νὰ μεί­νεις ἐ­σὺ ἔ­ξω ἀ­π’ τὰ τε­λι­κά, γι’ αὐ­τὸ αὔ­ριο ποὺ θὰ κα­τέ­βω στὴν πρω­τεύ­ου­σα θὰ τὸ φρον­τί­σω προ­σω­πι­κά.»

       Καὶ πράγ­μα­τι, ὅ­ταν γύ­ρι­σε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες —τί ἀ­γω­νί­α στὸ με­τα­ξύ—, τοῦ ‘­πε πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Ἂς ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τ’ ἄλ­λα δου­λειὰ δι­κή του.

       Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Πα­ρὰ τὸ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο ποὺ ἐ­πέ­βλε­πε τὴν τή­ρη­ση τῶν κα­νό­νων τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ τοὺς μάρ­τυ­ρες ἀ­θλη­τι­κοὺς συν­τά­κτες τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ὁ Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας κλη­ρώ­θη­κε στοὺς δε­κά­ξι τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ.

       Ἀ­πὸ τό­τε κλεί­στη­κε στὸ ὑ­πό­γει­ο κι ἄρ­χι­σε νὰ ξε­σκα­λί­ζει τὰ πα­λιὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ τὰ φρε­σκά­ρι­σε ὅ­λα τό­σο πο­λὺ στὴ μνή­μη του, ποὺ εἶ­πε στὴ γυ­ναί­κα του «Τό­σα πολ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πο­τὲ κι ἂν ἔ­δι­να ἐ­ξε­τά­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, θὰ ἔ­σπα­ζα ὅ­λα τὰ ρε­κόρ». Κι ἡ γυ­ναί­κα του ὅ­μως εἶ­χε μερ­τι­κὸ σ’ αὐ­τὴ τὴν ὑ­περ­προ­σπά­θεια, για­τί πῆ­ρε πά­νω της ὅ­λες τὶς δου­λει­ές, ψώ­νια, σπί­τι, δι­ά­βα­σμα τῆς μι­κρῆς, ὥ­στε ἀ­πε­ρί­σπα­στος ὁ Λά­κης νὰ προ­ση­λω­θεῖ στὴ με­λέ­τη.

       Οἱ ἀ­γῶ­νες ἄρ­χι­σαν στὴν πρω­τεύ­ου­σα μιὰ Τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κέμ­βρη στὶς ἑ­φτὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα καὶ με­τα­δί­δον­ταν ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­π’ τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ἡ συγ­κί­νη­σή του ἦ­ταν με­γά­λη νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­με­σα στοὺς σπορ­κά­στερ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στ’ ἀ­θλη­τι­κὰ καὶ νὰ τὸν παίρ­νει κι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μεῖ­ναν ὀ­κτώ, τὸ βρά­δυ τῆς Πέμ­πτης τέσ­σε­ρις καὶ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς δύ­ο, ὁ Λά­κης κι ἕ­νας Κρη­τι­κός. Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του στὴν τα­κτι­κὴ ἀ­θλη­τι­κὴ ἐκ­πομ­πὴ θὰ γι­νό­ταν ὁ με­γά­λος τε­λι­κός.

       Ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας ἦ­ταν αἰ­σι­ό­δο­ξος. Εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν τε­λι­κὸ χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ χα­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση, ἐ­νῶ ὁ Κρη­τι­κὸς εἶ­χε χά­σει δυ­ὸ ἐ­ρω­τή­σεις στοὺς τρεῖς ἀ­γῶ­νες ποὺ ἔ­δω­σε. Ὅ­πως κά­θε βρά­δυ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο στὴ γει­τό­νισ­σα, ἡ γυ­ναί­κα κι ἡ μι­κρὴ πε­ρί­με­ναν ἐ­κεῖ. «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι», ἡ μι­κρὴ ἦ­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη, καὶ τὰ ἴ­δια πε­ρί­που τοῦ εἶ­πε κι ἡ γυ­ναί­κα του. «Μὴ σκέ­φτε­σαι ἐ­μᾶς, εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά. Ἐ­σὺ τὸ νοῦ σου στὸ παι­χνί­δι.»

       Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο δὲν κοι­μή­θη­κε καὶ πο­λὺ κα­λά, για­τί ὅ­σο κι ἂν ἦ­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του εἶ­χε κι ἀ­γω­νί­α. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε «δὲν ἔ­χω δί­πλω­μα, πῶς θὰ τὸ πά­ω ἐ­πά­νω…», ἀλ­λὰ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις εἶ­ναι γρου­σού­ζι­κες καὶ τὶς κα­τα­χώ­νια­σε στὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης ἔ­φτα­σε στὸ στούν­τιο δυ­ὸ ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­κεῖ τὸν πε­ρί­με­νε καὶ μιὰ μι­κρο­έκ­πλη­ξη. Εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν τε­λι­κὸ θὰ τοὺς μα­κι­γι­ά­ρα­νε. Στή­θη­κε στὴν κα­ρέ­κλα κι ἄρ­χι­σαν οἱ μποῦν­τρες καὶ τὰ μα­τζού­νια, ντρε­πό­τα­νε καὶ λί­γο, για­τὶ αὐ­τὰ τὰ θε­ω­ροῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α τερ­τί­πια, μὰ ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν, θαύ­μα­σε κι ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν κα­θρέ­φτη.

       Τὸ παι­χνί­δι θὰ γι­νό­ταν ὅ­πως καὶ τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, δέ­κα ἐ­ρω­τή­σεις στὸν κα­θέ­να κι ὅ­ποι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε τὶς πιὸ πολ­λές. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦ­ταν δύ­σκο­λες, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τόν, μὰ ὁ Κρη­τι­κὸς ἦ­ταν πολὺ ἀ­νε­βα­σμέ­νος, δὲν ἔ­χα­σε οὔ­τε μιὰ ἀ­π’ τὶς δέ­κα, κι ἄρ­χι­σε ἡ πα­ρά­τα­ση καὶ φτά­σαν μί­α πρὸς μί­α στὶς δε­κα­τρεῖς κι ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κρη­τι­κὸς τὴ δι­κιά του κι αὐ­τὸς στ’ ἀ­λή­θεια φο­βή­θη­κε τὸ γρου­σού­ζι­κο ἀ­ριθ­μό, μὰ ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ἦ­ταν εὔ­κο­λη, «Τί νού­με­ρο πα­πού­τσια φο­ροῦ­σε ὁ Νέ­τσερ;», «44 στὸ ἕ­να καὶ 45 στὸ ἄλ­λο πό­δι», κι ἐ­κεῖ ἐ­πε­νέ­βη ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, «θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς πεῖ σὲ ποι­ό πό­δι τὸ 44 καὶ σὲ ποι­ό τὸ 45». Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πι­ά­στη­κε ἀ­δι­ά­βα­στος, καὶ «θὰ τὸ ρί­ξω στὴν τύ­χη», σκέ­φτη­κε, «45 στὸ δε­ξὶ καὶ 44 στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ» καὶ κόν­τε­ψε νὰ λι­πο­θυ­μή­σει ποὺ ὁ πα­ρου­σια­στὴς εἶ­πε «ΟΧΙ» κι ὁ Κρη­τι­κὸς πε­τά­χτη­κε ὣς πά­νω ἀ­π’ τὴ χα­ρά του κι ὁ Λά­κης εἶ­δε τὰ ὄ­νει­ρα του γκρε­μι­σμέ­να καὶ τ’ αὐ­το­κί­νη­το στὸ φέ­ρι-μπὸτ ντου­γροὺ γιὰ Κρή­τη καὶ φαν­τά­στη­κε τὴ γυ­ναί­κα του καὶ τὴ μι­κρὴ νὰ κλαῖ­νε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νες, ἀλ­λ’ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ συγ­χά­ρη­κε τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ἀ­παι­τοῦν οἱ κα­λοὶ τρό­ποι, καὶ λί­γο τὸν ξε­πί­κρα­νε ἡ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων «ποὺ παίρ­νε­τε ὡς δεύ­τε­ρος νι­κη­τής».

       Στὴν ἔ­ξο­δο τὸν πε­ρί­με­νε κά­ποι­ος κύ­ριος, «θέ­λει νὰ σᾶς δεῖ ὁ…». Τὸν πῆ­ρε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ τὸν πῆ­γε στὰ γρα­φεῖ­α. Τὸν ἀ­νήγ­γει­λαν καὶ «Κά­τσε», τοῦ ’­πε ἐ­κεῖ­νος, «ἤ­σουν φαν­τα­στι­κὸς κι εἶ­χε δί­κιο ὁ Πρό­ε­δρός σας, μὰ δυ­στυ­χῶς εἶ­χα ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὸν Κρη­τι­κό. Θὰ κα­τά­λα­βες φυ­σι­κὰ ὅ­τι τοῦ ’­χα­με δώ­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ καὶ σέ­να δὲ θὰ σ’ ἀ­δι­κή­σου­με καὶ νὰ κι ἀ­κό­μα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων…».

       Σκέ­φτη­κε νὰ τοῦ πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα τὰ δυ­ὸ κω­λό­χαρ­τα, μὰ θυ­μή­θη­κε τὰ λό­για τῆς κό­ρης του, «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι…». «Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε…», «Κι ὅ,τι πρό­βλη­μα ἔ­χεις ἐ­γὼ ἐ­δῶ εἶ­μαι…». Βγῆ­κε καὶ κά­θι­σε στὰ σκα­λο­πά­τια, ἀλ­λὰ νὰ μὴν τὸν βλέ­πει ἡ γραμ­μα­τέ­ας, κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

       Στὴ μι­κρή τους πό­λη εἶ­χε γί­νει τὸ πρό­σω­πο τῆς ἡ­μέ­ρας, ἔ­στω καὶ χα­μέ­νος. Κά­ποι­ος μά­λι­στα στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἐ­πέ­με­νε πὼς «Τὸν φά­γα­νε τὸ δι­κό μας. Ὁ Κρη­τι­κὸς τὶς ἀ­παν­τή­σεις τὶς ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πιὸ μπρο­στὰ κι ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος ἦ­ταν στὸ κόλ­πο», μὰ αὐ­τὸς τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, εἶ­χε ἄλ­λω­στε κι ὁ ἴ­διος τὴ φω­λιὰ του λε­ρω­μέ­νη.

       Μὲ τὰ ἑ­κα­τὸ χι­λι­ά­ρι­κα ἀ­γό­ρα­σε μιὰ βέ­σπα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς ἀ­νέ­βα­ζε τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὶς πή­γαι­νε βόλ­τα στὸ πάρ­κο. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­χε κι ἕ­να ὄ­φε­λος οὐ­σι­α­στι­κὸ κι ὅ­λοι ἀ­πο­ρή­σα­νε. Δὲν ξα­να­γό­ρα­σε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε ξα­να­πά­τη­σε στὸ γή­πε­δο ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δ. Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).


		
Advertisements

Βασίλης Τσιαμπούσης: Μακιγιάζ

 

 

Βασίλης Τσιαμπούσης

 

Μακιγιάζ

 

ΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ! Πε­νήν­τα χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μας συ­νάν­τη­ση, ἡ μιὰ στὴν κά­σα κι ἡ ἄλ­λη δί­πλα της, στὸν κα­να­πέ, σὰν χα­μέ­νη! Στὸ σα­λό­νι σι­ω­πή, ὁ κα­θέ­νας ἀ­να­σταί­νει δι­κές του μνῆ­μες…

       Δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, χει­μώ­νας, τὶς φι­λο­ξε­νοῦ­με στὸ σπί­τι μας. Ἡ σόμ­πα στὸ δω­μά­τιό τους μπουμ­που­νί­ζει, κου­βα­λά­ω ξύ­λα ἀ­βέρ­τα. Εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φες καὶ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν, ἔ­χουν καὶ κά­τι δερ­μά­τι­να τσαν­τά­κια γε­μά­τα μὲ καλ­λυν­τι­κὰ καὶ χά­πια. Κρα­γιόν, μπο­γι­ές, λάκ, ἀν­τι­ό­ξι­να καὶ ἠ­ρε­μι­στι­κὰ τῶν 0,25…

       Ἡ μά­να μπρο­στά τους μοιά­ζει ἀ­νά­ξια λό­γου. Πί­σω ἀ­π’ τὸ χον­τρο­κομ­μέ­νο σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν της τὰ μά­τια της μοιά­ζουν μι­κρὰ κουμ­πιά. Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι ἀ­χτέ­νι­στα, τὰ ροῦ­χα της ξε­θω­ρι­α­σμέ­να, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ ἄλ­λη μά­να, μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

       Κά­ποι­ο ­ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­νοί­γει φύλ­λο καὶ κά­νει τυ­ρό­πιτ­τα. Οἱ δύο γυ­ναῖ­κες ἐκ­φρά­ζουν τὸ θαυ­μα­σμό τους γιὰ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη γεύ­ση. Μοῦ φαί­νε­ται πα­λα­βό, ἡ μί­α εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος κι ἡ ἄλ­λη ὀ­δον­το­για­τρός, ἡ πίτ­τα τοὺς ἐν­τυ­πω­σί­α­σε; Ρω­τοῦν ἂν ὑ­πάρ­χει νε­σκα­φέ! Ἡ μά­να θέ­λει νὰ μὲ στεί­λει στὸν μπα­κά­λη ν’ ἀ­γο­ρά­σω, ἐ­κεῖ­νες δὲ δέ­χον­ται καὶ πί­νουν ἡ μιὰ τούρ­κι­κο κα­φὲ κι ἡ ἄλ­λη τσά­ι τοῦ βου­νοῦ. Πη­γαί­νω καὶ κά­θο­μαι στὰ πό­δια τῆς με­γα­λύ­τε­ρης. Μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Σκύ­βει καὶ μοῦ φι­λᾶ τὸ μά­γου­λο. Τὴ σφίγ­γω στὴν ἀγ­κα­λιά μου.

       Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ δα­σκά­λα μᾶς ζη­τᾶ νὰ γρά­ψου­με ἕ­να γράμ­μα στὸν πιὸ δι­κό μας ἄν­θρω­πο. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ γρά­φουν στὶς μα­νά­δες τους ἢ σὲ δι­ά­φο­ρους συγ­γε­νεῖς τους… Ἐ­γὼ γρά­φω στὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὶς δύο ἀ­δερ­φές. Τα­χυ­δρο­μῶ τὸ γράμ­μα ἀλ­λά μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­ται, για­τί ἔ­γρα­ψα λά­θος δι­εύ­θυν­ση. Αἰ­σθά­νο­μαι βα­θύ­τα­τη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὸ κρα­τῶ νὰ τῆς τὸ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δῶ.

       Ὅ­ταν τὴν ξα­να­βλέ­πω εἶ­μαι πιὰ με­γά­λος, ἐ­κεί­νη παν­τρε­μέ­νη ἀλ­λὰ χω­ρὶς παι­διά, τῆς λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α, γε­λᾶ­με, τῆς ἀ­ρέ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια τὴ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου, τε­λεί­ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νη: «Μοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να γράμ­μα καὶ μοῦ ἔ­λε­γε…». Ἀ­κού­γον­τας τὰ λό­για της αἰ­σθάν­θη­κα σὰν κά­πο­τε νὰ ὑ­φά­να­με οἱ δυ­ό μας μιὰ γλυ­κιὰ συ­νω­μο­σί­α.

       Πλη­σιά­ζω στὴ «μι­κρὴ ἀ­δερ­φή», γύ­ρω στὰ ὀ­γδόν­τα πιά, καὶ τῆς δί­νω τὸ χέ­ρι. Προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ θυ­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ. «Στὴ Δρά­μα ἤρ­θα­με μιὰ φο­ρά, ἀλ­λὰ μεί­να­με στὸ ξε­νο­δο­χεῖο…», μοῦ λέ­ει. Σκέ­φτο­μαι νὰ τῆς θυ­μί­σω τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ἀλ­λὰ τί νὰ ξέ­ρει γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­φτα­σε πο­τὲ στὸν προ­ο­ρι­σμό του;

       Στὸ τέ­λος τῆς λέ­ω: «Κι ἡ μά­να μου, ὅ­πως ἡ ἀ­δερ­φή σας, πρὶν πε­θά­νει, βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη. Ξέ­ρε­τε, σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ δὲν ξε­κου­ρά­στη­κε πο­τέ… Καὶ κα­ταν­τή­σα­με, ὅ­ταν πέ­θα­νε, νὰ ποῦ­με πὼς γλί­τω­σε.»

       Προ­σπα­θεῖ κά­τι νὰ πεῖ, δὲν μπο­ρεῖ, κά­ποι­ος καί­ει θυ­μί­α­μα καὶ μᾶς πιά­νει ὅ­λους βή­χας. Ση­κώ­νε­ται, πά­ει καὶ στέ­κε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, χα­ϊ­δεύ­ει μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­δερ­φῆς της πού, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, εἶ­ναι ἄ­ψο­γα χτε­νι­σμέ­νη καὶ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ λεί­πει μό­νο λί­γο κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της, γιὰ νὰ θυ­μί­ζει τὴ χα­μέ­νη ὀ­μορ­φιὰ ποὺ πιὰ δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle