Νίκος Τακόλας: Ἡ σιγὴ τῶν πουλιῶν

takolasnikos-isigitonpoulion-eikona-01


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ σι­γὴ τῶν που­λι­ῶν


02-bitaΡΑΔΙΑΖΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Οἱ τη­λε­ο­ρά­σεις ὠ­ρύ­ον­ταν, κό­βον­τας τὸ σού­ρου­πο μὲ μα­χαι­ρω­τὲς ἀν­ταύ­γει­ες. Τὰ πρό­σω­πα στοι­χι­σμέ­να στὶς πα­ράλ­λη­λες σι­ω­πές, στὰ νύ­χια τῶν Με­γά­λων Ἀ­δερ­φῶν. Μό­νος στὸ ἰ­σό­γει­ο μπαλ­κό­νι ὁ παπ­ποὺς προ­τι­μά­ει ἔ­ξω τὰ τα­ξί­δια, στὴν ἐν­δο­χώ­ρα.

         — Νύ­χτω­σε, τοῦ εἶ­πα κα­τ’ ἐν­το­λὴν τῆς βά­βως. Δὲ θά ΄ρθεις μέ­σα;

         — Σςς, μοῦ κά­νει αὐ­τός.

         Ὁ πα­λιὸς καὶ πα­νύ­ψη­λος φοί­νι­κας ἁ­πλω­νό­ταν σκι­ε­ρός, μὲ τὸ πε­λώ­ριο πε­ρί­γραμ­μά του νὰ κυ­ρια­ρχεῖ στὸ χῶ­ρο. Ὁ παπ­ποὺς ἔ­δει­χνε κά­τι νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ἕ­να ὁ­μα­δι­κὸ τι­τί­βι­σμα ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Εἶ­χαν κα­τα­φτά­σει σὲ ὁ­μά­δες οἱ νυ­κτε­ρι­νοὶ ἔ­νοι­κοι. Δε­κα­ο­χτοῦ­ρες, πε­ρι­στέ­ρια, σπουρ­γί­τια, με­ρι­κὰ ὠ­δι­κά, σπί­νοι καὶ καρ­δε­ρί­νες, ποὺ καὶ ποὺ κα­τέ­φτα­νε καὶ κα­μιὰ μι­κρὴ κου­κου­βά­για, κι ἀ­ριὰ καὶ ποὺ κά­νας γκι­ώ­νης. Τι­τί­βι­ζαν σὲ μιὰ πο­λυ­σύν­θε­τη με­λω­δι­κὴ συμ­φω­νί­α ζω­ῆς. Καὶ ὅ­σο τὸ σκο­τά­δι πύ­κνω­νε τὰ κε­λα­η­δή­μα­τα ἀ­ραί­ω­ναν, μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­γον­ταν ἐ­λά­χι­στα πιά, ἀλ­λὰ ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε μιὰ φω­νὴ που­λιοῦ σὰν ξε­φω­νη­τό, σὰν χού­για­σμα δι­α­πέ­ρα­σε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος Κα­νο­νάρ­χης, ποὺ σκόρ­πι­ζε ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ πρό­σταγ­μα, ἀ­φοῦ ἐ­πὶ ὥ­ρα ρύθ­μι­ζε τὸ ἰ­σο­κρά­τη­μα. Καὶ με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὸ κα­νέ­νας ἄλ­λος ἦ­χος, οὔ­τε γουρ­γού­ρι­σμα, οὔ­τε τι­τί­βι­σμα, ἔ­ναρ­ξη ὕ­πνου, ἀ­πό­λυ­τη σι­γή. Ὁ παπ­ποὺς χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­δει­ξε μὲ τὸ δά­χτυ­λο ἀ­πά­νω πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ νό­η­μα, ὅ­σο ἐ­γὼ ἔ­δει­χνα ἀ­μή­χα­να πρὸς τὴ θέ­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου που­λιοῦ. Ὕ­στε­ρα μπή­κα­με μέ­σα!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρῶτο του βιβλίου: Το Κρυμμένο Αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο (διηγήματα, ἐκδ. Ἕνεκεν, 2011).


Advertisements