Élena Stringari: Buenos elementos



Élena Stringari


Buenos elementos


LEGARON inquilinos nuevos al piso de arriba. Desplazaban indecisos sus muebles por aquí y por allá, arrastrándolos por el suelo, por encima de mi cabeza. Trazaban unos sonidos horrorosos: «Grrrr» hacían las piezas pesadas, cuando cubrían una larga distancia, y un seco y grave «Gr», cuando se las empujaba un poco. Penetrantes, escalofriantes «Siiip» producían las más ligeras en las largas distancias, y un «Sss» quedo en las cortas.

       Claro que los sonidos no eran exactamente los que escribo aquí. Las cosas tienen otra lengua, propia, no satisfecha por las combinaciones de nuestras veinticuatro letras. En todo caso, más o menos hacían así: «Grrrr» y «Gr», «Siiip» y «Sss». ¡Me habían de­stro­za­do los nervios!

       Imposible concentrarme para terminar el libro que estaba le­yen­do. Hasta que me acordé de cómo jugaba de pequeña:

       «Esto es una bellota», decía mi madre. «¿Y qué más puede ser?», preguntaba yo. Y ella, suspirando hondo: «¿Yo qué sé? ¡Nada! ¿Qué más podría ser? ¡Una bellota, hija!…». Y volvíamos a casa con su bolsa llena de bellotas, que yo pintaba, les pegaba una pluma y se convertían en hombrecillos con sombrero y penacho, separaba las dos partes –por aquí las bellotas, por allá sus sombreritos– y se convertían en collares aquellas, en vasitos-abrevaderos-pilas-piedras para anillos estos, las partía por la mitad, sacaba el fruto y hacía de ellas una cuna para Pulgarcita, barcas o –boca abajo– caparazones de tortuga y otras cosas que ahora no recuerdo. (Por la misma razón recogía bombillas fundidas, chapas de botellas, trapos, huesos de sepia, maderas, abalorios y lentejuelas, que me daban tacañamente las costureras, así como trozos de juguetes estropeados. En general –curiosamente–, cual política o religión, tenía todo lo roto o destripado en mayor estima que lo entero y lo nuevo).

       Pues bien, a punto de sufrir una crisis nerviosa por culpa de los sonidos que trazaban los del piso de arriba arrastrando sus muebles por encima de mi cabeza (¿Cómo que «por encima»? ¡«Dentro» de mi cabeza!), me acordé de cómo jugaba de pequeña, y a continuación, sin esfuerzo, los «Grrrr» y «Gr», los «Siiip» y «Sss», se convirtieron en ¡rugidos de fieras y silbidos de reptiles! ¡Oírlo para creerlo! Os quedaríais asombrados. ¡No os imagináis cómo se parecen…! Que se mude alguien a vuestro piso de arriba y me daréis la razón.

       ¡Los mismos sonidos que antes me sacaban de quicio, ahora me fascinaban! Tal amor por la naturaleza no me lo esperaba de mí misma. ¡Majestuoso! ¡Toda una selva para mí!

       Tras haberla disfrutado un rato, concluí el libro que estaba le­yen­do — con la misma sensación que tenía el hombre solo en la naturaleza, en la salvaje naturaleza, donde lo perecedero encoge y lo eterno pesa. Y, absolutamente segura de que lo que anoté como «buen elemento» en mi libro lo era en efecto, me acosté en mi rama y me dormí…



Fuente: revista Τε­τρά­μη­να, núm. 13, primavera-verano 1977.

Élena Stringari (Atenas, 1950). Tomó clases en la escuela Vakaló, sus profesores eran Panagiotis Tetsis y Eleni Vakaló entre otros. Durante el período 1971-1974 colaboró con el Centro Artístico Espiritual «Ώρα» en la publicación anual Χρονικό. Publicó las colecciones de poemas ­π τ φς τν προ­βο­λέ­ων (1970), ­κά­λυ­πτος Χ­ρος (1974) καὶ ν πλ κα ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Διαφημίσεις

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ



Ἕλενα Στριγγάρη


Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ


OTE, ἡ κα­φε­τέ­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου ἔ­βγα­ζε τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Βε­ΐ­κου καὶ τοῦ πε­ζό­δρο­μου τῆς Δρά­κου, στὸ Κου­κά­κι. Ἐ­κεῖ, ἔ­πι­να τὸν κα­φέ μου τὰ πρω­ι­νά, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μπρο­στά μου τὸ παρ­κά­κι ποὺ εἶ­χα φυ­τέ­ψει μὲ εἰ­δι­κὴ ἄ­δεια Ἀν­τι­δη­μάρ­χου καὶ πε­ρι­φρά­ξει μὲ τὴν βο­ή­θεια γει­τό­νων. Ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ ἡ Δή­μη­τρα. Μιὰ τραν­σέ­ξου­αλ, μὲ τὸ σκυ­λά­κι της πάν­τα ἀγ­κα­λιά. Ἤ­μουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­πη­τὰ πρό­σω­πα στὴν γει­το­νιά. Ἀν­τί­θε­τα, τὴν Δή­μη­τρα τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν ὅ­λοι, για­τί ἦ­ταν τραν­σέ­ξου­αλ. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς μι­λάω καὶ νὰ τὴν κά­νω πα­ρέ­α, θέ­λον­τας νὰ δώ­σω τὸ πα­ρά­δειγ­μα πὼς δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­μο­νώ­νου­με κα­νέ­ναν, ὅ­ταν δὲν βλά­πτει. Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε…

       Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς ἔ­κα­να ντούς, ἀ­να­κά­λυ­ψα στὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου μα­στὸ ἕ­να ὀγ­κί­διο. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Προ­πάν­των, δὲν εἶ­πα τί­πο­τα στὸν με­γα­λο­για­τρὸ Σ.Τ. ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὀγ­κο­λό­γος καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, συ­ζη­τά­γα­με καὶ παί­ζα­με τά­βλι. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω πό­σες βδο­μά­δες, τό ‘πα σὲ δυ­ὸ φί­λες μου τὴν Σου­ζά­να καὶ τὴν Ἔλ­σα καὶ αὐ­τὲς πα­νι­κό­βλη­τες μαρ­τύ­ρη­σαν τὸ μυ­στι­κό μου στὸν για­τρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ μά­ζε­ψε ἀ­πὸ τὸν πε­ζό­δρο­μο, κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, ὅ­που πί­να­με κα­φέ, μ’ ἀ­νέ­βα­σε στὸ σπί­τι μου καὶ ζή­τη­σε νὰ μὲ ἐ­ξε­τά­σει ἀ­μέ­σως. Νὰ μὴν τὰ πο­λυ­λο­γῶ, βρέ­θη­κα μὲ καρ­κί­νο μα­στοῦ. Χει­ρουρ­γή­θη­κα ἀ­πὸ τὸν ὑ­πέ­ρο­χο Θα­νά­ση Πο­λυ­χρό­νη, ἔ­κα­να ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καὶ με­τά, ὁ ὀγ­κο­λό­γος μου ὁ Σ.Τ. μοῦ ἔ­κα­νε χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες στὸ σπί­τι (πράγ­μα ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται) για­τί δὲν θὰ ἄν­τε­χα τὴν πο­λύ­ω­ρη τα­λαι­πω­ρί­α στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἀ­φοῦ εἶ­χα καὶ κα­τά­θλι­ψη! Δὲν ἤ­θε­λε δραχ­μὴ γι’ αὐ­τό. Μά­λι­στα, ἔ­φερ­νε δω­ρε­ὰν καὶ τὰ φάρ­μα­κα τῶν χη­μει­ο­θε­ρα­πει­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­ταν ζή­τη­σε νὰ τὰ δεῖ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός μου, στὸ ψυ­γεῖ­ο μου, μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πα­νά­κρι­βα. Ὅ­πο­τε εἶ­χα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, σπί­τι μου μα­ζευ­όν­του­σαν του­λά­χι­στον ἕξι ἄ­το­μα γιὰ νὰ μοῦ δί­νουν κου­ρά­γιο καὶ ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε κά­ναν ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ μό­λις τε­λεί­ω­νε λέ­γα­νε ἀ­στεῖ­α γιὰ νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν. Γε­νι­κά, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σα προ­βλή­μα­τα. Οὔ­τε ὅ­ταν πέ­σαν τὰ μαλ­λιά μου. Μά­λι­στα, θυ­μᾶ­μαι πὼς στὴν γι­ορ­τή μου, ἐ­νῶ ἔ­πι­να τὸ κα­φε­δά­κι μου στὸν πε­ζό­δρο­μο, μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ στέλ­νουν ἀν­θο­δέ­σμες καὶ γλα­στρά­κια τὰ παι­διὰ τῶν γύ­ρω μα­γα­ζι­ῶν. Ὄ­χι, δὲν εἶ­χα προ­βλή­μα­τα. Μό­νον δύ­ο ἄ­το­μα μοῦ ‘κό­ψαν καὶ τὴν «κα­λη­μέ­ρα». Λὲς καὶ ὁ καρ­κί­νος κολ­λά­ει!… Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ!

       Ἔ­γι­να κα­λὰ καί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σο και­ρὸ με­τά, ἡ Δή­μη­τρα ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ μοῦ μι­λά­ει. Ἡ ἀλ­λα­γὴ αὐ­τὴ ὀ­φει­λό­ταν στὸ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἄρ­ρω­στη μὲ καρ­κί­νο στὸν πνεύ­μο­να, καὶ μά­λι­στα, σὲ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο. Γιὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει κου­βέν­τα! Ἁ­πλά, πε­ρί­με­νε νὰ πε­θά­νει! Ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν με­τα­πεί­σω.

       Μιὰ μέ­ρα ἦρ­θε καὶ στὸ σπί­τι μου, γιὰ νὰ μοῦ χα­ρί­σει, ἀ­φοῦ θὰ πέ­θαι­νε, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ βιν­τε­ο­κα­σέ­τες σχε­τι­κὲς μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους, ποὺ τὴν εἶ­χε σὲ με­γά­λη ὑ­πό­λη­ψη. Δὲν πι­στεύ­ω στοὺς ἐ­ξω­γή­ι­νους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­δει­ξα. Με­τά, μοῦ δι­η­γή­θη­κε πῶς ἔ­κα­νε ἀλ­λα­γὴ φύ­λου στὴν Κα­ζαμ­πλάν­κα, πὼς τῆς εἶ­χαν πά­ρει τὸ δι­α­βα­τή­ριο, ὅ­τι ξύ­πνη­σε μὲ φο­βε­ροὺς πό­νους στὴν κλι­νι­κή, δί­πλα σε μιὰ κού­νια μω­ροῦ, γιὰ κά­λυ­ψη κ.λπ., κ.λπ. Στὸ φι­νά­λε ξε­βρα­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ αἰ­δοῖ­ο της, γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι εἶ­χε γί­νει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. «Βε­βαί­ως!» τῆς εἶ­πα. ( Ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο αἰ­δοῖ­ο, μό­νο πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὰ νορ­μάλ.)

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη δὲν ξα­νά­δα τὴν Δή­μη­τρα. Μᾶλ­λον θὰ πῆ­γε στὴ παν­σιὸν τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­πως μου εἶ­χε πεῖ, γιὰ νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ ὅ­σο και­ρὸ τῆς ἀ­πέ­με­νε. Στὸ σπί­τι της, τὰ παν­τζού­ρια της ἦ­ταν κλει­στὰ γιὰ μῆ­νες, μέ­χρις ὅ­του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ νέ­ος νοι­κά­ρης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό καί, ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Ρέ­­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­οδι­κοῦ Τε­τρά­μη­να, ἐ­νῶ εἶ­χε τὴν ἐ­πιμέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Μπα­λα­ντέ­ζα ποὺ ἔ­βγα­λε ἡ Νο­μαρ­χία Ἀτ­τι­κῆς μὲ χα­ρα­κτι­κὰ τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974), Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009), Ἀντιχουντικὰ μέσα στὴ Χούντα (2017).


Ἕλενα Στριγγάρη: Μοναστηράκι



Ἕλενα Στριγγάρη


Μο­να­στη­ρά­κι


ΠΑΠΠΟΥΣ καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­με­ναν στὸ Κου­κά­κι. Ὅ­ταν τὰ παι­διά τους παν­τρεύ­τη­καν καὶ χή­ρε­ψε ἡ για­γιὰ Ἑ­λέ­νη χώ­ρι­σε τὸ σπί­τι σὲ τρί­α δι­α­με­ρί­σμα­τα. Τὰ δύ­ο τὰ νοί­κια­σε καὶ κρά­τη­σε γιὰ κα­τοι­κί­α τὰ τρί­α με­γα­λύ­τε­ρα δω­μά­τια καὶ τὴν τε­ρά­στια κου­ζί­να ποὺ μύ­ρι­ζε γκά­ζι. Τὸ πιὸ μον­τέρ­νο πράγ­μα στὸ σπί­τι ἦ­ταν τὸ πα­τζού­ρι τῆς για­γιᾶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε πα­τών­τας ἕ­να κουμ­πὶ ποὺ βρι­σκό­ταν δί­πλα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της ἐ­πί­σης, και­νούρ­γιο ἦ­ταν τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­στέ­θη­κε καὶ μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση. Γιὰ μᾶς τὰ παι­διά, ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­νέ­δυ­ε σο­βα­ρό­τη­τα καὶ μα­γεί­α. Ὑ­πῆρ­χαν πα­λιά, κα­λο­δου­λε­μέ­να ἔ­πι­πλα καὶ ξε­νό­φερ­τα ἀν­τι­κεί­με­να. Θυ­μᾶ­μαι ὑ­πέ­ρο­χα φω­τι­στι­κά. Στὶς κρε­βα­το­κά­μα­ρες ἦ­ταν ἀ­πὸ ὀ­πα­λί­να φουρ­φου­ρέ­νια στὸ τε­λεί­ω­μα ἢ φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ κρε­μα­στὰ γυ­ά­λι­να λε­πτὰ σω­λη­νά­κια ἄ­νι­σα, ὥ­στε νὰ κα­τα­λή­γουν, βο­η­θού­με­να ἀ­πὸ χρω­μα­τι­στὲς χάν­τρες, σὲ σχέ­δια ζὶγκ-ζάκ. Θυ­μᾶ­μαι τὸ λα­βο­μά­νο πά­νω σ’ ἕ­να ἔ­πι­πλο μὲ μάρ­μα­ρο ἄ­σπρο, στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα τῆς για­γιᾶς. Τὸ μπρού­τζι­νο κρε­βά­τι της μὲ τὴ δι­α­κο­σμη­τι­κὴ φιλ­ντι­σέ­νια ρο­ζέ­τα, ποὺ πο­λὺ θὰ τὴν ἤ­θε­λα. Ἕ­ναν πε­λαρ­γὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο σὲ βά­ζο. Μιὰ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα ποὺ ὅ­ταν τὴν ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζες στιγ­μια­ῖα, χιό­νι­ζε στὸ το­πί­ο ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν μέ­σα της. Ἕ­να με­γά­λο καύ­κα­λο κά­βου­ρα μὲ κά­ποι­ον ἅ­γιο ζω­γρα­φι­σμέ­νο στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του με­ριά, στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Τὸ ψη­λὸ ρο­λό­ι στὸ σα­λό­νι, ποὺ φο­βό­μουν μή­πως χτυ­πή­σει τὴν ὥ­ρα καὶ τρο­μά­ξω ἢ μή­πως κρύ­βε­ται κά­ποι­ος μέ­σα του. Μιὰ ὡ­ραί­α πα­λιὰ ξυ­λό­σομ­πα ἀ­πὸ μαν­τέ­μι καὶ πλα­κά­κια σμαλ­τω­μέ­να μὲ ὑ­πέ­ρο­χα χρώ­μα­τα καὶ ἀ­νά­γλυ­φα σχέ­δια ἂρ-νου­βώ. Μπορ­ντὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα κεν­τη­μέ­να μὲ χρυ­σο­κλω­στὴ σὲ φου­σκω­τά, ἀ­νά­γλυ­φα φυ­τι­κὰ μο­τί­βα. Μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν οἱ φεγ­γί­τες στὶς πόρ­τες καὶ στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­κό­μα τοὺς νο­σταλ­γῶ, εἰ­δι­κὰ τὸν χει­μώ­να ποὺ ἀ­νοί­γω τὶς μπαλ­κο­νό­πορ­τες γιὰ ν’ ἀ­ε­ρί­σω τὰ δω­μά­τια καὶ ὁ ἄ­νε­μος κά­νει τὰ ἀν­τι­κεί­με­να νὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πέ­σουν κι ἐ­μᾶς νὰ πά­θου­με πνευ­μο­νί­α… Στὴν κου­ζί­να ὑ­πῆρ­χε μιὰ ξύ­λι­νη σκά­λα. Ὅ­ταν μα­ζευ­ό­μα­στε καὶ τὰ ὀ­χτὼ ἐγ­γό­νια, παί­ζα­με στὰ σκα­λο­πά­τια της τὰ «ἀ­γάλ­μα­τα». Στὴν κου­πα­στή της κά­να­με τσου­λή­θρα. Στὸ τέρ­μα της ὑ­πῆρ­χε τὸ μα­γι­κό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, μιὰ μι­κρού­λα ἀ­πο­θή­κη, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν νὰ μποῦ­με τὰ παι­διά. Μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν κορ­φὴ τῆς σκά­λας καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τῆς πόρ­τας, προ­σπα­θού­σα­με ἀ­πε­γνω­σμέ­να νὰ δι­α­κρί­νου­με κά­τι. Μί­α ξα­δέρ­φη μας κο­κο­ρευ­ό­ταν πὼς εἶ­χε μπεῖ μέ­σα. Ἀλ­λὰ δὲν τὴν πο­λυ­πι­στεύ­α­με, για­τὶ ὅ­ταν τὴ ρω­τού­σα­με τί ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ, μᾶς ἀ­παν­τοῦ­σε «πα­λιὰ πράγ­μα­τα». Μιὰ φο­ρὰ μπῆ­κα κ’ ἐ­γὼ στὴν ἀ­πο­θη­κού­λα. Μὲ βά­λα­νε γιὰ λί­γο καὶ ἀ­μέ­σως, μὲ βγά­λα­νε ἔ­ξω. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε μιὰ χαρ­τό­κου­τα. Δὲν εἶ­δα οὔ­τε, βέ­βαια, ἀ­πο­κό­μι­σα κα­νέ­να θη­σαυ­ρό. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­κτή­σω οὔ­τε ἕ­να κρυ­σταλ­λά­κι πα­λαι­οῦ πο­λυ­ε­λαί­ου καὶ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀ­πο­θή­κης δὲν λύ­θη­κε. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ μ’ ἀ­ρέ­σει τώ­ρα νὰ τρι­γυρ­νά­ω στὸ Μο­να­στη­ρά­κι καὶ νὰ ψα­χου­λεύ­ω στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα καὶ ἀν­τι­κεί­με­να. Οἱ φί­λοι μου ἀ­πο­ροῦν για­τί, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με ἐλ­λεί­ψεις, τὸ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι. Οἱ κα­κο­προ­αί­ρε­τοι ἄ­δι­κα προ­σπά­θη­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν κά­ποι­α κτη­τι­κὴ μα­νί­α. Κι ἐ­γώ, μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό μου πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὸ Γι­ου­σου­ρούμ, ἡ σου­ρε­α­λι­στι­κή του ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τ’ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν «ζή­σει». Πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει τὰ ἀ­σή­μαν­τα ἢ σπα­σμέ­να νὰ γειτ­νιά­ζουν μὲ αὐ­τὰ ποὺ θε­ω­ροῦ­με ὡ­ραῖ­α καὶ σπου­δαῖα. Μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ βρί­σκο­μαι στὸν δρό­μο ποὺ περ­νᾶ στὸ πλά­ι τοῦ Θη­σεί­ου, για­τὶ κοι­τών­τας τὴν στο­ὰ τοῦ Ἀτ­τά­λου, τὴν Ἀ­κρό­πο­λη, τὸ να­ὸ τοῦ Ἡ­φαί­στου, τὰ νε­ο­κλα­σι­κὰ καὶ τὸ τρέ­νο ποὺ περ­νᾶ, νοι­ώ­θω πὼς μπαί­νω σὲ πί­να­κα τοῦ Ντὲ Κί­ρι­κο. Μὲ ἀ­πω­θη­μέ­νο τὴν ἀ­πο­θή­κη τῆς για­γιᾶς, μπο­ρεῖ ὅ­λ’ αὐ­τὰ ν’ ἀ­ναι­ροῦν­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Οἱ Λί­βυ­οι


striggarielena-oilibyoi-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη


Οἱ Λί­βυ­οι


02-SigmaΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΑΣ, πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­τοι­κοῦ­σαν δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες εὔ­πο­ρων Λί­βυ­ων. Στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο ἔ­με­ναν ὁ Ὀμ­ρὰν μὲ τὴ γυ­ναί­κα του Φά­τμα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους καὶ στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο, ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­δερ­φὸς τοῦ Ὀμ­ράν, ὁ Φὶ­κρ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἀ­σου­άτ, μὲ τὰ ἑ­φτὰ ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους. Καὶ οἱ δύ­ο γυ­ναῖ­κες τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν φο­ροῦ­σαν μαν­τί­λα μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη ἀμ­φί­ε­ση. Ἡ Φά­τμα ἦ­ταν ὄ­μορ­φη καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη. Μι­λοῦ­σε καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὴν πα­τρί­δα της εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν Ἰ­α­τρι­κή. Ἡ Ἀ­σου­ὰτ ἦ­ταν «ζου­λά­πι», ποὺ λέ­με. Μά­λι­στα, μιὰ φο­ρὰ τῆς ἔ­βα­λαν τὶς φω­νὲς για­τὶ κρέ­μα­γε στὸ σκοι­νὶ ποὺ ἁ­πλώ­νου­με τὰ ροῦ­χα, στὸ μπαλ­κό­νι, κομ­μά­τια κρέ­α­τα γιὰ νὰ ξε­ρα­θοῦν, καὶ με­τὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, νὰ τὰ φά­νε!

       Καὶ οἱ δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν Λί­βυ­ων ἦ­ταν φα­σα­ρι­ό­ζι­κοι μὲ τό­σα παι­διά. Πα­ρα­πο­νι­ό­μου­να ἔν­το­να, μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν πο­λύ, ὅ­ταν κοι­μό­μουν. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τοὶ τοῦ πέμ­πτου, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Ὡ­στό­σο φι­λο­ξε­νοῦ­σα τὸν με­γά­λο τους γιὸ κά­θε μέ­ρα στὸ σπί­τι μου. Ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μὲ τὸν δι­κό μου γιό. Τοὺς πή­γαι­να βόλ­τες σὲ δρώ­με­να καὶ ἀλ­λοῦ καί, κυ­ρί­ως, σὲ τα­βέρ­νες, για­τὶ καὶ στοὺς δύ­ο ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια…

       Μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ (ἦ­ταν 28η Ὀ­κτω­βρί­ου, για­τὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὸν γιό μου γιὰ τὴν μα­θη­τι­κὴ πα­ρέ­λα­ση στὸ Σύν­ταγ­μα), ἐ­κεῖ ποὺ το­πο­θε­τοῦ­σα τὸ σῆ­μα τοῦ σχο­λεί­ου στὸ στῆ­θος του, πά­νω στὴ στο­λή του, ἀ­κού­στη­καν κραυ­γὲς καὶ γο­ε­ρὸ κλά­μα ἀ­πὸ πά­νω, στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο. Ἔ­διω­ξα τὸ παι­δὶ καὶ πῆ­γα νὰ δῶ τί συ­νέ­βαι­νε. Εἶ­χε πε­θά­νει ὁ Ὀμ­ράν ἀ­πὸ καρ­διὰ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Φά­τμα ὀ­δύ­ρον­ταν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, εἰ­δο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φω­νές της, ὅ­λοι οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της νὰ τῆς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν καὶ νὰ τὴν συλ­λυ­πη­θοῦν. Σὲ λί­γο πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ συν­νυ­φά­δα της, ἡ Ἀ­σου­άτ, ἡ Λί­βυ­α τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου. Δὲν συλ­λυ­πή­θη­κε καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ ὕ­φος κυ­ρί­αρ­χης. Φυ­σι­κὰ σχο­λι­ά­στη­κε.

       Κά­τσα­με δυ­ὸ-τρεῖς ὧ­ρες, οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὸν πέμ­πτο μὲ τὴν Φά­τμα. Με­τά, βά­ση ἑ­νὸς νό­μου ἢ συ­νή­θειας τῆς Λι­βύ­ης ποὺ θέ­λει ὅ­ταν πε­θαί­νει κά­ποι­ος νὰ τὸν κλη­ρο­νο­μεῖ ὁ ἀ­μέ­σως με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δερ­φός του, χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α, οἱ συγ­γε­νεῖς τὴν πέ­τα­ξαν τὴ χή­ρα Φά­τμα, σὰν τὴν τρί­χα ἀ­π’ τὸ ζυ­μά­ρι, στὸ δρό­μο. Τῆς πῆ­ραν τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, τὸ σπί­τι, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το BMW ποὺ εἶ­χε ὁ ἄν­τρας της, τὰ πάν­τα. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὴν ἔ­στει­λαν πί­σω στὴν Λι­βύ­η, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα παι­διά της καὶ τρεῖς-τέσ­σε­ρεις βα­λί­τσες μό­νο ἀ­π’ ὅ­λο το νοι­κο­κυ­ριό της. Ὅ­ταν τοὺς ἔ­παιρ­νε τὸ τα­ξὶ ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά μας τοὺς κα­τευ­ο­δώ­σα­με καὶ τοὺς κου­νή­σα­με τὸ χέ­ρι μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ γιός μου. Οἱ συγ­γε­νεῖς τους ποὺ τό­σα τοὺς πῆ­ραν οὔ­τε ἕ­να κα­τευ­ό­διο δὲν τοὺς ἔ­δω­σαν!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


striggarielena-kalastoicheia-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


01-FiΤΑΣΑΝ νοι­κά­ρη­δες και­νούρ­γιοι στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Με­τα­κο­μί­ζα­νε ἀ­να­πο­φά­σι­στοι τὰ ἔ­πι­πλά τους πό­τε ἐ­δῶ, πό­τ’ ἐ­κεῖ, σούρ­νον­τάς τα στὸ πά­τω­μα, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Γρά­φαν κά­τι ἀ­παί­σιους ἤ­χους: «Γρρρρ» κά­ναν τὰ βα­ριὰ κομ­μά­τια, ὅ­ταν δι­έ­νυ­αν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση, καὶ κο­φτὸ πα­χὺ «Γρ», ὅ­ταν σπρώ­χνον­ταν λί­γο. Δι­α­πε­ρα­στι­κά, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὰ «Σί­ι­ιπ» βγά­ζαν τὰ πιὸ ἐ­λα­φριὰ στὶς με­γά­λες ἀ­πο­στά­σεις, κ’ ἕ­να «Σσς» χα­μη­λό­φω­νο στὶς μι­κρές.

       Βέ­βαι­α οἱ ἦ­χοι δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ ποὺ γρά­φω ‘δῶ. Τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν μιὰν ἄλ­λη γλώσ­σα, δι­κιά τους, ποὺ δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­π’ τοὺς συν­δυα­σμοὺς τῶν εἰ­κο­σι­τεσ­σά­ρων γραμ­μά­των μας. Πάν­τως, πε­ρί­που ἔ­τσι κά­να­νε: «Γρρρρ» καὶ «Γρ», «Σί­ι­ιπ» καὶ «Σσς». Μοῦ ’χα­νε σπά­σει τὰ νεῦ­ρα!

       Ἀ­δύ­να­το νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα. Ἕ­ως ὅ­του θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή:

       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι βε­λα­νί­δι» ἔ­λε­γε ἡ μά­να μου. «Καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ‘ναι;» ρώ­τα­γα. Κ’ ἐ­κεί­νη, βα­ρι­α­στε­νά­ζον­τας: «Ξέ­ρω ἐ­γώ; Τί­πο­τε! Τί ἄλ­λο; Βε­λα­νί­δι εἶ­ναι, παι­δά­κι μου!..» Καὶ γυ­ρί­ζα­νε σπί­τι μὲ γι­ο­μά­τη τὴν τσάν­τα της βα­λα­νί­δια, ποὺ τά ’­βα­φα, τοὺς κόλ­λα­γα κ’ ἕ­να φτε­ρὸ καὶ γί­νον­ταν ἀν­θρω­πά­κια μὲ κα­πέ­λο καὶ λο­φί­ο, τὰ χώ­ρι­ζα —ἀ­πὸ δῶ τὰ βα­λα­νί­δια, ἀ­πὸ κεῖ τὰ κα­πε­λά­κια τους— καὶ γί­νον­ταν κο­λι­ὲ τὰ μέν, πο­τη­ρά­κια-γοῦρ­νες-κο­λυμ­πῆ­θρες-πέ­τρες δα­χτυ­λι­δι­ῶν τὰ δέ, τὰ ἔ­σκι­ζα στὴ μέ­ση, ἔ­βγα­ζα τὸν καρ­πὸ καὶ τὰ ἔ­κα­να κού­νια γιὰ τὴν Το­σο­δού­λα, βάρ­κες ἢ ―ἀ­νά­πο­δα― κα­βού­κια χε­λώ­νας καὶ ἄλ­λα ποὺ τώ­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι. (Γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο μά­ζευ­α χα­λα­σμέ­νους γλόμ­πους, κα­πά­κια ἀ­πὸ μπο­τί­λι­ες, κου­ρέ­λια, κόκ­κα­λα σου­πιᾶς, ξύ­λα, χάν­τρες καὶ πού­λι­ες, ποὺ μοῦ ἔ­δι­ναν τσιγ­γού­νι­κα οἱ μο­δί­στρες, κα­θὼς καὶ κομ­μά­τια ἀ­πὸ χα­λα­σμέ­να παι­γνί­δια. Γε­νι­κὰ ―πε­ρι­έρ­γως― σὰν θρη­σκεί­α ἢ πο­λι­τι­κή, ὅ,τι σπα­σμέ­νο ἢ ξε­κοι­λι­α­σμέ­νο, τό ’­χα σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­κτί­μη­ση ἀ­π’ τὸ γε­ρό, τὸ και­νούρ­γιο.)

       Λοι­πόν, κον­τεύ­ον­τας νὰ πά­θω κρί­ση νευ­ρι­κὴ ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἤ­χων ποὺ γρά­φαν οἱ τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου τσου­λών­τας τὰ ἔ­πι­πλά τους πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου (τί «πά­νω»; «μέ­σα» στὸ κε­φά­λι μου!) θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή, κι ἀ­μέ­σως, δί­χως κό­πο, τὰ «Γρρρρ» καὶ «Γρ», τὰ Σί­ι­ιπ» καὶ Σσς», γί­να­νε βρυ­χηθ­μοὶ θη­ρί­ων καὶ σφυ­ρίγ­μα­τα ἑρ­πε­τῶν! Ἄλ­λο νὰ σᾶς τὸ λέ­ω κι ἄλ­λο νὰ τὰ ἀ­κοῦ­τε! Θὰ μέ­να­τε ἔκ­πλη­κτοι. Δὲν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς μοι­ά­ζου­νε!.. Με­τα­κο­μί­ζον­τας κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸν ἀ­πὸ πά­νω σας ὄ­ρο­φο θὰ μὲ δι­και­ώ­σε­τε.

       Οἱ ἴ­διοι ἦ­χοι ποὺ πρὶν μὲ κά­να­νε ἔ­ξω φρε­νῶν, τώ­ρα μὲ γο­ή­τευ­αν! Τέ­τοι­α φυ­σι­ο­λα­τρί­α δὲν τὴν πε­ρί­με­να ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Με­γα­λεῖ­α! Ζούγ­κλα ὁ­λά­κε­ρη – κα­τα­δι­κιά μου!..

       Ἀ­φοῦ τὴν ἀ­πό­λαυ­σα γιὰ λί­γο, ἀ­πο­τέ­λει­ω­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα – ἔ­χον­τας τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση πού ’­χε ἄν­θρω­πος μό­νος στὴ φύ­ση καὶ δὴ τὴν ἄ­γρια, ὅ­που τα φθαρ­τὰ μι­κραί­νουν καὶ τὰ αἰ­ώ­νια βα­ραί­νουν. Καί, ἀ­πο­λύ­τως σί­γου­ρη πὼς ὅ,τι ση­μεί­ω­σα ὡς «κα­λὸ στοι­χεῖ­ο» στὸ βι­βλί­ο μου ἤ­τα­νε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο, ξά­πλω­σα στὸ κλα­ρί μου καὶ κοι­μή­θη­κα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: περ. Τε­τρά­μη­να, ἀρ. 13, Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1977.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ Ἑ­λέ­νη


striggarielena-ieleni-eikona-01


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Ἡ Ἑ­λέ­νη


06-sΑΡΑΝΤΑΡΙΣΕ ὁ παπ­πούς. Κι αὐ­τὸς καὶ τ’ ἀ­δέρ­φια του ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­νοι καὶ μό­νοι. (Ὁ κό­σμος τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Κα­λό­γη­ρους» καὶ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ὅ­που ζοῦ­σαν τὴν ὀ­νό­μα­ζαν τῶν «Κα­λο­γή­ρων».) Ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­μως, πα­ρὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τους, ὀ­νει­ρευ­όν­του­σαν νὰ φτιά­ξουν, ἐ­πι­τέ­λους, ὁ κα­θέ­νας τους δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια. Νὰ ζή­σου­νε ἀν­θρώ­πι­να. Νὰ χα­ροῦ­νε παι­διά, ποὺ δὲν θὰ ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­να, κι ἂν ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός, καὶ ἐγ­γό­νια. Πρῶ­τα, ἀ­πο­κα­τέ­στη­σαν τὶς ἀ­δερ­φές τους. Τὶς κα­λο­προί­κι­σαν καὶ τὶς τα­κτο­ποί­η­σαν, τώ­ρα ποὺ εἶ­χαν μπεῖ κι αὐ­τοὶ σὲ μιὰ σει­ρά. Με­τά, ἕ­να-ἕ­να παν­τρεύ­τη­καν καὶ τὰ ἀ­γό­ρια. Ὁ παπ­πούς μου πῆ­ρε, βέ­βαι­α, τὴν για­γιά μου, ποὺ ἤ­τα­νε τό­τε κο­ρί­τσι εἴ­κο­σι χρο­νῶν. Δὲν ξέ­ρω ἂν πέ­ρα­σαν κα­λὰ μα­ζί. Ἡ για­γιὰ δὲν μοῦ εἶ­χε ἀ­να­φέ­ρει οὔ­τε ἕ­να πα­ρά­πο­νο. Μά­λι­στα, τὸν θε­ω­ροῦ­σε πρά­ο, κα­λό­βο­λο ἄν­θρω­πο καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σε­μνό. Μοῦ ’­δει­χνε πῶς τοῦ ἔ­κο­βε τσιμ­πιὰ μὲ τὸ με­γά­λο καὶ τὸ δεύ­τε­ρο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ της, ὅ­ταν παί­ζα­νε στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­τα­νε νὰ πε­θαί­νεις ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Ὅ­μως ὁ παπ­πούς, λέ­ει, γε­λοῦ­σε! Ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δυ­να­τός. Αὐ­τό, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν για­γιά, τὸ ἔ­λε­γαν καὶ οἱ ἄλ­λοι. Ἀ­πό­δει­ξη καὶ τὸ σπά­νιου με­γέ­θους δα­χτυ­λί­δι του, ποὺ τὸ ἔ­χου­με ἀ­κό­μα. Δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει πα­ρό­μοι­ο. Λοι­πόν, πα­ρ’ ὅ­τι ἡ για­γιὰ μοῦ ’λε­γε πώς, τώ­ρα, ζεῖ πιὸ κα­λά, θὰ πρέ­πει νὰ μὴν πέ­ρα­σε καὶ ἄ­σχη­μα μα­ζί του. Πα­ρέ­α, ἔ­ζη­σαν μο­νά­χα λί­γα χρό­νια. Κά­να­νε τέσ­σε­ρα παι­διά. Μά, ὁ παπ­ποὺς δὲν τὰ χά­ρη­κε, οὔ­τε καὶ τὰ προ­στά­τε­ψε ὅ­σο θά ’­θε­λε. Πέ­θα­νε, τὸ 1933, τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴ γέν­νη­ση τῆς μη­τέ­ρας μου, τοῦ μι­κρό­τε­ρου παι­διοῦ του. Τὸν τρό­μα­ξε ὁ ἕ­νας του ἀ­δελ­φός, μὲ φω­νὲς καὶ προ­τε­τα­μέ­νη κα­τα­πά­νω του μιὰ κα­ραμ­πί­να γιὰ κτη­μα­τι­κὲς δι­α­φο­ρές. Τοῦ ’­σπα­σε τὴν χο­λή, τὸν ἔ­στει­λε στὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» κ’ ὕ­στε­ρα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Για­υτό, ἐ­μεῖς, τὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» οὔ­τε ποὺ θέ­λου­με νὰ τὸν ἀ­κοῦ­με, δὲν τὸν ἐμ­πι­στευ­ό­μα­στε καί, βέ­βαι­α, δὲν χω­νέ­ψα­με πο­τὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­νεκ­δι­ή­γη­το θεῖο. Ἔ­μει­νε ἡ για­γιὰ νὰ με­γα­λώ­νει τέσ­σε­ρα παι­διὰ στὴν ἀρ­χή, πιὸ ὕ­στε­ρα τρί­α καὶ στὸ τέ­λος δύ­ο. Πα­ρό­τι ἦ­ταν μά­να τῶν ὀρ­φα­νῶν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τους, τὴν ἔ­συ­ραν στὰ δι­κα­στή­ρια, γιὰ τὴν ἐξ ἀ­δι­αι­ρέ­του κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν ἀ­δερ­φῶν Κα­λό­γη­ρων, ἐ­πὶ εἰ­κο­σι­έ­να χρό­νια. Πι­έ­ζα­νε τὴν με­γα­λύ­τε­ρή της κό­ρη, τὴν Ἑ­λέ­νη, νὰ κα­τα­θέ­σει πὼς δὲν πέρ­να­γε κα­λά, γιὰ νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν μέ­σῳ της τὴν κη­δε­μο­νί­α τῶν παι­δι­ῶν, τὴ δι­α­χεί­ρι­ση καὶ τοῦ με­ρι­δί­ου τῆς για­γιᾶς μου. Ἡ Ἑ­λέ­νη, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὴν πί­ε­ση, δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν παι­δὶ μὲ μιὰ σφαί­ρα ἔ­φυ­γε ἀ­π’ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὴν σκό­τω­σε κά­ποι­ος ἁ­ψύς, για­τί δὲν τὸν ὑ­πά­κου­σε. Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὴν βρή­κα­νε ἡ θεί­α Λί­κα κι ἡ μα­μά, ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ντι­βά­νι σὰν ζων­τα­νή – μὲ μιὰ μι­κρού­λα τρύ­πα στὴν καρ­διά. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α βρῆ­κε τὸ ὅ­πλο κι ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς πὼς ἤ­τα­νε παρ­θέ­να. Εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο τί ἄ­θλι­ες, ἀ­πί­θα­νες ἱ­στο­ρί­ες φτιά­ξα­νε με­τά, γι’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­πό­θε­ση. Ὅ­μως, ὁ κό­σμος, ποὺ γνώ­ρι­ζε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ τὸ γε­γο­νὸς τῆς δι­κα­στι­κῆς ἀν­τι­δι­κί­ας δὲν τοὺς ἔ­δι­νε βά­ση. Ἐ­ξάλ­λου, οἱ φταῖ­χτες πέ­φτα­νε σὲ ἀν­τι­φά­σεις, σὲ ὅ­ποι­αν αὐ­το­σχέ­δια ἱ­στο­ρί­α δι­η­γόν­ταν. Γιὰ τύ­ψεις, με­τα­μέ­λεια, οὔ­τε λό­γος. Πε­ρα­σμέ­να-ξε­χα­σμέ­να, κα­θὼς στα­μά­τη­σαν καὶ οἱ ἔ­ρευ­νες, λό­γῳ τοῦ πο­λέ­μου καὶ πο­τὲ δὲν βγῆ­κε ἄ­κρη…

          Μὲ θύ­μω­νε αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α. Χα­ραγ­μέ­νη στὴν ψυ­χὴ μέ­νει ἀ­κό­μη. Θυ­μᾶ­μαι πό­σο ἤ­θε­λα νὰ μπο­ρέ­σω νὰ ξεμ­προ­στιά­σω τοὺς ἄ­θλιους φταῖ­χτες, γιὰ νὰ τι­μω­ρη­θοῦν. Νὰ ἐκ­δι­κη­θῶ τὸν θά­να­το τῆς χα­μέ­νης Ἑ­λέ­νης (πού μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά της) καὶ ν’ ἁ­πα­λύ­νω λι­γά­κι τὸν ἀ­πέ­ραν­το πό­νο τῆς για­γιᾶς. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ θεῖ­ος μου, ὁ ψυ­χί­α­τρος, μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ με­λαγ­χο­λί­α ἡ Ἑ­λέ­νη. Τὸν πι­στεύ­ω, ἀλ­λά, κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, πι­στεύ­ω ἀ­κό­μα καὶ στὰ λό­για τῆς για­γιᾶς, πὼς τὴν σκό­τω­σαν τὴν Ἑ­λέ­νη. Στὸ κά­τω-κά­τω, ἡ με­λαγ­χο­λί­α χρει­ά­ζε­ται, φαν­τά­ζο­μαι, μιὰν αἰ­τί­α γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ, νὰ χει­ρο­τε­ρέ­ψει, νὰ προ­βεῖ σὲ μοι­ραί­α πρά­ξη. Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, πο­τὲ δὲν θὰ μά­θω, ἀ­κρι­βῶς τί συ­νέ­βη.

           Θὰ μεί­νω μπερ­δε­μέ­νη κι ὀρ­γι­σμέ­νη. Στὴ μνή­μη τῆς Ἑ­λέ­νης, θ’ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ παλ­μοὶ καὶ θὰ βουρ­κώ­νω…

           Κα­η­μέ­νη θεί­α!

           Κα­η­μέ­νη Ἑ­λέ­νη!..

           Κα­η­μέ­νο παι­δί, πο­νε­μέ­νο!..

           Τρυ­φε­ρό μου ἀ­πάγ­κιο, χα­μέ­νο…

          Νὰ τρι­γυρ­νᾶς στοῦ πα­ρα­δεί­σου τὶς ἀ­λέ­ες γε­λα­στή. Νὰ μὴν θυ­μᾶ­σαι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).