Θοδωρῆς Τσάκωνας: Τὸ δῶρο

 

 

 

Θο­δω­ρῆς Τσά­κω­νας

 

Τὸ δῶ­ρο

   

ΖΟ­ΖΕΦ ἦ­ταν ἕ­νας σα­ραν­τά­ρης Γάλ­λος ποὺ ζοῦ­σε τὰ δέ­κα τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στὴν Ἑλ­λά­δα. Μοῦ ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα Γαλ­λι­κῶν στὸ σπί­τι. Ἀ­θλη­τι­κὸς τύ­πος, δὲν ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα μὲ τὴ θεί­α Μά­φτα τὴν ἀ­δελ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­χαν ἤ­δη μέ­χρι τό­τε συμ­πλη­ρώ­σει δέ­κα μῆ­νες μα­ζί.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Τὴ μιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να γλυ­κό, ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο φα­γη­τὸ καὶ ὅ­τι ἀ­πί­θα­νο τῆς κα­τέ­βαι­νε καὶ τὴν ἄλ­λη νὰ κα­θα­ρί­σει, ἀ­κό­μη καὶ νὰ σφουγ­γα­ρί­σει. Ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος χρό­νος εἶ­χε πε­ρά­σει, μὲ τὰ πή­γαι­ν’-ἔ­λα τὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος νὰ μὴν ἔ­χουν στα­μα­τη­μό. Ὁ τρό­πος της, οἱ κου­βέν­τες της, μοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν ἄ­σχη­μα συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πέ­ναν­τί της. Γι­νό­ταν γε­λοί­α καὶ ἀ­πο­ροῦ­σα ποὺ δὲν τὸ ἔ­βλε­πε. Μι­σὴ ὥ­ρα πρὶν ἔρ­θει ὁ Ζο­ζὲφ στὸ σπί­τι, ἔ­πρε­πε νὰ φτια­χτεῖ, νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ποι­η­μέ­νη, νὰ προ­σέ­ξει τί θὰ βά­λει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, πὼς ὅ,­τι φό­ρα­γε δὲν ἦ­ταν πο­τὲ προ­κλη­τι­κό. Ὅ­μως, ὅ­σο ζοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μου, δὲν τὴν εἶ­χα δεῖ πο­τὲ νὰ ντύ­νε­ται ἔ­τσι καὶ νὰ δί­νει τό­ση ση­μα­σί­α στὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Καὶ ὅ­σο ὁ Ζο­ζὲφ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ χα­μό­γε­λο, τό­σο πιὸ πο­λὺ ἐ­γὼ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μουν καὶ ἐ­πα­να­στα­τοῦ­σα.

      Δὲν τῆς εἶ­πα τί­πο­τε. Μὲ εἶ­χε ὅ­μως φέ­ρει σὲ ση­μεῖ­ο νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἐ­νο­χὲς γιὰ λο­γα­ρια­σμό της, ἀ­πέ­ναν­τι στὴ θεί­α Μά­φτα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ μι­λή­σω στὴ θεί­α μου. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, θὰ τὸ κα­νο­νί­σω ἐ­γώ», μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

      Ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας ἑ­βδο­μά­δα, οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τῆς μη­τέ­ρας μου, πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ στὸ σα­λό­νι. Τὸ μά­θη­μά μας γι­νό­ταν πο­λὺ πιὸ ἄ­νε­τα. Μπο­ρού­σα­με νὰ γε­λά­σου­με μὲ τὰ ἀ­στεῖ­α ποὺ μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Ζο­ζὲφ καὶ νὰ κι­νού­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­νε­τα. Πα­ρὰ τὴ δι­α­φο­ρὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μας, τὸν ἔ­βλε­πα σὰν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μου, πο­λὺ κον­τι­νό. Τὰ μα­θή­μα­τά μας, ἀ­κό­μη καὶ ἡ μη­τέ­ρα μου τὸ ἔ­βλε­πε, προ­χω­ροῦ­σαν χω­ρὶς πί­ε­ση ὅ­λο καὶ πιὸ εὐ­χά­ρι­στα. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα μά­λι­στα, ὁ Ζο­ζὲφ ἔ­με­νε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα πα­ρα­πά­νω. Συ­ζη­τού­σα­με, ρώ­τα­γε, ἄ­κου­γε τὶς ἀ­πό­ψεις μου. Στὸ βλέμ­μα του ἔ­βλε­πα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον, πράγ­μα πρω­τό­γνω­ρο ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν νὰ μὲ κο­λα­κεύ­ει.

 

      Ἐ­κεί­νη τὴν Τρί­τη, συμ­πλή­ρω­να τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα. Τὸ βρά­δυ με­τὰ τὸ μά­θη­μα μὲ τὸν Ζο­ζέφ, θὰ ἐρ­χό­ταν καὶ ἡ θεί­α Μά­φτα νὰ γι­ορ­τά­σου­με τὰ γε­νέ­θλιά μου ὅ­λοι μα­ζί. Οἰ­κο­γε­νεια­κά.

      Στὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι. Ὁ Ζο­ζὲφ κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. «V­oi la», τὸ σή­κω­σε ψη­λά. «Χγό­νια πολ­λά», μᾶς ἀγ­κά­λια­σε. «Μεγ­σὶ μπο­κού», ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου —γε­λά­σα­με— καὶ συ­νέ­χι­σε, «Πε­τά­γο­μαι μέ­χρι τὸ s­u­p­er mar­ket καί… ἐ­πι­στρέ­φω».

 

      Κα­θί­σα­με στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Δὲν εἶ­χα κα­μί­α ὄ­ρε­ξη γιὰ μά­θη­μα. Ἦ­ταν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­βγα­λα τὸ οὐ­ί­σκι καὶ γέ­μι­σα ἕ­να πο­τή­ρι. Στὴν ἀρ­χὴ δί­στα­σε. Τὸν κα­θη­σύ­χα­σα. Ἡ μη­τέ­ρα μου θὰ ἀρ­γοῦ­σε. Ἡ δι­ά­θε­σή μου τὸν πα­ρέ­συ­ρε. Σχε­δὸν ἀ­μέ­σως τοῦ γέ­μι­σα τὸ δεύ­τε­ρο. Ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ λέ­ει γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ σκε­φτό­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α μου, γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ ἔ­κα­νε, τὴν δι­ά­θε­σή του νὰ τα­ξι­δέ­ψει, νὰ γνω­ρί­σει πό­λεις, ἀν­θρώ­πους, νὰ νοι­ώ­σει ἐ­λεύ­θε­ρος, νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἄ­κου­γα νὰ μι­λά­ει μὲ τέ­τοι­ο πά­θος. Τὰ μά­γου­λά του κοκ­κί­νι­ζαν. Τὰ μά­τια του ἔ­λαμ­παν καὶ ὁ ἐν­θου­σια­σμός του τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ φω­τει­νό.

      Τοῦ ἔ­βα­λα καὶ τρί­το πο­τό. Δὲν εἶ­χα κα­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἦ­ταν ὁ ἄν­δρας ποὺ κά­θε γυ­ναί­κα θὰ ἤ­θε­λε, για­τί ὄ­χι καὶ ἡ μά­να μου σκε­φτό­μουν, κα­θὼς τῆς συγ­χω­ροῦ­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὶς πε­ρί­ερ­γες συμ­πε­ρι­φο­ρές της ἀ­πέ­ναν­τί του. Ἔ­τσι ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γώ. Σὰν ἐ­κεῖ­νον. Ἡ φι­λί­α του ἦ­ταν μιὰ ἁ­πλό­χε­ρη, ἄ­νευ ὅ­ρων προ­σφο­ρὰ γιὰ μέ­να. Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α τὸ ὅ­τι ἦ­ταν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος. Ἀν­τι­θέ­τως. Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­νε­κτί­μη­το φί­λο, ἀ­να­κά­λυ­πτα τὸ χα­μέ­νο μου ἀν­δρι­κὸ πρό­τυ­πο. Ἔ­νοιω­θα νὰ με­γα­λώ­νω δί­πλα του καὶ τοῦ τὸ ὄ­φει­λα. 

      Μι­λοῦ­σε καὶ μὲ κοί­τα­ζε στὰ μά­τια, κα­θὼς ση­κώ­θη­κα. Ξε­χεί­λι­ζα ἀ­πὸ θαυ­μα­σμό. Ἦ­ταν ἰ­δα­νι­κὴ εὐ­και­ρί­α, νὰ τοῦ προ­σφέ­ρω τὸ δῶ­ρο ποὺ λί­γες μέ­ρες πρίν, εἴ­χα­με δι­α­λέ­ξει μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου.

      Ἔ­τρε­ξα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό μου καὶ ἔ­σκυ­ψα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ψά­χνον­τας στὰ τυ­φλὰ τὸ δῶ­ρο του. Δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­νά­ψω τὸ φῶς. Ἤ­μουν σί­γου­ρος ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Τεν­τώ­θη­κα λί­γο ἀ­κό­μη. Ἔ­φτα­σα τὸ κου­τὶ καὶ τὸ τρά­βη­ξα ἔ­ξω. Σκέ­φτη­κα τὴν ἔκ­πλη­ξή του. Ση­κώ­θη­κα καὶ γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι μου. Ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σα.

      Στὸ κά­δρο τῆς πόρ­τας δι­α­γρα­φό­ταν ἡ φι­γού­ρα του. Στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος, χω­ρὶς νὰ μι­λᾶ. Προ­χώ­ρη­σε δυ­ὸ βή­μα­τα. Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν, ἡ ἔκ­φρα­σή του ἦ­ταν ἀλ­λοι­ω­μέ­νη καὶ τὸ χα­μό­γε­λό του πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο.  Ἔ­νοι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὰ πό­δια στὸ κε­φά­λι μου. Ἄ­κου­γα τοὺς παλ­μούς μου. Ἡ σκιά του μαύ­ρη, μὲ πλά­κω­νε. Μὲ ἐγ­κλώ­βι­ζε. Τὰ πό­δια μου πα­ρέ­λυ­αν. Προ­σπά­θη­σα νὰ μι­λή­σω καὶ δὲν ἔ­βγαι­νε λέ­ξη. 

      Ἡ πόρ­τα ἔ­κλει­σε ἀρ­γά, πί­σω του.

      Μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κού­στη­κε ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς φερ­μου­άρ.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Θο­δω­ρῆς Τσά­κω­νας (Εὐ­γέ­νεια, Πει­ραι­ᾶς, 1964). Ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς ἀ­σχο­λεῖ­ται τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια μὲ τὴν γρα­φή. Ξε­κί­νη­σε μὲ πα­ρα­μύ­θια καὶ­  θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α πέν­τε χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ δι­η­γή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ λί­γο με­γα­λύ­τε­ρες φόρ­μες. Ἕ­να δι­ή­γη­μά του («Τὸ κλεῖ­στρο») βρα­βεύ­θη­κε πρό­σφα­τα μὲ τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὸν Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας d­i­a­v­a­s­a­me.g­r­  καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸν συλ­λο­γι­κὸ τό­μο 19 και­νού­ρια βή­μα­τα (ἔκδ. Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κης).