Νίκος Τακόλας: Ἡ Μαναμάνα


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ Μα­να­μά­να


Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑ ἦ­ταν Ἀ­γλα­ΐα. Ὅ­ταν τὴ γνώ­ρι­σα μι­κρός, εἶ­χε πε­ρά­σει τὰ 70 καὶ ἔ­ζη­σε μέ­χρι κον­τὰ τὰ 100. Ἡ ἄ­φθαρ­τη θε­ό­τη­τα τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ δι­καί­ου τὴν ἀν­τά­μει­ψε γιὰ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο, κα­τα­χω­ρών­τας την στὴν ἀ­νε­ξί­τη­λη συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη. Πα­νύ­ψη­λη, κα­λο­στε­κού­με­νη ὀ­στε­ϊ­κή, μορ­φὴ Ὁ­σί­ας, μὲ κά­τι πα­πού­τσια πε­ρί­ερ­γα μὲ χον­τρὸ τε­τρά­γω­νο τα­κού­νι, ἀ­συ­νή­θι­στο στὴν ἐ­πο­χή της. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νη, εἶ­χε καὶ ἄν­τρα καὶ γιό. Μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ κό­σμου. Ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­να τὰ ὀρ­φα­νὰ καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­να τῶν πο­λέ­μων. Ἀ­νὰ λί­γες ὧ­ρες, μοῦ μο­λο­γοῦ­σαν, ἔ­βγαι­νε καὶ μοί­ρα­ζε συσ­σί­τιο στὰ ἀ­προ­στά­τευ­τα ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά της. Καὶ τὰ παι­διὰ τὴν ἔ­βα­ζαν στὴ μέ­ση μὲ τεν­τω­μέ­να χέ­ρια, στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο καὶ τὴν προ­σμο­νὴ στὰ μά­τια. Ἐ­μέ­να Μά­να, Μά­να. Ἐ­μέ­να. Καὶ κεί­νη ξε­χώ­ρι­ζε τὰ πο­νη­ρὰ χε­ρά­κια ποὺ ἁ­πλώ­νον­ταν γιὰ νὰ πά­ρουν καὶ δεύ­τε­ρη με­ρί­δα καὶ τὰ χτυ­ποῦ­σε μὲ ἕ­να μι­κρὸ ξυ­λά­κι, σὰ μπαγ­κέ­τα μα­έ­στρου. «Θὰ φᾶς πολ­λὲς ἂν ἐ­πι­μέ­νεις, ἐ­ξυ­πνά­κια», ἔ­λε­γε τά­χα­μου αὐ­στη­ρά. Ἔ­πρε­πε τὸ φαῒ νὰ φτά­σει γιὰ ὅ­λα. Μαν­τή­λα κα­φέ, μὲ κρόσ­σια, βαλ­κα­νι­κὴ ἀ­νά­μι­κτη φο­ρε­σιὰ στο­λὴ ὁ­λό­κλη­ρη πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο γι­λέ­κι, φό­ρε­μα κα­φὲ μὲ μπορ­ντοῦ­ρες κί­τρι­νες, κα­θα­ρὲς καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νες, τὰ μαλ­λιὰ δυ­ὸ κο­τσί­δες κο­ρι­τσί­στι­κες στὸ στῆ­θος της, μέ­χρι τὴ μέ­ση σχε­δόν. Τὸ στό­μα της ὀ­πι­σθο­χω­ροῦ­σε σὲ κά­θε χα­μό­γε­λό της, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς κά­τι­σχνους, ἀ­φή­νον­τας μιὰ τρύ­πα μι­κρὴ στρόγ­γυ­λη, χω­ρὶς πολ­λὰ δόν­τια. Τὰ μά­τια της ἀ­νοι­χτο­γά­λα­ζα, λί­γο θο­λά, μὰ κα­λο­συ­νά­τα καὶ στὸ ἡ­φαι­στεια­κὸ βλέμ­μα της ὧ­ρες-ὧ­ρες μα­ζευ­ό­ταν ὅ­λη ἡ γλύ­κα της, ποὺ ἰ­σο­πέ­δω­νε κά­θε ἐμ­πό­διο. Τὸ κο­πά­δι τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ πει­να­σμέ­νων παι­δι­ῶν με­γά­λω­νε συ­νε­χῶς. Λί­γο οἱ θά­να­τοι γο­νι­ῶν ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ κα­κου­χί­ες, λί­γο ἡ ἀ­νέ­χεια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ πλη­ρω­μέ­νες υἱ­ο­θε­σί­ες μὰ καὶ σὲ ἐγ­κα­τά­λει­ψη παι­δι­ῶν, τὰ ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α καὶ τὰ οἰ­κο­τρο­φεῖ­α γέ­μι­ζαν καὶ πε­ρίσ­σευ­αν ὀρ­φα­νά, ἐ­νῶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ τὰ πα­ρα­πε­τα­μέ­να ἀ­π’ τὴ γέν­να τους παι­διὰ ποὺ ξέ­με­ναν στὸ δρό­μο. Ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ μέ­ρα ἀρ­κε­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ κα­τέ­λη­γαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι της. Μά­να, Μά­να πει­νᾶ­με καὶ ἔ­κλαι­γαν νὰ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά. Καὶ ἡ για­γιὰ Ἀ­γλα­ΐ­α στὴν ἀρ­χὴ τὰ ἔ­παιρ­νε μὲ τὸ ἄ­γριο, γιὰ νὰ σκλη­ρύ­νουν καὶ νὰ μά­θουν νὰ μὴν κλαῖ­νε καὶ με­τὰ κλει­νό­ταν μέ­σα κά­νον­τας πυ­ρε­τω­δῶς ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἀ­πὸ ψω­μὶ μὲ ζά­χα­ρη καὶ λά­δι ἢ ζά­χα­ρη καὶ νε­ρό, μέ­χρι ψω­μὶ μὲ ἐ­λι­ὲς ἢ τυ­ρί, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κί­τρι­να τυ­ριὰ ἀ­πὸ ξέ­νες βο­ή­θει­ες, ἀ­με­ρι­κά­νι­κες προ­παν­τός. Πάν­τα βά­στα­γε ἕ­να κι­ού­πι μὲ ἐ­λι­ές, πι­κρῆς ποι­κι­λί­ας ἐ­κεῖ στὰ ὀ­ρει­νά, μὰ ποι­ός νοι­α­ζό­ταν καὶ στὶς γι­ορ­τὲς κα­νό­νι­ζε καὶ γιὰ κα­μιὰ κον­σέρ­βα χοι­ρι­νό. Καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε γιὰ τὰ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να καὶ ἡ κα­τσα­ρό­λα, μὲ ὄ­σπρια ἢ δη­μη­τρια­κά. Τὸ ρύ­ζι καὶ τὰ κρι­θα­ρά­κια στὴ χού­φτα, τὰ ζου­με­ρὰ σὲ κε­σε­δά­κια. Ἡ γει­το­νιὰ ἐ­νο­χλού­νταν, ἰ­δί­ως ἀ­π’ τὴν ἰα­χὴ «Μά­να, Μά­να» καὶ τῆς ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση, ἰ­δί­ως γιὰ τὶς φω­νές τους. Τὴ θε­ω­ροῦ­σαν τρε­λὴ κι ἀλ­λό­κο­τη, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲν πλη­σί­α­ζε πο­τὲ στὶς πα­ρέ­ες τους. Εἶ­χε τὴ δι­κή της ἀ­πο­στο­λή. Κι ὅ­σο τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν τό­σο καὶ ὅ­λοι ξέ­χνα­γαν τὸ ὄ­νο­μά της —Ἀ­γλα­ΐα— καὶ υἱ­ο­θε­τοῦ­σαν τὸ ὄ­νο­μα ποὺ τῆς ἔ­δω­σαν τὰ παι­διὰ «Μά­να, Μά­να». Κι αὐ­τὸ σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξε­λί­χτη­κε καὶ ἔ­μει­νε στὴν το­πι­κὴ μνή­μη μο­νο­λε­κτι­κό, «Μα­να­μά­να».

        Στὴν κη­δεί­α της οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες ἦ­ταν λί­γοι, τὸ ἴ­διο καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς ποὺ τὴν ἀ­πο­μό­νω­σαν γιὰ τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες της. Μὰ ὑ­πῆρ­χαν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ἀ­γό­ρια καὶ κο­ρί­τσια, παι­διὰ τοῦ πο­λέ­μου, τῆς φτώ­χειας καὶ τῶν ἐμ­φυ­λί­ων, πά­νω κά­τω 30 χρο­νῶν, μὲ πρη­σμέ­να μά­τια ποὺ ἔ­κλαι­γαν βου­βὰ καὶ χώ­ρια, ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα. Αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα) καὶ με­γά­λω­σε στὰ Γρε­βε­νά. Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὸ κρυμ­μέ­νο ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Ζο­ζὲφ Ἰ­νεμ­πρά­ο (δι­η­γή­μα­τα, Ἕ­νε­κεν, 2011), τε­λευ­ταῖ­ο του Τὸ κά­στρο τῆς νι­φά­δας (Νη­σί­δες, 2016) Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ κρι­τι­κὴ καὶ τὸ πο­λι­τι­κὸ δο­κί­μιο.


Διαφημίσεις

Νίκος Τακόλας: Ἡ σιγὴ τῶν πουλιῶν

takolasnikos-isigitonpoulion-eikona-01


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ σι­γὴ τῶν που­λι­ῶν


02-bitaΡΑΔΙΑΖΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Οἱ τη­λε­ο­ρά­σεις ὠ­ρύ­ον­ταν, κό­βον­τας τὸ σού­ρου­πο μὲ μα­χαι­ρω­τὲς ἀν­ταύ­γει­ες. Τὰ πρό­σω­πα στοι­χι­σμέ­να στὶς πα­ράλ­λη­λες σι­ω­πές, στὰ νύ­χια τῶν Με­γά­λων Ἀ­δερ­φῶν. Μό­νος στὸ ἰ­σό­γει­ο μπαλ­κό­νι ὁ παπ­ποὺς προ­τι­μά­ει ἔ­ξω τὰ τα­ξί­δια, στὴν ἐν­δο­χώ­ρα.

         — Νύ­χτω­σε, τοῦ εἶ­πα κα­τ’ ἐν­το­λὴν τῆς βά­βως. Δὲ θά ΄ρθεις μέ­σα;

         — Σςς, μοῦ κά­νει αὐ­τός.

         Ὁ πα­λιὸς καὶ πα­νύ­ψη­λος φοί­νι­κας ἁ­πλω­νό­ταν σκι­ε­ρός, μὲ τὸ πε­λώ­ριο πε­ρί­γραμ­μά του νὰ κυ­ρια­ρχεῖ στὸ χῶ­ρο. Ὁ παπ­ποὺς ἔ­δει­χνε κά­τι νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ἕ­να ὁ­μα­δι­κὸ τι­τί­βι­σμα ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Εἶ­χαν κα­τα­φτά­σει σὲ ὁ­μά­δες οἱ νυ­κτε­ρι­νοὶ ἔ­νοι­κοι. Δε­κα­ο­χτοῦ­ρες, πε­ρι­στέ­ρια, σπουρ­γί­τια, με­ρι­κὰ ὠ­δι­κά, σπί­νοι καὶ καρ­δε­ρί­νες, ποὺ καὶ ποὺ κα­τέ­φτα­νε καὶ κα­μιὰ μι­κρὴ κου­κου­βά­για, κι ἀ­ριὰ καὶ ποὺ κά­νας γκι­ώ­νης. Τι­τί­βι­ζαν σὲ μιὰ πο­λυ­σύν­θε­τη με­λω­δι­κὴ συμ­φω­νί­α ζω­ῆς. Καὶ ὅ­σο τὸ σκο­τά­δι πύ­κνω­νε τὰ κε­λα­η­δή­μα­τα ἀ­ραί­ω­ναν, μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­γον­ταν ἐ­λά­χι­στα πιά, ἀλ­λὰ ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε μιὰ φω­νὴ που­λιοῦ σὰν ξε­φω­νη­τό, σὰν χού­για­σμα δι­α­πέ­ρα­σε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος Κα­νο­νάρ­χης, ποὺ σκόρ­πι­ζε ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ πρό­σταγ­μα, ἀ­φοῦ ἐ­πὶ ὥ­ρα ρύθ­μι­ζε τὸ ἰ­σο­κρά­τη­μα. Καὶ με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὸ κα­νέ­νας ἄλ­λος ἦ­χος, οὔ­τε γουρ­γού­ρι­σμα, οὔ­τε τι­τί­βι­σμα, ἔ­ναρ­ξη ὕ­πνου, ἀ­πό­λυ­τη σι­γή. Ὁ παπ­ποὺς χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­δει­ξε μὲ τὸ δά­χτυ­λο ἀ­πά­νω πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ νό­η­μα, ὅ­σο ἐ­γὼ ἔ­δει­χνα ἀ­μή­χα­να πρὸς τὴ θέ­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου που­λιοῦ. Ὕ­στε­ρα μπή­κα­με μέ­σα!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρῶτο του βιβλίου: Το Κρυμμένο Αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο (διηγήματα, ἐκδ. Ἕνεκεν, 2011).