Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Advertisements

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ πρῶτος βρικόλακας

Triantafyllou,Maro-OProtosBrykolakas-Eikona-08

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


 

Ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας

 


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__MuntheΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ, πο­λὺ πα­λιά, μιὰ γυ­ναί­κα μο­να­χὴ ποὺ εἶ­χε ἕ­να κτῆ­μα κι ἕ­να σπί­τι μέ­σα στὸ κτῆ­μα. Ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α τὰ κα­τά­φερ­νε κα­λὰ μὲ τὶς δου­λει­ὲς καὶ χρει­α­ζό­ταν μό­νο πε­ρι­στα­σια­κὰ ἐρ­γά­τες. Ἔ­σκα­βε, ἔ­σπερ­νε, πό­τι­ζε, μά­ζευ­ε τὴ σο­δειά, φρόν­τι­ζε τὰ ζῶ­α της καὶ μο­να­χὴ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν πρα­μά­τεια στὴν ἀ­γο­ρὰ κι ἔ­κα­με τὴν πού­λη­ση. Ἀλ­λὰ σὰν πέ­ρα­σε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζε νὰ βα­ραί­νει καὶ κομ­μα­τά­κι δυ­σκο­λευ­ό­τα­νε. Ὅ­λο καὶ πιὸ πί­σω πή­γαι­ναν τὰ πράγ­μα­τα καὶ μα­ρά­ζω­νε τὸ κτῆ­μα. Ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, νέ­ον ἄν­τρα, πα­λι­κά­ρι στὰ τριά­ντα του, αὐ­τὴ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ τὰ πε­νῆν­τα.

       Ἦ­ταν ὄ­μορ­φος ὁ ἐρ­γά­της καὶ μιὰ μέ­ρα ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε γι’ αὐ­τὸν ἀ­ταί­ρια­στα αἰ­σθή­μα­τα. Δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α – ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει νὰ ξε­περ­νά­ει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὴν τά­ρα­ζαν. Εἶ­πε «φουρ­τού­να εἶ­ναι καὶ θὰ τε­λει­ώ­σει». Μὰ δὲν τέ­λει­ω­νε. Τ’ ἀν­τί­θε­το, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς τό­σο πιὸ βα­θιὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Μὰ τό ‘κρύ­βε κα­λά. Τὶς νύ­χτες πού ‘πε­φταν νὰ κοι­μη­θοῦν, ἄ­φη­νε στὸ κρε­βά­τι της μιὰ γω­νιά, ὅ­ση ἕ­να σῶ­μα καὶ πρὶν τὴν πά­ρει ὁ ὕ­πνος, γύ­ρι­ζε πρὸς ἐ­κεί­νη τὴ με­ριὰ μὲ κλά­μα­τα στὰ μά­τια καὶ πό­νο στὴν καρ­διὰ κι ἀγ­κά­λια­ζε τὴν ἀ­που­σί­α μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια κι ἀ­πί­θω­νε στὴν ἄ­κρια τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ της πρὸς ἐ­κεί­νη τὴν πλευ­ρὰ ἕ­να με­γά­λο φι­λί, ἐ­ρω­τι­κό. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­τα­νε ἔ­πει­τα κι ὁ ὕ­πνος της ἦ­ταν βα­ρὺς καὶ δί­χως ὄ­νει­ρα. Τὸν πρῶ­το χει­μώ­να τοῦ ‘πλέ­ξε ἕ­να σκοῦ­φο καὶ τοῦ τὸν χά­ρι­σε κι ἔ­κα­νε αὐ­τὸς χα­ρὲς με­γά­λες. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ‘χε πλέ­ξει δυ­ὸ ὁ­λό­ι­δια σκου­φιά. Τὸν ἄ­φη­σε καὶ τὸ φό­ρε­σε με­ρι­κὲς φο­ρὲς κι ὅ­ταν πό­τι­σε ἡ κλω­στὴ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του, τὸ ἄλ­λα­ξε μὲ τὸ ἄλ­λο, τὸ ὅ­μοι­ό του. Καὶ κρά­τη­σε τὸ φο­ρε­μέ­νο γιὰ ‘κεί­νην. Τό ‘κρυ­ψε κι ὅ­ταν μπο­ροῦ­σε, τό ‘βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι, τὸ κοί­τα­ζε κι ἔ­κλαι­γε. «Τί μὲ βρῆ­κε;» ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε πο­νε­μέ­νη.

       Ἦ­ταν κα­λὸς ἐρ­γά­της ὁ νέ­ος ἄν­τρας, δου­λευ­τὴς, προ­κομ­μέ­νος κι αὐ­τὴ ἄ­ξια, κα­λὰ πή­γαι­νε τὸ κτῆ­μα. Ἦρ­θαν ὅ­μως και­ροὶ δί­σε­χτοι. Ἔ­πε­σε ξε­ρα­σί­α με­γάλη στὸν τό­πο. Ἦρ­θε πεί­να. Ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα μοι­ρα­ζό­τα­νε τὸ φα­ΐ της μὲ τὸ πα­λι­κά­ρι – γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἔ­τρω­γε ἐ­λά­χι­στα καὶ μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες τοῦ ἔ­δι­νε καὶ τὸ δι­κό της μερ­τι­κὸ κι αὐ­τὴ ἀ­δυ­νά­τι­ζε ὁ­λο­έ­να. Μὰ καὶ πά­λι ὁ νέ­ος ἄν­τρας δὲν ἐ­χόρ­ται­νε. Τί νὰ σοῦ κά­νει λί­γο ψω­μί, κα­μιὰ πα­τά­τα καὶ λί­γα μα­ραγ­κι­α­σμέ­να φροῦ­τα ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­ὸ μέ­τρα κορ­μί;

       Ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ τί­πο­τε. Ἔ­βρα­σε χόρ­τα ἀ­λά­δω­τα. «Πει­νά­ω» εἶ­πε ὁ νέ­ος ἄν­τρας. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη πά­λι «πει­νά­ω» εἶ­πε κι εἶ­χε ἡ φω­νὴ του φαρ­μά­κι. Τὴν δάγ­κω­νε σὰν ὀ­χιά. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ πράγ­μα­τα χει­ρο­τέ­ρευ­αν. Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ πά­λι ἄ­δει­ο ἦ­ταν τὸ τρα­πέ­ζι κι εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του χα­ρα­κω­μέ­νο, δὲν ἄν­τε­ξε. Πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι κο­φτε­ρὸ καὶ χά­ρα­ξε τὸν καρ­πό της βα­θιά. Ξε­χύ­θη­κε αἷ­μα ζε­στὸ καὶ κόκ­κι­νο. «Πι­έ» τοῦ εἶ­πε. «Πι­έ, νὰ τρα­φεῖς. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.» Τὴν κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο πῆ­ρε τὸ χέ­ρι της μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη καὶ ρού­φη­ξε δυ­ὸ τρεῖς γου­λι­ές. Κι εἶ­χε τὸ αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο μιὰ γεύ­ση ἀλ­λού­τε­ρη καὶ φω­τει­νή. Τό ‘κα­νε αὐ­τὸ καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἡ γυ­ναί­κα καὶ τῆς ἑ­πό­με­νης τὴν ἑ­πό­με­νη. Καὶ κά­θε μέ­ρα. Τὸν ἔ­τρε­φε μὲ ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψυ­χή της. Κι ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ ἄλ­λο αἷ­μα δὲν τῆς ἔ­μει­νε. Στράγ­γι­ξε αὐ­τὸς καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ καὶ πέ­θα­νε ἐ­κεί­νη εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά του.

       Ὁ νέ­ος ἄν­τρας τὴν ἔ­θα­ψε κα­τὰ πῶς ἔ­πρε­πε κι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Γύ­ρι­ζε με­τὰ μο­νά­χος στὰ βου­νά. Ζη­τοῦ­σε ξα­νὰ τὴ γεύ­ση τοῦ αἱ­μά­του της. Τὴν ζη­τοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να. Ἔ­πι­νε ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἀλ­λὰ τὴν γεύ­ση τὴ δι­κή της σὲ κα­νε­νοῦ τὸ αἷ­μα δὲν τὴν ἔ­βρι­σκε κι ὅ­λο ἔ­ψα­χνε. Κι ἀ­κό­μα ψά­χνει.

       Ἔ­τσι γί­νη­κε ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας. Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Κι ἀ­γά­πη ψά­χνει ἀλ­λὰ δὲν τὸ ξέ­ρει.


 

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).