Vasilis Tsiambousis: Lunes



Vasilis Tsiambousis


Lunes


O desvistió con esmero. El agua en el caldero a medio hervir. Le enjabonó el pelo, las axilas, los pies… Lo enjuagó y lo envolvió en un albornoz raído. Atravesaron el patio y subieron a casa. El cinturón le arrastraba por el suelo y en cierto momento se le salió la zapatilla. Le puso ropa de domingo y un poco de colonia barata. Le dio dos billetes de cien. Lo besó en la frente y lo acompañó hasta la puerta.

       A pesar de ir con prisa, llegó al cabo de una hora. Tenía problemas en los brazos y en las piernas e iba a paso de tortuga. Subió la escalera y entró en el pequeño salón. Estaba solo. Se sentó en una silla y esperó.

       Salió de su habitación vistiendo un camisón rojo. «Solo faltabas tú…», dijo. «Hoy no puedo, ven el próximo lunes». Entró al baño. Se oyó la cisterna. Se abrió la puerta y se esparció un mal olor. «¿Todavía estás aquí? ¿Por qué no te vas con otra? ¿Es que el mío tiene miel? Tantos años sin encontrar un hombre fiel y nos tienes que tocar tú…». Qué le habría hecho este carcamal como para desahogarse así con él… Se levantó el camisón hasta los hombros. «Anda, jodío, para que luego no digas que te dejamos en ayunas…». Se le vieron el pecho, el vientre y unas enormes bragas negras llenas de paños. «Venga, toca un poco si quieres…».

       Lo invadió una extraña vergüenza y bajó la mirada. Dejó uno de los billetes de cien encima de la mesa y se fue. Tomó el camino que llevaba al jardín municipal. Compró un bocadillo y se sentó en un banco retirado. En la oscuridad libró su batalla, pero no quedó redimido. Las manos y el pantalón se le llenaron de mostaza. Se lo abrochó. No tenía ganas ni de dar un paso.

       Sin gloria pasó este lunes. Y a partir de mañana vuelve a empezar la brega, la lucha y el agobio de cómo vender los boletos de la lotería. Seis días de rondas por oficinas, cafés, tabernas… y todos los caminos cuesta arriba. Y solo por la noche del lunes siguiente –cada lunes después del sorteo– volverá a tener tres horas suyas, horas familiares, él, su madre y su querida.

       Esta noche, sin embargo, resultó inútil el baño – «Al techo del lavadero le hace falta un arreglo», dijo la madre–, inútiles también las dos horas de camino hasta la casa de ella, puesto que faltaron esos cinco minutos definitivos de su redención.

       Esta noche resultó inútil todo el trabajo de la semana. «Inútil toda nuestra vida, madre, este lunes mejor que no hubiera amanecido jamás».

       Emprendió despacio la vuelta a casa. Estaba muy cansado. Salió la luna y le iluminaba el camino. Un perro hambriento se acercó al banco y comió con avidez las sobras del bocadillo.



Fuente: de la colección de cuentos βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Atenas, Nefeli, 1990).

Vasilis Tsiambousis nació en Drama en 1953 ciudad en la que vive y trabaja en la actualidad como ingeniero civil. Escribe cuentos.

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Advertisements

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ βέσπα


Tsiampousis,Basilis-IBespa-Eikona-03


Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ἡ βέ­σπα


01-TaphΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ εἶναι σὰν τὸ ρεμ­πέ­τι­κο τρα­γού­δι. Μι­λά­ει στὴν ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ καὶ γρά­φει τὴ λο­γι­κὴ καὶ τὴν κουλ­τού­ρα στὰ πα­λιά του τὰ πα­πού­τσια. Γι’ αὐ­τὸ κυ­ρί­ε­ψε ὅ­λο τὸν κό­σμο.»

       Σύγ­χρο­νος λα­ϊ­κὸς φι­λό­σο­φος κι αὐ­θεν­τί­α στὰ πο­δο­σφαι­ρι­κά, ὁ κλη­τή­ρας.

       «Τὸ Μπερ­ναμ­πέ­ου, Μα­δρί­τη Ἱ­σπα­νί­ας, μῆ­κος 203,80 μέ­τρα, πλά­τος 102,30, εἴ­σο­δοι 74, θέ­σεις 125.565, ρε­κὸρ εἰ­σι­τη­ρί­ων στὶς 17 Ἀ­πρι­λί­ου 1979 στὸν ἀ­γώ­να…» κι ὄ­χι μπα­ροῦ­φες, ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­να πράγ­μα­τα. Κα­τὰ και­ροὺς τοῦ τὴ στή­σα­νε μ’ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, «στὸν τά­δε ἀ­γώ­να τοῦ 1958 ποι­οί ἔ­βα­λαν τὰ γκὸλ καὶ σὲ ποι­ό λε­πτό;», μὰ ὅ­λους τοὺς κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Δι­ό­τι δὲν ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ὅ­ποι­ος, ἦ­ταν κι­νη­τὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια κι ἔ­τσι τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι: «Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας».

       Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­π’ τὴ δό­ξα καὶ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση στὴ μι­κρή τους πό­λη μό­νο χά­σι­μο εἶ­χε ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τα πρῶ­τα τοῦ ‘φευ­γαν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα ἀ­π’ τὸν πε­νι­χρὸ μι­σθό του, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­ζει κά­θε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ ἔ­βγαι­νε. Ἔ­πει­τα γιὰ νὰ τὰ δι­α­βά­σει καὶ νὰ τὰ τα­ξι­νο­μή­σει χρει­α­ζό­ταν ὧ­ρες, ποὺ τὶς ἔ­κλε­βε ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὸ παι­δί του. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, ξό­δευ­ε ἕ­να σω­ρὸ χρή­μα­τα στὸ ΠΡΟ-ΠΟ, ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σε βε­βαί­ως το­μέ­α τῆς εἰ­δι­κό­τη­τάς του, ὅ­που ὅ­μως δὲν εἶ­χε κερ­δί­σει πο­τὲ οὔ­τε δραχ­μή. Ἡ γυ­ναί­κα του, μ’ ὅ­λο το θαυ­μα­σμὸ ποὺ τοῦ ­‘χε, τὸ ἑρ­μή­νευ­ε ἁ­πλὰ καὶ λο­γι­κά: «Κα­τα­γρά­φει στὸ μυα­λό του τὰ γε­γο­νό­τα ἀ­φοῦ γί­νουν κι ὄ­χι πρίν, μοιά­ζει μὲ μα­γνη­τό­φω­νο ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι καὶ προ­φή­της». Ὁ Λά­κης ὅ­μως εἶ­χε τὴν ἀ­πάν­τη­ση. «Οὐ­δεὶς με­τὰ Χρι­στὸν προ­φή­της. Τὸ ΠΡΟ-ΠΟ παί­ζε­ται μὲ κρί­ση, γνώ­σεις καὶ τύ­χη. Ἐ­γὼ τὴν κρί­ση καὶ τὶς γνώ­σεις τά ‘χω, ἀλ­λὰ ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη ἡ τύ­χη μὲ ντρι­πλά­ρει μιὰ ζω­ή…»

       Κι ὅ­σο γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο. Χω­ρὶς πα­τέ­ρα ἀ­πὸ μι­κρὸς πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο δού­λε­ψε βο­η­θὸς ἀρ­τερ­γά­τη, δι­α­νο­μέ­ας ἐ­φη­με­ρί­δων, τσι­ρά­κι σὲ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­ο… χί­λι­ες δυ­ὸ δου­λει­ές. Τέ­λει­ω­σε μὲ τὸ ζό­ρι τὴν τρί­τη τά­ξη στὸ Γυ­μνά­σιο, οἱ κα­θη­γη­τὲς λέ­γα­νε πὼς δὲν τά ’­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα —«ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸ γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τέ­τοι­α μνή­μη», ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα του, κά­θε ποὺ τύ­χαι­νε σὲ κου­βέν­τα γι’ ἀ­δι­κί­ες στὰ σχο­λεῖα— καὶ στὸ τέ­λος κά­ποι­ος γνω­στὸς τῆς μά­νας του, στὰ μέ­σα ἔ­ξω μὲ τὰ πο­λι­τι­κά, τὸν δι­ό­ρι­σε κλη­τή­ρα στὸ Γυ­μνά­σιο.

       Τό­τε χόρ­τα­σαν ψω­μὶ κι αὐ­τὸς κι ἡ χή­ρα μά­να. Καὶ σὰν ὅ­λους, ποὺ μό­λις χορ­τά­σουν τὴν κοι­λιὰ φρον­τί­ζουν νὰ θρέ­ψουν καὶ τὸ πνεῦ­μα, ἔ­τσι κι ὁ Λά­κης ἔ­πε­σε μὲ τὰ μοῦ­τρα στὸ δι­ά­βα­σμα ὅ­λων τῶν ἐν­τύ­πων γύ­ρω ἀ­π’ τὸ πο­δό­σφαι­ρο, ὥ­στε σὲ λί­γα χρό­νια ἔ­γι­νε παν­το­γνώ­στης.

       Ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν παι­δὶ με­τα­να­στῶν ἀ­π’ τὴ Γερ­μα­νί­α. Παν­τρεύ­τη­καν μὲ προ­ξε­νιό, ἀλ­λὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ καὶ τὸν θαύ­μα­ζε. Σὰν ἔ­λε­γε «ἡ μι­κρή μας τὸν μπαμ­πά της μοιά­ζει στὸ θυ­μη­τι­κὸ» κολ­λοῦ­σε ἡ γλώσ­σα της. Ἀλ­λὰ κι ὁ Λά­κης τῆς εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α. «Ἡ μό­νη φο­ρὰ πού μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἡ τύ­χη ἦ­ταν σ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα.» Δὲν ἔ­λε­γε ὅ­μως τί­πο­τα γιὰ τὴν προί­κα ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει, για­τὶ κι ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ὀρ­φα­νὴ καὶ πα­ρα­παί­δι καὶ μέ­χρι νὰ τὴν πά­ρει τοῦ τά­ζα­νε λα­γοὺς μὲ πε­τρα­χή­λια.

       Πα­ρα­μο­νὲς τοῦ Πά­σχα προ­κη­ρύ­χτη­κε ὁ με­γά­λος δι­α­γω­νι­σμὸς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ» μὲ τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Δεύ­τε­ρου Προ­γράμ­μα­τος τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ὁ Λά­κης πε­τοῦ­σε στὰ οὐ­ρά­νια. Ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε στὴ γυ­ναί­κα του πὼς στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου θὰ κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μ’ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ἔ­πα­θλο τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ. Τό­σο ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε νὰ κά­μνει ὄ­νει­ρα, πὼς θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ κα­λο­καί­ρια μὲ τ’ ἁ­μά­ξι κι ἕ­να ἀν­τι­σκη­νά­κι νὰ πη­γαί­νουν δι­α­κο­πές, ὅ­πως οἱ ἀ­νώ­τε­ροί τους.

       Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τους ὅ­μως με­τα­τρά­πη­κε σὲ στε­νο­χώ­ρια, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­τη­καν οἱ ἐ­ρω­τή­σεις τῶν προ­κρι­μα­τι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια πο­λὺ εὔ­κο­λες. Ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σαν σω­στὰ θὰ γι­νό­ταν κλή­ρω­ση καὶ θὰ ‘βγαι­ναν δε­κά­ξι. Αὐ­τοὶ θὰ μο­νο­μα­χοῦ­σαν μὲ σύ­στη­μα «νοκ-άουτ» στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μέ­χρι ποὺ ὁ τε­λι­κὸς νι­κη­τὴς θὰ ‘παιρ­νε τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ Λά­κη ἦ­ταν πῶς θὰ κλη­ρω­θεῖ στοὺς δε­κά­ξι, με­τὰ ἀ­πὸ ‘­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λα. Μὴν ἔ­χον­τας κα­θό­λου ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν τύ­χη, ἀ­πο­φάσι­σε νὰ ἐ­νερ­γή­σει ἔ­ξυ­πνα καὶ πλά­για.

       Πῆ­γε στὸν πρό­ε­δρο τῆς ὁ­μά­δας τῆς πό­λης τους. Ἡ ὁ­μά­δα τους ἦ­ταν στὴν Α’ κα­τη­γο­ρί­α στὸ Πρω­τά­θλη­μα, μά­λι­στα ὁ Λά­κης εἶ­χε πεῖ τὸ πο­λὺ φι­λο­σο­φη­μέ­νο, «Σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ὅ­λα εἶ­ναι ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­να, Β’ κα­τη­γο­ρί­ας καὶ κά­τω, καὶ μό­νο στὸ πο­δό­σφαι­ρο εἴ­μα­στε Α’ Ἐ­θνι­κῆς». Ἡ ὁ­μά­δα βέ­βαι­α εἶ­χε κι ἕ­να ἄλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἦ­ταν δο­ρυ­φό­ρος μιᾶς με­γά­λης ὁ­μά­δας τοῦ κέν­τρου. Αὐ­τὸ σή­μαι­νε πὼς ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­κα­νε «ἀ­βάν­τα» στοὺς ἀ­γῶ­νες μὲ τὴ με­γά­λη κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἔ­παιρ­νε τοὺς ξο­φλη­μέ­νους παῖ­χτες της, ποὺ ὅ­μως γι’ αὐ­τὴν ἤ­τα­νε χρή­σι­μοι, κι ἔ­τσι κρα­τι­ό­ταν. Πρό­ε­δρος στὴν ὁ­μά­δα τοῦ κέν­τρου ἦ­ταν κά­ποι­ος πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος ἐ­φο­πλι­στὴς ποὺ ἦ­ταν κι ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ».

       Ὁ πρό­ε­δρος τῆς ὁ­μά­δας του κα­τα­νό­η­σε τὸ πρό­βλη­μα. «Εἶ­ναι ἀ­δι­κί­α, Λά­κη, νὰ μεί­νεις ἐ­σὺ ἔ­ξω ἀ­π’ τὰ τε­λι­κά, γι’ αὐ­τὸ αὔ­ριο ποὺ θὰ κα­τέ­βω στὴν πρω­τεύ­ου­σα θὰ τὸ φρον­τί­σω προ­σω­πι­κά.»

       Καὶ πράγ­μα­τι, ὅ­ταν γύ­ρι­σε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες —τί ἀ­γω­νί­α στὸ με­τα­ξύ—, τοῦ ‘­πε πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Ἂς ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τ’ ἄλ­λα δου­λειὰ δι­κή του.

       Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Πα­ρὰ τὸ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο ποὺ ἐ­πέ­βλε­πε τὴν τή­ρη­ση τῶν κα­νό­νων τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ τοὺς μάρ­τυ­ρες ἀ­θλη­τι­κοὺς συν­τά­κτες τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ὁ Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας κλη­ρώ­θη­κε στοὺς δε­κά­ξι τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ.

       Ἀ­πὸ τό­τε κλεί­στη­κε στὸ ὑ­πό­γει­ο κι ἄρ­χι­σε νὰ ξε­σκα­λί­ζει τὰ πα­λιὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ τὰ φρε­σκά­ρι­σε ὅ­λα τό­σο πο­λὺ στὴ μνή­μη του, ποὺ εἶ­πε στὴ γυ­ναί­κα του «Τό­σα πολ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πο­τὲ κι ἂν ἔ­δι­να ἐ­ξε­τά­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, θὰ ἔ­σπα­ζα ὅ­λα τὰ ρε­κόρ». Κι ἡ γυ­ναί­κα του ὅ­μως εἶ­χε μερ­τι­κὸ σ’ αὐ­τὴ τὴν ὑ­περ­προ­σπά­θεια, για­τί πῆ­ρε πά­νω της ὅ­λες τὶς δου­λει­ές, ψώ­νια, σπί­τι, δι­ά­βα­σμα τῆς μι­κρῆς, ὥ­στε ἀ­πε­ρί­σπα­στος ὁ Λά­κης νὰ προ­ση­λω­θεῖ στὴ με­λέ­τη.

       Οἱ ἀ­γῶ­νες ἄρ­χι­σαν στὴν πρω­τεύ­ου­σα μιὰ Τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κέμ­βρη στὶς ἑ­φτὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα καὶ με­τα­δί­δον­ταν ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­π’ τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ἡ συγ­κί­νη­σή του ἦ­ταν με­γά­λη νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­με­σα στοὺς σπορ­κά­στερ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στ’ ἀ­θλη­τι­κὰ καὶ νὰ τὸν παίρ­νει κι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μεῖ­ναν ὀ­κτώ, τὸ βρά­δυ τῆς Πέμ­πτης τέσ­σε­ρις καὶ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς δύ­ο, ὁ Λά­κης κι ἕ­νας Κρη­τι­κός. Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του στὴν τα­κτι­κὴ ἀ­θλη­τι­κὴ ἐκ­πομ­πὴ θὰ γι­νό­ταν ὁ με­γά­λος τε­λι­κός.

       Ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας ἦ­ταν αἰ­σι­ό­δο­ξος. Εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν τε­λι­κὸ χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ χα­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση, ἐ­νῶ ὁ Κρη­τι­κὸς εἶ­χε χά­σει δυ­ὸ ἐ­ρω­τή­σεις στοὺς τρεῖς ἀ­γῶ­νες ποὺ ἔ­δω­σε. Ὅ­πως κά­θε βρά­δυ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο στὴ γει­τό­νισ­σα, ἡ γυ­ναί­κα κι ἡ μι­κρὴ πε­ρί­με­ναν ἐ­κεῖ. «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι», ἡ μι­κρὴ ἦ­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη, καὶ τὰ ἴ­δια πε­ρί­που τοῦ εἶ­πε κι ἡ γυ­ναί­κα του. «Μὴ σκέ­φτε­σαι ἐ­μᾶς, εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά. Ἐ­σὺ τὸ νοῦ σου στὸ παι­χνί­δι.»

       Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο δὲν κοι­μή­θη­κε καὶ πο­λὺ κα­λά, για­τί ὅ­σο κι ἂν ἦ­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του εἶ­χε κι ἀ­γω­νί­α. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε «δὲν ἔ­χω δί­πλω­μα, πῶς θὰ τὸ πά­ω ἐ­πά­νω…», ἀλ­λὰ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις εἶ­ναι γρου­σού­ζι­κες καὶ τὶς κα­τα­χώ­νια­σε στὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης ἔ­φτα­σε στὸ στούν­τιο δυ­ὸ ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­κεῖ τὸν πε­ρί­με­νε καὶ μιὰ μι­κρο­έκ­πλη­ξη. Εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν τε­λι­κὸ θὰ τοὺς μα­κι­γι­ά­ρα­νε. Στή­θη­κε στὴν κα­ρέ­κλα κι ἄρ­χι­σαν οἱ μποῦν­τρες καὶ τὰ μα­τζού­νια, ντρε­πό­τα­νε καὶ λί­γο, για­τὶ αὐ­τὰ τὰ θε­ω­ροῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α τερ­τί­πια, μὰ ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν, θαύ­μα­σε κι ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν κα­θρέ­φτη.

       Τὸ παι­χνί­δι θὰ γι­νό­ταν ὅ­πως καὶ τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, δέ­κα ἐ­ρω­τή­σεις στὸν κα­θέ­να κι ὅ­ποι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε τὶς πιὸ πολ­λές. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦ­ταν δύ­σκο­λες, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τόν, μὰ ὁ Κρη­τι­κὸς ἦ­ταν πολὺ ἀ­νε­βα­σμέ­νος, δὲν ἔ­χα­σε οὔ­τε μιὰ ἀ­π’ τὶς δέ­κα, κι ἄρ­χι­σε ἡ πα­ρά­τα­ση καὶ φτά­σαν μί­α πρὸς μί­α στὶς δε­κα­τρεῖς κι ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κρη­τι­κὸς τὴ δι­κιά του κι αὐ­τὸς στ’ ἀ­λή­θεια φο­βή­θη­κε τὸ γρου­σού­ζι­κο ἀ­ριθ­μό, μὰ ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ἦ­ταν εὔ­κο­λη, «Τί νού­με­ρο πα­πού­τσια φο­ροῦ­σε ὁ Νέ­τσερ;», «44 στὸ ἕ­να καὶ 45 στὸ ἄλ­λο πό­δι», κι ἐ­κεῖ ἐ­πε­νέ­βη ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, «θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς πεῖ σὲ ποι­ό πό­δι τὸ 44 καὶ σὲ ποι­ό τὸ 45». Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πι­ά­στη­κε ἀ­δι­ά­βα­στος, καὶ «θὰ τὸ ρί­ξω στὴν τύ­χη», σκέ­φτη­κε, «45 στὸ δε­ξὶ καὶ 44 στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ» καὶ κόν­τε­ψε νὰ λι­πο­θυ­μή­σει ποὺ ὁ πα­ρου­σια­στὴς εἶ­πε «ΟΧΙ» κι ὁ Κρη­τι­κὸς πε­τά­χτη­κε ὣς πά­νω ἀ­π’ τὴ χα­ρά του κι ὁ Λά­κης εἶ­δε τὰ ὄ­νει­ρα του γκρε­μι­σμέ­να καὶ τ’ αὐ­το­κί­νη­το στὸ φέ­ρι-μπὸτ ντου­γροὺ γιὰ Κρή­τη καὶ φαν­τά­στη­κε τὴ γυ­ναί­κα του καὶ τὴ μι­κρὴ νὰ κλαῖ­νε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νες, ἀλ­λ’ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ συγ­χά­ρη­κε τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ἀ­παι­τοῦν οἱ κα­λοὶ τρό­ποι, καὶ λί­γο τὸν ξε­πί­κρα­νε ἡ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων «ποὺ παίρ­νε­τε ὡς δεύ­τε­ρος νι­κη­τής».

       Στὴν ἔ­ξο­δο τὸν πε­ρί­με­νε κά­ποι­ος κύ­ριος, «θέ­λει νὰ σᾶς δεῖ ὁ…». Τὸν πῆ­ρε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ τὸν πῆ­γε στὰ γρα­φεῖ­α. Τὸν ἀ­νήγ­γει­λαν καὶ «Κά­τσε», τοῦ ’­πε ἐ­κεῖ­νος, «ἤ­σουν φαν­τα­στι­κὸς κι εἶ­χε δί­κιο ὁ Πρό­ε­δρός σας, μὰ δυ­στυ­χῶς εἶ­χα ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὸν Κρη­τι­κό. Θὰ κα­τά­λα­βες φυ­σι­κὰ ὅ­τι τοῦ ’­χα­με δώ­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ καὶ σέ­να δὲ θὰ σ’ ἀ­δι­κή­σου­με καὶ νὰ κι ἀ­κό­μα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων…».

       Σκέ­φτη­κε νὰ τοῦ πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα τὰ δυ­ὸ κω­λό­χαρ­τα, μὰ θυ­μή­θη­κε τὰ λό­για τῆς κό­ρης του, «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι…». «Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε…», «Κι ὅ,τι πρό­βλη­μα ἔ­χεις ἐ­γὼ ἐ­δῶ εἶ­μαι…». Βγῆ­κε καὶ κά­θι­σε στὰ σκα­λο­πά­τια, ἀλ­λὰ νὰ μὴν τὸν βλέ­πει ἡ γραμ­μα­τέ­ας, κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

       Στὴ μι­κρή τους πό­λη εἶ­χε γί­νει τὸ πρό­σω­πο τῆς ἡ­μέ­ρας, ἔ­στω καὶ χα­μέ­νος. Κά­ποι­ος μά­λι­στα στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἐ­πέ­με­νε πὼς «Τὸν φά­γα­νε τὸ δι­κό μας. Ὁ Κρη­τι­κὸς τὶς ἀ­παν­τή­σεις τὶς ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πιὸ μπρο­στὰ κι ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος ἦ­ταν στὸ κόλ­πο», μὰ αὐ­τὸς τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, εἶ­χε ἄλ­λω­στε κι ὁ ἴ­διος τὴ φω­λιὰ του λε­ρω­μέ­νη.

       Μὲ τὰ ἑ­κα­τὸ χι­λι­ά­ρι­κα ἀ­γό­ρα­σε μιὰ βέ­σπα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς ἀ­νέ­βα­ζε τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὶς πή­γαι­νε βόλ­τα στὸ πάρ­κο. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­χε κι ἕ­να ὄ­φε­λος οὐ­σι­α­στι­κὸ κι ὅ­λοι ἀ­πο­ρή­σα­νε. Δὲν ξα­να­γό­ρα­σε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε ξα­να­πά­τη­σε στὸ γή­πε­δο ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δ. Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).


Βασίλης Τσιαμπούσης: Μακιγιάζ

 

 

Βασίλης Τσιαμπούσης

 

Μακιγιάζ

 

ΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ! Πε­νήν­τα χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μας συ­νάν­τη­ση, ἡ μιὰ στὴν κά­σα κι ἡ ἄλ­λη δί­πλα της, στὸν κα­να­πέ, σὰν χα­μέ­νη! Στὸ σα­λό­νι σι­ω­πή, ὁ κα­θέ­νας ἀ­να­σταί­νει δι­κές του μνῆ­μες…

       Δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, χει­μώ­νας, τὶς φι­λο­ξε­νοῦ­με στὸ σπί­τι μας. Ἡ σόμ­πα στὸ δω­μά­τιό τους μπουμ­που­νί­ζει, κου­βα­λά­ω ξύ­λα ἀ­βέρ­τα. Εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φες καὶ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν, ἔ­χουν καὶ κά­τι δερ­μά­τι­να τσαν­τά­κια γε­μά­τα μὲ καλ­λυν­τι­κὰ καὶ χά­πια. Κρα­γιόν, μπο­γι­ές, λάκ, ἀν­τι­ό­ξι­να καὶ ἠ­ρε­μι­στι­κὰ τῶν 0,25…

       Ἡ μά­να μπρο­στά τους μοιά­ζει ἀ­νά­ξια λό­γου. Πί­σω ἀ­π’ τὸ χον­τρο­κομ­μέ­νο σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν της τὰ μά­τια της μοιά­ζουν μι­κρὰ κουμ­πιά. Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι ἀ­χτέ­νι­στα, τὰ ροῦ­χα της ξε­θω­ρι­α­σμέ­να, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ ἄλ­λη μά­να, μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

       Κά­ποι­ο ­ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­νοί­γει φύλ­λο καὶ κά­νει τυ­ρό­πιτ­τα. Οἱ δύο γυ­ναῖ­κες ἐκ­φρά­ζουν τὸ θαυ­μα­σμό τους γιὰ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη γεύ­ση. Μοῦ φαί­νε­ται πα­λα­βό, ἡ μί­α εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος κι ἡ ἄλ­λη ὀ­δον­το­για­τρός, ἡ πίτ­τα τοὺς ἐν­τυ­πω­σί­α­σε; Ρω­τοῦν ἂν ὑ­πάρ­χει νε­σκα­φέ! Ἡ μά­να θέ­λει νὰ μὲ στεί­λει στὸν μπα­κά­λη ν’ ἀ­γο­ρά­σω, ἐ­κεῖ­νες δὲ δέ­χον­ται καὶ πί­νουν ἡ μιὰ τούρ­κι­κο κα­φὲ κι ἡ ἄλ­λη τσά­ι τοῦ βου­νοῦ. Πη­γαί­νω καὶ κά­θο­μαι στὰ πό­δια τῆς με­γα­λύ­τε­ρης. Μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Σκύ­βει καὶ μοῦ φι­λᾶ τὸ μά­γου­λο. Τὴ σφίγ­γω στὴν ἀγ­κα­λιά μου.

       Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ δα­σκά­λα μᾶς ζη­τᾶ νὰ γρά­ψου­με ἕ­να γράμ­μα στὸν πιὸ δι­κό μας ἄν­θρω­πο. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ γρά­φουν στὶς μα­νά­δες τους ἢ σὲ δι­ά­φο­ρους συγ­γε­νεῖς τους… Ἐ­γὼ γρά­φω στὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὶς δύο ἀ­δερ­φές. Τα­χυ­δρο­μῶ τὸ γράμ­μα ἀλ­λά μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­ται, για­τί ἔ­γρα­ψα λά­θος δι­εύ­θυν­ση. Αἰ­σθά­νο­μαι βα­θύ­τα­τη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὸ κρα­τῶ νὰ τῆς τὸ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δῶ.

       Ὅ­ταν τὴν ξα­να­βλέ­πω εἶ­μαι πιὰ με­γά­λος, ἐ­κεί­νη παν­τρε­μέ­νη ἀλ­λὰ χω­ρὶς παι­διά, τῆς λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α, γε­λᾶ­με, τῆς ἀ­ρέ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια τὴ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου, τε­λεί­ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νη: «Μοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να γράμ­μα καὶ μοῦ ἔ­λε­γε…». Ἀ­κού­γον­τας τὰ λό­για της αἰ­σθάν­θη­κα σὰν κά­πο­τε νὰ ὑ­φά­να­με οἱ δυ­ό μας μιὰ γλυ­κιὰ συ­νω­μο­σί­α.

       Πλη­σιά­ζω στὴ «μι­κρὴ ἀ­δερ­φή», γύ­ρω στὰ ὀ­γδόν­τα πιά, καὶ τῆς δί­νω τὸ χέ­ρι. Προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ θυ­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ. «Στὴ Δρά­μα ἤρ­θα­με μιὰ φο­ρά, ἀλ­λὰ μεί­να­με στὸ ξε­νο­δο­χεῖο…», μοῦ λέ­ει. Σκέ­φτο­μαι νὰ τῆς θυ­μί­σω τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ἀλ­λὰ τί νὰ ξέ­ρει γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­φτα­σε πο­τὲ στὸν προ­ο­ρι­σμό του;

       Στὸ τέ­λος τῆς λέ­ω: «Κι ἡ μά­να μου, ὅ­πως ἡ ἀ­δερ­φή σας, πρὶν πε­θά­νει, βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη. Ξέ­ρε­τε, σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ δὲν ξε­κου­ρά­στη­κε πο­τέ… Καὶ κα­ταν­τή­σα­με, ὅ­ταν πέ­θα­νε, νὰ ποῦ­με πὼς γλί­τω­σε.»

       Προ­σπα­θεῖ κά­τι νὰ πεῖ, δὲν μπο­ρεῖ, κά­ποι­ος καί­ει θυ­μί­α­μα καὶ μᾶς πιά­νει ὅ­λους βή­χας. Ση­κώ­νε­ται, πά­ει καὶ στέ­κε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, χα­ϊ­δεύ­ει μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­δερ­φῆς της πού, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, εἶ­ναι ἄ­ψο­γα χτε­νι­σμέ­νη καὶ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ λεί­πει μό­νο λί­γο κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της, γιὰ νὰ θυ­μί­ζει τὴ χα­μέ­νη ὀ­μορ­φιὰ ποὺ πιὰ δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle