Ἕλενα Στριγγάρη: Οἱ Λί­βυ­οι


striggarielena-oilibyoi-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη


Οἱ Λί­βυ­οι


02-SigmaΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΑΣ, πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­τοι­κοῦ­σαν δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες εὔ­πο­ρων Λί­βυ­ων. Στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο ἔ­με­ναν ὁ Ὀμ­ρὰν μὲ τὴ γυ­ναί­κα του Φά­τμα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους καὶ στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο, ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­δερ­φὸς τοῦ Ὀμ­ράν, ὁ Φὶ­κρ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἀ­σου­άτ, μὲ τὰ ἑ­φτὰ ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους. Καὶ οἱ δύ­ο γυ­ναῖ­κες τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν φο­ροῦ­σαν μαν­τί­λα μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη ἀμ­φί­ε­ση. Ἡ Φά­τμα ἦ­ταν ὄ­μορ­φη καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη. Μι­λοῦ­σε καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὴν πα­τρί­δα της εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν Ἰ­α­τρι­κή. Ἡ Ἀ­σου­ὰτ ἦ­ταν «ζου­λά­πι», ποὺ λέ­με. Μά­λι­στα, μιὰ φο­ρὰ τῆς ἔ­βα­λαν τὶς φω­νὲς για­τὶ κρέ­μα­γε στὸ σκοι­νὶ ποὺ ἁ­πλώ­νου­με τὰ ροῦ­χα, στὸ μπαλ­κό­νι, κομ­μά­τια κρέ­α­τα γιὰ νὰ ξε­ρα­θοῦν, καὶ με­τὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, νὰ τὰ φά­νε!

       Καὶ οἱ δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν Λί­βυ­ων ἦ­ταν φα­σα­ρι­ό­ζι­κοι μὲ τό­σα παι­διά. Πα­ρα­πο­νι­ό­μου­να ἔν­το­να, μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν πο­λύ, ὅ­ταν κοι­μό­μουν. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τοὶ τοῦ πέμ­πτου, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Ὡ­στό­σο φι­λο­ξε­νοῦ­σα τὸν με­γά­λο τους γιὸ κά­θε μέ­ρα στὸ σπί­τι μου. Ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μὲ τὸν δι­κό μου γιό. Τοὺς πή­γαι­να βόλ­τες σὲ δρώ­με­να καὶ ἀλ­λοῦ καί, κυ­ρί­ως, σὲ τα­βέρ­νες, για­τὶ καὶ στοὺς δύ­ο ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια…

       Μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ (ἦ­ταν 28η Ὀ­κτω­βρί­ου, για­τὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὸν γιό μου γιὰ τὴν μα­θη­τι­κὴ πα­ρέ­λα­ση στὸ Σύν­ταγ­μα), ἐ­κεῖ ποὺ το­πο­θε­τοῦ­σα τὸ σῆ­μα τοῦ σχο­λεί­ου στὸ στῆ­θος του, πά­νω στὴ στο­λή του, ἀ­κού­στη­καν κραυ­γὲς καὶ γο­ε­ρὸ κλά­μα ἀ­πὸ πά­νω, στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο. Ἔ­διω­ξα τὸ παι­δὶ καὶ πῆ­γα νὰ δῶ τί συ­νέ­βαι­νε. Εἶ­χε πε­θά­νει ὁ Ὀμ­ράν ἀ­πὸ καρ­διὰ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Φά­τμα ὀ­δύ­ρον­ταν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, εἰ­δο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φω­νές της, ὅ­λοι οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της νὰ τῆς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν καὶ νὰ τὴν συλ­λυ­πη­θοῦν. Σὲ λί­γο πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ συν­νυ­φά­δα της, ἡ Ἀ­σου­άτ, ἡ Λί­βυ­α τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου. Δὲν συλ­λυ­πή­θη­κε καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ ὕ­φος κυ­ρί­αρ­χης. Φυ­σι­κὰ σχο­λι­ά­στη­κε.

       Κά­τσα­με δυ­ὸ-τρεῖς ὧ­ρες, οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὸν πέμ­πτο μὲ τὴν Φά­τμα. Με­τά, βά­ση ἑ­νὸς νό­μου ἢ συ­νή­θειας τῆς Λι­βύ­ης ποὺ θέ­λει ὅ­ταν πε­θαί­νει κά­ποι­ος νὰ τὸν κλη­ρο­νο­μεῖ ὁ ἀ­μέ­σως με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δερ­φός του, χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α, οἱ συγ­γε­νεῖς τὴν πέ­τα­ξαν τὴ χή­ρα Φά­τμα, σὰν τὴν τρί­χα ἀ­π’ τὸ ζυ­μά­ρι, στὸ δρό­μο. Τῆς πῆ­ραν τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, τὸ σπί­τι, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το BMW ποὺ εἶ­χε ὁ ἄν­τρας της, τὰ πάν­τα. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὴν ἔ­στει­λαν πί­σω στὴν Λι­βύ­η, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα παι­διά της καὶ τρεῖς-τέσ­σε­ρεις βα­λί­τσες μό­νο ἀ­π’ ὅ­λο το νοι­κο­κυ­ριό της. Ὅ­ταν τοὺς ἔ­παιρ­νε τὸ τα­ξὶ ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά μας τοὺς κα­τευ­ο­δώ­σα­με καὶ τοὺς κου­νή­σα­με τὸ χέ­ρι μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ γιός μου. Οἱ συγ­γε­νεῖς τους ποὺ τό­σα τοὺς πῆ­ραν οὔ­τε ἕ­να κα­τευ­ό­διο δὲν τοὺς ἔ­δω­σαν!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).


		
Advertisements

Ἕλενα Στριγγάρη: Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


striggarielena-kalastoicheia-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


01-FiΤΑΣΑΝ νοι­κά­ρη­δες και­νούρ­γιοι στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Με­τα­κο­μί­ζα­νε ἀ­να­πο­φά­σι­στοι τὰ ἔ­πι­πλά τους πό­τε ἐ­δῶ, πό­τ’ ἐ­κεῖ, σούρ­νον­τάς τα στὸ πά­τω­μα, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Γρά­φαν κά­τι ἀ­παί­σιους ἤ­χους: «Γρρρρ» κά­ναν τὰ βα­ριὰ κομ­μά­τια, ὅ­ταν δι­έ­νυ­αν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση, καὶ κο­φτὸ πα­χὺ «Γρ», ὅ­ταν σπρώ­χνον­ταν λί­γο. Δι­α­πε­ρα­στι­κά, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὰ «Σί­ι­ιπ» βγά­ζαν τὰ πιὸ ἐ­λα­φριὰ στὶς με­γά­λες ἀ­πο­στά­σεις, κ’ ἕ­να «Σσς» χα­μη­λό­φω­νο στὶς μι­κρές.

       Βέ­βαι­α οἱ ἦ­χοι δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ ποὺ γρά­φω ‘δῶ. Τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν μιὰν ἄλ­λη γλώσ­σα, δι­κιά τους, ποὺ δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­π’ τοὺς συν­δυα­σμοὺς τῶν εἰ­κο­σι­τεσ­σά­ρων γραμ­μά­των μας. Πάν­τως, πε­ρί­που ἔ­τσι κά­να­νε: «Γρρρρ» καὶ «Γρ», «Σί­ι­ιπ» καὶ «Σσς». Μοῦ ’χα­νε σπά­σει τὰ νεῦ­ρα!

       Ἀ­δύ­να­το νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα. Ἕ­ως ὅ­του θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή:

       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι βε­λα­νί­δι» ἔ­λε­γε ἡ μά­να μου. «Καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ‘ναι;» ρώ­τα­γα. Κ’ ἐ­κεί­νη, βα­ρι­α­στε­νά­ζον­τας: «Ξέ­ρω ἐ­γώ; Τί­πο­τε! Τί ἄλ­λο; Βε­λα­νί­δι εἶ­ναι, παι­δά­κι μου!..» Καὶ γυ­ρί­ζα­νε σπί­τι μὲ γι­ο­μά­τη τὴν τσάν­τα της βα­λα­νί­δια, ποὺ τά ’­βα­φα, τοὺς κόλ­λα­γα κ’ ἕ­να φτε­ρὸ καὶ γί­νον­ταν ἀν­θρω­πά­κια μὲ κα­πέ­λο καὶ λο­φί­ο, τὰ χώ­ρι­ζα —ἀ­πὸ δῶ τὰ βα­λα­νί­δια, ἀ­πὸ κεῖ τὰ κα­πε­λά­κια τους— καὶ γί­νον­ταν κο­λι­ὲ τὰ μέν, πο­τη­ρά­κια-γοῦρ­νες-κο­λυμ­πῆ­θρες-πέ­τρες δα­χτυ­λι­δι­ῶν τὰ δέ, τὰ ἔ­σκι­ζα στὴ μέ­ση, ἔ­βγα­ζα τὸν καρ­πὸ καὶ τὰ ἔ­κα­να κού­νια γιὰ τὴν Το­σο­δού­λα, βάρ­κες ἢ ―ἀ­νά­πο­δα― κα­βού­κια χε­λώ­νας καὶ ἄλ­λα ποὺ τώ­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι. (Γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο μά­ζευ­α χα­λα­σμέ­νους γλόμ­πους, κα­πά­κια ἀ­πὸ μπο­τί­λι­ες, κου­ρέ­λια, κόκ­κα­λα σου­πιᾶς, ξύ­λα, χάν­τρες καὶ πού­λι­ες, ποὺ μοῦ ἔ­δι­ναν τσιγ­γού­νι­κα οἱ μο­δί­στρες, κα­θὼς καὶ κομ­μά­τια ἀ­πὸ χα­λα­σμέ­να παι­γνί­δια. Γε­νι­κὰ ―πε­ρι­έρ­γως― σὰν θρη­σκεί­α ἢ πο­λι­τι­κή, ὅ,τι σπα­σμέ­νο ἢ ξε­κοι­λι­α­σμέ­νο, τό ’­χα σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­κτί­μη­ση ἀ­π’ τὸ γε­ρό, τὸ και­νούρ­γιο.)

       Λοι­πόν, κον­τεύ­ον­τας νὰ πά­θω κρί­ση νευ­ρι­κὴ ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἤ­χων ποὺ γρά­φαν οἱ τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου τσου­λών­τας τὰ ἔ­πι­πλά τους πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου (τί «πά­νω»; «μέ­σα» στὸ κε­φά­λι μου!) θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή, κι ἀ­μέ­σως, δί­χως κό­πο, τὰ «Γρρρρ» καὶ «Γρ», τὰ Σί­ι­ιπ» καὶ Σσς», γί­να­νε βρυ­χηθ­μοὶ θη­ρί­ων καὶ σφυ­ρίγ­μα­τα ἑρ­πε­τῶν! Ἄλ­λο νὰ σᾶς τὸ λέ­ω κι ἄλ­λο νὰ τὰ ἀ­κοῦ­τε! Θὰ μέ­να­τε ἔκ­πλη­κτοι. Δὲν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς μοι­ά­ζου­νε!.. Με­τα­κο­μί­ζον­τας κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸν ἀ­πὸ πά­νω σας ὄ­ρο­φο θὰ μὲ δι­και­ώ­σε­τε.

       Οἱ ἴ­διοι ἦ­χοι ποὺ πρὶν μὲ κά­να­νε ἔ­ξω φρε­νῶν, τώ­ρα μὲ γο­ή­τευ­αν! Τέ­τοι­α φυ­σι­ο­λα­τρί­α δὲν τὴν πε­ρί­με­να ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Με­γα­λεῖ­α! Ζούγ­κλα ὁ­λά­κε­ρη – κα­τα­δι­κιά μου!..

       Ἀ­φοῦ τὴν ἀ­πό­λαυ­σα γιὰ λί­γο, ἀ­πο­τέ­λει­ω­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα – ἔ­χον­τας τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση πού ’­χε ἄν­θρω­πος μό­νος στὴ φύ­ση καὶ δὴ τὴν ἄ­γρια, ὅ­που τα φθαρ­τὰ μι­κραί­νουν καὶ τὰ αἰ­ώ­νια βα­ραί­νουν. Καί, ἀ­πο­λύ­τως σί­γου­ρη πὼς ὅ,τι ση­μεί­ω­σα ὡς «κα­λὸ στοι­χεῖ­ο» στὸ βι­βλί­ο μου ἤ­τα­νε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο, ξά­πλω­σα στὸ κλα­ρί μου καὶ κοι­μή­θη­κα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: περ. Τε­τρά­μη­να, ἀρ. 13, Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1977.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ Ἑ­λέ­νη


striggarielena-ieleni-eikona-01


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Ἡ Ἑ­λέ­νη


06-sΑΡΑΝΤΑΡΙΣΕ ὁ παπ­πούς. Κι αὐ­τὸς καὶ τ’ ἀ­δέρ­φια του ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­νοι καὶ μό­νοι. (Ὁ κό­σμος τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Κα­λό­γη­ρους» καὶ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ὅ­που ζοῦ­σαν τὴν ὀ­νό­μα­ζαν τῶν «Κα­λο­γή­ρων».) Ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­μως, πα­ρὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τους, ὀ­νει­ρευ­όν­του­σαν νὰ φτιά­ξουν, ἐ­πι­τέ­λους, ὁ κα­θέ­νας τους δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια. Νὰ ζή­σου­νε ἀν­θρώ­πι­να. Νὰ χα­ροῦ­νε παι­διά, ποὺ δὲν θὰ ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­να, κι ἂν ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός, καὶ ἐγ­γό­νια. Πρῶ­τα, ἀ­πο­κα­τέ­στη­σαν τὶς ἀ­δερ­φές τους. Τὶς κα­λο­προί­κι­σαν καὶ τὶς τα­κτο­ποί­η­σαν, τώ­ρα ποὺ εἶ­χαν μπεῖ κι αὐ­τοὶ σὲ μιὰ σει­ρά. Με­τά, ἕ­να-ἕ­να παν­τρεύ­τη­καν καὶ τὰ ἀ­γό­ρια. Ὁ παπ­πούς μου πῆ­ρε, βέ­βαι­α, τὴν για­γιά μου, ποὺ ἤ­τα­νε τό­τε κο­ρί­τσι εἴ­κο­σι χρο­νῶν. Δὲν ξέ­ρω ἂν πέ­ρα­σαν κα­λὰ μα­ζί. Ἡ για­γιὰ δὲν μοῦ εἶ­χε ἀ­να­φέ­ρει οὔ­τε ἕ­να πα­ρά­πο­νο. Μά­λι­στα, τὸν θε­ω­ροῦ­σε πρά­ο, κα­λό­βο­λο ἄν­θρω­πο καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σε­μνό. Μοῦ ’­δει­χνε πῶς τοῦ ἔ­κο­βε τσιμ­πιὰ μὲ τὸ με­γά­λο καὶ τὸ δεύ­τε­ρο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ της, ὅ­ταν παί­ζα­νε στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­τα­νε νὰ πε­θαί­νεις ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Ὅ­μως ὁ παπ­πούς, λέ­ει, γε­λοῦ­σε! Ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δυ­να­τός. Αὐ­τό, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν για­γιά, τὸ ἔ­λε­γαν καὶ οἱ ἄλ­λοι. Ἀ­πό­δει­ξη καὶ τὸ σπά­νιου με­γέ­θους δα­χτυ­λί­δι του, ποὺ τὸ ἔ­χου­με ἀ­κό­μα. Δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει πα­ρό­μοι­ο. Λοι­πόν, πα­ρ’ ὅ­τι ἡ για­γιὰ μοῦ ’λε­γε πώς, τώ­ρα, ζεῖ πιὸ κα­λά, θὰ πρέ­πει νὰ μὴν πέ­ρα­σε καὶ ἄ­σχη­μα μα­ζί του. Πα­ρέ­α, ἔ­ζη­σαν μο­νά­χα λί­γα χρό­νια. Κά­να­νε τέσ­σε­ρα παι­διά. Μά, ὁ παπ­ποὺς δὲν τὰ χά­ρη­κε, οὔ­τε καὶ τὰ προ­στά­τε­ψε ὅ­σο θά ’­θε­λε. Πέ­θα­νε, τὸ 1933, τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴ γέν­νη­ση τῆς μη­τέ­ρας μου, τοῦ μι­κρό­τε­ρου παι­διοῦ του. Τὸν τρό­μα­ξε ὁ ἕ­νας του ἀ­δελ­φός, μὲ φω­νὲς καὶ προ­τε­τα­μέ­νη κα­τα­πά­νω του μιὰ κα­ραμ­πί­να γιὰ κτη­μα­τι­κὲς δι­α­φο­ρές. Τοῦ ’­σπα­σε τὴν χο­λή, τὸν ἔ­στει­λε στὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» κ’ ὕ­στε­ρα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Για­υτό, ἐ­μεῖς, τὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» οὔ­τε ποὺ θέ­λου­με νὰ τὸν ἀ­κοῦ­με, δὲν τὸν ἐμ­πι­στευ­ό­μα­στε καί, βέ­βαι­α, δὲν χω­νέ­ψα­με πο­τὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­νεκ­δι­ή­γη­το θεῖο. Ἔ­μει­νε ἡ για­γιὰ νὰ με­γα­λώ­νει τέσ­σε­ρα παι­διὰ στὴν ἀρ­χή, πιὸ ὕ­στε­ρα τρί­α καὶ στὸ τέ­λος δύ­ο. Πα­ρό­τι ἦ­ταν μά­να τῶν ὀρ­φα­νῶν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τους, τὴν ἔ­συ­ραν στὰ δι­κα­στή­ρια, γιὰ τὴν ἐξ ἀ­δι­αι­ρέ­του κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν ἀ­δερ­φῶν Κα­λό­γη­ρων, ἐ­πὶ εἰ­κο­σι­έ­να χρό­νια. Πι­έ­ζα­νε τὴν με­γα­λύ­τε­ρή της κό­ρη, τὴν Ἑ­λέ­νη, νὰ κα­τα­θέ­σει πὼς δὲν πέρ­να­γε κα­λά, γιὰ νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν μέ­σῳ της τὴν κη­δε­μο­νί­α τῶν παι­δι­ῶν, τὴ δι­α­χεί­ρι­ση καὶ τοῦ με­ρι­δί­ου τῆς για­γιᾶς μου. Ἡ Ἑ­λέ­νη, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὴν πί­ε­ση, δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν παι­δὶ μὲ μιὰ σφαί­ρα ἔ­φυ­γε ἀ­π’ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὴν σκό­τω­σε κά­ποι­ος ἁ­ψύς, για­τί δὲν τὸν ὑ­πά­κου­σε. Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὴν βρή­κα­νε ἡ θεί­α Λί­κα κι ἡ μα­μά, ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ντι­βά­νι σὰν ζων­τα­νή – μὲ μιὰ μι­κρού­λα τρύ­πα στὴν καρ­διά. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α βρῆ­κε τὸ ὅ­πλο κι ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς πὼς ἤ­τα­νε παρ­θέ­να. Εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο τί ἄ­θλι­ες, ἀ­πί­θα­νες ἱ­στο­ρί­ες φτιά­ξα­νε με­τά, γι’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­πό­θε­ση. Ὅ­μως, ὁ κό­σμος, ποὺ γνώ­ρι­ζε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ τὸ γε­γο­νὸς τῆς δι­κα­στι­κῆς ἀν­τι­δι­κί­ας δὲν τοὺς ἔ­δι­νε βά­ση. Ἐ­ξάλ­λου, οἱ φταῖ­χτες πέ­φτα­νε σὲ ἀν­τι­φά­σεις, σὲ ὅ­ποι­αν αὐ­το­σχέ­δια ἱ­στο­ρί­α δι­η­γόν­ταν. Γιὰ τύ­ψεις, με­τα­μέ­λεια, οὔ­τε λό­γος. Πε­ρα­σμέ­να-ξε­χα­σμέ­να, κα­θὼς στα­μά­τη­σαν καὶ οἱ ἔ­ρευ­νες, λό­γῳ τοῦ πο­λέ­μου καὶ πο­τὲ δὲν βγῆ­κε ἄ­κρη…

          Μὲ θύ­μω­νε αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α. Χα­ραγ­μέ­νη στὴν ψυ­χὴ μέ­νει ἀ­κό­μη. Θυ­μᾶ­μαι πό­σο ἤ­θε­λα νὰ μπο­ρέ­σω νὰ ξεμ­προ­στιά­σω τοὺς ἄ­θλιους φταῖ­χτες, γιὰ νὰ τι­μω­ρη­θοῦν. Νὰ ἐκ­δι­κη­θῶ τὸν θά­να­το τῆς χα­μέ­νης Ἑ­λέ­νης (πού μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά της) καὶ ν’ ἁ­πα­λύ­νω λι­γά­κι τὸν ἀ­πέ­ραν­το πό­νο τῆς για­γιᾶς. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ θεῖ­ος μου, ὁ ψυ­χί­α­τρος, μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ με­λαγ­χο­λί­α ἡ Ἑ­λέ­νη. Τὸν πι­στεύ­ω, ἀλ­λά, κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, πι­στεύ­ω ἀ­κό­μα καὶ στὰ λό­για τῆς για­γιᾶς, πὼς τὴν σκό­τω­σαν τὴν Ἑ­λέ­νη. Στὸ κά­τω-κά­τω, ἡ με­λαγ­χο­λί­α χρει­ά­ζε­ται, φαν­τά­ζο­μαι, μιὰν αἰ­τί­α γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ, νὰ χει­ρο­τε­ρέ­ψει, νὰ προ­βεῖ σὲ μοι­ραί­α πρά­ξη. Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, πο­τὲ δὲν θὰ μά­θω, ἀ­κρι­βῶς τί συ­νέ­βη.

           Θὰ μεί­νω μπερ­δε­μέ­νη κι ὀρ­γι­σμέ­νη. Στὴ μνή­μη τῆς Ἑ­λέ­νης, θ’ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ παλ­μοὶ καὶ θὰ βουρ­κώ­νω…

           Κα­η­μέ­νη θεί­α!

           Κα­η­μέ­νη Ἑ­λέ­νη!..

           Κα­η­μέ­νο παι­δί, πο­νε­μέ­νο!..

           Τρυ­φε­ρό μου ἀ­πάγ­κιο, χα­μέ­νο…

          Νὰ τρι­γυρ­νᾶς στοῦ πα­ρα­δεί­σου τὶς ἀ­λέ­ες γε­λα­στή. Νὰ μὴν θυ­μᾶ­σαι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).