Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι



Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι


μιὰ φο­ρὰ καὶ ἕ­ναν και­ρό, ξε­φυλ­λί­ζον­τας τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ἄλ­μπουμ «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­ναι ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μά­τια σου σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; εἶ­σαι σὰν τρο­μα­κτι­κός». καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ προ­σπα­θεῖ πο­λὺ καὶ βά­ρυ­νε τὰ βλέ­φα­ρά του. «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; σὰν θλιμ­μέ­νος, εἶ­σαι θλιμ­μέ­νος;­». καὶ μπερ­δεύ­τη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κου­νή­θη­κε ἔ­τσι τὸ μυα­λό του, ποὺ πλέ­ον εἰ­σέ­πνε­ε καὶ ἐ­ξέ­πνε­ε μό­νο με­λὸ μά­χες.

       ἐν­τω­με­τα­ξύ, ἔ­τρε­χε καὶ μιὰ συ­νο­μω­σί­α με­τα­ξὺ συ­νερ­γεί­ων ὁ­δο­ποι­ί­ας, συ­νερ­γεί­ων αὐ­το­κι­νή­των καὶ μο­το­συ­κλε­τῶν, πο­δη­λα­τά­δι­κων, ὀρ­θο­πε­δι­κῶν, νευ­ρο­ψυ­χιά­τρων καὶ κρα­τι­κῶν μυ­στι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν. τὸ αὐ­χε­νι­κὸ ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει ζων­τα­νό. οἱ λα­κοῦ­βες στοὺς δρό­μους κη­ρύ­χθη­καν προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος. ἡ ἁ­λυ­σί­δα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει. ἡ κω­δι­κή της ὀ­νο­μα­σί­α ἦ­ταν νό­μι­μη σύγ­χυ­ση.

       ὥ­σπου ἕ­νας φί­λος τοῦ δι­ά­βα­σε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να πα­ρα­μύ­θια. ἐ­κεῖ­νο μὲ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τὸ ποῦ­μα, ποὺ τὸ εἴ­χα­νε νὰ δου­λεύ­ει μὲ τοὺς ἕ­λι­κες στὸ φοὺλ μὲς στοὺς στά­βλους τοῦ αὐ­γεί­α, ἐ­νῶ ὁ ἡ­ρα­κλῆς στὴ νε­μέ­α ἀ­σφαλ­τό­στρω­νε τοὺς δρό­μους τοῦ κρα­σιοῦ. ξαφ­νι­κά, μιὰ κα­λὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ ἀγ­κά­λια­σε τὴν καρ­διὰ καὶ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια. ἀ­ε­ρί­στη­κε. οἱ μά­χες μέ­σα του ἀ­ραί­ω­σαν. εἶ­δε ἄ­γνω­στα χρώ­μα­τα στὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο καὶ εἰ­κα­στι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα σὲ ὁ­λό­λευ­κους τοί­χους. ἔ­κα­νε ἕ­να ἥ­συ­χο, ζε­μα­τι­στὸ κλά­μα καὶ πί­νον­τας φυ­σι­κὴ λε­μο­νά­δα τὴ βρῆ­κε γλυ­κιά. σκέ­φτη­κε «ὅ­ταν μι­λᾶς γιὰ τὸ κα­λό, γεν­νᾶς καὶ ἄλ­λο κα­λό» καὶ παν­τρεύ­τη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του. τὸ εἶ­παν γά­μο συμ­φε­ρόν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐν­τευ­κτή­ριο (2009).


		
Advertisements

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


TsakirisSymeon-OSekiouritas-Eikona-03


Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


05-MiΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἦ­ταν ἕ­να πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο, ποὺ ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἄ­νοι­γε καὶ γι­νό­τα­νε κρε­βά­τι. τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ τρι­θέ­σιου κα­να­πὲ ἤ­τα­νε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ τὰ προ­στα­τέ­ψου­νε τὰ βά­λα­νε μέ­σα σὲ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα. τὰ κα­λύμ­μα­τα εἴ­χα­νε καὶ φερ­μου­άρ, γιὰ νὰ βγαί­νου­νε εὔ­κο­λα καὶ νὰ τὰ βά­ζου­νε οἱ ἄν­θρω­ποι στὸ πλυν­τή­ριο. ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ μὴ φθεί­ρου­νε μὲ τὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ τὶς φτέρ­νες τους τὰ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα, ἁ­πλώ­σα­νε ἕ­να σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι πά­νω στὰ κα­λύμ­μα­τα.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε στὸ σπί­τι οἱ γά­τες. τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ἔ­ρι­χναν ἕ­να με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὸ σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι, για­τί οἱ τρί­χες τῶν γά­των καρ­φώ­νον­ταν βα­θιὰ μέ­σα στὸ ρι­χτά­ρι, δὲν ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα καὶ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι ἤ­θε­λαν νὰ κα­θί­σουν, οἱ τρί­χες τῶν γά­των κολ­λού­σα­νε πά­νω στὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ αὐ­τὸ δὲν τοὺς ἄ­ρε­σε πο­λύ.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ἐ­πί­σκε­ψη στὸ σπί­τι καὶ τοὺς εἴ­πα­νε κα­λὰ λό­για γιὰ τὸ με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι καὶ ἔ­τσι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα πε­τοῦ­σαν καὶ μιὰ με­γά­λη κου­ρε­λοὺ πά­νω στὸ σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι, γιὰ νὰ τὸ προ­στα­τέ­ψουν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τῶν γά­των, ποὺ ὅ­λο με­γά­λω­ναν καὶ κά­που σκά­λω­ναν. καὶ τὸ πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νοί­ξει καὶ νὰ γί­νει κρε­βά­τι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Τὰ χαρ­τοι­κί­δια (ποί­η­ση, ἐκ­δ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, 2009) καὶ Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἑ­νὸς βρέ­φους (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκ­δ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2009).



		

	

Simeón Tsakiris: Guión piloto de cinta aislante


TsakirisSymeon-PilotikoSenarioMonotikisTainias-Eikona-01b


Simeón Tsakiris

 

Guión piloto de cinta aislante

 

ÉRASE una vez una playa verdaderamente solitaria. allí salieron a dar su primer paseo los recién nacidos de una familia costera de aves. a veces delante guiando, a veces atrás empujando, a veces flanqueando, el papá y la mamá de la familia iban cambiando el ritmo de su marcha. se habían alejado de su nido en la roca verde, cuando el coche aparcó en la cima del sendero que une el asfalto con la playa de arena. los humanos y su parafernalia empezaban ya a dejar sus primeras pisadas en la arena, cuando la familia de las aves optó por asustarse y volver corriendo hacia su roca verde. pero hacia la misma roca verde y su sombra habían puesto rumbo también los pies de los humanos.

       los recién nacidos, reventados, no podían seguir el ritmo de papá y de mamá. el papá leyó el guión, no le gustó y lo cambió. dejó a mamá empujando a los pequeños, abrió de par en par una de sus alas, digamos la izquierda, fingió que cojeaba de la pata derecha y así se precipitó sobre los grandes pies que se acercaban. dio unas vueltas haciendo unas zalamerías, interpretó un poco de tragedia, sonsacó un poco de compasión e hizo otras cosas más, asegurándose de que hasta el último recién nacido había entrado en su nido. entonces abrió la otra ala y los humanos se quedaron agilipollados. estos últimos, habiéndose recuperado rápidamente del espectáculo, se acomodaron y se tumbaron diciendo «¡ay!» y «¡qué tranquilidad tan agradable!» y «aquí, siento que voy a despojarme de toda la ciudad y la voy a enterrar muy, pero que muy profundamente» y cosas por el estilo.

       pero el especial de dos páginas de prensa gratuita sobre aquella playa verdaderamente solitaria lo habían leído otros. muchos.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 14 de junio de 2015

 

Simeón Tsakiris (Salónica, 1976). Licenciado en Periodismo y Comunicación por la Universidad Aristóteles de Salónica y en Arte Dramático por la Escuela de Teatro Estatal del Norte de Grecia, ha trabajado como periodista, actor y bailarín. Ha trabajado con Dimitris Papaioanu en las obras “Medea”, “2”, “Pouthena” (En ninguna parte) y “Mesa” (Dentro). Sus obras han sido publicadas en las revistas (De)kata y Endefktirio. En el 2009 circuló su primer libro Ta Jartikidia (Τὰ χαρ­τοι­κί­δια) de la editorial Endefktirio.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron los estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgopoulou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Karagiannidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimitra, Papaioannou Eustratía.


Συμεὼν Τσακίρης: Πιλοτικὸ σενάριο μονωτικῆς ταινίας

TsakirisSymeon-PilotikoSenarioMonotikisTainias-Eikona-01b

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Πι­λο­τι­κὸ σε­νά­ριο μο­νω­τι­κῆς ται­νί­ας


14-Mi-Century_Mag_Illuminated_M_Field_NotesΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­τα­νε μιὰ ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α. ἐ­κεῖ βγῆ­καν γιὰ τὴν πρώ­τη τους βόλ­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα μιᾶς πα­ρα­θα­λάσ­σιας οἰ­κο­γέ­νειας πτη­νῶν. ἄλ­λο­τε μπρο­στὰ νὰ ὁ­δη­γοῦν, ἄλ­λο­τε πί­σω νὰ σπρώ­χνουν, ἄλ­λο­τε νὰ πλα­γι­ο­κο­ποῦν, ὁ μπαμ­πὰς καὶ ἡ μα­μὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἄλ­λα­ζαν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ βα­δί­σμα­τός τους. εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὸν πρά­σι­νο βρά­χο μὲ τὴ φω­λιά τους, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι πάρ­κα­ρε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ ποὺ ἑ­νώ­νει τὴν ἄ­σφαλ­το μὲ τὴν ἀμ­μου­διά. οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τούν­τα ἄ­φη­ναν ἤ­δη τὶς πρῶ­τες τους πα­τη­μα­σι­ὲς στὴν ἄμ­μο, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν πτη­νῶν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φο­βη­θεῖ καὶ νὰ τρέ­ξει πί­σω στὸν πρά­σι­νό της βρά­χο. γιὰ τὸν ἴ­διο πρά­σι­νο βρά­χο καὶ τὴ σκιὰ του ὅ­μως εἴχα ­νε βά­λει πο­ρεί­α καὶ τὰ πό­δια τῶν ἀν­θρώ­πων.

       τὰ νε­ο­γέν­νη­τα κλά­τα­ραν, δὲν μπο­ρού­σα­νε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ μπαμ­πὰ καὶ τῆς μα­μᾶς. ὁ μπαμ­πὰς δι­ά­βα­σε τὸ σε­νά­ριο, δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε καὶ τὸ ἄλ­λα­ξε. ἄ­φη­σε τὴ μα­μὰ νὰ σπρώ­χνει τὰ μι­κρά, ἄ­νοι­ξε δι­ά­πλα­τα τὴ μί­α του φτε­ρού­γα, ἂς ποῦ­με τὴν ἀ­ριστε­ρή, ἔ­κα­νε ὅ­τι κου­τσαί­νει ἀ­πὸ τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ ἔ­τσι ὅρ­μη­σε πρὸς τὰ με­γά­λα πό­δια ποὺ πλη­σί­α­ζαν. ἔ­κα­νε γύ­ρω- γύ­ρω με­ρι­κὰ νά­ζια, ἑρ­μή­νευ­σε λί­γη τρα­γω­δί­α, ἐκ­μαί­ευ­σε λίγο οἶ­κτο καὶ ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα, μέ­χρι ποὺ σι­γού­ρε­ψε πὼς καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νε­ο­γέν­νη­το μπῆ­κε στὴ φω­λιά τους. τό­τε ἄ­νοι­ξε καὶ τὴν ἄλ­λη φτε­ρού­γα καὶ ἄ­φη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους μα­λά­κες. οἱ τε­λευ­ταῖ­οι, ξε­περ­νών­τας γρήγορα τὸ σό­ου, ἁ­πλώ­θη­καν, ξα­πλώ­θη­καν καὶ ἔ­λε­γαν «ἂχ» καὶ «τί ὡ­ραί­α ἡ­συ­χί­α» καὶ «ἐ­δῶ, τὸ νι­ώ­θω, θὰ ξύ­σω ὅ­λη τὴν πό­λη ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ θὰ τὴ θά­ψω βα­θιά, πο­λὺ βα­θιὰ» καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς.

       ἀλ­λὰ τὸ δι­σέ­λι­δο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ φρὴ πρὲς σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α τὸ εἶ­χαν δι­α­βά­σει καὶ ἄλ­λοι. πολ­λοί.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ M.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὰ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).



		

	

Συμεών Τσακίρης: Η κοιλιά του καναντέρ

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης

 

Ἡ κοι­λιὰ τοῦ κα­ναν­τὲρ

 

δῶ­σε μας τὴ στιγ­μὴ Εὐ­άγ­γε­λε, μό­λις εἶ­χες παρ­κά­ρει μὲς στὸν ἐ­λαι­ώ­να στὸ κτῆ­μα τῶν γο­νι­ῶν σου, οἱ γο­νεῖς λεί­πα­νε ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα σὲ γι­ορ­τὴ σαρ­δέ­λας, εἶ­χες φέ­ρει μα­ζί σου καὶ ἕ­να ὁ­λο­καί­νου­ριο δι­χτά­κι γιὰ τὴν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μπα­σκέ­τα σας καὶ εὐ­τυ­χὴς ποὺ τὸ ὅ­λο πράγ­μα πή­γαι­νε γιὰ ἔκ­πλη­ξη.­..

       «­.­..ναί, καὶ σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὴ ξύ­λι­νη σκά­λα γάν­τζω­να στὸ στε­φά­νι τῆς μπα­σκέ­τας μας τὸ και­νού­ριο δι­χτά­κι ποὺ εἶ­χα μα­ζί μου, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὸ πρῶ­το ἐ­κεί­νης τῆς πυρ­κα­γιᾶς νὰ πε­τά­ει κά­που κον­τά, ἔ­γει­ρα τὸ κε­φά­λι μου νὰ δῶ τὴν κοι­λιά του —ὅ­ταν κοι­τοῦ­σα τὶς κοι­λι­ὲς τῶν κα­ναν­τὲρ κά­τι εὐ­χά­ρι­στο συ­νέ­βαι­νε στὴν κοι­λιά μου— ἡ ἱ­δρω­μέ­νη μου μα­σχά­λη μὲ πῆ­γε στὴ σει­ρὰ τῶν καλ­λυν­τι­κῶν μου καὶ νὰ κό­ψω ἢ νὰ λι­μά­ρω τὰ νύ­χια μου; καὶ ἂν θε­λή­σεις νὰ παί­ξεις κι­θά­ρα; πό­τε ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­πι­α­σα τὴν κι­θά­ρα στὰ χέ­ρια μου; μὴ μὲ πα­τρο­νά­ρεις, κό­ψε τὰ νύ­χια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ καὶ λί­μα­ρε τὰ νύ­χια τοῦ δε­ξιοῦ. ὁ νυ­χο­κό­πτης καὶ ἡ λί­μα εἶ­ναι στὸ ἁ­μά­ξι; στὸ ντου­λα­πά­κι μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ συ­νο­δη­γό. τὸ ἀ­γό­ρα­σες τὸ κον­τὸ τὸ σταυ­ρο­κα­τσά­βι­δο ποὺ λέ­γα­με; τὸ ντου­λα­πά­κι θέ­λει σφί­ξι­μο, τρί­ζει στὶς λα­κοῦ­βες. τὸ ἀ­γό­ρα­σα, τὸ κλεί­δω­σες τὸ ἁ­μά­ξι; για­τί νὰ τὸ κλει­δώ­σω; ποῦ τὰ ἄ­φη­σα τὰ κλει­διά; ἔ­χει κλέ­φτες ἐ­δῶ; γιὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς, μὴν τυ­χὸν καὶ βρέ­ξει. καὶ μὴν μπεῖ κα­νέ­να ζου­ζού­νι ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ πολ­λὰ πο­δα­ρά­κια. τὸ φυ­το­λό­γιο ποὺ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει ποῦ τὸ ἔ­χεις; στὸ πα­τά­ρι μᾶλ­λον. τί δυ­να­τὸς ποὺ εἶ­ναι ὁ ἥ­λιος σή­με­ρα. ὄ­χι ρὲ γα­μῶ­το. πά­νω σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη εἶ­χα τὸν ἴ­λιγ­γο ἀ­πὸ τὸ αὐ­χε­νι­κό, ἔ­πε­σα καὶ ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου. αὐ­τά.»

       εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Εὐ­άγ­γε­λο γιὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του δι­άρ­ροι­ας, ἐ­μεῖς θὰ πᾶ­με σὲ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο δι­α­φη­μι­στι­κὸ δι­ά­λειμ­μα καὶ ἐ­πι­στρέ­φου­με μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές σας ἱ­στο­ρί­ες τῆς τε­λευ­ταί­ας στιγ­μῆς, ἐ­δῶ, στὴν ἐκ­πομ­πὴ γιὰ πάν­τα, στὸ ρά­διο παράδεισος.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ ν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).

* * * 

 [γπ] Πα­ρά­πλευ­ρες ὠφέ­λειες

Νέ­ος προι­κι­σμέ­νος μὲ πολ­λὰ τα­λέ­ντα ὁ Συ­μεὼν Τσα­κί­ρης! Ἡ πρώ­τη μας εὐχά­ρι­στη ἔκπλη­ξη ἦταν ἡ ἀνά­γνω­ση τῆς συλ­λογῆς του Τὰ χαρ­τοι­κί­δια. Στὸ δί­κτυο ἁλιεύ­σα­με κι αὐτὸ τὸ βί­ντε­ο, καλὸ δεῖγμα τοῦ ὑπο­κρι­τι­κοῦ του τα­λέ­ντου. Ἄσχε­το μὲ τὸ μπον­ζά­ι μας, ἀλλὰ ὁ πει­ρα­σμὸς νὰ τὸ συ­μπα­ρα­θέσου­με με­γά­λος: Σὲ καιροὺς κρί­σης καὶ μιὰ ποὺ ἀκού­γο­νται τό­σα ἐν­θαρ­ρυν­τικὰ γιὰ τὸ συ­γκρι­τικὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα τῆς κοι­νω­νί­ας μας, τὴ νε­ο­ελ­λη­νικὴ οἰκο­γέ­νεια, ὡς πα­ρα­δο­σιακὸ στή­ριγ­μα τῆς χει­μαζό­με­νης ἀπὸ τὴν ἀνερ­γί­α νε­ο­λαί­ας, καλὸ εἶναι νὰ ἔχου­με στὰ ὑπ’ ὄ­ψιν καὶ αὐτὴ τὴν πλευ­ρά της: