Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Μὲ ἕνα παγάκι



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Μὲ ἕ­να πα­γά­κι


       — ΚΙΡΡΩΣΗ.

       — Μὰ εἶ­ναι…

       — Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἡ­λι­κί­α του δὲν τὸ δι­και­ο­λο­γεῖ. Δυ­στυ­χῶς δὲ δι­α­γνώ­στη­κε ἐγ­καί­ρως.

       — Μοῦ λέ­τε…

       — Η πε­ρί­πτω­ση νὰ τὸν σώ­σου­με εἶ­ναι μι­κρή. Θὰ σᾶς δώ­σω ὁ­δη­γί­ες. Ἐ­ὰν δὲ δοῦ­με βελ­τί­ω­ση, κα­λὸ θὰ εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξου­με. Φαί­νε­ται κα­τα­βε­βλη­μέ­νος.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ κτη­νί­α­τρου καὶ τὸ ἔ­χω­σε στὴν τσάν­τα της. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἀ­νά­λυ­ση, ἔ­νι­ω­θε τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ κα­τε­βαί­νει στὴ ρα­χο­κο­κα­λιά της. Ὁ Μάρ­κος, μὲ ἀ­φη­μέ­νο τὸ κε­φά­λι στὸ πά­τω­μα, τὴν πε­ρί­με­νε.

       Ἔ­ξω εἶ­χε βρέ­ξει. Τώ­ρα περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἔν­τα­ση. Κά­θε τό­σο ἀ­πέ­φευ­γε τὶς ὑ­γρὲς πα­γί­δες, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας νευ­ρι­κὰ τὰ μαλ­λιά της. Ὁ Μάρ­κος πιὸ πί­σω ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸ ρυθ­μό της. Ποῦ καὶ ποῦ τὸν κοί­τα­ζε. Τὸ τρί­χω­μά του ἦ­ταν γε­μά­το φα­λα­κρὰ μπα­λώ­μα­τα καὶ φυλ­λα­ρά­κια ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­κί­ες.

       Δι­α­σχί­σα­νε τὴ λε­ω­φό­ρο χω­ρὶς νὰ γλι­τώ­σει τὴν πτώ­ση. Φθά­σα­νε σπί­τι κι οἱ δύ­ο ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι. Μπαί­νον­τας ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κλει­διὰ στὸν τοῖ­χο καὶ κλει­δώ­θη­κε στὸ μπά­νιο. Ὁ Μάρ­κος ἀ­πό­μει­νε, μὲ τὸ λου­ρὶ πε­ρα­σμέ­νο στὸ λαι­μό, μπρο­στὰ στὴ μι­σά­νοι­χτη μπαλ­κο­νό­πορ­τα ποὺ ἔ­φερ­νε τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀ­πό­βρο­χου.

       Ὅ­ταν ἔ­πε­σε τὸ νε­ρὸ πά­νω της, ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει τὶς σκέ­ψεις σὲ σει­ρά. Πῶς τῆς εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει αὐ­τό; Δυ­ὸ βδο­μά­δες ὁ­λό­κλη­ρες ποὺ τὸ «Ἀ­φεν­τι­κὸ» εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὸς ἀ­κό­μη στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα γρυ­λί­ζον­τας πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κα, ἀ­με­τα­κί­νη­τος στὴν ἀ­πό­φα­σή του νὰ πε­ρι­μέ­νει. Τό­τε τὸ ξε­κί­νη­σε. Τοῦ ἔ­δω­σε πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ ἀ­στεῖ­ο. Ἄλ­λω­στε κι αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ πι­εῖ ἕ­να πο­τὸ μὲ πα­ρέ­α.

       Κα­μιὰ φο­ρὰ οἱ σκύ­λοι πα­θαί­νουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους.  Για­τί δὲ βρί­σκουν ἕ­ναν κό­σμιο τρό­πο ἐ­πι­βί­ω­σης, ὅ­πως βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι; Πο­λὺ θὰ τό ‘θέ­λε νὰ γρυ­λί­σει, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Βρῆ­κε τρό­πους. Πολ­λα­πλα­σί­α­σε τὶς ἐ­ξό­δους πα­ρὰ τὶς ἐ­ξά­ψεις τῆς κλι­μα­κτη­ρί­ου. Ἐ­πέν­δυ­σε σὲ ἐ­λι­ξί­ρια κα­τὰ τοῦ γή­ρα­τος. Ἀ­κό­μα καὶ σὲξ μὲ τὸν ἄ­χα­ρο τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου προ­σπά­θη­σε. Βρῆ­κε τρό­πους «νὰ συ­νε­χί­σει τὴ ζω­ή της». Κρά­τη­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον μό­νο τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πο­τό. Οὐ­ί­σκι μὲ ἕ­να πα­γά­κι.

       Ἄς ποῦ­με πὼς ἄ­φη­σε νὰ τὴ συν­δέ­ει μα­ζί του μιὰ συ­νή­θεια. Κι ἕ­νας σκύ­λος, ὁ δι­κός της, αὐ­τὴ τὸν εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἕ­να με­γα­λό­σω­μο κου­τά­βι ἀ­σπρό­μαυ­ρο, μὲ μά­τια πα­ρά­ξε­να, τὸ ἕ­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε πε­λώ­ριος, τό­σο ποὺ στὴ βόλ­τα οἱ δυ­ό τους πα­ρα­βγαί­να­νε. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­νε κου­ρα­σμέ­νοι, ὁ Μάρ­κος (συ­νή­θως εἶ­χε κερ­δί­σει τὸν «ἀ­γώ­να») τὴν πε­ρί­με­νε νὰ πι­εῖ πρώ­τη νε­ρό, γλεί­φον­τάς της τὰ πό­δια.

       Μπο­ρεῖ καὶ οἱ σκύ­λοι, ὅ­πως οἱ γά­τες, νὰ ἐ­πι­λέ­γουν, ἂν τοὺς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μάρ­κου συ­νέ­βη. Ἡ χα­ρά του, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι μα­ζί τους ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τη. Τοῦ ζη­τοῦ­σε βόλ­τα καὶ χά­δια. Τὸν  πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­να, ὅ­ταν ἄ­κου­γε τὰ κλει­διά του. Τὰ δι­κά του πό­δια ἔ­γλει­φε πιά. Ὅ­ταν, σπά­νια ἐρ­χό­ταν σὲ ἐ­κεί­νη, τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­λο πί­κρα… «Νὰ πᾶς στὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου».

       Στὸ χω­ρι­σμὸ τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σε νὰ πά­ρει τὸν Μάρ­κο, πα­ρό­λο ποὺ τὴν πα­ρα­κά­λε­σε. Οἱ ἔ­ρω­τες δὲν κρα­τᾶ­νε πο­λὺ στὶς μέ­ρες μας. Ὁ Μάρ­κος ὅ­μως θὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί της. Εἶ­ναι δι­κός της.

       Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο μὲ τὰ νε­ρὰ νὰ στά­ζουν. Δί­πλα στὸν κα­να­πὲ βρῆ­κε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ οὐ­ί­σκι. Γέ­μι­σε ὣς πά­νω ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ Μάρ­κου. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔμ­παι­νε κρύ­ο. Τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν σκο­τει­νιά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα. Εἶ­χε μεί­νει ὥ­ρα ἐ­κεῖ νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τοὺς ἤ­χους. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε ἀ­κό­μη. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να νὰ φέ­ρει πα­γά­κια.

       «Θέ­λεις νὰ μεί­νεις στὴ θλί­ψη σου, ἔ; Ἔ­χα­σες τὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου. Ἂν ἄ­φη­να νὰ σὲ πά­ρει, τώ­ρα θὰ ἤ­σουν ἀ­δέ­σπο­τος.

       …Ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἔ­χεις ξε­χά­σει. Αὐ­τὸς φταί­ει ποὺ σὲ ἄ­φη­σε. Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Θὰ πε­θά­νεις καὶ δὲ θὰ τὸ μά­θει.

       Ἔ­ρι­ξε ἕ­να πα­γά­κι στὸ οὐ­ί­σκι τοῦ Μάρ­κου.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο… Τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Κρα­τών­τας τὸ πο­τή­ρι της, τσούγ­κρι­σε τὸ πι­α­τά­κι του. Στὸν ἦ­χο ποὺ ἀ­κού­στη­κε, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ με­γά­λο του μά­τι.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να πο­τή­ρι ποὺ ξε­χεί­λι­ζε. Τὸ σῶ­μα της φαι­νό­ταν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο, τὰ μά­τια της γυ­ά­λι­ζαν. Τὰ χέ­ρια της ἔ­τρε­μαν κά­νον­τας τὸ πο­τή­ρι νὰ βγά­ζει κρυ­στάλ­λι­νους ψυ­χροὺς ἤ­χους.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λά το κε­φά­λι του στὰ πό­δια της, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ οὐ­ί­σκι ποὺ τοῦ εἶ­χε σερ­βί­ρει. Καὶ κοί­τα­ξε θλιμ­μέ­νος τὸ πα­γά­κι ποὺ ἐ­πέ­πλε­ε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (1980). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο. Παρακολούθησε σεμνάρια Δημιουργικῆς γραφῆς στὸ Δῆμο Ἀ­θη­ναίων.