Κλαίτη Σωτηριάδου: Mπουρλότο

 

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου


Μπουρ­λό­το


ΚΟΤΑΔΙ πίσ­σα. Φυ­σά­ει ἐ­λα­φριὰ ὁ Γραῖ­γος, φου­σκώ­νει τὸ φλό­κο, βου­βὰ βου­τᾶ­νε τὰ κου­πιά, τὸ σφί­ξι­μο ἀ­λα­φραί­νει τῆς καρ­διᾶς. Εἶ­ναι πέν­τε οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι σὲ τοῦ­το τὸ σκα­ρὶ μα­ζὶ μὲ τὸν παπ­πού­λη μου τὸν κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­να, Νι­κό­λας Σα­μο­θρά­κης στὰ χαρ­τιά, τῆς μά­νας μου προ­πάπ­πος. Μέ­ρες τὸ ἑ­τοι­μά­ζα­νε, μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἔ­χουν ἀ­λεί­ψει φοῦ­μο σὲ πρό­σω­πα καὶ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­σπρί­ζει τί­πο­τα πέ­ρα ἀ­π’ τὸ ἄ­γριο μά­τι, μὲς στὴ νύ­χτα. Οἱ πρό­κρι­τοι ἔ­δω­σαν τὰ γρό­σια γιὰ τὸ πα­λιὸ κα­ΐ­κι, τὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ τὴ με­τα­τρο­πή. Δού­λευ­αν μέ­ρα νύ­χτα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξουν τὶς τρύ­πες στὴν κου­βέρ­τα. Ἐ­κεῖ μέ­σα στή­σα­νε βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι, βά­λα­νε μί­νες ἀ­π’ τὴν πλώ­ρη ὣς τὴν πρύ­μνη, φί­σκα κι αὐ­τὲς μπα­ρού­τι. Πα­νιὰ καὶ ἄρ­μενα μού­σκευ­αν ὧ­ρες σὲ πίσ­σα καὶ νά­φθα. Ἕ­τοι­μοι καὶ οἱ κό­ρα­κες μὲ πισ­σω­μέ­να τὰ σκοι­νιὰ ν’ ἀγ­κι­στρω­θοῦν πά­νω στὴ ναυ­αρ­χί­δα ποὺ πάμ­φω­τη λι­κνί­ζε­ται ἀ­ρό­δο λὲς καὶ χο­ρεύ­ει στὸ τούρ­κι­κο μπα­ϊ­ρά­μι. Μ’ ἕ­να σκοι­νὶ δε­μέ­νη ἀ­κο­λου­θεῖ τῆς δι­α­φυ­γῆς ἡ βάρ­κα. Τὸ σχέ­διο πάν­τα ἴ­διο: ἀ­θό­ρυ­βα νὰ πλη­σιά­σουν, «μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ σταυ­ροῦ» στὰ χεί­λη, ν’ ἀγ­κι­στρώ­σουν κα­λά τὸ ἄρ­με­νο στὸ πλά­ι ὅ­που φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ν’ ἀ­νά­ψει μὲ τὸ τσακ­μά­κι του ὁ κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­νας τὰ μποῦρ­λα, γρή­γο­ρα νὰ πε­ρά­σουν στὸ ρυ­μοῦλ­κο, νὰ λύ­σουν τὸ σκοι­νί, νὰ φύ­γουν πρὶν ἀ­π’ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­σφα­λεῖς, νὰ δοῦν τὸν Τοῦρ­κο νὰ τι­νά­ζε­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲς στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, νὰ κά­νουν τὸ σταυ­ρό τους. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος!

        Ἐ­γὼ κα­ΐ­κι δὲν ἔ­χω, βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ βρῶ, ὅ­μως βα­ρὺς καὶ σκο­τει­νὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­σκιος ὅ­πως τοῦ Τούρ­κου στὰ πα­λιὰ τὰ χρό­νια. Πά­λι ἀ­σέ­λη­νη ἡ νύ­χτα κι ἔ­χουν κι αὐ­τοὶ εἰ­κο­σι­μί­α Ἀ­πρι­λί­ου ἐ­πέ­τει­ο-γι­ορ­τή. Οἱ σύν­τρο­φοι μοῦ ἔ­μα­θαν τὰ κόλ­πα κι ἀ­πό­ψε μ’ ἕ­να μπου­κά­λι πε­τρέ­λαι­ο, λά­δι, να­φθα­λί­νη, ἕ­να στου­πὶ βρεγ­μέ­νο στὴ βεν­ζί­νη, μ’ ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο σπίρ­το ἐ­ξε­γεί­ρο­μαι, ἀ­πὸ μα­κριὰ θὰ δῶ τὴν φω­τα­ψί­α, θὰ ζων­τα­νέ­ψει τὸ 21 τοῦ παπ­πού­λη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Βολα­νά­κη, Ἡ πρώ­τη πετυ­χη­μέ­νη πυρ­πό­λη­ση τῆς τουρ­κι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Πα­πα­νι­κο­λῆ 27 Μαΐ­ου τοῦ 1821.

			

Κλαίτη Σωτηριάδου: Κλάρα Λούς

 

 

Κλαίτη Σωτηριάδου

 

Κλάρα Λούς

 

ΗΝ ΦΩΝΑΖΕΙ χα­ϊ­δευ­τι­κὰ Κλά­ρα Λούς, ποὺ ση­μαί­νει δι­ά­φα­νο φῶς, ἢ δι­ά­φα­νη φω­τει­νή. Εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κά­να, κομ­ψή, μον­τέρ­να, μὲ …καμ­πύ­λες. Καὶ αὐ­τός, ὁ ἄν­τρας μου, εἶ­ναι ἐ­ρα­στής της. Δὲν πά­ει που­θε­νὰ χω­ρὶς τὴν Κλά­ρα Λούς. Δη­λα­δή, γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­η, ἡ Κλά­ρα Λοὺς μέ­νει σπί­τι τὰ βρά­δια, ὅ­ταν πη­γαί­νου­με σὲ φί­λους ἢ σὲ κα­νέ­να σι­νε­μά. Ὅ­μως, ὅ­ταν δι­α­βά­ζει, τὴν κα­θί­ζει πλά­ι του, ἔ­τσι γιὰ συν­τρο­φιὰ καὶ γυρ­νά­ει καὶ τὴν χα­ϊ­δεύ­ει πό­τε-πό­τε, θαυ­μα­στι­κὰ καὶ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει ἀ­πὸ μέ­σα του «εἶ­ναι κού­κλα», ἢ «εἶ­ναι δι­κιά μου».

       Κά­πο­τε ἔ­τυ­χε ν’ ἀρ­χί­σει νὰ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου πο­λὺ ἀ­θώ­α τὸ τί ὡ­ραῖ­α ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει μὲ τὴν Κλά­ρα Λοὺς σὲ κά­ποι­α ἐκ­δρο­μή, οἱ δυ­ό τους μὲς στὴν ἤ­ρε­μη φύ­ση, σὲ ἀ­πά­τη­τα μέ­ρη, στὰ λι­βά­δια τῆς πα­τρί­δας του. Καὶ μπο­ρεῖ­τε βέ­βαι­α νὰ μὲ φαν­τα­στεῖ­τε, κι ἐ­μέ­να καὶ τὰ νεῦ­ρα μου, για­τὶ δὲν πρό­κει­ται ἁ­πλὰ γιὰ μιὰν ἀν­τί­ζη­λο, εἶ­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἕ­νας ψυ­χο­λο­γι­κὸς πό­λε­μος ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Τὸ νό­στι­μο ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι πὼς ὅ­λοι στὸ γρα­φεῖ­ο του γνώ­ρι­ζαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς Κλά­ρα Λούς, ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να. Ἐ­γὼ βρι­σκό­μουν στὸ σπί­τι, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη στὰ παι­διά, στὴν οἰ­κο­γέ­νεια κι ἐ­κεῖ­νος στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου μὲ τὴν Κλά­ρα Λούς. Ὄ­χι, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ!

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ μὲ σκο­τώ­νει εἶ­ναι ποὺ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὴν πα­σπα­τεύ­ει. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ­ται κα­θό­λου, ἂν βρί­σκο­μαι ἐ­κεῖ μπρο­στὰ ἢ ὄ­χι. Τὴν παίρ­νει στὰ γό­να­τά του καὶ τὸ μό­νο ποὺ μοῦ ἀ­πο­μέ­νει, ἂν θέ­λω νὰ πε­ρι­σώ­σω τὴν συ­ζυ­γι­κή μου ἠ­ρε­μί­α, εἶ­ναι νὰ τὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. Ἄλ­λες φο­ρὲς μι­λᾶ­με καὶ κα­θὼς τὴν ἔ­χει δί­πλα του ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν πιά­νει ὅ­σο μοῦ μι­λά­ει, τὰ χά­δια ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ μέ­να πᾶ­νε σ’ ἐ­κεί­νη, αὐ­τὸ μὲ τρε­λαί­νει.

       Πρὸς τὸ πα­ρὸν κά­νω ὑ­πο­μο­νή, ὄ­χι μό­νο για­τί τὸν ἀ­γα­πά­ω, ἀλ­λὰ καὶ για­τὶ πι­στεύ­ω πὼς κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι κά­τι τὸ πε­ρα­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του.

       Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὴν φέρ­νει στὸ κρε­βά­τι μας, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ, θὰ πεῖ­τε, ναί, καὶ στὸ κρε­βά­τι μας, ξέ­ρω πὼς τε­λι­κὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ πλα­τω­νι­κὸ με­τα­ξύ τους, ἔν­το­νο, ἴ­σως αἰ­σθη­σια­κό, ἀλ­λὰ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το. Για­τί ἐ­κεί­νη τὸ παί­ζει ψυ­χρὴ κι ἀ­νέκ­φρα­στη. Τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τῆς κά­νει ὅ,τι θέ­λει καὶ δὲν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοῦ ἔρ­χε­ται νὰ τοῦ πῶ: πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξεις, ἢ τὴν Κλά­ρα Λοὺς ἢ ἐ­μέ­να. Ὕ­στε­ρα σκέ­φτο­μαι πιὸ λο­γι­κά: εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ δι­α­λύ­σω τὸν γά­μο μου γιὰ μιὰ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή;

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).