Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος: Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων



Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος


Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Ἔ­χω ἀ­πα­σχο­λη­θεῖ σὲ πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἕ­να σω­ρό, ὅ­μως ἀ­πεί­ρως ἀ­νευ­θυ­νό­τε­ρα, κα­νέ­να δὲν ἀ­παι­τοῦ­σε ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ τοῦ­το ἐ­δῶ. Εὐ­λυ­γι­σί­α. Φαν­τά­ζε­στε κα­θα­ρι­στὴ ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι σὲ θέ­ση, μὲ κρύ­ο ἢ λι­ο­πύ­ρι, νὰ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα καὶ στὶς λοι­πὲς μαρ­μά­ρι­νες κα­τα­σκευ­ές; Μυι­κὴ δύ­να­μη. Πο­τὲ λί­γδα καὶ βρό­μα δὲ βγῆ­καν ἀ­πὸ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο μάρ­μα­ρο μο­νά­χα μὲ κου­βεν­τού­λα. Ὑ­πο­μο­νή. Τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που ἐρ­γά­ζο­μαι δι­α­θέ­τει δαι­δα­λώ­δη μνη­μεῖ­α, πε­ρί­τε­χνα στο­λι­σμέ­να, καὶ τὸ κα­θέ­να θέ­λει τὴ λε­πτο­δου­λειά του. Ἐ­δῶ ἕ­νας μη­τρο­πο­λί­της μὲ τὴ μί­τρα του, πα­ρα­κα­λῶ πα­ρα­κα­λῶ, κι ἐ­κεῖ ἕ­νας πα­ρα­ση­μο­φο­ρε­μέ­νος στρα­τη­γὸς μὲ τὸ σει­ρά­διό του, γιὰ νὰ μὴ μι­λή­σω πε­ρὶ ἐ­πι­φα­νῶν πο­λι­τι­κῶν. Ἂν τύ­χει κα­μιὰ κό­ρη; Ἐ­κεῖ σᾶς θέ­λω. Ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια στὸν τά­φο! Οὔ­τε τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας. Αὐ­τὴ στὸ κά­τω κά­τω τὸ ἔ­λε­γε. «Δὲν εἶ­μαι κό­ρη, βρὲ παι­διά.» Ἐξ οὗ καὶ ὁ τε­ρά­στιος θο­λω­τός.

       Τὸ πιὸ λι­τὸ μνῆ­μα ἀ­π’ ὅ­σα κα­θα­ρί­ζω εἶ­ναι τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σον γιὰ νὰ γί­νω κα­θα­ρι­στὴς τά­φων. Εἶ­ναι μη­τέ­ρα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας καὶ πε­θε­ρὰ τοῦ Ἰ­ά­κω­βου, τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στη­σα ἄ­θε­λά μου κε­ρα­σφό­ρο. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὴ γνω­ρι­μί­α μου μὲ τὴν κό­ρη τους, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη βρῆ­κε στὸ πρό­σω­πό μου τὸν κα­τάλ­λη­λο ἄν­θρω­πο, ὥ­στε νὰ συν­τη­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­βλέ­πει τὰ πα­ρα­χω­μέ­να πα­ρελ­θόν­τα τους. Δέ­χτη­κα χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, για­τὶ ἤ­μουν ἄ­νερ­γος. Τὸ μπὰρ στὸν Πει­ραι­ά, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς πορ­τι­έ­ρης, εἶ­χε κλεί­σει τὸ ἴ­διο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της του ἔ­φυ­γε ἔ­ξαφ­να γιὰ τὴ Βρα­ζι­λί­α. Ὅ­λοι τὸν νο­μί­ζα­με γιὰ ἕ­ναν μι­κρὸ το­κο­γλύ­φο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε κά­ποι­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νε­πί­ση­μους πε­λά­τες τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξύ­πνη­σε μέ­σα του ὁ πα­λαι­ὸς ναυ­τι­κός, καὶ ἔ­φυ­γε νὰ δεῖ τὰ βα­πό­ρια μὲ ἄλ­λο μά­τι. Ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες.

       Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κὸς τά­φος τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης εἶ­ναι ἕ­να κου­τὶ μι­σο­χω­μέ­νο στὴ γῆ, σὰν ἀ­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κῶν, καὶ μέ­σα του ἔ­χει τέσ­σε­ρις θῆ­κες. Ὅ­λα ἄ­σπρα. Ἡ ἁ­γνό­τη­τα στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἔ­ξω ἀ­πὸ με­ρι­κὰ κι­λὰ κό­κα­λα εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Ἔ­χει χρό­νια νὰ θά­ψουν κά­ποι­ον, ἀλ­λὰ ὁ φόρ­τος ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­τος. Τὸν τά­φο τὸν κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἀ­πὸ μιὰ θεί­α της, ποὺ δὲν ἄ­φη­σε παι­διά, νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος, νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ζων­τα­νὴ μέ­νει στὸ Βο­τα­νι­κό, ἀλ­λὰ πε­θα­μέ­νη τί καὶ τί δὲ θὰ ἔ­χει στὸ πλά­ι της!

       Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τάς μου, συ­νή­θι­σα γρή­γο­ρα στὴν και­νούρ­για μου δου­λειὰ καὶ τὴν ἐ­ξα­σκῶ εὐ­συ­νεί­δη­τα. Ἔ­μα­θα νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­ζω μὲ τὶς ὀ­ρέ­ξεις τῶν θλιμ­μέ­νων συγ­γε­νῶν, καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὴ δου­λειά μου. Ἔ­τσι, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, δύ­ο χρό­νια με­τά, εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες μου, καὶ πα­ρὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς κό­ρης της καὶ τὴ φυ­γὴ τοῦ γαμ­προῦ της στὴ Λῆ­μνο, μοῦ δεί­χνει τὴν ἴ­δια ἐμ­πι­στο­σύ­νη.

       Πα­λαι­ό­τε­ρα, ἔ­τσι ὅ­πως ξε­βρό­μι­ζα τὰ ἄ­χρω­μα μάρ­μα­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ γί­νει τῆς κα­κο­μοί­ρας στὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, κα­θὼς θὰ μᾶς ξερ­νᾶ­νε τὰ σκου­λή­κια καὶ τὰ μα­μού­νια. Γι’ αὐ­τό, μα­κά­ρι­ζα τοὺς πνιγ­μέ­νους, τοὺς κα­μέ­νους καὶ τοὺς πον­τι­κο­φα­γω­μέ­νους. Μὲ τὰ χρό­νια μοῦ γεν­νή­θη­κε ἡ πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ σ’ ἕ­να στά­διο, μὲ­ς ἀ­πὸ τὶς νό­τες καὶ τοὺς στί­χους μιᾶς συ­ναυ­λί­ας, κα­θὼς στὸ γρα­σί­δι θὰ καί­γον­ται χει­ρό­γρα­φα γιὰ προ­δο­μέ­νες ἀ­γά­πες.

       Τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ μνῆ­μα τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης θὰ ὑ­πο­δε­χτεῖ τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς μὲ κε­νό. Ἢ ὄ­χι; «Ἐ­ρι­έτ­τα, ἐ­σὺ εἶ­σαι;»

       Πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, χω­ρὶς νὰ μά­θου­με νέ­α της. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, ἀ­φοῦ δή­λω­σε τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς γει­το­νιᾶς της, ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πρὶν ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Λῆ­μνο, τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὰ ἔ­βα­λε μα­ζί της. Τῆς εἶ­πε πὼς τό­σα χρό­νια κα­μω­νό­ταν ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πά­ει ἐ­πει­δὴ τὴ γέ­μι­ζε δῶ­ρα κι ἐ­πει­δὴ τὴν ἄ­φη­νε νὰ κομ­πο­δέ­νει τὴ μι­κρὴ σύν­τα­ξή της. Με­τὰ τὴν ἔ­βρι­σε, για­τί ἀμ­φό­τε­ροι τὸ θε­ω­ροῦ­σαν βρι­σιά, ὅ­τι εἶ­ναι τσά­τσα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἐμ­βέ­λειας.

       «Ἄ­κου τσά­τσα!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἔ­ξαλ­λη, ὅ­ταν μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Ὁ πα­λι­άν­θρω­πος! Μὲ σύγ­χυ­σε τό­σο πο­λύ, Ἀλ­κί­νο­ε, ποὺ νό­μι­ζα ὅ­τι θὰ μοῦ ’ρ­θει ἐγ­κε­φα­λι­κό. Εὐ­τυ­χῶς, ποὺ ξε­κουμ­πί­στη­κε!»

       «Ἐ­σεῖς τί τοῦ εἴ­πα­τε;» τὴ ρώ­τη­σα χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζει.

       «Ὅ­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἄ­κου­σα στὸ μπά­νιο νὰ μι­λά­ει μὲ τὸ σα­πού­νι, ἀ­πὸ τό­τε κα­τά­λα­βα πό­σο λα­πὰς ἦ­ταν.»

       Τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει στὴ γυ­ναί­κα του ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χει πλέ­ον νὰ τὸν ἀ­πα­τᾶ, ὅ­τι φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ὅ­τι θὰ γυ­ρί­σει μό­νο σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἴ­διος ἠ­ρε­μή­σει. Ἦ­ταν ὅ,τι ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο εἶ­χε πρά­ξει ἕ­ως τό­τε ὁ κα­χε­κτι­κὸς σα­ραν­τά­ρης. Ὡ­στό­σο, ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἠτ­το­πά­θεια τοῦ ταί­ρια­ζαν κα­λύ­τε­ρα, κα­νεὶς δὲν πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­α ἐ­νέρ­γεια ἀ­πὸ μέ­ρους του. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χρό­νος ποὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἔ­χει ἐ­ρα­στή, ὥ­στε θε­ω­ρού­σα­με πὼς τὸ ἔ­χει πα­ρα­δε­χτεῖ. Ἔ­φυ­γε γκα­ζώ­νον­τας μὲ νεῦ­ρο τὸ χι­λιά­ρι θα­λασ­σὶ αὐ­το­κί­νη­τό του, λὲς καὶ βι­α­ζό­ταν νὰ προ­λά­βει τὰ βεν­ζι­νά­δι­κα ἀ­νοι­χτά.

       Πέν­τε μέ­ρες με­τά, γύ­ρι­σε, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α δὲ βρῆ­κε τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ σπί­τι. Μά­λω­σε πά­λι μὲ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη καὶ κα­τό­πιν ἦρ­θε σ’ ἐ­μέ­να. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὸ κου­δού­νι. Ἡ μού­ρη του ἦ­ταν κλα­μέ­νη, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα δι­ό­λου. Ἔ­τσι ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν. Μοῦ ζή­τη­σε κα­φέ. Τοῦ ἔ­φτια­ξα. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ ξε­χά­σω τὶς θυ­ελ­λώ­δεις συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἤ­ρε­μα μοῦ ζή­τη­σε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω τί συμ­βαί­νει.

       «Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ βρά­δυ τοῦ τσα­κω­μοῦ σας», εἶ­πα στὸν Ἰ­ά­κω­βο, δη­λώ­νον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα. «Πέν­τε μέ­ρες ἔ­χω νὰ μά­θω νέ­α της.» Δὲ μὲ πί­στε­ψε. Ἀ­γρί­ε­ψε καὶ φώ­να­ξε ὅ­τι κά­που τὴν κρύ­βω.

       «Κα­λό μου παι­δί, ἡ­σύ­χα­σε», τοῦ εἶ­πα, ἂν καὶ μὲ περ­νοῦ­σε δέ­κα χρό­νια. «Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ», τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σα γα­λή­νια.

       «Καὶ ποῦ εἶ­ναι;»

       Θέ­λη­σα ν’ ἀ­στει­ευ­τῶ: «Σὲ θυ­ρί­δα, στὴν τρά­πε­ζα Πί­στε­ως. Νὰ ψά­ξω γιὰ τὸ κλει­δί.» Ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λος. Δὲν ἦ­ταν φαί­νε­ται ὥ­ρα γι’ ἀ­στεῖ­α. Οὔρ­λια­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε κω­λό­παι­δα, ὅ­τι θέ­λου­με νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σου­με, κι ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες στὴν ἤ­δη κλα­μέ­νη μού­ρη του κλαί­γον­τας μὲ λυγ­μούς. Κόν­τευ­αν με­σά­νυ­χτα, ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω. Μὲ πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι της μιὰ φοι­τή­τρια τῆς Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν. Γιὰ νὰ τὸν κα­θη­συ­χά­σω, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὸ βί­τσιο του μὲ τοὺς ὅρ­κους. Τό­σο ὁ ἴ­διος ὅ­σο καὶ ἡ Ἐ­ριέτ­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ση­μα­δια­κὰ λό­για, δού­λευ­αν πο­λὺ τοὺς ὅρ­κους.

       «Στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας», εἶ­πα σο­βα­ρός. «Δὲν ξέ­ρω ποῦ εἶ­ναι.» Πράγ­μα­τι, ὁ Ἰ­ά­κω­βος κα­τα­πρα­ΰν­θη­κε. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­φυ­γε, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ νὰ πά­ει στὸν ἐ­ρα­στή της! Τὰ μά­τια του ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ, τοῦ ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

       Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι ἡ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας, ὅ­σο νὰ πεῖς, μὲ εἶ­χε ἀ­να­στα­τώ­σει. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­κεί­νης τῆς μέ­ρας, με­τὰ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κα­λα­μα­ρά­κια μὲ ρύ­ζι, λό­γω σα­ρα­κο­στῆς, ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ ποὺ ἤ­πια­με, εἶ­πα στὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ὅ­τι ἡ σχέ­ση μας μὲ κού­ρα­σε καὶ ὅ­τι θὰ στα­μα­τοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος στὰ ἐ­ρω­τι­κὰ τρί­γω­να. Ἦ­ταν κο­ρυ­φαί­α μέ­ρα γιὰ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, κι ἐ­πει­δὴ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ βί­ω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νὰ τέ­τοι­ας φύ­σης πε­ρι­στα­τι­κά, βρέ­θη­κε σὲ ἀ­χα­λι­να­γώ­γη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σύγ­κρου­ση. Ἀ­να­με­νό­με­να. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη δὲν κα­τά­λα­βε τὴ δι­ά­θε­ση τῆς κό­ρης της. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε, πῆ­γε στὴν ἀ­δελ­φή τους στὰ Σε­πό­λια. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἂν καὶ συγ­κα­τοι­κοῦ­σε μὲ τὸ ζευ­γά­ρι, δὲν ἀ­να­μει­γνυ­ό­ταν στοὺς τσα­κω­μούς του. Δὲ θὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ θὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε πό­σο κω­μι­κός, συ­χνά, εἶ­ναι ὁ θε­σμὸς τοῦ γά­μου. Ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο εἶ­χε: πὼς ὀ­κτὼ χρό­νια τώ­ρα δὲν τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι.

       Ἀ­κό­μη ἀ­πο­ρῶ, για­τί στὴν ἀρ­χὴ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ ἔ­κρυ­ψε τὸ γά­μο της. Εἶ­χα κοι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἄλ­λες παν­τρε­μέ­νες, καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­ω μο­νά­χα ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, καὶ δὲ θὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σε μί­α πα­ρα­πά­νω. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ και­ρό, ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α πρώ­ην ἄν­τρας της, ὅ­τι μέ­νουν μα­ζὶ μέ­χρι νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ δι­α­ζύ­γιό τους καὶ ὅ­τι μέ­χρι τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, για­τὶ τά­χα ὁ Ἰ­ά­κω­βος πά­σχει ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ψέ­μα­τα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας μοῦ ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο κέ­φι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, καὶ ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὸ σπα­ραγ­μὸ τοῦ ἀ­τυ­χοῦς ζεύ­γους.

       Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­νῆ­καν στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ὅ­πλα τοῦ Ἰ­ά­κω­βου γιὰ τὴν εὐ­ά­λω­τη ψυ­χὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας. Σὲ κά­ποι­ον τσα­κω­μό τους καὶ πρὶν τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὀ­λι­γό­ω­ρο χω­ρι­σμὸ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, τὴν ἔ­πει­σε ὅ­τι σὲ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ πε­θά­νει καὶ τῆς ζή­τη­σε νὰ μὴ φύ­γει μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της, ἀλ­λὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ κά­νει πρῶ­τα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὰ σα­ράν­τα καὶ ὕ­στε­ρα ἂς πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Γιὰ νὰ τὴν πεί­σει, τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ πό­σο τὴ βο­ή­θη­σε στὴ ζω­ή της, κα­θὼς καὶ τὸν ὅρ­κο αἰ­ώ­νιας συμ­βί­ω­σης ποὺ κά­πο­τε τοῦ εἶ­χε δώ­σει. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­νό­δευ­σε μὲ μουρ­μου­ρη­τὸ καὶ πα­ρα­κά­λια.

       Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ά­κω­βος δὲν ἐρ­χό­ταν νὰ μὲ βρεῖ στὴ δου­λειά μου καὶ νὰ μοῦ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα πῆ­ρε θάρ­ρος. Τὴ βό­λευ­ε τὸ δι­πλὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη στὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι δὲν τὴν πι­στεύ­ει τὴν ἀρ­ρώ­στια του, δὲν πι­στεύ­ει ὅ­τι θ’ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τῆς κο­πα­νά­ει ὅ­τι τὴ βο­ή­θη­σε πο­λὺ στὴ ζω­ή της, θὰ ἔ­με­νε κον­τά του φέρ­νον­τας κι ἐ­μέ­να στὸ σπί­τι, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν τε­ρά­στιο. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος συμ­φώ­νη­σε. Κάλ­λιο πέν­τε καὶ στὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ τὴ συμ­φω­νί­α τους, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ θέ­λουν. Εἶ­χα ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες νὰ μι­λή­σω μὲ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, για­τὶ εἴ­χα­με τοὺς δι­κούς μας χω­ρι­σμούς. Ἄρ­χι­ζα νὰ τὴν ξε­χνά­ω, μά­λι­στα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ στα­μα­τή­σω νὰ κά­νω τὸν κα­θα­ρι­στή, σύν­το­μα θὰ ἐ­νη­μέ­ρω­να σχε­τι­κὰ καὶ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη. Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός της τά­φος δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ τί­πο­τε.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ τη­λέ­φω­νο. «Ἔ­λα.»

       «Ἔ­στω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά», μοῦ εἶ­πε ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

       «Δὲ βα­ρι­έ­σαι», σκέ­φτη­κα. «Ἴ­σως ἔ­χει πλά­κα.»

       Κα­βά­λη­σα τὴ θρυ­λι­κὴ Yamaha μου καὶ πῆ­γα, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, στὸ λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που. Ἦ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μαρ­τί­ου, τὸ ζω­δια­κὸ φῶς εἶ­χε πέ­σει ἤ­δη στοὺς βρά­χους. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ἦρ­θαν σὰ νὰ τοὺς πή­γαι­ναν στὴν κρε­μά­λα. Ἀ­φοῦ μοῦ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νή­κου­στη πρό­τα­σή τους, γέ­λα­σα ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ καὶ μᾶλ­λον προ­σβλή­θη­καν. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρα ποι­όν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο νὰ λυ­πη­θῶ, τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ἢ τὸν Ἰ­ά­κω­βο; Πῆ­ρα τὸ κρά­νος καὶ ση­κώ­θη­κα. Ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ γυ­μνὸ λό­φο.

       «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ λό­φοι ποὺ δὲ χρει­ά­ζον­ται ἀ­να­δά­σω­ση», εἶ­πα. «Χρει­ά­ζον­ται ἀ­ναν­θρώ­πω­ση.» Μὲ κοί­τα­ξαν ἀ­μή­χα­να. Φό­ρε­σα μὲ ψυ­χραι­μί­α τὸ κρά­νος καὶ ἀ­νέ­βη­κα στὴ μη­χα­νή. Μὲ κοι­τοῦ­σαν σα­στι­σμέ­νοι καὶ ἀ­μί­λη­τοι. Τοὺς προ­σπέ­ρα­σα κι ἔ­φυ­γα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἦρ­θε ἔν­τρο­μη νὰ μὲ βρεῖ.

       «Ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ μὲ σκο­τώ­σει, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε. «Θὰ γί­νει ἡ σκιά μου. Σῶ­σε με.»

       «Βλέ­πε­τε πολ­λὴ τη­λε­ό­ρα­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρι­ζώ­νον­τας χορ­τά­ρια, κι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα χα­μο­γέ­λα­σε μὲ πό­νο. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νευ­ό­μουν. Συ­νέ­χι­σα νὰ ξε­ρι­ζώ­νω χορ­τά­ρια, ἔ­λει­πε μό­νο ἡ κά­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πα­θα­να­τί­σει.

       «Σπα­τα­λι­έ­σαι, Ἐ­ρι­έτ­τα», τῆς εἶ­πα. «Ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγαί­νει ἔ­τσι.»

       «Πο­τέ σου δὲ μὲ δι­εκ­δί­κη­σες!»

       «Ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα σου; Τς τς τς τς, τί θὰ πεῖ ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ποὺ μ’ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε;»

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι της ἕ­να γράμ­μα, μοῦ τὸ ἔ­δω­σε κι ἔ­φυ­γε βι­α­στι­κή. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γρα­φε, για­τί δὲν τὸ δι­ά­βα­σα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ προ­η­γού­με­να ποὺ εἶ­χα δι­α­βά­σει θὰ πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γι’ ἀ­γά­πες καὶ πό­θους.

       Οἱ ζω­ές μας εἶ­χαν γί­νει σκο­τσέ­ζι­κο ντούς. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα μέ­να­με δί­χως συ­ναι­σθή­μα­τα, μο­νά­χα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε σὲ πα­ρά­λο­γο κυ­νη­γη­τό. Κρε­βά­τια, τσα­κω­μοί, χω­ρι­σμοί. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα κυ­νη­γοῦ­σε καὶ κυ­νη­γι­ό­ταν μέ­χρι τὴ μέ­ρα ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σφρα­γί­ζον­τας τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἦ­ταν ἀ­πρό­σμε­νο τέ­λος, ἀλ­λὰ ἴ­σως ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο τέ­λος. Γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς ἐκ­δο­χές. Μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς εἶ­ναι πὼς βρί­σκε­ται σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε Ἀλ­κί­νο­ος οὔ­τε Ἰ­ά­κω­βος οὔ­τε ζω­ὴ οὔ­τε θά­να­τος.

       Ὅ­σοι νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Λα­χαί­νουν κά­τι μυ­στή­ρι­ες ἐ­κτα­φές, μὲ τὶς κα­τσα­ρί­δες νὰ πε­τά­γον­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες, ποὺ σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυ­χὴ νὰ τὴν πᾶ­νε πα­ρέ­α μὲ τὸ νε­κρό, πέ­ρα στὰ λι­βά­δια μὲ τ’ ἀ­σφο­δέ­λια, ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τὴς τῆς «Λή­θης». Νὰ ψα­χου­λεύ­εις στ’ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να ὑ­φά­σμα­τα νὰ βρεῖς κό­κα­λα καὶ κο­κα­λά­κια, σὰ νὰ κα­θα­ρί­ζεις φα­κή, νὰ κα­ρα­δο­κεῖς τὴν ἄ­λι­ω­τη σάρ­κα καὶ κά­θε τό­σο νὰ φω­νά­ζεις: «Στῆ­θος;» «Ἐν­τά­ξει». «Ἄ­κρα;» «Ἐν­τά­ξει». «Λε­κά­νη;» «Ἀ­να­λό­γως προ­σόν­των». Ἀ­πὸ πά­νω σου νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄλ­λες σάρ­κες, ἕ­τοι­μες κά­θε στιγ­μὴ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Νὰ βα­στᾶ­νε μιὰ μπου­κά­λα κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ψη­τό, καὶ νὰ τοὺς τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τό­τε εἶ­ναι πού σου ἔρ­χε­ται νὰ ψά­ξεις κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σκαμ­μέ­νο λάκ­κο γι’ ἀ­πο­γε­μέ­να κό­κα­λα.



Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 19, Δεκέμβριος 1993.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).


Advertisements

Τζάνος Εὐάγγελος: Καλλιτεχνικὸν ὀμβρελλοποιείον

Καταγραφή

Εὐ­άγ­γε­λος Τζά­νος


Καλ­λι­τε­χνι­κὸν ὀμ­βρελ­λο­ποι­εῖ­ον


03-Omikron ΠΥΘΜΕΝΑΣ τῶν θα­λασ­σῶν εἶ­ναι ἀ­νο­μοι­ό­μορ­φος. Πε­ρι­λαμ­βά­νει ὀ­ρο­σει­ρές, φα­ράγ­για, ὀ­ρο­πέ­δια καὶ κοῖ­τες, ποὺ συν­θέ­τουν ἕ­να ποι­κί­λο το­πί­ο ὅ­μοι­ο μ’ αὐ­τὸ τῆς στε­ριᾶς, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ πὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Ὁ σκο­τει­νὸς καὶ πα­γω­μέ­νος βυ­θὸς τῶν ὠ­κε­α­νῶν μὲ τρο­μά­ζει. Στὴ σκέ­ψη καὶ μό­νο τῆς ἀ­φω­τι­κῆς ζώ­νης νι­ώ­θω ἐν­τα­φι­α­σμέ­νος. (Ποι­ός ὅ­μως μὲ ὑ­πο­χρε­ώ­νει νὰ τὴ σκε­φτῶ;) Τὸ ἴ­διο δυ­σά­ρε­στο συ­ναί­σθη­μα μοῦ προ­ξε­νεῖ­ται μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας τὴ νύ­χτα: κοι­τά­ζον­τάς τη νο­μί­ζω ὅ­τι τὸ νε­ρὸ προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ ρου­φή­ξει στ’ ἀ­δη­φά­γα σπλά­χνα του. Ἀ­γρι­εύ­ο­μαι. Ἀν­τί­θε­τα, στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νό, μὲ τὰ χι­λιά­δες ἀ­στέ­ρια, ἂν καὶ πρέ­πει ν’ ἀ­μυν­θῶ γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­π’ τὴ γο­η­τεί­α του, τὸ βλέμ­μα μου πλα­νι­έ­ται ἀ­να­στη­μέ­νο, ἀ­πὸ μιὰ δύ­να­μη ποὺ τὴ δέ­χο­μαι μὲ πολ­λὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση. Γι’ αὐ­τὸ τὴ νύ­χτα προ­τι­μῶ τὴ θέ­α τ’ οὐ­ρα­νοῦ ἀ­π’ αὐ­τὴ τῆς θά­λασ­σας. Τὴ μέ­ρα εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κά: ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, γα­λη­νε­μέ­νης ἢ ὄ­χι, μὲ πα­ρα­πέμ­πει στὸ ἄ­πει­ρο, κά­τι ποὺ δὲ δύ­να­ται νὰ κά­νει ὁ οὐ­ρα­νός, ὅ­πως ἐ­ξί­σου ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἡ στε­ριά. Κοι­τά­ζον­τας τὸ νε­ρό, ἀ­κό­μη κι ἂν δὲ χρεια­στεῖ νὰ τὸ δι­α­πλεύ­σω, νι­ώ­θω τὸ χῶ­ρο ν’ ἁ­πλώ­νε­ται ἀ­τέ­λει­ω­τα. Μὲ προ­α­παι­τού­με­νο πὼς σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ ὅ­που βρί­σκο­μαι ὑ­πάρ­χει πέ­λα­γος, νι­ώ­θω σι­γου­ριά, ἀ­σφά­λεια. Μὲ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ὁ βυ­θὸς εἶ­ναι σὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει.

       Πα­ρο­μοί­ως πα­λι­ό­τε­ρα ἀ­πο­στρε­φό­μουν τὴ βρο­χή. Δὲν τὴ λο­γά­ρια­ζα σὰ ζω­ο­δό­τρα, ἀλ­λὰ πε­ρι­ο­ρι­ζό­μουν σ’ ὅ­σα μ’ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν: στὶς θαμ­πὲς εἰ­κό­νες καὶ στοὺς ἀλ­λοι­ω­μέ­νους ἤ­χους ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ὁ κα­ται­γι­σμός της. Ἡ βρο­χὴ δι­έ­τρε­ξε ἀ­λο­γά­ρια­στα τὰ χρό­νια τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου, μου­σκεύ­ον­τάς τα, καὶ ἀ­να­μί­χθη­κε ἄ­τσα­λα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα πού, ἀ­πὸ πα­θο­λο­γι­κὴ ἀ­γω­νί­α, ἔ­στα­ζαν οἱ πα­λά­μες μου. ( Ἡ ἀ­γω­νί­α μὲ τὰ χρό­νια αὐ­ξή­θη­κε, προ­τοῦ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ὁ­ρι­στι­κά, ὡς πρὸς τὴν ἔν­τα­σή της, ὅ­μως μει­ώ­θη­κε αἰ­σθη­τὰ ὡς πρὸς τὴ συ­χνό­τη­τά της.) Ἡ ἀ­πο­στρο­φή μου στὴ βρο­χὴ ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ για­τί ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους ἀν­θρώ­πους ποὺ μὲ μα­γνή­τι­σαν ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ ὀμ­πρε­λὰς στὸν Κε­ρα­μει­κὸ μὲ τὰ δύ­ο βα­πτι­στι­κὰ ὀ­νό­μα­τα, ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ήλ. Ὁ πρά­ος Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ὴλ δὲν ἔ­κα­νε ἄλ­λο ἀ­π’ τὸ νὰ ξο­δεύ­ει τὴ ζω­ή του προ­σπα­θών­τας νὰ μᾶς προ­φυ­λά­ξει ἀ­π’ τὴ βρο­χή. Πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­κό­μη, κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί του, τὸ φαν­τα­ζό­μουν σὰν τὸ πιὸ προ­στα­τευ­μέ­νο μέ­ρος τοῦ πλα­νή­τη, τὸ κα­τα­φύ­γιο ποὺ θὰ μᾶς ἔ­σω­ζε ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Ἕ­νας μι­κρὸς χῶ­ρος ἦ­ταν τὸ ὀμ­πρε­λά­δι­κο τοῦ Λο­ρέν­τζου-Γα­βρι­ήλ, γε­μά­τος χρω­μα­τι­στὲς ὀμ­πρέ­λες, ἀν­δρι­κές, γυ­ναι­κεῖ­ες, με­γά­λες, μι­κρές, ὅ­λες μὲ ὄ­μορ­φες ξύ­λι­νες λα­βές, σκα­λι­σμέ­να κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα ἀ­πὸ ἐ­πι­δέ­ξιους ξυ­λο­γλύ­πτες.

       Τὸ ὀμ­πρε­λά­δι­κο τοῦ Λο­ρέν­τζου-Γα­βρι­ὴλ ἔ­γι­νε τὸ πρῶ­το μου στέ­κι. Τὰ πρω­ι­νὰ ποὺ δὲν εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, τὸ ἔ­σκα­γα ἀ­π’ τὸ σπί­τι μας κι ἔ­βα­ζα τρε­χά­λα μέ­χρι τὸ «Καλ­λι­τε­χνι­κὸν ὀμ­βρελ­λο­ποι­εῖ­ον», κα­τὰ τὴν ἐ­πι­γρα­φή. Ἔ­κα­να πὼς χα­ζεύ­ω τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ βι­τρί­να, στε­κό­μουν μαρ­μα­ρω­μέ­νος, μέ­χρι ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ὴλ νὰ μὲ δεῖ, κα­θι­σμέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό, μα­κρό­στε­νο πάγ­κο του, καὶ νὰ μὲ φω­νά­ξει νὰ μπῶ μέ­σα. Τὴν πε­ρί­με­να μὲ λα­χτά­ρα τὴν πρό­σκλη­σή του κι ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ὴλ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἂν δὲ μὲ κα­λέ­σει, θὰ ἔ­με­να ἀ­πέ­ξω νὰ ξε­ρο­στα­λιά­ζω. «Ἔ­λα μέ­σα», ἔ­λε­γε, καὶ χω­ρὶς ἄλ­λη πρό­σκλη­ση, ἔμ­παι­να. Κά­θε φο­ρά, πρὶν ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἴ­δια στε­ρε­ό­τυ­πη ἐ­ρώ­τη­ση: «Τὸ ξέ­ρει ἡ μη­τέ­ρα σου πὼς εἶ­σαι δῶ;» Τὸ ἔ­λε­γε μὲ τρό­πο ποὺ ἔ­δει­χνε τὴ βε­βαι­ό­τη­τά του ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­γνο­οῦ­σε τὸ ποῦ βρι­σκό­μουν. Ἀ­παν­τοῦ­σα μ’ ἕ­να σε­μνό: «Καὶ βέ­βαι­α, κύ­ρι­ε Λο­ρέν­τζο-Γα­βρι­ήλ», δη­λα­δή, «Τί λέ­τε τώ­ρα; Παι­διὰ εἴ­μα­στε;» κι οὔ­τε ποὺ σά­λευ­α ἀ­πὸ τὸ σκα­μνί. Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γε­λοῦ­σε κι ἔ­κα­νε ὅ­τι μὲ πί­στευ­ε.

       Τὸν κοι­τοῦ­σα ποὺ δού­λευ­ε. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σα ποὺ ἐ­πι­δι­όρ­θω­νε τὶς ὀμ­πρέ­λες καὶ τὰ ὀμ­πρε­λί­να, καὶ πε­ρί­με­να τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ χρεια­στεῖ κά­ποι­ο ἐρ­γα­λεῖ­ο ἀ­π’ τὴν ἀ­πο­θή­κη καὶ θὰ μοῦ ζη­τή­σει νὰ τοῦ τὸ φέ­ρω. Δὲ μι­λοῦ­σε πο­λύ, μό­νο δού­λευ­ε. Οἱ με­τρη­μέ­νες κου­βέν­τες του ἔ­μοια­ζαν μὲ ἄ­σκη­ση ρου­τί­νας γιὰ τὶς φω­νη­τι­κὲς χορ­δές του. Τό­σα χρό­νια εἶ­χε μά­θει νὰ ὑ­πο­μέ­νει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἢ καὶ τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες δε­κά­δων δι­α­φο­ρε­τι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων ποὺ ἔμ­παι­ναν στὸ μα­γα­ζί του. Ἐ­πι­δι­όρ­θω­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ τὶς ὀμ­πρέ­λες, μὲ ρυθ­μὸ ποὺ θὰ ἱ­κα­νο­ποι­οῦ­σε τὴ βι­α­σύ­νη τῶν πε­λα­τῶν του καὶ μ’ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ σί­γου­ρα θ’ ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν στὴν ἀ­παι­τη­τι­κό­τη­τα τοῦ γού­στου τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἄρ­χι­σα νὰ βρί­σκω με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον στὸ νὰ πα­ρα­τη­ρῶ προ­σε­χτι­κὰ τοὺς πε­λά­τες τοῦ ὀμ­πρε­λά­δι­κου. Φά­τσες συ­νη­θι­σμέ­νες ἢ πα­ρά­ξε­νες γιὰ τὰ μά­τια μου. Πρό­σω­πα ποὺ δὲν προ­κα­λοῦ­σαν κα­μιὰ ἀν­τί­δρα­ση στοὺς μυ­ῶ­νες τοῦ προ­σώ­που μου, για­τὶ τέ­τοι­α ἔ­βλε­πα κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ τὰ εἶ­χα συ­νη­θί­σει, ἀλ­λὰ καὶ πρό­σω­πα ἰ­δι­όρ­ρυθ­μα, ποὺ μὲ ξάφ­νια­ζαν μὲ τὰ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους.

       Τὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λο­ρέν­τζου-Γα­βρι­ὴλ ἦ­ταν πά­νω-κά­τω δε­κα­τέσ­σε­ρα τε­τρα­γω­νι­κά. Συν­δύ­α­ζε ἁρ­μο­νι­κὰ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο, ὅ­που τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α κι οἱ κλω­στὲς ἦ­ταν ἄ­ψο­γα τα­χτο­ποι­η­μέ­να, μὲ τὸ ἐκ­θε­τή­ριο, ὅ­που οἱ ὀμ­πρέ­λες ἦ­ταν ἐ­πι­με­λῶς το­πο­θε­τη­μέ­νες σὲ εἰ­δι­κὲς θῆ­κες. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο, ὅ­που δού­λευ­ε ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ήλ, κρε­μό­ταν μιὰ βε­λού­δι­νη κα­φὲ κουρ­τί­να, φθαρ­μέ­νη ἀλ­λὰ κα­θα­ρὴ καὶ πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὴν ἦ­ταν ἡ κρύ­α καὶ ἄ­ο­σμη ἀ­πο­θή­κη: ὑ­φά­σμα­τα, σύρ­μα­τα καὶ μπα­στού­νια ἀ­κουμ­ποῦ­σαν σὲ αὐ­το­σχέ­δια, ξύ­λι­να ρά­φια, δί­χως τὴ λάμ­ψη ποὺ ἀ­πο­χτοῦ­σαν ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζον­ταν συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­να, και­νούρ­για καὶ ἀ­στρα­φτε­ρὰ στὴν κα­τά­φω­τη ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο προ­θή­κη. Πα­ρά­με­ρα στὴν ἀ­πο­θή­κη στοι­βά­ζον­ταν οἱ σπα­σμέ­νες ὀμ­πρέ­λες, ὅ­σες ἦ­ταν γιὰ πέ­τα­μα, ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴ χρη­στι­κό­τη­τά τους, ὅ­μως πα­ρέ­με­ναν ἐ­κεῖ παίρ­νον­τας στὴν ἀ­πο­μό­νω­σή τους τὶς ξε­χα­σμέ­νες καὶ συ­χνὰ πέν­θι­μες ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἰ­δι­ο­κτη­τῶν τους.

       Τὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ Λο­ρέν­τζου-Γα­βρι­ὴλ ἦ­ταν μι­κρό, δι­αρ­κοῦ­σε ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν γιὰ νὰ ξε­κου­ρά­σει τὰ μά­τια του. Ἄ­φη­νε τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α στὸν πάγ­κο, καὶ κα­θά­ρι­ζε μὲ κα­θα­ρὸ οἰ­νό­πνευ­μα τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ χον­τρὰ δά­χτυ­λά του. Ὕ­στε­ρα, ἔ­βγα­ζε τὰ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα γυα­λιά του, γιὰ νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει κι αὐ­τά. Οὐ­δέ­πο­τε εἶ­δα τό­ση ἁ­πα­λό­τη­τα σὲ κί­νη­ση, τό­ση φρον­τί­δα γιὰ κά­τι ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τὸ κά­νου­με βι­α­στι­κὰ κι ἐ­πι­πό­λαι­α, ἐ­ξαι­ρου­μέ­νων ἴ­σως τῶν ὀ­φθαλ­μί­α­τρων. Κα­θὼς ἔ­βγα­ζε τὰ γυα­λιά του, πι­ά­νον­τάς τα μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια, τὸ βλέμ­μα του, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἑ­στιά­σει, γέ­μι­ζε παι­δι­κὴ ἀ­θω­ό­τη­τα καὶ χα­μή­λω­νε. Ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ὴλ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν του σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νη πάν­το­τε με­ριὰ στὸν πάγ­κο, σὲ κα­θα­ρὸ ση­μεῖ­ο, κι ἔ­τρι­βε τὰ κλει­στὰ μά­τια του σὰ νὰ τὰ χά­ι­δευ­ε, ἀγ­γί­ζον­τάς τα ἁ­πα­λά, τρυ­φε­ρὰ μὲ τοὺς δεῖ­χτες τῶν χε­ρι­ῶν του. Ὕ­στε­ρα τ’ ἄ­νοι­γε, κά­νον­τας τὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη ἐ­νέρ­γειά τους νὰ δι­α­χυ­θεῖ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἔ­με­νε γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος, σὰ σκε­πτι­κός. Μοῦ ἔ­δι­νε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα προ­σπα­θοῦ­σε ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὴν ἀν­τί­δρα­σή μου. Ἀ­πὸ μιὰ κα­λο­δι­α­τη­ρη­μέ­νη ὡ­ραι­ο­πά­θεια, δί­χως τὰ γυα­λιὰ δὲν ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σε τὴν ὄ­ψη του, ἴ­σως σκε­φτό­ταν πὼς ἔ­τσι ἕ­να παι­δὶ θὰ τὸν ἔ­βρι­σκε πιὸ οἰ­κεῖο. Πί­στευ­ε πὼς χω­ρὶς τὰ γυα­λιὰ ἦ­ταν ὀ­μορ­φό­τε­ρος. Ἀ­πὸ τὴ με­ριά μου, δὲν ἀν­τι­δροῦ­σα δι­ό­λου ὡς πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς ἐμ­φά­νι­σής του, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη κι ἂν ἀν­τι­δροῦ­σα ἔ­τσι, θὰ τὸν ἔ­βλε­πα ἄ­σχη­μο, τὸ βλέμ­μα του, λό­γῳ τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας του νὰ ἑ­στιά­σει, τὸν πρό­δι­δε, χω­ρὶς ὅ­ρα­ση, ἢ του­λά­χι­στον χω­ρὶς νὰ ἔ­χει προ­σαρ­μο­στεῖ στὴν ὅ­ρα­ση ποὺ τώ­ρα δι­έ­θε­τε, τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν ἄ­γριο, θὰ ἔ­λε­γα ἀ­πο­κρου­στι­κό. Ἄλ­λω­στε τὸν εἶ­χα συ­νη­θί­σει μὲ τὰ γυα­λιὰ καὶ τὸν προ­τι­μοῦ­σα μ’ αὐ­τά. Στ’ ἀ­λή­θεια μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, ἡ ἐ­πι­τή­δευ­ση ἔ­βρι­σκε τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ση­μα­σί­α της. Ἀ­πὸ μιὰ δερ­μά­τι­νη θή­κη, ὁ Λο­ρέν­τζος-Γα­βρι­ὴλ ἔ­βγα­ζε ἕ­να ὁ­λο­καί­νουρ­γιο γκρὶ πα­νά­κι, τὸ ἀ­νέ­μι­ζε ἐ­λα­φρά, γιὰ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κά­θε ὑ­πο­ψί­α σκό­νης, ἔ­πια­νε τὰ γυα­λιὰ ἀ­π’ τὸ δε­ξιὸ μπρά­τσο, μὲ τὰ τρί­α δά­χτυ­λα, σὰ νὰ ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του εὐ­λα­βὴς χρι­στια­νός, κι ἔ­τρι­βε ρυθ­μι­κὰ πρῶ­τα τὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ φα­κὸ καὶ με­τὰ τὸ δε­ξιό. Κα­τό­πιν γύ­ρι­ζε τὸ πα­νά­κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ κι ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε μὲ τὴν ἴ­δια σει­ρὰ τὶς ἴ­δι­ες κι­νή­σεις, πρῶ­τα ὁ ἀ­ρι­στε­ρὸς φα­κός, με­τὰ ὁ δε­ξιός. Με­τροῦ­σα τὶς φο­ρὲς ποὺ σκού­πι­ζε τὸν κά­θε φα­κό, τὶς ἔ­βγα­ζα ἰ­σά­ριθ­μες, χρο­νο­με­τροῦ­σα, με­τρών­τας ἀ­πὸ μέ­σα μου, τὸ χρό­νο ποὺ δα­πα­νοῦ­σε γιὰ τὸν κα­θέ­να, ἦ­ταν ἴ­σος. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, κι ἀ­φοῦ ἔ­λε­γε κά­θε φο­ρά, σὰ ν’ ἀ­πο­λο­γι­ό­ταν: «Μπο­ρεῖς νὰ τὰ πλέ­νεις ὅ­λη μέ­ρα;» φο­ροῦ­σε τὰ γυα­λιά του εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος, τί­να­ζε τὸ πα­νά­κι, μᾶλ­λον δὲν τὸ τί­να­ζε, ἔ­κα­νε μιὰ φευ­γα­λέ­α κί­νη­ση μο­νά­χα γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν πρό­θε­σή του, τὸ δί­πλω­νε καὶ τὸ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη. Τὸ δι­ά­λειμ­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, ἡ δου­λειὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­μως πρὶν ἀ­π’ τὸ με­ση­μέ­ρι ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σω στὸ σπί­τι. Ἄ­φη­να τὸν Λο­ρέν­τζο-Γα­βρι­ὴλ στὴν ἡ­συ­χί­α του, καὶ μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι θὰ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ ὀμ­πρε­λά­δι­κο, τα­χτο­ποι­οῦ­σα μέ­σα μου τὶς ὁ­λό­φρε­σκες πα­ρα­στά­σεις ποὺ εἶ­χα προσ­λά­βει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 52, Ἰ­ού­νιος 2012.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).