Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἐθνικὸς ὕμνος


Trendel,Aristi-EthnikosYmnos-Eikona-04


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Ἐθνικός ὕμνος


ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ συ­νό­δευ­σε τὴν δε­κα­ε­φτά­χρο­νη ἀ­νι­ψιά της στὸ Λύ­κει­ο ὅ­που ἡ μι­κρὴ θὰ ‘παιρ­νε ἔ­παι­νο. Ἤ­ξε­ρε­ ὅ­τι­ αὐ­τὸς ὁ ἔ­παι­νο­ς θώ­πευ­ε κά­πως τὴν ἐ­φη­βι­κή της με­λαγ­χο­λί­α καὶ ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α της στὴ σχο­λι­κὴ­ γι­ορ­τὴ ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Πρώ­τη στὴ τά­ξη της καὶ τρί­τη στὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ ση­μαι­ο­φό­ρος, ἕ­να ἀ­δύ­να­το ἀ­γό­ρι, μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας φορ­τω­νό­ταν τὴ ση­μαί­α. Εἴκοσι ὀκτὼ Ὀ­κτω­βρί­ου καὶ οἱ ση­μαῖ­ες ξε­ση­κω­μέ­νες, οὔ­τε ἐ­πα­νά­στα­ση νὰ ἤ­τα­νε. Σὰν κα­λὴ μα­θή­τρια πα­ρα­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ χει­ρο­κρό­τη­σε θερ­μά. Καὶ στὸ τέ­λος κά­τι ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε, κά­τι ποὺ εἶ­χε ξε­χά­σει, μιὰ φω­νὴ ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ εἶ­χε σω­πά­σει. Σὰν ν’ ἀ­να­σται­νό­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε θά­ψει. Ξαφ­νι­κὰ βρῆ­κε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ τρα­γου­δά­ει πα­ρά­φω­να τὸν ἐ­θνι­κὸ ὕ­μνο. Θυ­μό­ταν τοὺς στί­χους. Συγ­κι­νή­θη­κε κι­ό­λας. Μιὰ Τρί­τη συ­νό­δευ­σε τὸν ἄν­τρα της στὴ δι­α­δή­λω­ση κα­τὰ τοῦ και­νού­ργιου νο­μο­σχε­δί­ου τῆς γαλ­λι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης ποὺ προ­έ­βλε­πε τὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση­ τῶν πε­ρι­ο­χῶν. «Θέ­λουν νὰ ἐ­ξο­λο­θρέ­ψουν τὴν ἀλ­σα­τι­κὴ κουλ­τού­ρα οἱ Ἰ­α­κω­βί­νοι», τῆς εἶ­πε ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος. Συμ­φώ­νη­σε. Εἶ­χε σπου­δά­σει­ Το­πι­κὲς Γλῶσ­σες καὶ Κουλ­τοῦ­ρες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν πε­ρι­ο­χή. «Μή­πως θέ­λεις νὰ φο­ρέ­σω φι­όγ­κο», τὸν ρώ­τη­σε. Δὲν ἦ­ταν ἡ μό­νη ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως οἱ ἄλ­λες δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­χαν ντυ­θεῖ ἀλ­σα­τι­κά. Χρό­νια στὴν Ἀλ­σα­τί­α, ἀλ­λὰ πρώ­τη φο­ρὰ­ ἔ­βλε­πε ἀλ­σα­τι­κὴ ση­μαί­α. Ἡ δί­χρω­μη κυ­μά­τι­ζε σὰν γα­λα­νό­λευ­κη. Πρώ­τη φο­ρὰ ἄ­κου­γε τὸν ἀλ­σα­τι­κὸ ὕ­μνο. Πα­ρά­φω­να μὲ τὰ σπα­σμέ­να γερ­μα­νο­αλ­σα­τι­κὰ της προ­σπά­θη­σε νὰ τρα­γου­δή­σει κι αὐ­τή.

       Με­τά ἦρ­θε ὁ Charlie. Ὄ­χι πὼς ἦ­τα­ν Charlie, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν Τε­τάρ­τη —κα­τὰ τύ­χη— ἔ­γι­νε. Βρι­σκό­ταν στὸ με­τρό, ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θε. Δὲν ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Place de la Republique. Κα­τέ­βη­κε στὴν ἑ­πό­με­νη κι ἔ­συ­ρε τὴ βα­λί­τσα της μέ­χρι τὴν Πλα­τεί­α, ὅ­που γι­νό­ταν ἡ συγ­κέν­τρω­ση. Εἶ­χε κά­τι νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὸ­ πλῆ­θος ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στὴν ἴ­δια Πλα­τεί­α τρα­γού­δη­σε καὶ τὴ­ν Marseillaise, μο­λο­νό­τι­ ἔ­βρι­σκε τοὺς στί­χους βάρ­βα­ρους.

       Τό βρά­δυ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ ἄ­φθο­νο ἀ­φρό­λου­τρο καὶ Μπε­τό­βεν. Ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ τὴν βο­η­θοῦ­σε νὰ ξε­χνά­ει τὰ ἐγ­κό­σμια. Ὁ «Ὕ­μνος τῆς χα­ρᾶς» βρόν­τη­σε­ στὸ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ν΄ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ κα­λὴ προ­θέρ­μαν­ση γιὰ τὴν δου­λειὰ ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε. Σι­γο­τρα­γου­δοῦ­σε καὶ τὶς νό­τες μὲ το κομ­πιοῦ­τερ ἤ­δη ἀ­νοι­χτὸ καὶ τὸ κεί­με­νο αρ­χι­νι­σμέ­νο, «Οἱ πιὸ Εὐ­ρω­παῖ­οι Ἀ­με­ρι­κά­νοι συγ­γρα­φεῖς …»

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη κά­ποι­α στιγ­μὴ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε τὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ση­μαί­α μὲ ση­μαι­ο­φό­ρο τὸν Μί­κυ Μά­ους.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικά καὶ στὰ αγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ ἀναγνώστρια

.

Triantafyllidi-Trendel,Aristi-IAnagnostria-Eikona-01

.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ

 
«I’ve not only lived my life for nothing, but I’ve told it for nothing»
Djuna Barnes, Nightwood

 

Ἡ ἀ­να­γνώ­στρια

 

06-Delta-Chronica_Polonorum_DΙΑΒΑΣΕ ΜΟΥ μιὰ ἱ­στο­ρί­α». Παπ­πούς, για­γιά, μα­μά, μπαμ­πάς, θεῖ­ες καὶ θεῖ­οι, φί­λες καὶ φί­λοι, πε­ρα­στι­κοὶ ἢ με­γά­λοι ἔ­ρω­τες, ὅ­λοι καὶ ὅ­λες, με­τρι­ο­πα­θεῖς ἤ πα­θια­σμέ­νοι ἀ­να­γνῶ­στες, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ἑρ­μα­φρό­δι­τος Τει­ρε­σί­ας ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸς στὶς λέ­ξεις, ἀ­πάν­τη­σαν στὴν πα­ρά­κλη­σή μου. Συ­νε­χὴς ἀν­τί­λα­λος φω­νῶν στὸ μυα­λό μου.

       Ἡ για­γιὰ μοῦ δι­ά­βα­σε τὸν Ἄν­τερ­σεν. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­πει­σό­διο, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἄρ­ρω­στου παι­διοῦ δί­νει τὰ μά­τια της στὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ τὸ σώ­σει, καυ­τὰ δά­κρια, τὰ πρῶ­τα ποὺ χά­ρι­σα σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, κύ­λι­σαν στὰ μά­γου­λά μου. Ὁ μπαμ­πὰς μοῦ δι­ά­βα­σε τοὺς Ἀ­θλί­ους. Ἡ φω­νή του παλ­λό­ταν μὲ ὀρ­γὴ καὶ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀλ­λό­τριας δυ­στυ­χί­ας. Ὄ­χι ἡ ὀρ­γή του, ἀλ­λὰ ἡ συ­ναί­σθη­σή του (μο­λο­νό­τι δὲν ξε­περ­νοῦ­σε τὰ βι­βλί­α) μὲ τά­ρα­ξε. Ὁ Στά­θης τὸν Σε­φέ­ρη. «Ὅ­που κι ἂν πά­ω ἡ Ἑλ­λά­δα μὲ πλη­γώ­νει», μοῦ ψι­θύ­ρι­σε. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ δὲν μ’ ἀ­κο­λού­θη­σε. Ἐ­γὼ ὅ­μως κα­τά­φε­ρα νὰ τοὺς ξε­χά­σω. Τὸ σθέ­νος τῆς λή­θης μὲ στή­ρι­ζε. Ὁ Ἀ­λέ­κος τὸν Νί­τσε. Τὰ μά­τια του, ὅ­ταν ἀ­πάγ­γελ­νε τὸν Ζα­ρα­τού­στρα, ἔ­παιρ­ναν μιὰ ἀλ­λό­κο­τη, ἐμ­πρη­στι­κὴ λάμ­ψη ποὺ μὲ γο­ή­τευ­ε καὶ μὲ φό­βι­ζε. Ἔ­μα­θα ὅ­τι τὸν ἔ­κλει­σαν σὲ ἄ­συ­λο. Δὲν πῆ­γα πο­τὲ νὰ τὸν δῶ, νὰ τὸν εὐ­χα­ρι­στή­σω γιὰ τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Ἄλ­λη μιὰ ἐ­νο­χή. Ἔ­πα­ψα νὰ τὶς με­τρά­ω. Ὁ Πι­ὲρ τὸν Πε­λο­πον­νη­σια­κὸ πό­λε­μο στὸ ἀρ­χαῖ­ο κεί­με­νο κά­νον­τας σχό­λια στὰ γαλ­λι­κὰ (τὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά του δὲν ἔ­φτα­ναν) δα­νει­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν Ζα­κλὶν ντὲ Ρο­μι­γύ. Δὲν τοῦ εἶ­πα ὅ­τι δὲν κα­τα­λά­βαι­να. Ἀ­γό­ρα­σα μιὰ δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση γιὰ νὰ τὸν πα­ρα­κο­λου­θή­σω. Ἀρ­γά, μα­κριά, ἀ­να­κά­λυ­ψα τὸν Θου­κυ­δί­δη. Δὲν ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Βρῆ­κε ἄλ­λη ἀ­γα­πη­μέ­νη (ἀλ­λὰ ὄ­χι ἀ­κρο­ά­τρια). Ὁ Ρω­μα­νὸς τὸν Ἐ­ρα­στὴ τῆς Λαί­δης Τσά­τερ­λι. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­μα­θα νὰ δι­α­βά­ζει. Ἡ Μα­ρί­να Τὸ Πη­γά­δι τῆς Μο­να­ξιᾶς. Ἡ φω­νή της ἔ­σπα­σε στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ Στῆ­βεν Γκόρ­ντον δι­εκ­δι­κεῖ τὴν δι­α­­φο­ρε­τι­κό­τη­τά της. Σή­κω­σε τὰ μά­τια της καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἐ­ρω­τι­κή της ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ τὴν ἄ­κου­σα ἁ­πλὰ (ἀλ­λὰ εὐ­λα­βι­κά) σὰν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Ἡ Ἕλ­λη Λαμ­πέ­τη τὰ μο­νό­πρα­κτα. Δὲν ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φω­νὴ πού μοῦ φά­νη­κε πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ δι­ά­βα­ζε.

       Ἡ ἀ­να­γνώ­στριά μου ἦ­ταν ἐ­πί­σης μιὰ τέ­τοι­α φω­νὴ μο­λο­νό­τι μᾶς δι­ά­βα­σε τὰ σο­νέ­τα τοῦ Σαίξ­πηρ. Ἤ­μα­σταν ὁ­λό­κλη­ρο γκρούπ, ἀλ­λὰ προ­τί­μη­σα νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι δι­ά­βα­ζε μό­νο γιὰ μέ­να. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ κά­θε φο­ρὰ ποὺ σή­κω­νε τὰ μά­τια της ἀ­πὸ τὸ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση βι­βλί­ο συ­ναν­τοῦ­σε τὰ δι­κά μου. Ἦ­ταν εἰ­δή­μων ἀ­να­γνώ­στρια, ἰ­δα­νι­κή.

       «Δι­ά­βα­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α μου», τῆς εἶ­πα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρά­ψω χω­ρὶς τὰ μά­τια σου. Μοῦ θύ­μι­ζαν τὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Μέ­σα τους εἶ­δα ὅ­λες τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν ἀ­να­γνώ­στη. Δὲν ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ ζω­ή μου ἐν τά­φῳ.

       «Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἀ­να­σταί­νον­ται σὰν τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τοὺς πι­στούς», μοῦ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε.

       Δὲν ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Ἔ­μα­θα πὼς πρῶ­τα τυ­φλώ­θη­κε. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πε­πρω­μέ­νου. Ἦ­ταν εἰ­δή­μων καὶ τῆς εἰ­ρω­νεί­ας. Μᾶς εἶ­χε ἐ­ξη­γή­σει καὶ τὴν Σω­κρα­τι­κή. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα θὰ τῆς εἶ­χα δώ­σει τὰ μά­τια μου.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­ταν ὁ ἀν­τί­λα­λος τῶν φω­νῶν ξε­μα­κραί­νει καὶ σβή­νει στὸ μυα­λό μου, πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­με­τα­νό­η­τη, ἄ­πι­στη, ἀ­νέλ­πι­δη Μα­γδα­λη­νὴ μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο τά­φο, νὰ μι­λά­ει μὲ τὸν κη­που­ρό.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικά καὶ στὰ αγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

 

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ: Ἑλληνικός

 

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τὲλ

 

Ἑλ­λη­νι­κός

 

ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΪ, Πα­ρα­σκευ­ή, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἂν ἤ­ξε­ρα νὰ κά­νω τούρ­κι­κο. Ξαφ­νι­κὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­τι πά­ει και­ρὸς ποὺ τὸν λέ­με ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ ἕ­να τέ­τοι­ο ἱ­στο­ρι­κὸ λά­θος μ’ ἔ­κα­νε νὰ ξυ­πνή­σω τε­λεί­ως .

       Στὸ βά­θος τοῦ ντου­λα­πιοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ κα­φὲ καὶ τσά­ι βρῆ­κα κά­τι ἀ­το­μι­κὲς δό­σεις ἑλ­λη­νι­κοῦ κα­φὲ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά, ὅ­ταν ἦρ­θε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη πέρ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, «Δὲν ἔ­χε­τε τέ­τοι­ο κα­φὲ ἐ­δῶ στὴ Γαλ­λία». Εἶ­χε φέ­ρει καὶ ἕ­να μπρί­κι ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸ βρῶ καὶ πῆ­ρα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι νὰ ψή­σω τὸν κα­φὲ νι­ώ­θον­τας τε­λεί­ως αἱ­ρε­τι­κή. Ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χα πι­εῖ ἑλ­λη­νι­κὸ ἦ­ταν ὅ­ταν μοῦ τὸν ἔ­φτια­χνε ἡ για­γιά μου, γιὰ πρω­ι­νὸ μὲ φέ­τα καὶ τρα­χα­νὰ προ­τοῦ πά­ω σχο­λεῖο.

       Ἔ­βα­λα τὸν κα­φὲ νὰ γί­νε­ται καὶ ἀ­πάν­τη­σα τὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­ταν ὅ­μως τό ‘κλει­σα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Ἐ­κεῖ πά­νω τὸ θυ­μή­θη­κα, τὸ ὄ­νει­ρο μὲ τὸν κα­φέ. Εἶ­χα δεῖ στὸν ὕ­πνο μου τὴ φί­λη μου τὴν Ντο­μι­νὶκ ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι ποὺ εἶ­ναι φι­λέλ­λην καὶ ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πε­λώ­ριο κτῆ­μα στὰ Κύ­θη­ρα («ζούγ­κλα εἶ­ναι» μοῦ λέ­ει ὅ­τι τῆς λέ­νε) καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει (ἔ­τσι τὸ λέ­ει) βο­τα­νι­κὸ κῆ­πο. Μοῦ θυ­μί­ζει τὸν Fitzcarroldo τοῦ Werner Herzog, ἀλ­λὰ δὲν τῆς τὸ λέ­ω. Δη­μι­ούρ­γη­σε τῆς λέ­ω συ­νω­μο­τι­κά, ἴ­σως συμ­πο­νε­τι­κά. Ξέ­ρω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες δη­μι­ουρ­γί­ες. (Ἦρ­θα στὴ Γαλ­λί­α νὰ σπου­δά­σω κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ FEMIS ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­τη­σα.)

       Στ’ ὄ­νει­ρό μου ἀ­κό­μα πρό­σφε­ρα νὰ κά­νω στὴν Ντο­μι­νὶκ ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φὲ καὶ μιὰ καὶ μι­λά­ει κά­τι σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά, στά­θη­κα δί­πλα στὸ μπρί­κι ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά μου καὶ ἄρ­χι­σα νὰ τῆς ἐ­ξη­γῶ πῶς νὰ πε­τύ­χει τὸν κα­φὲ μὲ κα­ϊ­μά­κι. «Μό­λις ἀρ­χί­σει νά…» ἐ­κεῖ πά­νω στα­μά­τη­σα για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ τὴν κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Μέ­χρι νὰ πά­ω νὰ πά­ρω τὸ λε­ξι­κὸ γιὰ νὰ βρῶ τὸ ρῆ­μα ποὺ πε­ρι­γρά­φει τὴν κί­νη­ση τοῦ κα­φὲ ὅ­ταν εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ σερ­βί­ρι­σμα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Σή­με­ρα Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ὁ ἄν­δρας καὶ ἡ κό­ρη μου πῆ­γαν νὰ δοῦν τὸν ἐ­πι­τά­φιο στὴν γει­το­νι­κὴ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ ἄν­δρας μου εἶ­ναι πι­στὸς κα­θο­λι­κός, ἀλ­λὰ βρί­σκει στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α τὸ μυ­στή­ριο ποὺ οἱ κα­θο­λι­κοὶ ἔ­χουν ξε­χά­σει (οἱ ἀ­κραῖ­οι ἐ­ξαι­ροῦν­ται).

       Ἐ­γὼ πῆ­γα στὴν πι­σί­να. «Ἀν­τί­χρι­στη» μὲ λέ­ει καὶ βλέ­πω νο­ε­ρὰ τὴν μα­μά μου νὰ σταυ­ρο­κο­πι­έ­ται καὶ νὰ ἐ­πι­κρο­τεῖ. Κά­πο­τε μὲ φώ­να­ζε καὶ ἀ­πά­τρι­δη (τὴ λέ­ξη τὴν εἶ­χα ἀ­κού­σει σὲ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν κα­τά­σκο­πο, δι­πλὸ ἢ τρι­πλό, ποὺ τὴν ξε­σή­κω­σε), ἀλ­λὰ στα­μά­τη­σε ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πῆ­ρα τὴ γαλ­λι­κὴ ὑ­πη­κο­ό­τη­τα.

       Στὴν πι­σί­να, στὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ γύ­ρο ἕ­νας συγ­κο­λυμ­βη­τής μου ποὺ προ­σπά­θη­σε μᾶλ­λον νὰ μοῦ κά­νει κα­μά­κι ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του καὶ μοῦ ‘πε. «Εἶ­ναι σο­βα­ρό», ἐν­νο­οῦ­σε τὸ κο­λύμ­πι.

       Στὸν πεν­τη­κο­στὸ γύ­ρο σὰν ἕ­να πρό­σω­πο τοῦ James Joyce ποὺ δέ­χε­ται τὴν θε­ο­φά­νεια ἢ σὰν ἀρ­χαί­α τρα­γι­κὴ ἡ­ρω­ί­δα χω­ρὶς προ­σω­πί­δα ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ κά­νει ἕ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό: Ἡ Ντο­μι­νὶκ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται βο­τα­νι­κοὺς κή­πους καὶ ἐ­γὼ χυ­μέ­νους κα­φέ­δες.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958) Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010).