Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

.

Nar,Almpertos

.

Περικλῆς Σφυρίδης

 .

Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΤΑΝ ΤΟ 1994 βγῆ­κα στὴ σύν­τα­ξη ἦ­ταν σὰ νὰ πῆ­ρα δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἔ­χω πεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς πὼς εἶ­χα δι­πλὴ ζω­ή. Παν­τρεύ­τη­κα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα δι­α­τη­ροῦ­σα μα­κρο­χρό­νιο δε­σμὸ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη μου λο­γο­τε­χνί­α. Τὸ 1994, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ χρο­νιὰ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὸ συ­ζυ­γι­κὸ ρε­τι­ρὲ καὶ με­τα­κό­μι­σα στὴν γκαρ­σο­νι­έ­ρα τῆς ἐ­ρω­μέ­νης μου, χω­ρὶς βέ­βαι­α νὰ δι­α­κό­ψω ἀ­πό­το­μα καὶ ὁ­ρι­στι­κά τους δε­σμούς μου μὲ τὴ σύ­ζυ­γο. Στὸ κά­τω κά­τω της γρα­φῆς καὶ πο­λι­τι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἴ­μα­στε κι οὔ­τε σφα­χτή­κα­με γιὰ τὴ γκό­με­να. Ὑ­πῆρ­χαν ἄλ­λω­στε καὶ οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Μι­σὸ καὶ πα­ρα­πά­νω χρό­νο ποὺ δι­α­μέ­νω στὸ νη­σὶ ποὺ δὲν δι­α­θέ­τει καρ­δι­ο­λό­γο εἶ­ναι δυ­να­τόν, ὅ­ταν μὲ κα­λοῦν σὲ κά­ποι­ο σο­βα­ρὸ καρ­δι­ο­λο­γι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό, νὰ ἐ­πι­κα­λε­σθῶ τὸ δι­α­ζύ­γιο; Βέ­βαι­α οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις μου στὴν συ­ζυ­γι­κὴ ἑ­στί­α ἀ­ραί­ω­σαν μὲ τὰ χρό­νια —δὲν πα­ρα­κο­λου­θῶ πιὰ οὔ­τε ἰ­α­τρι­κὰ συ­νέ­δρια κι οὔ­τε δι­α­βά­ζω ἰ­α­τρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα— ἀλ­λὰ κά­τι συ­νά­δελ­φοι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μὲ θυ­μοῦν­ται καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ἰ­α­τρι­κὰ θέ­μα­τα» τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου ποὺ κά­πο­τε εἶ­χα δι­α­τε­λέ­σει πρό­ε­δρος. Τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ αὐ­τὸ —ὅ­πως κι ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α— δὲν τὸ δι­α­βά­ζω· ἁ­πλῶς τὸ ξε­φυλ­λί­ζω ξα­πλω­μέ­νος συ­νή­θως στὸ κρε­βά­τι μου λί­γο πρὶν μὲ πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­λι­στα τεῦ­χος του, Σε­πτέμ­βρης τοῦ 2005, ἀ­νά­με­σά σε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες καὶ συν­δι­κα­λι­στι­κὰ αἰ­τή­μα­τα, εἶ­δα νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται τὸ δι­ή­γη­μα «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός» τοῦ φί­λου μου Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, ποὺ λί­γους μῆ­νες πρὶν ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη. Ἤ­μουν στὸ νη­σὶ ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα τὴν ἀ­πο­δη­μί­α ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­να­λύ­θη­κα σὲ λυγ­μοὺς για­τὶ δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ, δὲν μπό­ρε­σα οὔ­τε μ’ ἕ­να λου­λού­δι καὶ λί­γο χῶ­μα νὰ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω, μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα τη­λε­φώ­νη­σα στὴ σύ­ζυ­γό του Ἐλ­βί­ρα καὶ τὴ συλ­λυ­πή­θη­κα. Ὅ­πως δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το πα­ρὰ ἔ­μα­θα καὶ τὴ δι­κή του ἀ­να­χώ­ρη­ση ἀ­πὸ τὸ γε­νέ­θλιο τό­πο του, μιὰ κω­μό­πο­λη τῆς κεν­τρι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, μὲ ἕ­να σύν­το­μο σὰν τη­λε­γρά­φη­μα γράμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του Μά­γδας. Ψυ­χρὸ πράγ­μα καὶ τὸ γυα­λὶ καὶ τὸ χαρ­τί, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν γνω­στο­ποι­οῦν τὴν ἀ­πο­δη­μί­α προ­σφι­λῶν προ­σώ­πων.

       Τὴ συγ­κί­νη­ση δι­α­δέ­χτη­κε ἡ ἔκ­πλη­ξη κα­θὼς δὲν εἶ­χα πο­τὲ δι­α­βά­σει δι­ή­γη­μα σὲ ἰ­α­τρι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κό, κι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος τὴ μό­νη σχέ­ση ποὺ εἶ­χε μὲ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἦ­ταν πὼς ὑ­πῆρ­ξε συ­χνὰ ἀ­σθε­νής της. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­ται νέ­ος ἀ­κό­μα ἀ­πὸ σάκ­χα­ρο καὶ βου­λω­μέ­νες ἀρ­τη­ρί­ες κι ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ πέ­τρες στὴ χο­λὴ κι ὅ­πο­τε τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα σὲ κλι­νι­κὲς καὶ νο­σο­κο­μεῖ­α δὲν ἄ­κου­σα πο­τὲ πα­ρά­πο­να γιὰ ὅ­σα τὸν εἶ­χαν βρεῖ κι ὑ­πέ­φε­ρε. Εἶ­χε ἀκ­μαῖ­ο ἠ­θι­κὸ καὶ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ ἀ­κό­μα καὶ στὴ τε­λευ­ταί­α πε­ρι­πέ­τεια τῆς ὑ­γεί­ας του, μιὰ μορ­φὴ καρ­κί­νου τοῦ αἵ­μα­τος. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τή του ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α ἦ­ταν ἕ­νας τοῖ­χος πί­σω ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει τὸ πρό­σω­πό του, ἂν κρί­νω ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μά του «Κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση», ποὺ ἀ­φο­ρᾶ μιὰ μό­νο ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς ποὺ ἔ­ζη­σε. Ση­κώ­θη­κα κι ἀ­να­ζή­τη­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δι­ή­γη­μα κι ἄρ­χι­σα νὰ τὸ δι­α­βά­ζω ξα­νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ φω­σφο­ροῦ­χο μαρ­κα­δό­ρο τὸ τέ­λος του.

 .

       Ντύ­νο­μαι κα τ μα­ζεύ­ω. Ρί­χνω μι τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ μή­πως κα ξέ­χα­σα τί­πο­τα. Τε­λι­κὰ δν ἦ­ταν κα τό­σο τρα­γι­κό. Ἀ­πὸ τ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο πα­ρα­τη­ρῶ τν πό­λη μας πο ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας τ γκρί­ζο τῆς ὁ­μί­χλης. Μᾶλ­λον θ μα­ται­ω­θοῦν σή­με­ρα ο πτή­σεις. Αὔ­ριο με­θαύ­ριο, ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο μ θέ­α τν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο θ πα­ρα­κο­λου­θῶ ξα­νὰ τ μπο­τι­λι­α­ρί­σμα­τα, τς πα­ρε­λά­σεις, τς δι­α­δη­λώ­σεις. Θ ἀ­ξι­ο­λο­γῶ τ δια­ρκῆ φθο­ρά μου, θ συ­νε­χί­ζω ν πε­ρι­φέ­ρω τν κα­τὰ τ ἄλ­λα ἀ­νώ­δυ­νη πα­ρου­σί­α μου, θ ὑ­πο­χω­ρῶ προ­θυ­μό­τα­τα στ κε­λεύ­σμα­τα, θ ἀ­να­γνω­ρί­ζω αὐ­θεν­τί­ες, θ πα­ρα­μέ­νω ἀ­κί­νη­τος στό­χος. Κα γέ­ρας γι τς ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε ἐ­πι­δό­σεις μου μό­νο το ξε­ζού­μι­σμα.

       Τ ἐ­ξι­τή­ριο εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κα μπο­ρῶ ν πά­ω στ κα­λό. Μο εὔ­χον­ται κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση. Κι ἐ­γὼ τος εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ καρ­διᾶς κα προ­ε­τοι­μά­ζο­μαι. Ν ἀ­ναρ­ρώ­σω βέ­βαι­α, ὅ­μως ἀ­πὸ τί κα ἀ­πὸ ποι­όν;

 .

       Τὰ ἴ­δια μου εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ ἄλ­λος Ἀλ­μπέρ­τος ὅ­ταν, ὡς για­τρός, τὸν συμ­βού­λε­ψα νὰ κό­ψει τὸ πι­ο­τό, ποὺ τοῦ κα­τέ­τρω­γε τὸ συ­κώ­τι γιὰ νὰ ἀ­ναρ­ρώ­σει. «Ἀ­πὸ τί καὶ γιὰ ποι­όν;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­κεῖ­νο τοῦ 1964 στὸ τα­βερ­νά­κι τῆς Νέ­ας Φώ­κιας στὴ Χαλ­κι­δι­κή, ὅ­που τὸν φι­λο­ξέ­νη­σα γιὰ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ ση­κώ­νε­ται κά­θε μέ­ρα πρω­ί, νὰ κά­νει τὸ μπά­νιο του στὴ θά­λασ­σα κι ὕ­στε­ρα νὰ τὴν ἀ­ρά­ζει στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ, πα­ρέ­α μὲ κά­τι ψα­ρά­δες ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τὴ γλώσ­σα τους καὶ νὰ πί­νει συ­νε­χῶς οὖ­ζο μὲ ἐ­λά­χι­στους με­ζέ­δες —σχε­δὸν ξε­ρο­σφύ­ρι— κι ἀρ­γὰ τὸ σού­ρου­πο νὰ ἐ­πι­στρέ­φει τρε­κλί­ζον­τας στὸ σπί­τι, νὰ τρώ­ει κά­τι ἀ­νό­ρε­χτα κι ὕ­στε­ρα νὰ συ­ζη­τά­ει μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου —λί­γα γερ­μα­νι­κὰ ὁ γέ­ρος μου, λί­γα ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος— γιὰ τὰ πε­ρα­σμέ­να, τὴν Κα­το­χή, θαρ­ρεῖς μυ­στι­κὰ δι­κά τους πράγ­μα­τα, ποὺ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θουν. Γιὰ σκο­τω­μοὺς δι­κῶν του στὸ μέ­τω­πο ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ εἶ­δε νὰ δι­α­πράτ­τουν ἐ­δῶ οἱ φα­να­τι­κοὶ τῶν Ἒς Ἒς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, κι ἀ­κό­μα γιὰ βα­σα­νι­στή­ρια ποὺ σα­κά­τε­ψαν τὸ σῶ­μα του —πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ψυ­χὴ του— ὅ­ταν πο­λε­μών­τας μὲ τὸν Ρό­μελ στὴν Ἀ­φρι­κὴ πι­ά­στη­κε αἰχ­μά­λω­τος. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι οἱ λί­γοι Ἑ­βραῖ­οι ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σαν ἀ­πὸ τὰ κο­λα­στή­ρια τοῦ Ἄ­ου­σβιτς-Μπιρ­γκε­νά­ου καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν καὶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἕ­νας ἕ­νας, ἐ­ρεί­πια ὅ­λοι, μὲ πρῶ­το με­τὰ τὴν ἐ­πά­νο­δό τους ἐν­δι­αί­τη­μα τὸ πα­λιὸ καὶ μι­σο­ρη­μαγ­μέ­νο τρε­λο­κο­μεῖ­ο τῆς Κοι­νό­τη­τας, κον­τὰ στὸ σταθ­μό, καὶ δὲ μι­λοῦ­σαν σὲ κα­νέ­να γιὰ τὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε συμ­βεῖ καὶ ὑ­πέ­φε­ραν για­τὶ κα­νεὶς δὲν θὰ τοὺς πί­στευ­ε. Καὶ θυ­μή­θη­κα πά­λι τὰ ὅ­σα μοῦ εἶ­χε πεῖ καὶ γρά­ψει ὁ Ἀλ­μπέρ­τος γιὰ «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο»:

 .

       Κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σαν ν κα­τα­φεύ­γουν ἐ­κεῖ ο λί­γοι πο σώ­θη­καν, σν ἀ­πὸ θαῦ­μα, κα γυ­ρί­ζον­τας πί­σω δν εἴ­χα­νε πι πο τν κε­φα­λὴν κλῖ­ναι. Κα κα­θὼς νέ­α ἄ­νοι­ξη φάν­τα­ζε ν τος προ­κα­λεῖ, βι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι τους ν ξα­να­κερ­δί­σουν τ σπα­σμέ­να μις νι­ό­της σπα­τα­λη­μέ­νης τό­σο ἄ­δι­κα […]

       Κι ἔ­τρε­ξαν ν γι­ου­χά­ρου­νε κά­τι δι­κούς τους προ­δό­τες, πο τος δι­κά­ζα­νε τό­τε, μέ­χρι πο τν ἅρ­πα­ξε ὁ πρό­ε­δρος κα βρόν­τη­ξε τν κου­δού­να κα φο­βέ­ρι­σε πς θ προ­στά­ξει ν’ ἀ­δειά­σουν τν αἴ­θου­σα. Κα στή­σα­νε κα τος πρώ­τους ψι­λο­καυ­γά­δες καί, τ κυ­ρι­ό­τε­ρο, μπλέ­χτη­καν κα τ πρῶ­τα εἰ­δύλ­λια. Ἔ­τσι, κά­ποι­α Κυ­ρια­κὴ ρα­βί­νος εὐ­λό­γη­σε μο­νο­μιᾶς δε­κά­ξι και­νούρ­για ζευ­γά­ρια κι ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νη­γύ­ρι τρι­κού­βερ­το! Μέ­χρι πο βά­λα­νε στοί­χη­μα ποι­οὶ θ πρω­το­πι­ά­σου­νε παι­δί! Ὅ­μως τ στοί­χη­μα κα­νεὶς δν τ κέρ­δι­σε, μι κα τ πρῶ­τα γεν­νη­τού­ρια τ γι­όρ­τα­σαν ὄ­χι ο νι­ό­παν­τροι ἀλ­λὰ ο ἄλ­λοι, τ ζευ­γά­ρι τ μο­να­δι­κὸ πο γλί­τω­σε, ἄν­τρας μα­ζὶ κα γυ­ναί­κα. Κι εἶ­παν πς ἤ­τα­νε θέ­λη­μα Θε­οῦ ν καρ­πί­σει πρώ­τη μή­τρα ἐ­κεί­νης πού, κα­θὼς ὅ­λοι τους ξέ­ρα­νε, ο τρι­σκα­τά­ρα­τοι τ με­τα­χει­ρί­στη­καν γι πει­ρα­μα­τό­ζω­ο κι ἤ­τα­νε σί­γου­ρο πι πς ἀ­πό­μει­νε στεί­ρα.

 .

       Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ ψι­θυ­ρί­ζω καὶ ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ ἔ­τος 1947 τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κε ὁ Ἀλ­μπέρ­τος κι δι­κοί του μὲ τὸν ἐρ­χο­μὸ τοῦ πο­λυ­πό­θη­του γιοῦ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ μα­ζέ­ψουν τὰ κομ­μά­τια τους καὶ νὰ στή­σουν ξα­νὰ σπι­τι­κὸ μὲ στε­ρή­σεις καὶ νέ­α βά­σα­να, ἐ­νῶ οἱ δι­κοί μας, πρὶν ἀ­κό­μα ἀ­να­σά­νουν καὶ χορ­τά­σουν ἀ­πὸ τὴν πεί­να τῆς Κα­το­χῆς, ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ τσα­κώ­νον­ται καὶ νὰ σκο­τώ­νον­ται ποι­οὶ θὰ κου­μαν­τά­ρου­νε τὸν τό­πο, ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, ποι­ῶν ξέ­νων τα συμ­φέ­ρον­τα θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν. Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ νὰ γεν­νη­θεῖ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος μὲ τὶς περ­γα­μη­νές του, γιὰ νὰ «ἀ­να­βι­ώ­σει» χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­α αἰ­ώ­νων τῶν Ἑ­βραί­ων τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ποὺ κυ­νη­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ παν­τοῦ ἔ­φτα­σαν στὴν πό­λη αὐ­τὴ γιὰ νὰ χτί­σουν πά­λι συ­να­γω­γὲς μὲ ὀ­νό­μα­τα ποὺ τοὺς θύ­μι­ζαν τὶς ἄλ­λο­τε πα­τρί­δες τους, πρὶν ὁ πα­ρα­λο­γι­σμός, ἡ ὑ­πέρ­τα­τη «Ὕ­βρις» σκορ­πί­σει ἀ­κό­μα κι ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μί­σει τὴν πα­ρου­σί­α τους.

 .

       παπ­πούς μου λοι­πὸν ἦ­ταν ψα­ράς, πα­τέ­ρας μου μα­ραγ­κὸς κι μά­να μου κα­πνερ­γά­τισ­σα. Αὐ­τοὶ ο τί­τλοι μου, αὐ­τὲς ο περ­γα­μη­νές μου κα δν μπο­ρῶ ν στα­θῶ που­θε­νὰ χω­ρὶς ν τς μνη­μο­νεύ­σω. Μό­νο πο δν εἶ­μαι βέ­βαι­ος ν τς μνη­μο­νεύ­ω σω­στά, μι ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή, ση­μει­ώ­νον­τας τ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τά μου πρῶ­τα στν πλά­κα μ τ κον­τύ­λι, ὕ­στε­ρα στ χαρ­τί, μ μο­λύ­βι μαῦ­ρο κα ξυ­λομ­πο­γι­ές, κα πι ὕ­στε­ρα μ ἀ­κρι­βὸ στυ­λὸ δι­αρ­κεί­ας, ἐ­γὼ πο τς συ­νε­χί­ζω, ἐ­γώ, τέ­κνο το 115210 κα τς 40041, ἐ­γὼ πο προ­σπα­θῶ ν ἀρ­θρώ­σω τν ὅ­ποι­ο λό­γο μου ἀ­να­ζη­τών­τας, μά­ται­α ἴ­σως, τ ἀ­νά­λο­γο ὕ­φος κι ἀ­κό­μα τώ­ρα, πο χα­ρά­ζω αὐ­τὲς τς γραμ­μές, δν ξέ­ρω ἀ­λή­θεια ἂν τ κα­τά­φε­ρα κι οὔ­τε ξέ­ρω ν θ τ κα­τα­φέ­ρω ἐ­πι­τέ­λους πο­τέ.

 .

       Τὸν ἀ­κού­ω νὰ μοῦ μι­λά­ει ξα­νὰ γιὰ τὰ δι­α­πι­στευ­τή­ριά του κι οὔ­τε κα­τά­λα­βα πὼς βρέ­θη­κε νὰ κά­θε­ται στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου. Ἀ­να­ση­κώ­νο­μαι, τὸν ἀγ­κα­λιά­ζω καὶ ξε­σπῶ σὲ δά­κρυ­α, «ἀ­δελ­φέ μου Ἀλ­μπέρ­το», τοῦ λέ­ω, «ξέ­ρω ὅ­τι ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν ἔ­φυ­γες για­τί εἶ­σαι “Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, ποὺ στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ πά­ει νὰ πεῖ ἄν­τρας ρω­μα­λέ­ος κι εὔ­στρο­φος”, ὅ­πως μου εἶ­χες δώ­σει τὴν ἐ­ξή­γη­ση. Ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν θ’ ἄ­φη­νες “τὴν πό­λη σου, τὶς ρί­ζες σου”. Ἀλ­λὰ τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι τώ­ρα αὐ­τὰ νά ’­χεις ἀμ­φι­βο­λί­ες γιὰ τὸ ἔρ­γο σου, τὴν ἀ­πο­στο­λή σου; Πές μου δὲν ἐ­μνη­μό­νευ­σες σω­στὰ ὅ­λους τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους δι­κούς σου; Τὸν πα­τέ­ρα σου Λε­ὸν τὸ μα­ραγ­κὸ καὶ τὸ φί­λο του Δα­βί­κο τὸ ρά­πτη, ποὺ μέ­σα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­να­βί­ω­σες καὶ δι­α­φύ­λα­ξες τὴ ζω­ή τους ὅ­λη καὶ τὰ πά­θη τους στὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του; Τὸ ἴ­διο δὲν ἔ­κα­νες καὶ γιὰ τὴ μά­να σου; Δὲν μοῦ εἶ­πες ὅ­τι τὴ γνώ­ρι­σε ὁ πα­τέ­ρας σου σὲ μιὰ δί­κη γιὰ νὰ πι­στο­ποι­η­θεῖ ὁ θά­να­τος στὰ κρε­μα­τό­ρια μιᾶς ἄλ­λης ἑ­βραί­ας παν­τρε­μέ­νης; Θυ­μᾶ­σαι πῶς σοῦ τὴν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὁ Δα­βί­κος; “Ξε­κλη­ρι­σμέ­νη κι αὐ­τὴ ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ σι­νά­φι, φτω­χο­λο­γιά, κα­πνερ­γά­τισ­σα. Ἀ­πὸ μι­κρὴ στοῦ “Σπί­ρερ”, στὴν “Αὐ­στρο-Ἑλ­λη­νι­κή”… Καὶ πεν­τά­μορ­φη κού­κλα…­”. Ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἄλ­λους τοὺς πα­λιούς, τὸν μα­κρι­νὸ ἐ­κεῖ­νο παπ­πού σου ποῦ πε­τσό­κο­ψε ἕ­ναν ἕ­ναν τους σα­ράν­τα γε­νί­τσα­ρους γιὰ νὰ σώ­σει τὴ γει­το­νο­πού­λα του Ἐ­στρέ­α, ἐ­κεί­νη τὴ μα­κρι­νὴ για­γιά σου ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε, ἐ­σὺ δὲν τοὺς ἀ­νά­στη­σες μέ­σα στὰ βι­βλί­α σου; Γιὰ τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους μι­λῶ, για­τὶ τοὺς ἄλ­λους, τοὺς ἐ­πώ­νυ­μους, τὸν ἀρ­χι­ρα­βί­νο Κό­ρετς καὶ τὴν πα­ρέ­α του, θὰ τοὺς πα­ρα­λά­βει νὰ τοὺς δι­κά­σει ἡ ἱ­στο­ρί­α. Τί ἤ­ξε­ρα ἐ­γὼ μω­ρὲ γιὰ τὶς συ­να­γω­γές σας, τὰ τρα­γού­δια καὶ τὶς πα­ροι­μί­ες σας πρὶν σὲ γνω­ρί­σω; Πά­ψε λοι­πὸν νὰ ἀμ­φι­βά­λεις. Ἐ­πι­τέ­λε­σες στὸ ἀ­κέ­ραι­ο το κα­θῆ­κον σου μὲ μιὰ μνή­μη καυ­τή, βα­σα­νι­στι­κή, ποὺ ζη­τοῦ­σε τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή της, γιὰ νὰ μὴν γί­νουν τὰ πε­ρα­σμέ­να ξε­χα­σμέ­να. Αὐ­τὴ τὴ μνή­μη ποὺ ἐ­γὼ ἀ­πο­κα­λῶ στὰ δι­κά μου γρα­φτὰ ”πα­λίν­δρο­μο” καὶ κα­νεὶς δὲν μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἀλ­λὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ ποι­οὶ καὶ για­τί ἔ­σπει­ραν μέ­σα σου τὸ κου­κού­τσι τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Σὲ θυ­μᾶ­μαι στὴν αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων τῆς Δη­μο­τι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Συ­κε­ῶν, τό­τε ποὺ ὁ δή­μαρ­χος σὲ τί­μη­σε μὲ πλα­κέ­τα —μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους Σα­λο­νι­κιοὺς πε­ζο­γρά­φους— γιὰ τὴ συ­νει­σφο­ρά σου στὰ γράμ­μα­τα τῆς πό­λης μας, νὰ δα­κρύ­ζεις καὶ νὰ λὲς πὼς τέ­τοι­α τι­μὴ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κες πο­τὲ ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς σου. Εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νο Ἀλ­μπέρ­το, ὅ­ταν πε­ρά­σει ἡ λαί­λα­πα καὶ ξε­χα­στεῖ, νὰ μᾶς μα­ραγ­κιά­ζουν οἱ μι­κρό­τη­τες μιᾶς ἀ­σή­μαν­της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.»

       Κα­θὼς μι­λῶ καὶ ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν Ἀλ­μπέρ­το βλέ­πω ξαφ­νι­κὰ τὸν ἄλ­λο Ἀλ­μπέρ­το νὰ κά­θε­ται κι αὐ­τός, σκυ­φτὸς καὶ πάν­τα θλιμ­μέ­νος, στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου καὶ νὰ πί­νει γου­λιὰ γου­λιὰ οὖ­ζο ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κα­λά­κι ποὺ τὸ εἶ­χε πάν­τα μα­ζί του, ὅ­πως τό­τε στὴ Χαλ­κι­δι­κὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν πα­τρί­δα του ποὺ πῆ­γα, τὸν βρῆ­κα καὶ μὲ φι­λο­ξέ­νη­σε, νὰ κά­θε­ται σκυ­φτός, πρό­σω­πο σπα­σμέ­νο —σχε­δὸν γέ­ρος— μὲ κεῖ­να τὰ γα­λά­ζια μά­τια του, τὰ μό­να ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα ἀ­πὸ τὶς κα­κου­χί­ες καὶ τὸ χρό­νο, νὰ στά­ζουν πα­ρά­πο­νο. Ἀ­φή­νω τὸν ἕ­ναν Ἀλ­μπέρ­το κι ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν ἄλ­λο, «ἀ­δελ­φέ μου», τοῦ λέ­ω, «τί σύμ­πτω­ση, πῶς ἀ­πὸ δῶ κι ἐ­σύ, τέ­τοια ὥ­ρα, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα; Ποι­ὸς ἄ­νε­μος σ’ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α ἐ­δῶ;» Δί­στα­σε λί­γο ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἀ­πο­φά­σι­σε —ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια— νὰ μι­λή­σει. «Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἡ­συ­χά­σω», μοῦ εἶ­πε, «καὶ πε­ρι­φέ­ρο­μαι ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ κου­βα­λών­τας τὸ κρί­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της “Ὕ­βρε­ως” ἐ­νῶ εἶ­μαι κι ἐ­γὼ θύ­μα της. Τὸ Μάρ­τη τοῦ 1943 ὅ­ταν ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη ἀ­να­χω­ροῦ­σαν οἱ πρῶ­τοι συρ­μοὶ γιὰ τὸ Ἄ­ου­σβιτς, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ἀ­να­χω­ροῦ­σαν μὲ προ­ο­ρι­σμοὺς τὸν καύ­σω­να τῆς Λι­βύ­ης ἢ τὸν πα­γε­τώ­να τοῦ ρω­σι­κοῦ χει­μώ­να. Δὲν τὰ ἔ­γρα­ψες αὐ­τά, δὲν τὰ μνη­μό­νευ­σες; Ἦρ­θα λοι­πόν, μι­κρὲ ἀ­δελ­φέ μου, νὰ τὰ πεῖς ξα­νά, νὰ τὰ “ἀ­να­βι­ώ­σεις”, τώ­ρα ποὺ τὸ γρα­φτό σου αὐ­τὸ θὰ δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴ Γερ­μα­νί­α, μπὰς καὶ ξα­πο­στά­σω λί­γο ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση.»

       Πε­τά­χτη­κα ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι κι ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τὸ βι­βλί­ο μου Ψυ­χὴ μπλ κα κόκ­κι­νη, ὅ­που μνη­μο­νεύ­ω κι ἐ­γὼ τὴ ζω­ὴ καὶ τὰ πά­θη τῶν δι­κῶν μου προ­σφι­λῶν κε­κοι­μη­μέ­νων.

 .

       μη­τέ­ρα μου ση­κώ­θη­κε ­πως πάν­τα νω­ρίς, ­να­ψε φω­τιὰ στ φου­φοὺ μ πε­λε­κού­δια πο μα­ζεύ­α­με ­πὸ τ πα­ρα­πλεύ­ρως ξυ­λουρ­γεῖ­ο κι ­βα­λε τ μπρί­κι το κα­φὲκα­φὲ τς Κα­το­χῆς, πι πο­λὺ ρε­βί­θι κα­βουρ­ντι­σμέ­νο. Μπαί­νει στν κου­ζί­να Ἀλ­μπέρ­τος, πρω­ι­νός, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος κι ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νος, «Γκοτ μόρ­γκεν», χαι­ρε­τά­ει, «Μόρ­γκεν», λέ­ει κι μά­να μου κα τν κα­λη­με­ρί­ζει. «Κα­φέ;» ρω­τά­ει Ἀλ­μπέρ­τος κα μυ­ρί­ζει τν ἀ­τμό­σφαι­ρα σν σκύ­λος, «Για­βόλ», ἀ­παν­τά­ει ἡ μά­να μου, πο εἶ­χε ἀρ­χί­σει ν μα­θαί­νει κά­ποι­ες λέ­ξεις γερ­μα­νι­κές, «Θέ­λεις;» Ἀλ­μπέρ­τος κά­θε­ται στ τρα­πέ­ζι, μά­να το σερ­βί­ρει, ρου­φά­ει ἀ­π’ τ φλι­τζά­νι, κα­φὲς ζε­στὸς ἀλ­λὰ ἄ­νο­στος, ξι­νί­ζει ἀ­νε­παί­σθη­τα τὰ μοῦ­τρα του, ὅ­μως ἀ­δειά­ζει τ φλι­τζά­νι ἀ­πὸ εὐ­γέ­νεια. Τν ἄλ­λη μέ­ρα φέρ­νει δῶ­ρο ἕ­να σα­κου­λά­κι κα­νο­νι­κὸ κα­φέ. Ἐ­γώ, πι­τσι­ρι­κὰς ἐν­νέ­α χρό­νων, ἀ­δύ­να­το κα μαυ­ρι­δε­ρὸ ἀ­γό­ρι πο ἔ­δει­χνα κα­τὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρος, ἔ­κο­βα συ­χνὰ κί­νη­ση, ν δ τί γί­νε­ται, τί ὑ­πάρ­χει μέ­σα στ δω­μά­τιο τν δύ­ο Γερ­μα­νῶν. Μι μέ­ρα μ φω­νά­ζει Ἀλ­μπέρ­τος, «Κόμ, κόμ», μπαί­νω στ δω­μά­τιο, πλη­σιά­ζω, μ βά­ζει ν κα­θί­σω πά­νω στ κρε­βά­τι κι ἀρ­χί­ζει ν μο δεί­χνει φω­το­γρα­φί­ες, τ μά­να του, τν πα­τέ­ρα του, τ σπί­τι τους στ Γερ­μα­νί­α. Μο βά­ζει κο­λό­νια στ μαλ­λιὰ κα μ μα­θαί­νει ν με­τρῶ γερ­μα­νι­κὰ ἀ­πὸ τ ἕ­να ἕ­ως τ δέ­κα. Τ ἴ­διο βρά­δυ φέρ­νει στ μά­να δυ­ὸ βα­ζά­κια, ἕ­να μ μέ­λι κι ἕ­να μ βού­τυ­ρο, κρυ­φά, τυ­λιγ­μέ­να ἐ­πι­με­λῶς σ μι ἐ­φη­με­ρί­δα. «Μποῦ­τερ οντ χό­νιγκ φρ Πε­ρι­κλῆς», λέ­ει. Μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα κά­θι­σε ν φά­ει μα­ζί μας με­λι­τζά­νες για­χνὶ ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι κι πα­τέ­ρας ὅ­λο κι ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σε ζαρ­ζα­βα­τι­κά κα μ πῆ­ρε στ γό­να­τά του λέ­γον­τας στος γο­νεῖς μου «Πε­ρι­κλῆς ἲ­στ μά­ιν κλά­ι­νερ μπροῦν­τερ», ὅ­τι δη­λα­δὴ ἤ­μουν ὁ μι­κρὸς ἀ­δελ­φός, κα πρέ­πει ν ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι σν τέ­τοι­ο μ φρόν­τι­ζε. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἔ­τρω­γε μα­ζί μας ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, θε­ω­ρών­τας τ μά­να μου ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μα­γεί­ρισ­σα. Στ σπί­τι ἔ­φερ­νε πάν­τα μι­σὴ ὁ­λό­κλη­ρη κου­ρα­μά­να κι ,τι ἄλ­λο κα­τόρ­θω­νε ν ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σει ἀ­πὸ τν καν­τί­να τους, πάν­τα κρυ­φὰ κα μ προ­σο­χή, για­τί νο­μί­ζω ὅ­τι τος ἀ­πα­γό­ρευ­αν ν δη­μι­ουρ­γοῦν φι­λι­κὲς σχέ­σεις μ τς ἑλ­λη­νι­κὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ζοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τν ἴ­δια στέ­γη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς στν κοι­νή μας τρα­πε­ζα­ρί­α ἐρ­χό­ταν κι Ὄ­σβαλτ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τύ­πος βα­ρύς, σχε­δὸν ἀ­γέ­λα­στος, κα δ θυ­μᾶ­μαι ν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης ὅ­πως ὁ Ἀλ­μπέρ­τος. Περ­νοῦν ο μῆ­νες, Ἀλ­μπέρ­τος νι­ώ­θει σν στ σπί­τι του, ἀ­πο­κα­λεῖ «μα­μὰ» τ μά­να μου, ἔ­μα­θε λί­γα ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­μεῖς λί­γα γερ­μα­νι­κά, βο­η­θοῦ­σαν κα ο χει­ρο­νο­μί­ες, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, γι ν κα­τα­λα­βαί­νου­με ἐ­μεῖς τος οἰ­κό­σι­τους Γερ­μα­νοὺς κι ἐ­κεῖ­νοι τος ὑ­πο­τε­λεῖς τους σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη­δες. Ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως κρυ­φά, μέ­σα πάν­τα στ σπί­τι, πο­τὲ ἔ­ξω στ φα­νε­ρά, οὔ­τε βόλ­τα μα­ζί τους μα­ζί μας. Μι μέ­ρα μπαί­νω στ σά­λα, ὅ­που ἡ μο­να­δι­κὴ σόμ­πα πο ἔ­και­γε πρι­ο­νί­δι, μά­να δί­πλα της στέ­γνω­νε κά­τι ροῦ­χα, πα­τέ­ρας μ τν Ἀλ­μπέρ­το μι­λοῦ­σαν του­λά­χι­στον προ­σπα­θοῦ­σαν ν συ­νο­μι­λή­σουν πι πέ­ρα, πά­νω στ σόμ­πα λί­γες φέ­τες κου­ρα­μά­νας γί­νον­ταν φρυ­γα­νι­ές, πο μ τ λά­δι τς Σκύ­ρου τέ­λει­ω­νε ἤ­δη ἦ­ταν τ συ­νη­θι­σμέ­νο βρα­δι­νό μας γεῦ­μα. Μπαί­νω λοι­πὸν στ σά­λα, στέ­κο­μαι προ­σο­χή, χτυ­πά­ω τ πό­δια μου ὅ­πως ο Γερ­μα­νοὶ στρα­τι­ῶ­τες, τεν­τώ­νω τ δε­ξί μου χέ­ρι κα φω­νά­ζω: «Χά­ι Χί­τλερ!» Βλέ­πω τν πα­τέ­ρα μου ν κε­ρώ­νει, τ μά­να ν ξαφ­νι­ά­ζε­ται, Ἀλ­μπέρ­τος ἀν­τὶ ν χα­ρεῖ γι’ αὐ­τὸν ἐ­ξάλ­λου τ ἔ­κα­να ἐκ­δη­λώ­νει φα­νε­ρὰ τ δυ­σφο­ρί­α του. Ξα­να­ση­κώ­νω τ χέ­ρι κα πά­λι χαι­ρε­τῶ, «Χά­ι Χί­τλερ», κα τό­τε Ἀλ­μπέρ­τος κά­νει μι χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας, «Σά­ι­ζερ», λέ­ει, σκα­τὰ δη­λα­δή. Κι ἤ­ξε­ρε τί ἔ­λε­γε, για­τὶ σ λί­γο τοῦ ἦρ­θε με­τά­θε­ση γι τ Ἄ­φρι­κα Κρπ το Ρό­μελ, ἀλ­λὰ χει­ρό­τε­ρη ἀ­κό­μα ἡ με­τά­θε­ση το Ὄ­σβαλτ γι τ ἀ­να­το­λι­κὸ μέ­τω­πο. ἕ­νας θ πο­λε­μοῦ­σε τος Ἄγ­γλους στν καύ­σω­να τς Λι­βύ­ης κι ἄλ­λος τος Ρώ­σους στν πα­γε­τώ­να το σο­βι­ε­τι­κοῦ χει­μώ­να. Ἔ­πε­σαν στν ἀγ­κα­λιὰ τς μά­νας μου κι ἔ­κλαι­γαν σν παι­διά της. Κα κα­λά, ἀ­πὸ τν Ἀλ­μπέρ­το τ πε­ρι­μέ­να­με, ὄ­χι ὅ­μως κι ἀ­πὸ τν Ὄ­σβαλτ, πο ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος κι ἔ­λε­γε συ­νέ­χεια «Μα­μά, Ὄ­σβαλτ Ρού­σια κα­ποὺτ» κα μ τ χέ­ρι ἔ­δει­χνε ὅ­τι θ το ἔ­κο­βαν τ λαι­μό. Ὅ­ταν φι­λη­θή­κα­με κι ἔ­φυ­γαν μ τος γυ­λιοὺς κα τ ὅ­πλα τους κι ἄ­δεια­σε τ δω­μά­τιο, νι­ώ­σα­με ν’ ἀ­δειά­ζει κά­πως ψυ­χή μας. Πι­στεύ­α­με ὅ­τι δ θ τος ξα­να­βλέ­πα­με πο­τέ, τ ἴ­διο κι ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­πως μ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια κι Ἀλ­μπέρ­τος. Στ με­τα­ξὺ ἕ­σφι­ξε τ κρύ­ο, τέ­λει­ω­σε τ ζω­ο­γό­νο σκυ­ρια­νὸ λα­δά­κι, ἔ­λει­ψαν κα ο γερ­μα­νι­κὲς κου­ρα­μά­νες. μά­να μ κρύ­α καρ­διὰ μ πῆ­ρε ἀ­πὸ τ χέ­ρι κα μ’ ἔ­γρα­ψε στ συσ­σί­τιο το Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ.

 .

       Κα­θὼς τέ­λει­ω­σα ἐ­γὼ μὲ τὰ δι­κά μου, βλέ­πω τὸν Ἀλ­μπέρ­το Νὰρ νὰ ση­κώ­νε­ται καὶ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζει τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το ποὺ λέ­γε­ται στὸ ἐ­πώ­νυ­μο Στὸκ καὶ νὰ γί­νον­ται οἱ δυ­ό τους ἕ­να σύμ­πλεγ­μα κα­η­μοῦ καὶ πί­κρας. Ἀ­νοί­γω κι ἐ­γὼ τὰ χέ­ρια μου καὶ τοὺς πε­ρι­κλεί­ω ἐν­τός μου καὶ τοὺς ρω­τῶ, «Πέ­στε μου ἀ­δέλ­φια, για­τί δὲν θέ­λω νὰ φύ­γω κι ἐ­γὼ μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α, ἐ­σεῖς ποὺ τώ­ρα πε­τᾶ­τε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, πα­ρόν, ἴ­σως καὶ μέλ­λον, κα­θὼς ἐ­πι­βι­ώ­νε­τε ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ποι­ὸς ὁ λό­γος, για­τί καὶ γιὰ ποι­οὺς ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ πό­λε­μος, αὐ­τὴ ἡ συμ­φο­ρά, τώ­ρα ποὺ τὸ Ντα­χά­ου, τὸ Ἄ­ου­σβιτς καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν ἔ­γι­ναν του­ρι­στι­κὰ ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα μιᾶς φρί­κης ἀ­νο­μο­λό­γη­της;» Δὲν ἀ­παν­τοῦν κι ἐ­γὼ πε­τι­έ­μαι κά­θι­δρος ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι· τὸ κε­φά­λι μου βα­ρὺ ἀλ­λὰ στὸ βίν­τε­ο τοῦ μυα­λοῦ μου χα­μο­γε­λᾶ­νε οἱ εἰ­κό­νες τους. Δί­πλα μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου, τὰ βι­βλί­α τοῦ Νὰρ καὶ τὸ ἄλ­λο, τὸ δι­κό μου, ποὺ ἐ­σω­κλεί­ει τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κά μου πά­θη τρι­ῶν γε­νι­ῶν. Τὰ παίρ­νω καὶ τὰ το­πο­θε­τῶ μ’ εὐ­λά­βεια στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κι ἀ­μέ­σως ἀ­νοί­γω συρ­τά­ρια καὶ βρί­σκω τὸ κου­τὶ μὲ τὶς πα­λι­ὲς κι ἐ­γὼ φω­το­γρα­φί­ες, ψά­χνον­τας γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ἐ­κεί­νη τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του τῆς Κα­το­χῆς. Τὴ βρί­σκω καὶ τὴν το­πο­θε­τῶ κι αὐ­τὴ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κα­θὼς τὸν ἀ­να­βι­ώ­νω μέ­σα στὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ στο­λή του «λε­πτό, ξαν­θό, μὲ γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ καλ­λί­γραμ­μη μύ­τη, μά­τια γα­λά­ζια, πρό­τυ­πο ἰ­δα­νι­κό της ἀ­ρεί­ας φυ­λῆς». Πά­ω στὴν κου­ζί­να καὶ ψή­νω κα­φέ· κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι μὲ τὴ σκέ­ψη ὅ­τι τὰ ἀ­δέλ­φια μου θὰ ξα­νάρ­θουν, για­τί οἱ νε­κροὶ δὲν πε­θαί­νουν πο­τὲ ὅ­σο τοὺς ἀ­γα­ποῦ­με καὶ τοὺς μνη­μο­νεύ­ου­με.

.

       Θεσ­σα­λο­νί­κη, Γενάρης 2006.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: περ. Μπιλιέτο, 2006.

 .

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).

 .

Περικλῆς Σφυρίδης: Γιορτές

 

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης

 

Γι­ορ­τές

 

ΠΡΩ­ΤΟ­ΧΡΟ­ΝΙΑ

 

Ἀ­νή­με­ρα τοῦ νέ­ου ἔ­τους ἡ γυ­ναί­κα μου παίρ­νει στὸ τη­λέ­φω­νο τὴ Μα­ρί­α στὴ Σκύ­ρο, τὴ γει­τό­νισ­σά μας, ποὺ μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα της, τὸν Μῆ­τσο, ἔ­χουν τὴν τα­βέρ­να τους στὸ Μῶ­λος. Πρὶν ἀ­πὸ δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια ἔ­χουν χά­σει τὸν μο­να­χο­γιό τους, τὸν Κω­στῆ, ἕ­ναν πα­λί­κα­ρο μέ­χρι ’­κεῖ πά­νω, κι ἀ­πὸ τό­τε ὁ Μῆ­τσος εἶ­ναι —ἢ νι­ώ­θει— ἄρ­ρω­στος. Θέ­λει νὰ τῆς εὐ­χη­θεῖ κα­λὴ χρο­νιὰ καὶ νὰ ρω­τή­σει γιὰ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ ἄν­τρα της. Μπερ­δεύ­ε­ται ὅ­μως ἡ γλώσ­σα της, ξε­χνά­ει, καὶ ἀν­τὶ νὰ ρω­τή­σει «Τί κά­νει ὁ Μῆ­τσος;­», τῆς ξε­φεύ­γει καὶ ρω­τά­ει: «Τί κά­νει ὁ Κω­στῆς;­». Ἡ Μα­ρί­α ἀ­τά­ρα­χη, μὲ γλυ­κιὰ φω­νή, «Κα­λὰ εἶ­ναι», ἀ­παν­τά­ει, «χτὲς ἤ­μουν ἐ­κεῖ, τοῦ πῆ­γα φρέ­σκα λου­λού­δια, ἄλ­λα­ξα τὸ νε­ρὸ στὸ βά­ζο καὶ τὰ πε­ρι­ποι­ή­θη­κα».

 

ΘΕ­Ο­ΦΑ­ΝΕΙΑ

 

Πέ­ρα­σε μι­σὸς αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­φυ­γες, για­γιά μου Ἀγ­γε­λι­κή. Κι ἦρ­θες, λέ­ει, τὰ Θε­ο­φά­νεια στὸν ὕ­πνο μου, γιὰ νὰ δεῖς μὲ τὰ δι­κά μου μά­τια, τί ἔ­γι­νε ὁ κό­σμος, ὁ κό­σμος μας. Θρύ­ψα­λα για­γιά μου, θρύ­ψα­λα. Δὲν στό ’­πα­νε ἡ μά­να καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ποὺ ἦρ­θαν νὰ σὲ βροῦ­νε;

 

ΠΑ­ΣΧΑ

 

Με­γά­λη Πέμ­πτη καὶ πά­ω στὸ κο­νά­κι τοῦ Μα­νο­λά­κη νὰ πά­ρω τὸ ἀρ­νὶ ποὺ τοῦ ἔ­χω πα­ραγ­γεί­λει γιὰ τὸ Πά­σχα. Ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Γε­ωρ­γί­α βά­φει αὐ­γὰ στὴν αὐ­λή. «Ποῦ εἶ­ναι ὁ Μα­νο­λά­κης;» τὴ ρω­τῶ. «Πέ­ρα στ’ ἀμ­πέ­λι σφά­ζει ἀρ­νιά.» Μοῦ ψή­νει κα­φὲ καὶ τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἀ­νά­με­σα στὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που της ποὺ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν ἄ­νοι­ξη. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­νει ὁ Μα­νο­λά­κης μὲ τὸ σφαγ­μέ­νο ἀρ­νὶ στὸν ὦ­μο. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μιὰ προ­βα­τί­να ποὺ κά­νει γύ­ρους καὶ βε­λά­ζει σπα­ρα­χτι­κά. «Τί ἔ­πα­θε αὐ­τή;» τοῦ λέ­ω. «Ζη­τά­ει τὸ παι­δί της», ἀ­παν­τᾶ. Ἡ Γε­ωρ­γί­α φέρ­νει μιὰ μαύ­ρη σα­κού­λα καὶ βά­ζουν μέ­σα το ἀρ­νί. «Πά­ρ’ το», μοῦ λέ­ει ὁ Μα­νο­λά­κης, «κα­λο­φά­γω­το».

 

ΔΕ­ΚΑ­ΠΕΝ­ΤΑΥ­ΓΟΥ­ΣΤΟΣ

 

Αὔ­γου­στος καὶ τὸ νη­σὶ κον­τεύ­ει νὰ βου­λιά­ξει ἀ­πὸ του­ρί­στες. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου κά­θε πρω­ὶ ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να γι­ώ­τα-χί, κον­τεύ­ουν νὰ παρ­κά­ρουν καὶ μέ­σα στὸν κῆ­πο μου. Φι­λο­ξε­νῶ μιὰ συγ­γρα­φέ­α καὶ δὲν πι­στεύ­ει στὰ μά­τια της. Ἀ­νή­με­ρα τῆς Πα­να­γί­ας, λέ­με μὲ τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ τῆς κά­νου­με τὸ τρα­πέ­ζι σὲ ἐ­ξο­χι­κὴ τα­βέρ­να. Τη­λε­φω­νῶ καὶ στὸν κα­πε­τὰν-Θό­δω­ρο νὰ ἔρ­θει μα­ζί μας. Μό­νο, τοῦ λέ­ω, «ἔ­λα νω­ρὶς γιὰ νὰ βροῦ­με τρα­πέ­ζι». Δώ­δε­κα καὶ κά­τι εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Ἀ­φή­νω τὸν κα­πε­τά­νιο μὲ τὶς δύ­ο κυ­ρί­ες καὶ πά­ω νὰ παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το, για­τί ἤ­δη πει­να­σμέ­νοι του­ρί­στες ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν σω­ρη­δόν. Μέ­χρι νά ’ρ­θει τὸ γκαρ­σὸν νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με, νὰ φᾶ­με καὶ κά­τι, νὰ κου­τσομ­πο­λέ­ψου­με, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα καὶ ὅ­σοι νέ­οι πε­λά­τες ἔρ­χον­ταν, στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­δειά­σει κα­νέ­να τρα­πέ­ζι νὰ γευ­μα­τί­σουν κι αὐ­τοί. Σβέλ­τοι οἱ σερ­βι­τό­ροι προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὸ του­ρι­στι­κὸ αὐ­τὸ τσου­νά­μι τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου. Πλή­ρω­σα τὸ λο­γα­ρια­σμὸ καὶ εἶ­πα στοὺς δι­κούς μου νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νουν στὴν εἴ­σο­δο τῆς τα­βέρ­νας γιὰ νὰ φέ­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἦ­ταν παρ­κα­ρι­σμέ­νο ἀ­πό­με­ρα. Πή­χτρα ἀ­πὸ ἁ­μά­ξια ὁ πλη­σί­ον χῶ­ρος, καὶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ γι­ώ­τα-χί, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να γιὰ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης. Μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε ὅ­τι πά­ω γιὰ νὰ φύ­γω, ἦρ­θε δί­πλα μου, καὶ ἀ­νά­βον­τας τὰ ἀ­λάρμ, πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση μου. Ξαφ­νι­κὰ προ­βάλ­λει ἕ­νας χον­τρὸς τύ­πος μὲ ἕ­να τε­ρά­στιο μαῦ­ρο τζὶπ —σα­ραν­τά­ρη τὸν ὑ­πο­λό­γι­σα— καὶ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ χώ­σει τὸ τζίπ του στὴ θέ­ση μου, μό­λις ἐ­γὼ ἀ­να­χω­ροῦ­σα. «Φι­λα­ρά­κι», τοῦ λέ­ω, «ἡ κυ­ρί­α πε­ρι­μέ­νει καὶ προ­η­γεῖ­ται. Πᾶ­νε κά­που ἀλ­λοῦ νὰ παρ­κά­ρεις». Μὲ κοι­τά­ζει ἄ­γρια, πε­ρι­φρο­νη­τι­κά, «δὲν θὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ τί θὰ κά­νω καὶ ποῦ θὰ πά­ω», μοῦ λέ­ει. «Κα­λά, ἀ­παν­τῶ, πε­ρί­με­νε τό­τε ὅ­σο θέ­λεις. Ἐ­γὼ δὲν τὸ κου­νῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ μέ­χρι νὰ φύ­γεις.» Βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν ἁ­μα­ξά­ρα του κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Δί­νε του, γα­μῶ τὴν Πα­να­γί­α σου», μὲ ἀ­πει­λεῖ. «Κοί­τα­ξε, με­γά­λε», τοῦ λέ­ω, «κα­τα­λα­βαί­νω πὼς εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας. Βρί­σε ὅ­μως ἐ­μέ­να, ἂν θέ­λεις, χτύ­πα με κι­ό­λας. Τί σοῦ ἔ­φται­ξε ὅ­μως ἡ Πα­να­γί­α καὶ τὴ βρί­ζεις χρο­νιά­ρα μέ­ρα; Ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς της ποὺ ἦρ­θες ἐ­δῶ νὰ ντερ­λι­κώ­σεις;­»

 

ΧΡΙ­ΣΤΟΥ­ΓΕΝ­ΝΑ

 

Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­νει ὁ Χρί­στος. Νέ­ος οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, πο­λι­τι­κὸς μη­χα­νι­κὸς καὶ ἐρ­γο­λά­βος, μὲ πε­ρι­ου­σί­α ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του ποὺ τὴν αὐ­γά­τι­σε, ἔ­χει πολ­λοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους. Ἀ­νή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γεῦ­μα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι, πάρ­τι γιὰ τοὺς φί­λους τὸ βρά­δυ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη πά­ω βόλ­τα τὸ σκυ­λὶ καὶ βλέ­πω νὰ κρέ­μον­ται στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης, δί­πλα στὸν κά­δο σκου­πι­δι­ῶν, τρί­α κου­τιὰ μέ­σα σὲ νά­ι­λον σα­κοῦ­λες. Τὰ ἀ­νοί­γω. Τὰ δυ­ὸ ἀ­πεί­ρα­χτα, μέ­σα στὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­κό­μα τοῦ ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου, εἶ­χαν ὁ­λό­φρε­σκα κου­λου­ρά­κια. Τὸ τρί­το μιὰ τούρ­τα, ποὺ τῆς ἔ­λει­πε ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι. Τὰ παίρ­νω καὶ πά­ω σπί­τι. «Τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἔ­φε­ρες; Ποῦ τὰ βρῆ­κες;» ἀ­πο­ρεῖ ἡ γυ­ναί­κα μου. Τῆς δί­νω τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­ξη­γή­σεις. «Καὶ για­τί τὰ πε­ρι­μά­ζε­ψες; Γιὰ νὰ τὰ φᾶ­με;» Για­τί ὄ­χι, θέ­λω νὰ τῆς πῶ, θυ­μᾶ­μαι τὴν Κα­το­χή, τὴν πεί­να, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μῶ, «τὰ ἔ­φε­ρα», δι­και­ο­λο­γοῦ­μαι, «γιὰ νὰ τὰ πά­ω αὔ­ριο στοὺς Ἀλ­βα­νοὺς ποὺ μα­ζεύ­ον­ται κά­θε πρω­ὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μάν­τρα μὲ τὸ οἰ­κο­δο­μι­κὰ ὑ­λι­κὰ —αὐ­τὴν κά­τω ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο τῆς Νέ­ας Ἐλ­βε­τί­ας— μπὰς καὶ πε­ρά­σει κά­ποι­ος νὰ τοὺς πά­ρει γιὰ κά­να με­ρο­κά­μα­το».

  

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).