Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ: Σά­ρα Κίρς: Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή


4.1.1

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

.

Σά­ρα Κίρς:

Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή

.

Präludium γιὰ τὴν Sarah Kirsch

.

«KIRSCH» ση­μαί­νει πο­τὸ ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Πο­τὸ ἁ­ψὺ μὲ ἔν­το­νη γεύ­ση καὶ ἔν­το­νο χρῶ­μα, ἢ μᾶλ­λον σύμ­φυρ­ση πολ­λῶν ἔν­το­νων χρω­μά­των, ὅ­πως ἡ ποί­η­ση, ἡ γρα­φὴ τῆς Sarah Kirsch (Σά­ρα Κίρς, 1935-2013). Εἶ­ναι ἀ­κό­μη τὸ ἐ­πώ­νυ­μο τοῦ συ­ζύ­γου της, τοῦ ποι­η­τῆ Rainer Kirsch, τὸ ὁ­ποῖ­ο (γεν­νη­μέ­νη Bernstein) κρά­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμό τους, τὸ 1968. Ψευ­δω­νυ­μι­κὸ εἶ­ναι καὶ τὸ «Sarah», στὴ θέ­ση τοῦ «Ingrid», στὴ μνή­μη τῶν Ἑ­βραί­ων, τῶν θυ­μά­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος· ἀν­τί­δρα­ση καὶ στὸ ἀν­τι­ση­μι­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­που με­γά­λω­σε. Τὴν πα­ρα­τη­ρῶ, τὴν δι­α­βά­ζω καρ­κι­νι­κά, ἀ­πὸ τὸ τέ­λος πρὸς τὴν ἀρ­χή, καὶ δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι ὅ­λα στὴ γρα­φή της προ­οι­κο­νο­μοῦν­ται ἢ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­ται, χω­ρὶς τέ­λος καὶ χω­ρὶς ἀρ­χή. Χῶ­ρος καὶ χρό­νος ἑ­νο­ποι­οῦν­ται καὶ ἀλ­λη­λο­κα­ταρ­γοῦν­ται. Ἂς τὸ πῶ συγ­κε­κρι­μέ­να.

       Ὡ­ρί­μα­σε ὡς ποι­ή­τρια στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε τὸ 1968. Μί­α δε­κα­ε­τί­α ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν «ὑ­πό­θε­ση Biermann», ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὶς Ἀρ­χὲς τὴν ἄ­δεια νὰ πε­ρά­σει στὴν «ἀ­πέ­ναν­τι» πλευ­ρά. Ἡ ἀ­πό­δρα­σή της, τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ Goethe, ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὴν ἔ­θρε­ψε, ἔ­χει ἕ­να ἀ­πο­λύ­τως δι­ευ­ρυ­μέ­νο πο­λι­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­χθρός της δὲν εἶ­ναι ὁ κά­θε λο­γῆς –ι­σμός, τό­κος τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, ἀλ­λά, miserabile dictu, ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, κου­φό­νους λή­σταρ­χος τοῦ οἴ­κου του. Νέ­ο τεῖ­χος, ἀ­πόρ­θη­το, ἀ­δι­ά­τρη­το. Ἀ­πέ­ναν­τι στὸ κα­τὰ συρ­ρο­ὴν φο­νι­κὸ ἔ­χει καὶ ἡ Kirsch, ἡ ἔλ­λο­γη ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιά, τὰ δι­κά της ὅ­πλα, τὴν ὑ­πέ­ρυ­θρη γρα­φὴ ποὺ τρυ­πᾶ καὶ κα­τα­λύ­ει τὰ σκο­τά­δια. Τὸ 1993, στὴν ἀ­πο­νο­μὴ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βρα­βεί­ου στὸ Goethehaus στὴν Βα­ϊ­μά­ρη, εἶ­πε, ἀν­τὶ εὐ­χα­ρι­στή­ριας ὁ­μι­λί­ας, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει, εἶ­ναι νὰ γρά­φει ποι­ή­μα­τα καί, κα­τὰ βά­ση, «kleine Prosa», «μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα». Ἡ σύ­νο­ψη τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας της συ­να­ριθ­μεῖ 736 σε­λί­δες, ἰ­σά­ριθ­μη μὲ τοὺς δε­κά­δες ποι­η­τι­κοὺς κύ­κλους. Ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση ποί­η­σης καὶ πρό­ζας. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἰ­πώ­θη­κε ἄ­κρως συ­νο­πτι­κά: Der «Sarah-Sound». Ἀ­πὸ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὸς ὁ «ἦ­χος»; Ἀ­πὸ «στί­χους καὶ θαύ­μα­τα»: βο­ρει­ο­γερ­μα­νι­κὴ δι­ά­λε­κτος, ἀρ­χα­ϊ­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ πα­ρα­μυ­θη­τι­κοὶ ραν­τι­σμοί· ἀ­πο­στρο­φές, γλωσ­σι­κὰ παι­γνί­δια καὶ πί­να­κες. Λέ­ξεις ὑ­δά­τι­νες, λέ­ξεις γογ­γυ­σμοί, πα­φλα­σμοὶ κυ­μά­των, τι­τι­βί­σμα­τα καὶ ψι­θυ­ρι­σμοὶ μὲ ἐ­νερ­γεια­κὴ δύ­να­μη ἡ­φαι­στεί­ου ἢ κυ­κλώ­να ποὺ δὲν θὰ ξε­σπά­σουν. Οἱ ἐ­κρή­ξεις γί­νον­ταν τό­τε ποὺ πολ­λοὶ σι­ω­ποῦ­σαν ἢ μι­λοῦ­σαν ἀλ­λη­γο­ρι­κά, στὸ πε­ρί­κλει­στο Τεῖ­χος. Τὸ 1974 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Pantherfrau (Γυ­ναί­κα πάν­θη­ρας). Ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο πέ­ταγ­μα τῶν γλά­ρων καὶ βρυ­χᾶ­ται σὰν τί­γρη, βέ­βαι­η ὅ­τι οἱ γλά­ροι κα­τα­λα­βαί­νουν τὸν βρυ­χηθ­μό. Τό­τε αἰ­σθα­νό­ταν μό­νη, ἀλ­λὰ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς τῆς ἐ­ξό­δου ἔ­γι­νε ὁ­μα­δι­κός: Wolf Biermann, Reiner Kunze, Günter Kunert, Sarah Kirsch, Jurek Becker, Erich Loest, Thomas Brasch. Ἡ με­τα­φύ­τευ­ση τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς.

       Ἡ ἀ­πό­λυ­τη συ­νέ­πεια στὴ θε­ω­ρί­α καὶ τὴν πρά­ξη. Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle κι ἔ­γρα­ψε «βι­ο­λο­γι­κὰ» ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα μὲ με­λά­νι σέ­πια (σου­πιᾶς) καὶ πα­λαι­ο­μο­δί­τι­κη πέν­να. Ἀ­φή­γη­ση κου­βεν­τια­στή, ὅ­πως ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­νεὶς μὲ τὰ που­λιά, τὰ κα­τοι­κί­δια καὶ τὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους. Ἔ­τσι συ­νέ­θε­σε, ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὡς θαυ­μα­στὸ ἐ­πί­τευγ­μα, ὁ Beethoven τὴν «Ποι­με­νι­κὴ Συμ­φω­νί­α» του: «Δὲν τὴν ἔ­γρα­ψα ἐ­γώ, ἀλ­λὰ τὰ που­λιά.» Πε­ρί­που ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸν κύ­κλο Erdreich (Βα­σί­λει­ο τῆς γῆς, DVA 1982, 80):


Εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου ἕ­να που­λὶ δυ­ὸ πό­δια ψη­λό

Κα­θό­ταν στὸν δε­ξιὸ στῦ­λο

Τῆς δί­φυλ­λης πόρ­τας

Στὸ δι­α­λυ­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­στα­τι­κὸ

Τοῦ μυ­στα­κο­φό­ρου σὰν τὴ φώ­κια παπ­ποῦ μου.

Βλέ­πεις! μοῦ εἶ­πε κα­θὼς βγῆ­κα

Καὶ ἤ­χη­σε κά­πως ἐ­πι­τι­μη­τι­κά

Ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἤ­μουν χα­ρού­με­νη ποὺ εἶ­δα καὶ κα­τά­λα­βα.

                  («Ablösung», «Ἀ­πο­κο­πή», σελ. 80)


Οἱ τί­τλοι τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων ἔρ­γων της εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κοὶ τοῦ φυ­σι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ της: Landaufenthalt (Ὑ­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), Rückenwind (Νω­τια­ῖος ἄ­νε­μος, 1976), Wintergedichte (Χει­μω­νι­ά­τι­κα ποι­ή­μα­τα, 1978), Schneewärme (Θέρ­μη χι­ο­νιοῦ, 1989), Das simple Leben (Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή, 1994), Schwanenliebe (Κύ­κνει­ος ἔ­ρως, 2001). Ἔ­δω­σε πί­σω στὸν κό­σμο τὸν χα­μέ­νο ρυθ­μό. Καὶ ἂν αὐ­τὸ ἀ­κού­γε­ται ὑ­περ­βο­λι­κό, ἂς πι­στω­θεῖ στὸν προ­ο­ρι­σμὸ τοῦ ποι­η­τῆ, στὸν Friedrich Hölderlin, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν ὁ­ποῖ­ο χρω­στοῦν ὅ­λοι. Συλ­λέ­κτρια, για­τί ὄ­χι, θραυ­σμά­των τῆς γλώσ­σας, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμὸς ὅ­λων τῶν ἀ­λη­θι­νῶν ποι­η­τῶν. Κά­πως ἔ­τσι ἐν­νό­η­σε ὁ ρο­μαν­τι­κὸς Heinrich von Kleist τὴν Σπα­σμέ­νη στά­μνα (Der zerbrochne Krug, 1811). Ἕ­να θρυμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ριγ­μέ­νο σὲ κομ­μά­τια στὰ πέ­ρα­τα τῆς Γῆς ἀγ­γεῖ­ο. Ὁ ποι­η­τὴς εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς με­τὰ τὴν Βα­βὲλ ἐ­πο­χῆς, ποὺ δὲν μπό­ρε­σε ὡ­στό­σο νὰ ἐμ­πο­δί­σει κα­μί­α κα­τα­στρο­φή. Σὲ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν πλή­ρη ἀ­δυ­να­μί­α του, στὴν πε­ριτ­το­λο­γί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου ποὺ λέ­γε­ται γρα­φή, κρύ­βε­ται πα­ρα­δό­ξως ἕ­να πο­λύ­τι­μος προ­ο­ρι­σμός. Ἡ Kirsch αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «νη­φά­λια χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας». Οἱ λοι­πὲς δι­α­κη­ρύ­ξεις εἶ­ναι «στά­χτη στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου». Ὅ­μως, αὐ­τὸ τὸ «τί­πο­τε» εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ πο­λι­τι­κοῦ λό­γου. Ἐ­κεῖ κα­τοι­κεῖ τὸ «politikon zoon», χω­ρὶς νὰ μοι­ρά­ζε­ται σὲ πρό­σω­πο καὶ ἄ­το­μο, ἄν­θρω­πο καὶ πο­λί­τη. Ὁ κό­σμος τό­τε μπο­ρεῖ νὰ φω­λιά­σει σὲ ἕ­ναν στί­χο, ὅ­πως χώ­ρε­σαν σὲ ἕ­να χο­ρι­κὸ τοῦ Σο­φο­κλῆ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πο­ρεί­ας καὶ τὸ «δει­νόν», με­τὰ τὰ φυ­σι­κά, ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Τὸ ἐ­πι­κὸ ποί­η­μα ἢ πε­ζο­τρά­γου­δο τοῦ W.G. Sebald Nach der Natur (Ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, 1988) θέ­τει τοὺς ἴ­διους ὅ­ρους εὐ­θύ­νης τοῦ πο­λί­τη καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ἡ Sarah Kirsch τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ Friedrich-Hölderlin-Preis (1984) καὶ Georg-Büchner-Preis (1996), ἀ­πὸ τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α στὸν γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο.

 

Das simple Leben. Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα με­τα­ξὺ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας


Τὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα ὡς ἐ­πεί­γου­σα δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ εἴ­δη­ση σὲ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κή, χρο­νο­λο­γι­κή: «θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους», ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἡ Kirsch. Στὸ χά­ος ὁ­δη­γεῖ, λό­γου χά­ρη, τὸ τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν Χά­ϊ­φα, στὶς 4 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003, ὅ­που ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους δέ­κα ἄν­θρω­ποι. Ἡ 4η Ὀ­κτω­βρί­ου ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὡς Ἡ­μέ­ρα Συμ­φι­λί­ω­σης (Versöhnungstag). Τὸ 2002, δέ­κα τρί­α χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τοῦ Τεί­χους, γρά­φει σὲ ἕ­να ποι­η­τι­κὸ χρο­νι­κό, δο­μη­μέ­νο ὡς ται­νί­α ἐ­πει­σο­δί­ων, γιὰ ἕ­ναν ἐ­πι­δέ­ξιο Νο­έμ­βρη ποὺ φύ­ση­ξε καὶ σή­κω­σε τὸ Τεῖ­χος, ἀ­φοῦ οἱ «Machthaber», οἱ ἔ­χον­τες τὴν ἐ­ξου­σί­α, «ἦ­ταν ἀ­νί­κα­νοι νὰ δι­α­τυ­πώ­σουν κά­τι», δηλ. μί­α ἁ­πλὴ συν­τα­κτι­κὰ πρό­τα­ση πα­ρα­δο­χῆς τοῦ τέ­λους. Τὸ τεῖ­χος «πέ­τα­ξε» μὲ τοὺς γλά­ρους, κα­ταρ­γών­τας ὅ­λους τοὺς νό­μους τῆς ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς βα­ρύ­τη­τας. Στὸν κύ­κλο σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μά­των μὲ τί­τλο Φλη­να­φή­μα­τα κο­ρά­κων (Krähengeschwätz, 2010) ἡ Kirsch δι­α­τυ­πώ­νει πο­λι­τι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις ὡς συ­ναί­σθη­ση ποι­η­τι­κή. Τὰ φλη­να­φή­μα­τα τῶν κο­ρά­κων δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἀ­με­λη­τέ­α πο­λυ­λο­γί­α· στο­χεύ­ουν, ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ κό­ρα­κος ὡς ἀρ­χαί­ου καὶ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βό­λου τῆς φω­τιᾶς καὶ τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, στὶς κα­λὲς καὶ ἄ­σχη­μες ὄ­ψεις τῆς φύ­σης (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης). «Οἱ με­γα­λο­φυ­ΐ­ες», λέ­ει ἡ Kirsch, «ἔ­χουν συ­χνὰ κα­κὴ μνή­μη» (Michael Braun, «”Alles ist auffindbar in meinen Spuren” Zum 75. Geburtstag der Dichterin Sarah Kirsch». Περ. Die politische Meinung, 485, 2010, 69-72). Αὐ­τὴ ἡ σύν­το­μη γρα­φή, μὲ τὴν ἐ­κρη­κτι­κό­τη­τα τῆς πυ­κνῆς γό­μω­σης, ὄ­χι μό­νο συν­τη­ρεῖ τὴ μνή­μη, ἀλ­λὰ τὴν προ­οι­κο­νο­μεῖ στὴν ἐ­περ­χό­με­νη δεί­νω­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­πως τὸ «ἔσ­σε­τ’ ἦ­μαρ…» τοῦ Ὁ­μή­ρου.


Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Das simple Leben. Τί­τλος ἁ­πλός, κα­θη­με­ρι­νὸς ὅ­σο καὶ ἀ­με­τά­φρα­στος, συγ­γε­νι­κὸς πάν­τως μὲ αὐ­τὸν τοῦ Sebald. Χω­ρὶς εἰ­δο­λο­γι­κὴ ἔν­δει­ξη: προ­σω­πι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, χρο­νο­γρά­φη­μα, κε­κα­λυμ­μέ­νη πρό­ζα ἢ ποί­η­ση. «Ἁ­πλή», τρό­πος τοῦ λέ­γειν, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ τῆς Kirsch με­τὰ ἀ­πὸ τὸν «ἐκ­πα­τρι­σμό» της τὸ 1977. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme, στὶς ὄ­χθες τῶν πο­τα­μῶν Eyder (Eider) καὶ Tielenau, τοῦ κρα­τι­δί­ου Schleswig-Holstein στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Μα­ζί της εἶ­χε τὸν γιό της Μω­ϋ­σή (1969), τὸν φί­λο της Ἀμ­βρό­σιο, συν­θέ­τη, τὴ γά­τα Anna Blume, τὸν γα­ϊ­δα­ρά­κο Bosch, τὸν σκύ­λο Schumann, τὸν Jonathan, τὸ πρό­βα­το, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξαι­ροῦν­ται τὰ που­λιά, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Συ­νεκ­δο­χὴ τῆς Κι­βω­τοῦ τοῦ Νῶ­ε. Σὰν βι­βλι­κὴ ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ καὶ προ­α­ναγ­γε­λί­α ἑ­νὸς τέ­λους. Ἐ­κεῖ, λέ­ει ἡ Kirsch, δὲν θὰ εἶ­χαν θέ­ση ὁ Günter Grass, ὁ Peter Handke, ἡ Christa Wolf.

       Ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση ἀλ­λὰ καὶ μά­τι ἄ­γρυ­πνο ποὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ «γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο» σχο­λι­ά­ζον­τας μὲ πέν­να λε­πτὴ ὅ­σο καὶ εὐ­αί­σθη­τη, δη­λα­δὴ ποι­η­τι­κὴ δι­ά­θε­ση εὐ­ε­ρέ­θι­στη, τὰ γε­γο­νό­τα σὲ ὅ­λον τὸν πλα­νή­τη. Ἀ­πὸ τὴν εἰ­δη­σε­ο­γρα­φί­α ποὺ τρο­φο­δο­τεῖ τὸ βι­βλί­ο, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι γρά­φε­ται πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ὀ­γδόν­τα καὶ φθά­νει πε­ρί­που στὸ 1992: Οἱ τα­ρα­χὲς στὸ Μὶνσκ τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, ὁ πό­λε­μος τοῦ K­όλ­που, ἡ πυ­ρη­νι­κὴ ἔ­κρη­ξη στὸ Τσερ­νόμ­πιλ, ἡ ἀ­να­τα­ρα­χὴ στὰ Βαλ­κά­νια, ἡ πε­ρε­στρό­ϊ­κα, τὸ πρα­ξι­κό­πη­μα-ὀ­πε­ρέτ­τα κα­τὰ τοῦ Γκορ­μπα­τσὼφ στὴν Ρω­σί­α. Κα­τα­λυ­τι­κὴ στὴ σκέ­ψη τῆς Kirsch, ἔ­στω καὶ ἂν δὲν λέ­γε­ται εὐ­θέ­ως στὸν κύ­κλο αὐ­τό, ἡ πτώ­ση τοῦ Τεί­χους καὶ ἡ ἁ­λυ­σι­δω­τὴ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Ostblock. Ἔ­χει στὰ χέ­ρια της τὸν φά­κε­λό της ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς Stasi. Δὲν τὴν ἀ­πελ­πί­ζει ἡ προ­δο­σί­α τῶν κον­τι­νῶν φί­λων καὶ τῶν ὁ­μο­τέ­χνων, ἀλ­λὰ ὁ μο­λυ­σμέ­νος ἄν­θρω­πος τοῦ πλα­νή­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας εἶ­ναι ἕ­να ἥσ­σο­νος ση­μα­σί­ας καὶ διά­ρκειας πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ πρώ­ην ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο, τὸ βρί­σκει ἀ­κό­μη ἄ­σχη­μο. Εἶ­ναι ἡ ἀ­σχή­μια τῆς Christa Wolf ποὺ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α της ἐ­κεῖ. Ὁ Ἔ­ριχ Χό­νε­κερ, ὁ ἀρ­χι­μη­χα­νι­κὸς τοῦ Τεί­χους, πε­ρι­φέ­ρε­ται στὴν Μό­σχα καὶ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο ζη­τών­τας πο­λι­τι­κὸ ἄ­συ­λο. Πῶς ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νε­ται τώ­ρα ὁ θερ­μὸς ἀλ­λη­λο­α­σπα­σμός, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «τὸ φι­λί», μὲ τὸν Μπρέζ­νι­εφ; Ὁ κρα­ται­ὸς κά­πο­τε Γκορ­μπα­τσὼφ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει. «Ἔ­χει ὁ ἴ­διος προ­βλή­μα­τα». Γε­γο­νό­τα-πα­ρω­δί­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας, σὰν ἕ­να τέ­λος ποὺ τεί­νει νὰ ἀγ­κα­λιά­σει ὁ­λό­κλη­ρον τὸν πλα­νή­τη. Και­ρὸς μιᾶς Κι­βω­τοῦ τῆς μι­κρῆς πρό­ζας.

       Τὸ δι­α­με­λι­σμέ­νο σὲ μι­κρὰ θραύ­σμα­τα ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ δο­κί­μιο, σύμ­φω­νο καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους, συμ­πλέ­κει, ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε κα­τὰ κό­ρον, τὴ μα­κρο­ϊ­στο­ρί­α μὲ τὴ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς βομ­βαρ­δι­σμοὺς καὶ τὸ τι­τί­βι­σμα τῶν που­λι­ῶν, τὴν πο­λε­μι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ καὶ τὴ βόλ­τα τοῦ Μω­ϋ­σῆ μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἡ πα­ρά­δο­ξη, προ­κλη­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη πα­ρερ­μη­νεύ­θη­κε ὡς ἄ­σκο­πη αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα καὶ αὐ­το­προ­βο­λή (Cora Schenberg, «Sarah Kirsch: Das simple Leben». GDR Bulletin, Vol. 21, Iss. 2, 26). Ὅ­μως, ἄ­σκο­πη καὶ ἄ­και­ρη εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν Kirsch μὲ ὅ­ρους πο­λι­τι­κοὺς ἢ του­λά­χι­στον δί­νει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ αὐ­τούς. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, τὴν εἰ­κό­να τῆς γλώσ­σας, τὴν ἐλ­λει­πτι­κὴ στί­ξη, τοὺς ἰ­δι­ω­μα­τι­σμούς, τὰ ἠ­χη­τι­κὰ ξε­νί­σμα­τα. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ γιὰ τὴν κα­τάν­τια τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἔ­στω καὶ ἂν αὐ­τοὶ τὴν ἔ­χουν προ­φη­τέ­ψει. Ἡ πο­λι­τι­κή τους στά­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως αἰ­σθη­τι­κῆς τά­ξε­ως.

       Ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι στά­ση πο­λι­τι­κή. Καὶ ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου, ἄ­κρως ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κός, δη­λώ­νει τὴ νη­φά­λια ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἐ­γὼ ὡς ἀν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα καὶ τύ­που, μὲ τὴ γρα­φή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ ἔρ­γο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­νά­γνω­ση προ­η­γού­με­νων βι­βλί­ων τῆς Kirsch, ὅ­πως τὰ Schwingrasen (Φτε­ρω­μέ­νο γρα­σί­δι,* πρό­ζα), Spreu (Σκύ­βα­λο, ἡ­με­ρο­λό­γιο), Erlkönigstochter (Ἡ κό­ρη τοῦ Erlkönig, ποι­ή­μα­τα). Μέ­ρος κι αὐ­τὸ ἑ­νὸς ἔρ­γου ἐν προ­ό­δῳ, ἕ­να μι­κρο­α­φή­γη­μα, δη­λα­δή, μέ­σα στὸ με­γά­λο ἀ­φή­γη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Sarah Kirsch συ­νο­ψί­ζει στὸ λο­γο­παί­γνιο «Gedichte, Berichte, Gesichte» («Ποι­ή­μα­τα, ἐ­ξι­στο­ρή­σεις, πρό­σω­πα»).


* Εἶ­ναι τὸ γρα­σί­δι ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐ­πά­νω στὸ ἕ­λος καὶ κλο­νί­ζει τὸ βῆ­μα τοῦ πε­ρι­πα­τη­τῆ. Ἀν­τί­στοι­χο στὸν ὅ­ρο Holzweg, τὸν δρό­μο τῶν ξυ­λο­κό­πων.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


		
Advertisements

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Ὁ Peter Altenberg καὶ τὰ «ἤρεμα τηλεγραφήματα τῆς ψυχῆς»

.

01-Stampoulou,Symeon-OPeterAltenberg...-Eikona-01

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

. 

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg

καὶ τὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς»

 .

Στιγ­μι­ό­τυ­πα τοῦ βί­ου του καὶ γρα­φὴ τοῦ στιγ­μι­ό­τυ­που

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ τοῦ Peter A­l­t­e­n­b­e­rg (1859-1919), ὁ­ρι­σμέ­νως ἑ­βραί­ου, ὁ­ρι­σμέ­νως κο­σμο­πο­λί­τη καὶ ἀ­νέ­στιου σκι­τσο­γρά­φου τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, εἶ­ναι R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er. Μό­νι­μος πλέ­ον κά­τοι­κος τῆς Βι­έν­νης καὶ θα­μώ­νας τοῦ C­a­fé Cen­tral, ὅ­που μᾶς ὑ­πο­δέ­χε­ται σή­με­ρα ὑ­πὸ μορ­φὴν πε­πι­ε­σμέ­νου χαρ­τιοῦ, ἐν­δε­δυ­μέ­νος ροῦ­χα ἐ­πο­χῆς, ἀ­νέγ­γι­χτος στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸν θαύ­μα­σαν ὁ K­a­rl K­r­a­us, ὁ A­r­thur Schni­tzler, ὁ H­u­go v­on H­o­f­m­a­n­n­s­t­h­al, ἡ Βι­έν­νη τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸν Rilke εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τῆς μον­τέρ­νας Βι­έν­νης: κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πό­λη χτί­ζε­ται πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μὲ θε­μέ­λια τὰ ἐ­σώ­τε­ρα στοι­χεῖ­α της. Τὸν ἔ­κρι­ναν μὲ συμ­πά­θεια ὁ T­h­o­m­as M­a­nn καὶ μὲ κα­τα­νό­η­ση οἱ συμ­πο­λί­τες φί­λοι ποὺ συν­τή­ρη­σαν μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες τὴν πέννα του, τὴν ἀν­θρω­πι­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ τα­πει­νὸ καὶ τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἥ­ρω­ές του οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι, οἱ πα­ρα­δο­μέ­νοι στὴ φθο­ρά, οἱ σι­ω­πη­λοί. Ἕ­νας θυ­μό­σο­φος Σω­κρά­της τῶν βι­εν­νέ­ζι­κων δρό­μων καὶ κα­φε­νεί­ων, αὐ­τοῦ τοῦ ὑ­πο­δο­χέ­α καὶ ἀν­τη­χεί­ου τῶν θο­ρύ­βων τῆς B­e­l­le É­p­o­q­ue, τοῦ F­in de s­i­è­c­le, τοῦ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ πλη­θω­ρι­σμοῦ. Περ­πά­τη­σε στὴ με­σαί­α γραμ­μὴ τῆς Βι­έν­νης, ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­βλε­παν στὴν πό­λη τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ τὴν θε­ω­ροῦ­σαν προ­κε­χω­ρη­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα αὐ­το­α­ναί­ρε­σης τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Λη­σμο­νη­μέ­νος, τὴν ἐ­παύ­ριο κι­ό­λας τοῦ θα­νά­του του, ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg (τὸ ὄ­νο­μά του ση­μαί­νει τὴν πέ­τρα, τὸ ἀρ­χαῖ­ο βου­νό, τὸν σκλη­ρὸ ὄγ­κο) ἐ­πι­στρέ­φει μὲ τὸ πι­κρό, εἰ­ρω­νι­κό του χα­μό­γε­λο στὸ γύ­ρι­σμα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν στὴν Γερ­μα­νί­α ἅ­παν­τα τὰ σκί­τσα του σὲ κα­λαί­σθη­τη τρί­το­μη ἔκ­δο­ση (D­as B­u­ch d­er B­ü­c­h­er, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009).

       Καλ­λι­έρ­γη­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὴ «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α», αὐ­τὴν ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ τυ­χαῖ­ο ἀ­νά­με­σα στὰ θο­ρυ­βώ­δη θραύ­σμα­τα τῶν πα­ράλ­λη­λων μο­νο­λό­γων τῶν θα­μώ­νων τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἀ­παι­τών­τας τὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ δα­πά­νη. Ἄ­θε­λά του (;) ὑ­πο­νό­μευ­σε τὴ μα­κρό­πνο­η ἀ­φή­γη­ση, τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α, τὴ σύν­θε­τη πλο­κή, προ­κρί­νον­τας τὸ σύν­το­μο, νευ­ρῶ­δες, αἱ­ρε­τι­κὸ ἀ­φή­γη­μα κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τοῦ P­oe καὶ τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τά­ξη τῶν γι­γάν­των τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀ­πὸ τὸν D­o­s­t­o­j­e­v­s­ki ὣς τὸν T­h­o­m­as M­a­nn, εἶ­ναι ὁ k­l­e­i­n­er M­a­nn, ὁ βρα­χύ­σω­μος γρα­φιὰς τῶν ἄ­ναρ­χων f­e­u­i­l­l­e­t­o­ns, τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων ὁ­μοι­ω­μά­των καὶ ἀν­τι­γρά­φων ποὺ κα­ταρ­γοῦν τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πρω­το­τύ­που. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μο­σι­ο­γρα­φῶν ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg, αὐ­τὸς ὁ «ἀ­φρο­ε­ρευ­νη­τὴς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας», πε­ρι­ό­ρι­σε τὶς ἔμ­μο­νες ἰ­δέ­ες του σὲ ἀγ­γε­λί­ες τοῦ ἡ­με­ρή­σιου τύ­που, σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα πρὸς ἀ­νώ­νυ­μους δυ­νη­τι­κοὺς ἀ­γο­ρα­στές, σὲ ἀ­ναλ­φά­βη­τους καὶ σὲ ὦ­τα μὴ ἀ­κου­όν­των.

       Στὸν πρα­κτι­κὸ το­μέ­α τῆς ζω­ῆς δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει κά­τι. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὶς σπου­δὲς στὴ Νο­μι­κὴ καὶ μιὰ κα­λὴ θέ­ση σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο οἰ­κο­γε­νεια­κοῦ φί­λου. Πρώ­τη ἰ­α­τρι­κὴ δι­ά­γνω­ση: «Ὑ­πε­ρευ­αί­σθη­το νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα». Εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ μο­να­χι­κοῦ δρό­μου ἑ­νὸς γνή­σιου μπο­έμ. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (W­ie i­ch es s­e­he [Ὅ­πως τὸ βλέ­πω ἐ­γώ]) κυ­κλο­φο­ρή­θη­κε τὸ 1896: πέ­να λε­πτὴ ποὺ δι­στά­ζει ἀ­νά­με­σα στὸ ρε­πορ­τὰζ καὶ τὴ χα­μη­λὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φω­νή. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ο­τυ­πί­α (στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς θυ­μί­ζει τὸν Μη­τσά­κη τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να) θὰ τὸν ἀ­να­γο­ρεύ­σει σύν­το­μα σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους αὐ­στρια­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να. Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ ρεῦ­μα τοῦ S­i­m­p­l­i­c­i­s­s­i­m­us, συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ D­ie F­a­c­k­el (Ὁ πυρ­σός) τοῦ K­a­rl K­r­a­us καὶ D­ie Schaubü­h­ne (Ἡ σκη­νή, Βε­ρο­λῖ­νο). Ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­νει μία μο­νο­γρα­φί­α. Τί­τλος: E­c­ce p­o­e­ta. Πα­ρα­με­ρί­ζουν καὶ στὴν Βι­έν­νη, «γιὰ νὰ πε­ρά­σει ὁ ποι­η­τής». Ὑ­περ­βο­λές; Ὁ A­l­b­an B­e­rg με­λο­ποι­εῖ «πέν­τε εἰ­κό­νες» του. T­ὶς ἐ­νορ­χη­στρώ­νει ὁ Ar­nold S­c­h­ö­n­b­e­rg. Εἰ­σό­δια στὸν να­ὸ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Γρή­γο­ρα, ὅ­μως, θὰ τὸν κα­τα­βά­λουν τὸ πο­τό, ἡ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἐν­δο­γε­νὴς μό­νω­ση. Ἀ­πὸ τὸ 1910 πε­ρι­φέ­ρε­ται σὲ κλι­νι­κὲς καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Κύ­κνει­ον ἀ­σμά­τιον: M­e­in L­e­b­e­n­s­a­b­e­nd. Ἡ δύση τῆς ζω­ῆς μου (1919).

.

Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἐ­πι­τα­γὴ τοῦ F­in de s­i­è­c­le;

. 

Ὅ­ταν τοῦ ζη­τή­σουν νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὴν ἐμ­μο­νή του στὴ «μι­κρὴ φόρ­μα», ἀ­παν­τᾶ: «Οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις μου δὲν ἔ­χουν διά­ρκεια. Εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ‘ὀρ­γα­νι­κῆς ἀ­δυ­να­μί­α­ς’ […­]. Ὁ κό­σμος πα­ρα­έ­γι­νε πλού­σιος, γιὰ νὰ χά­νει τὸν και­ρό του μὲ ὁ­τι­δή­πο­τε. Ἔ­χω ἕ­ναν ἐ­πι­τα­χυ­μέ­νο με­τα­βο­λι­σμό! Δὲν μπο­ρῶ νὰ μα­κρη­γο­ρῶ. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δα­νι­κὸς κι­νη­μα­το­γρά­φος» (ἀ­χρο­νο­λό­γη­τη ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν μου­σι­κο­λό­γο R­o­b­e­rt H­i­r­s­c­h­f­e­ld [1857-1914]). Πύ­κνω­ση τῆς ποι­η­τι­κῆς του ἀλ­λὰ καὶ σύμ­πτω­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του, τοῦ F­in de s­i­è­c­le ποὺ ἐ­πέ­βα­λε τὴ σύν­το­μη φόρ­μα πλά­ϊ στὸ σύν­το­μο (ἀν­τι­ε­πι­κὸ) ποί­η­μα, τὸν ἀ­φο­ρι­σμό, τὸ πε­ζο­τρά­γου­δο, τὸ συ­νο­πτι­κὸ δο­κί­μιο. Ἐ­δῶ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ λο­γο­τέ­χνη συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸ Z­e­i­t­g­e­i­st, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ‘χρο­νι­κὴ λι­τό­τη­τα’. Λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἀρ­χὴ ἑ­νὸς με­τα­να­του­ρα­λι­στι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τῆς «νε­α­ρό­τα­της Γερ­μα­νί­ας» [D­as jüng­ste D­e­u­t­s­c­h­l­a­nd], οἰ­κο­δο­μη­μέ­νης μὲ κρα­τί­δια-θραύ­σμα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τῆς νε­α­ρῆς Βι­έν­νης [D­as j­u­n­ge W­i­en] μὲ ἰ­σχυ­ρὰ ἀ­κό­μη τὰ ἐ­ρεί­σμα­τα τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ. Ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς πα­ρα­τεί­νε­ται ὣς τὸ τέ­λος τοῦ αἰ­ώ­να, ἐ­νῶ τὸ κο­σμο­εί­δω­λο δί­νει τὴ θέ­ση του στὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πο­λι­τι­κή, τε­χνο­λο­γι­κή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὁ­λό­τη­τα ὁ τε­θραυ­σμέ­νος ψυ­χι­κὸς ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σύν­θε­τος καὶ πα­ρά­λο­γος. Τὸ θραῦ­σμα ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ γρα­φή. Τὴν ὀ­νο­μά­ζουν, ἐλ­λεί­ψει εἰ­δο­λο­γι­κοῦ προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ, «S­t­u­d­ie», «F­r­a­g­m­e­nt», καί, προ­πάν­των, «S­k­i­z­ze». Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­νο­εῖ ἀ­κό­μη τὸν ὅ­ρο «πεν­τά­λε­πτη σκη­νή», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν δι­α­λο­γι­κὰ χω­ρί­α. Σὲ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν φί­λο του H. B­a­hr μι­λᾶ γιὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς». Ἐ­πι­τεί­νει τὴ σύγ­χυ­ση καὶ μὲ ἄλ­λα βα­πτι­στι­κά: πα­ρα­μύ­θι, μῦ­θος, μπα­λάν­τα, ἔκ­θε­ση ἢ πα­ρα­βο­λή. Ἀ­κό­μη καὶ «ἄ­νυδ­ρη πραγ­μα­τεία». Ἐ­πι­κρα­τεῖ ὅ­μως τὸ «σκί­τσο» ποὺ τὸ 1900 φαί­νε­ται νὰ ἀ­πο­δί­δει τὴν πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, ἐ­πί­και­ρη, στυ­λι­ζα­ρι­σμέ­νη ἐκ­φρα­στι­κὴ μορ­φή. Ἄλ­λοι συγ­κρί­νουν τὴ γρα­φή του μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φι­κὴ ἀ­φαί­ρε­ση. «Εἶ­ναι ἕ­νας Ἰ­ά­πω­νας, ἢ γνή­σιο βλα­στά­ρι τῶν Ἰ­α­πώ­νων, ἕ­νας προρ­ρα­φα­η­λί­της» (O. S­t­o­e­s­sl, D­as M­a­g­a­z­in f­ür Li­te­ra­tur, 1896). Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, κρί­νει ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll, «ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ μι­κροῦ σχή­μα­τος, ἐ­πει­δὴ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δὲν θέ­λει ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ λη­στεύ­ει τὸν χρό­νο, ἀλ­λὰ τὸν ἐ­ξοι­κο­νο­μεῖ. Βι­βλί­ο ‘ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ’ ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει, δὲν κα­τα­πο­νεῖ καὶ ‘συγ­κρα­τεῖ’ τὸν χρό­νο». Ἡ ἀ­κρι­βὴς στὰ μέ­τρα γρα­φῆς τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg γρα­φή.

.

Ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τά, στὸ νέ­ο F­in de s­i­è­c­le, ἡ ἔ­κρη­ξη τοῦ μι­κροῦ (ἢ ὑ­πέρ­μι­κρου) δι­η­γή­μα­τος (βλ. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ‘ὅ­ρου’», Πλα­νό­διον, Ἰ­ού­νιος 2011, τχ. 50, 296) ἀ­να­γνω­ρί­ζει πολ­λοὺς θι­α­σῶ­τες ἀλ­λὰ ὄ­χι γεν­νή­το­ρες. Στὸν μᾶλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νο σή­με­ρα P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg (καὶ τὸν βι­εν­νέ­ζι­κο κύ­κλο του) θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ἡ τι­μὴ τοῦ θιασώτη, του­λά­χι­στον γιὰ τὸ πά­θος καὶ τὴ συ­νέ­πεια ποὺ ἔ­δει­ξε, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­λι­κρι­νὴ ἀ­φο­σί­ω­σή του στὸ τα­πει­νό, ἀ­νώ­νυ­μο ὑ­πη­ρε­τι­κὸ προ­σω­πι­κὸ τῶν μι­κρῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Στὴν ἐ­πο­χή μας τὸν θαύ­μα­σε ὁ T­h­o­m­as Bern­hard (1931-1989), θι­α­σώ­της καὶ αὐ­τὸς τοῦ βι­εν­νέ­ζι­κου κα­φε­νεί­ου, ἀ­να­χω­ρη­τὴς τοῦ G­m­u­n­d­en (ὅ­που πέ­θα­νε), ὁ­δη­γη­μέ­νος ἐ­κεῖ πι­θα­νὸν ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαί­σια «σκί­τσα» τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἡ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ στά­ση, ἡ ρο­ϊ­κή, θραυ­σμα­τι­κὴ γρα­φὴ τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­βι­ώ­νουν καὶ στὸν χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τῆς E­l­f­r­i­e­de J­e­l­i­n­ek (1946). Γρα­φὴ βι­ω­μα­τι­κή, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη στά­ση καὶ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ψυ­χι­σμὸ τῶν τρι­ῶν (τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg, τοῦ B­e­r­n­h­a­rd, τῆς J­e­l­i­n­ek) ἀ­πέ­ναν­τι στὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο καὶ τὰ ἐ­πί­μο­να αἰ­τή­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς των.

.

Λι­ψί­α, Ἰ­ού­λιος 2011

.

Πη­γές:

Egon Friedell, Das Altenberg-Buch, Wien 1922.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke E­rb, R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980.

I­r­e­ne K­ö­w­er, P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg a­ls A­u­t­or d­er l­i­t­e­r­a­r­i­s­c­h­en K­l­e­i­n­f­o­rm [ P.A. ὡς συγ­γρα­φέ­ας τῆς μι­κρῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας]. Ἐκδ. P­e­t­er L­a­ng, F­r­a­n­k­f­u­rt <M.­>, B­e­rn, N­ew Y­o­rk, P­a­r­is 1987.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, S­o­m­m­e­r­a­b­e­nd in G­m­u­n­d­en. Ἐ­πί­με­τρο B. S­p­i­n­n­en, Schöf­fling & Co., Frank­furt <M.> 1997.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie S­e­l­b­s­t­e­r­f­i­n­d­u­ng e­i­n­es D­i­c­h­t­e­rs. B­r­i­e­fe u­nd D­o­k­u­m­e­n­te 1892-1896. Ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐ­πί­με­τρο L­e­on A. L­e­n­s­i­ng, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009.

Rainer Maria Rilke, «Μο­ντέρ­να ποί­η­ση» [1898], Μι­κρὰ δο­κί­μια γιὰ τὴν τέ­χνη. Μτφρ. Ἰ. Πα­ρα­σκε­λί­δη, ἐ­πιμ. Π. Τσι­νά­ρη, Printa, Ἀ­θή­να 2010.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σταμ­που­λοῦ, Συ­με­ὼν Γρ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ. Ἔργο (1909) τοῦ ζωγράφου Gustav Ja­ger­spacher (; -1929).

Δεῖτε τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror τῆς Gemma Blackshaw καὶ τοῦ David Bickerstaff:

http://www.atomictv.com/altenberg_02.html

.

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Aulus Gellius – Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του

 

 

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ

 

Aulus Gellius – Γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του

 

Α­ΤΙ­ΝΟΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕ­ΑΣ τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. Γό­νος τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς ἐ­πο­χῆς (γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στὸ 125) τοῦ Ἁ­δρια­νοῦ (H­a­d­r­i­an) καὶ τοῦ Μάρ­κου Αὐ­ρη­λί­ου (M­ar­cus Au­re­li­us), τῶν δύ­ο μη­τρο­πο­λι­τι­κῶν κέν­τρων, τῆς Ρώ­μης καὶ τῆς Ἀ­θή­νας, τῶν δύ­ο γλωσ­σῶν ποὺ ἁ­μιλ­λῶν­ται πλέ­ον γιὰ τὴν εἰ­κό­να τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ ὅ­πλο τὸ κλη­ρο­νο­μη­μέ­νο πνεῦ­μα τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ, τὴν ἐ­ξα­σθέ­νι­ση τοῦ τρα­γι­κοῦ λό­γου καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ρη­το­ρεί­α. Τὸ ἔρ­γο του N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae (Ἀτ­τι­κὲς Νύ­χτες, 180 μ.Χ.­;­), ἀ­πο­κλει­στι­κὴ σχε­δὸν πη­γὴ τοῦ βί­ου του, δι­α­λέ­γε­ται μὲ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς συγ­γρα­φι­κὲς τά­σεις τοῦ αἰ­ώ­να του, τὴν μνή­μη μιᾶς ἄλ­λης χρυ­σῆς ἐ­πο­χῆς, συ­χνὰ ὑ­πο­νο­μευ­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν καλ­πά­ζου­σα στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη ἑλ­λη­νι­στι­κὴ πα­ρακ­μή.

       Διὰ βί­ου μα­θη­τεί­α στὴν γρα­φὴ καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση. Δά­σκα­λοί του ὁ S­u­l­p­i­c­i­us A­p­o­l­l­i­n­a­r­is (Γραμ­μα­τι­κή), ὁ A­n­t­o­n­i­us J­u­l­i­a­n­us καὶ ὁ T­i­t­us C­a­s­t­r­i­c­i­us (Ρη­το­ρι­κή), ὁ φη­μι­σμέ­νος ὅ­σο καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νος στὴν ἐ­πο­χή του σο­φι­στὴς F­a­v­o­r­i­n­us ἀ­πὸ τὸ A­r­e­l­a­te (γενν. γύ­ρω στὰ 80-90 μ.Χ.­). Κον­τά τους ἔ­μα­θε νὰ ἀ­να­ζη­τεῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ ἀ­πο­τύ­πω­ση ἢ ἐκ­δο­χὴ τῆς ἱ­στο­ρί­ας· νὰ το­πο­θε­τεῖ τὸ πε­ρι­στα­σια­κὸ καὶ ἀ­νά­λα­φρο μι­κρο­συμ­βὰν στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς βα­ριᾶς κλη­ρο­νο­μιᾶς.

       Στὴν Ἀ­θή­να, κα­τό­πιν, νε­α­ρὸς ἄν­δρας 30-35 ἐ­τῶν, μα­θη­τεύ­ει κον­τὰ στὸν φι­λό­σο­φο Ταῦ­ρο (C­a­l­v­i­s­i­us T­a­u­r­us), τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς στὴν Πλα­τω­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α. Συ­χνά­ζει στὴν αὐ­λὴ τοῦ μαι­κή­να καὶ ἀ­να­μορ­φω­τῆ τῆς πό­λης Ἡ­ρώ­δου Ἀτ­τι­κοῦ. Με­τὰ ἀ­πὸ ὀ­λι­γό­χρο­νη πα­ρα­μο­νὴ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ Ρώ­μη, ὅ­που ὁ­ρί­ζε­ται δι­κα­στὴς τῆς j­u­d­i­c­i­ae p­r­i­v­a­t­ae.

 

N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae. ­πο­χή τους.

 

Πλά­ι στὸ ρη­το­ρι­κὸ με­γα­λεῖ­ο τοῦ ἑλ­λη­νορ­ρω­μα­ϊ­κοῦ κό­σμου ὁ Gel­li­us ζεῖ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση τῆς ὕ­στε­ρης ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται καὶ στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ὁ αἰ­ώ­νας του ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται μὲ τὸν Ρω­μαῖ­ο ἱ­στο­ρι­κὸ Τά­κι­το (T­a­c­i­t­us), τὸν Ἕλ­λη­να φι­λό­σο­φο καὶ συγ­γρα­φέ­α Πλού­ταρ­χο. Ση­μαν­τι­κὰ ἀ­κό­μη ὀ­νό­μα­τα ὁ ἰα­τρὸς Γα­λη­νός, ὁ γε­ω­γρά­φος καὶ ἀ­στρο­νό­μος Πτο­λε­μαῖ­ος, οἱ ρή­το­ρες τῆς δεύ­τε­ρης Σο­φι­στι­κῆς F­r­o­n­to καὶ Fa­vo­ri­nus. Στὴν στρο­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να οἱ συγ­γρα­φεῖς Αἰ­λια­νὸς καὶ Ἀ­θή­ναι­ος, οἱ λε­γό­με­νοι c­o­l­l­e­c­t­a­n­ei s­c­r­i­p­t­o­r­es, οἱ Ποι­κι­λο­γρά­φοι, οἱ συγ­γρα­φεῖς τῆς πο­λυ­χρω­μί­ας, τῶν θε­μα­τι­κῶν ἀ­να­μί­ξε­ων (d­i­s­p­a­r­i­l­i­t­as καὶ m­i­s­c­e­l­l­us), καὶ οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μὲ τὴν συ­νεί­δη­ση ἑ­νὸς οἰ­κου­με­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ: ὁ Κλή­μης ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεὺς καὶ ὁ Τερ­τυλ­λια­νός (T­e­r­t­u­l­l­i­an). Σύγ­χρο­νοι τοῦ G­e­l­l­i­us ὁ Λου­κια­νὸς (L­u­c­i­an) καὶ ὁ Ἀ­που­λή­ιος (A­p­u­l­e­i­us), εἰ­ση­γη­τὲς τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης, τοῦ εὐ­τρά­πε­λου καὶ στο­χα­στι­κοῦ, πα­ρόν­τες μὲ τρό­πο σα­φῆ στὴν ἰ­δα­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη του.

       Μὲ ἀ­σφα­λῆ τρό­πο τὸ ἔρ­γο το­πο­θε­τεῖ­ται λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ Ἡ­ρώ­δη Ἀτ­τι­κοῦ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Μάρ­κου Αὐ­ρη­λί­ου (180 μ.Χ). Ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ὁ G­e­l­l­i­us ἔ­χει μα­ζί του τὶς Ση­μει­ώ­σεις ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις ποὺ πα­ρα­κο­λού­θη­σε· τὶς ὀ­νο­μά­ζει a­n­n­o­t­a­t­i­o­n­es καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ πρό­πλα­σμα τοῦ ἔρ­γου του. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται καὶ δι­ευ­ρύ­νει τὸ ὑ­λι­κὸ μὲ πρό­θε­ση νὰ τὸ ἀν­τι­γρά­ψει σὲ μορ­φὴ βι­βλί­ου. Τι­τλο­φο­ρεῖ τὴν νέ­α μορ­φὴ c­o­m­m­e­n­t­a­r­ii(1). Στὴν ἐκ­δο­τι­κή τους μορ­φὴ οἱ Ση­μει­ώ­σεις ποὺ ἔ­χουν ἁ­πλω­θεῖ σὲ 20 βι­βλί­α, παίρ­νουν τὸν ὁ­ρι­στι­κὸ τί­τλο Ἀτ­τι­κὲς νύ­χτες: ἀ­τμό­σφαι­ρα σπου­δα­στη­ρί­ου καὶ σο­φι­στι­κῆς κρί­σης.

 

Οἱ πη­γὲς καὶ τὰ πρό­τυ­πα τοῦ ἔρ­γου

 

Στὸν Πρό­λο­γο (p­r­a­e­f­a­t­io) τοῦ ἔρ­γου ὁ G­e­l­l­i­us σπεύ­δει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι ὁ στό­χος τοῦ βι­βλί­ου εἶ­ναι ‘δι­δα­κτι­κό­ς’. Πρό­τυ­πα σ’ αὐ­τὴ τὴν στό­χευ­ση, πλά­ι στὸ D­i­s­c­i­p­l­i­n­ae τοῦ V­a­r­ro, εἶ­ναι οἱ E­p­i­s­t­u­l­ae m­o­r­a­l­es τοῦ Σε­νέ­κα (S­e­n­e­ca) καὶ ἡ N­a­t­u­r­a­l­is H­i­s­t­o­r­ia τοῦ Πλί­νιου (P­l­i­n­i­us). Γέν­νη­μα τῆς δεύ­τε­ρης Σο­φι­στι­κῆς (V­a­r­ro, F­a­v­o­r­i­n­us), δη­λα­δὴ τῆς σύγ­κρου­σης τῆς ρη­το­ρι­κῆς μὲ τὴν φι­λο­σο­φί­α, τῆς ἄρ­νη­σης ἐ­κεί­νης τῆς σο­φι­στι­κῆς σύλ­λη­ψης ποὺ ἤ­θε­λε τὸν ἄν­θρω­πο «μέ­τρον πάν­των χρη­μά­των». Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἡ ρη­το­ρι­κὴ τώ­ρα ἐ­κλα­ϊ­κεύ­ει καὶ ἰ­δι­ο­ποι­εῖ­ται τὴν φι­λο­σο­φί­α, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὸν κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν δά­σκα­λο τοῦ G­e­l­l­i­us, τὸν F­a­v­o­r­i­n­us, τὸν ἀ­ξε­χώ­ρι­στο ρή­το­ρα καὶ φι­λό­σο­φο μα­ζί. Τὸ ἔρ­γο Ἀτ­τι­κὲς Νύ­χτες, ὡς χῶ­ρος δε­ξί­ω­σης αὐ­τῆς τῆς ἀν­τι­πα­ρά­θε­σης, κλί­νει ἀ­να­πό­φευ­κτα πρὸς τὸ τυ­πι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν «ποι­κί­λη γρα­φή» (p­o­i­k­i­l­ia) ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κουν οἱ c­o­l­l­e­c­t­a­n­ei s­c­r­i­p­t­o­r­es(2), τὴν κα­τα­γρα­φὴ τοῦ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­του καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­π’ ὅ­λες τὶς πε­ρι­ο­χὲς τῆς ζω­ῆς σὲ κα­τάλ­λη­λη, εὔ­κο­λα ἀ­να­γνώ­σι­μη μορ­φή. Γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη τοῦ 2ου αἰ­ώ­να αὐ­τὸ ση­μαί­νει σύν­το­μη καὶ μὲ σα­φῆ τρό­πο δο­μη­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση: γε­νέ­θλιοι ὅ­ροι τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος. Οἱ συγ­γρα­φεῖς αὐ­τῆς τῆς τά­σης ἔ­χουν ἕ­να ἐ­πι­πρό­σθε­το κα­θῆ­κον: νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σουν ὡς πε­παι­δευ­μέ­νοι καὶ ‘δι­δα­κτι­κοὶ’ συγ­γρα­φεῖς. Ὁ G­e­l­l­i­us κρύ­βε­ται ἐ­πι­με­λῶς πί­σω ἀ­πὸ τὶς ὑ­πο­δεί­ξεις εἰς ἑ­αυ­τὸν γιὰ εὐ­λη­πτό­τη­τα, ποι­κι­λο­χρω­μί­α καὶ ψυ­χα­γω­γι­κὸ κλί­μα (δι­δα­κτι­κὴ ψυ­χα­γω­γί­α)(3). Ὁ ὅ­ρος τοῦ τί­τλου A­t­t­i­c­ae προ­δί­δει τὸ βλέμ­μα του στὸ δι­κό του ἐν Ἀ­θή­ναις πρό­γραμ­μα ἐκ­παί­δευ­σης, τὸν προ­ο­ρι­σμὸ ἑ­νὸς Ρω­μαί­ου τοῦ 2ου αἰ­ώ­να, τὴν κλί­ση στὸν σκε­πτι­κι­σμὸ καὶ ἀ­νορ­θο­λο­γι­σμό, στὸ (ἔν­δο­ξο) πα­ρελ­θόν, στὴν πιὸ ἰ­σχυ­ρὴ ἴ­σως κρί­ση ταυ­τό­τη­τας τῆς ἱ­στο­ρί­ας του. Τὸ δί­γλωσ­σο ἔρ­γο του (ὁ­λό­κλη­ρη ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 2ου αἰ. εἶ­ναι δί­γλωσ­ση) μὲ ἄ­φθο­νες πα­ρα­πομ­πὲς σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ πα­ρα­θέ­μα­τα στὸ πρω­τό­τυ­πο, μὲ ἀ­να­φο­ρές, λ.χ., στὴν με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα τῶν πλα­τω­νι­κῶν δι­α­λό­γων, ἑ­νο­ποι­εῖ τὴν Ἑλ­λά­δα μὲ τὸ Λά­τιο.

       Ὁ δεύ­τε­ρος ὅ­ρος N­o­c­t­es γεν­νή­θη­κε, χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­πὸ τὸν ἰ­σχυ­ρὸ κλο­νι­σμὸ ποὺ ἔ­ζη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὅ­πως δι­η­γεῖ­ται, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­πί­σκε­ψή του στὴν βί­λα τοῦ Ἡ­ρώ­δη Ἀτ­τι­κοῦ (τὸ γε­γο­νὸς λαν­θά­νει ἤ­δη στὸ A­t­t­i­c­ae). Οἱ Νύ­χτες εἶ­ναι «ἀ­γρυ­πνί­ες», «κομ­μά­τια κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς λάμ­πας»· ἀ­πάν­τη­ση στὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ αἴ­σθη­ση ἀ­να­ξι­ό­τη­τας, τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας του νὰ συμ­με­τά­σχει σὲ μιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σω­στὰ μιὰν ἰ­δέ­α. Ἀ­κό­μη, εἶ­ναι ὁ πα­νι­κὸς τοῦ νε­α­ροῦ, μα­θη­τευ­ό­με­νου A­u­l­us μπρο­στὰ στὴν «γραμ­μα­τι­κὴ» τε­λει­ό­τη­τα τῆς πλα­τω­νι­κῆς γλώσ­σας. Οἱ Νύ­χτες συμ­βο­λί­ζουν τέ­λος τὴν γε­μά­τη βι­βλί­α, ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­σμέ­νη κά­μα­ρα με­λέ­της. Ἡ δω­ρού­με­νη νύ­χτα τοῦ φι­λο­ξε­νού­με­νου στὴν ἀτ­τι­κὴ γῆ. Ἀ­ξί­ζει νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τὶ γρά­φει στὸν Πρό­λο­γό του (p­r­a­e­f­a­t­io):

       «Νύ­χτα. Στρο­φὴ στὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό. Ἡ­συ­χί­α καὶ εὐ­δαι­μο­νί­α τῆς σιω­πη­λῆς κά­μα­ρας. Ὅ,τι δια­ρκεῖ σὲ ἐν­τυ­πώ­σεις, ὅ,τι ἀ­πο­κτᾶ­ται σὲ σκέ­ψεις στὴ ζω­ή σου καὶ πρέ­πει νὰ πο­ρευ­θεῖ στὴ συ­νέ­χεια μα­ζί σου, ὅλ΄ αὐ­τὰ μπο­ροῦν τώ­ρα νὰ δι­α­σφα­λι­σθοῦν, τα­ξι­νο­μη­θοῦν καὶ ἐ­λεγ­χθοῦν· νὰ ἐ­πα­λη­θευ­θοῦν ἐ­πί­σης στὰ ὄ­μορ­φα βι­βλί­α [εἱ­λη­τά­ρια] ποὺ γε­μί­ζουν τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­που φι­λο­ξε­νοῦ­μαι. Ἡ λάμ­ψη τῆς λάμ­πας φω­τί­ζει τὸν χῶ­ρο. Τὰ πορ­τραῖ­τα τῶν με­γά­λων φι­λο­σό­φων καὶ ποι­η­τῶν τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας Ἀ­θή­νας το­πο­θε­τη­μέ­να πε­ρι­με­τρι­κά, ρί­χνουν ἥ­σκιο μα­κρύ. Στε­νό­χω­ρη γιὰ μέ­να ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ κα­θή­κον­τος ποὺ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ἕ­νας ἔ­σχα­τος σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στη σει­ρά: νὰ ἀ­ξι­ω­θῶ νὰ με­τα­φέ­ρω ἕ­να βῆ­μα τὴν δά­δα τῆς γνώ­σης, τῆς ζω­ῆς. Ὕ­στε­ρα ἔρ­χον­ται οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, καὶ οἱ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­πί­σης, ὅ­πως γιὰ κεῖ­νον τὸν ὑ­πε­ρο­πτι­κὰ φι­λι­κὸ συ­ζη­τη­τὴ ποὺ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἔ­θε­τε ἐ­ρω­τή­μα­τα, βέ­βαι­ον, δι­καί­ως δυ­στυ­χῶς, γιὰ τὴν ἄ­γνοι­ά σου. Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­τέρ­μο­νοι πάν­το­τε αὐ­τά­ρε­σκοι μο­νό­λο­γοι —πό­σο συ­χνοὶ στοὺς νε­α­ροὺς Ἕλ­λη­νες ποὺ θέ­λουν νὰ περ­νι­οῦν­ται γιὰ φι­λό­σο­φοι—, ποὺ ὡ­στό­σο κα­τα­λή­γουν σ’ ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα [­…­]. Κι ἐ­σὺ δὲν ἤ­ξε­ρες νὰ δώ­σεις κα­μιὰν ἀ­πάν­τη­ση, εἶ­χες μό­νο τὴν σκο­τει­νὴ αἴ­σθη­ση μιᾶς ἄλ­λης συ­ζή­τη­σης [­…­]. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἀ­παν­τή­σει, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­σουν σὲ θέ­ση. Μό­λις τώ­ρα, βυ­θι­σμέ­νος στὴ σι­γὴ τῆς ἀ­νά­μνη­σης ἐ­κεί­νης τῆς νύ­χτας, μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῶν ‘βω­βῶν δα­σκά­λω­ν’, ὅ­πως ἐ­πί­σης βα­φτί­ζου­με τὰ βι­βλί­α, μό­λις τώ­ρα θὰ τὸ μπο­ροῦ­σες [­…­].

 

       Εἶ­ναι ἡ γε­νέ­θλια νύ­χτα τοῦ ἔρ­γου. Ἀ­κο­λού­θως ὁ G­e­l­l­i­us πε­ρι­γρά­φει ἀ­να­λυ­τι­κὰ τὶς ὑ­πο­δεί­ξεις τοῦ οἰ­κο­δε­σπό­τη γιὰ τὴν ‘τέ­χνη τῆς συγ­γρα­φῆ­ς’ ὡς κα­τα­γρα­φῆς ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σε­ων ἑ­νὸς σπου­δα­στῆ ποὺ θὰ πα­ρα­μεί­νει ἰ­σο­βί­ως σπου­δα­στής: ἀ­να­γνώ­σεις, ἀ­κού­σμα­τα καὶ σκέ­ψεις στὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φίλ­τρο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης. Κα­τα­λή­γει: «Νύ­χτες ὅ­πως αὐ­τὴ ἡ πρώ­τη στὴν ἀτ­τι­κὴ γῆ. Κι αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τὸ ὄ­νο­μα τοῦ βι­βλί­ου μου».

       400 μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἀ­να­φο­ρές, βι­ω­μα­τι­κὰ σκί­τσα καὶ κρι­τι­κὰ ση­μει­ώ­μα­τα σὲ εἴ­κο­σι βι­βλί­α [l­i­b­ri] (Ι-ΧΧ) δι­αι­ρε­μέ­να σὲ ἰ­σά­ριθ­μα κε­φά­λαι­α [c­a­p­i­t­u­la] ἀ­ριθ­μη­μέ­να μὲ ἀ­ρα­βι­κοὺς ἀ­ριθ­μούς. Ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ σὲ με­μο­νω­μέ­να κε­φά­λαι­α τῶν βι­βλί­ων ΧV 8,1, ΧΙΧ 1, 10, ΧΙΧ 10, 3 καὶ XX 5, 10 καὶ ΧΧ 10,10. Πρὸς δι­ευ­κό­λυν­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη ὁ συγ­γρα­φέ­ας προ­τάσ­σει τῶν σκί­τσων Πρό­λο­γο, κα­τὰ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς Φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Πλί­νιου. Ἀ­κο­λου­θοῦν ἀ­να­λυ­τι­κοὶ τί­τλοι – ἐ­πι­κε­φα­λί­δες τῶν κει­μέ­νων ποὺ τὰ ἀ­πο­δί­δουν ἐν πε­ρι­λή­ψει. Τὸ σῶ­μα αὐ­τὸ προ­τάσ­σε­ται ὡς Πί­να­κας πε­ρι­ε­χο­μέ­νων, και­νο­φα­νὴς στὴν ἐ­πο­χή του. Τὰ κε­φά­λαι­α συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ Ἐ­πε­ξη­γή­σεις, ἀρ­κούν­τως ἀ­να­λυ­τι­κές, καὶ ἀ­πὸ πλη­ρο­φο­ρια­κὸ κα­τά­λο­γο τῶν ἀ­να­φε­ρο­μέ­νων προ­σώ­πων (I­n­d­ex).

       Ἕ­να ρω­μα­ϊ­κὸ βι­βλί­ο – κα­θρέ­φτης τοῦ δί­πο­λου Ἑλ­λά­δα-Ρώ­μη σ’ αὐ­τὸν τὸν αἰ­ώ­να. Πρώ­ι­μος ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὸς ὁ­δη­γός; Ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νη λο­γο­τε­χνί­α; Ἀν­θο­λο­γί­α; Βρι­σκό­μα­στε στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν a­e­m­u­l­a­t­o­r­um, τῶν μί­μων, τῆς μι­μη­τι­κῆς τέ­χνης καὶ λο­γο­τε­χνί­ας. Ὁ H. B­e­r­t­h­o­ld στὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο ἐ­πί­με­τρο τῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae ποὺ με­τέ­φρα­σε καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε (I­n­s­el V­e­r­l­ag, L­e­i­p­z­ig 1987), θέ­τει τὸ ζή­τη­μα τῆς εἰ­δο­λο­γι­κῆς κα­τά­τα­ξης τοῦ ἔρ­γου ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας τὴν εὐ­με­νῆ ὑ­πο­δο­χή του, πρό­σφο­ρου, ὅ­πως φαί­νε­ται, στὸ ‘γοῦ­στο’ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ὁ G­e­l­l­i­us δὲν ἔ­χει τὴν πρό­θε­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης, ἱ­στο­ρι­κὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νης, κα­τά­θε­σης, ἑ­πο­μέ­νως δὲν εἶ­ναι ἀν­θο­λό­γος οὔ­τε ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­στής. Στό­χος του δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἡ ἱ­στο­ρι­κή, συ­στη­μα­τι­κὴ κα­τα­γρα­φή. Ὁ­μοί­ως ἐ­λέγ­χε­ται καὶ ἡ ἰ­δέ­α ἑ­νὸς δι­δα­κτι­κοῦ βι­βλί­ου. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­φρο­νεῖ τὸ ντο­κου­μέν­το καὶ τὸ λο­γι­κὸ ἐ­πει­σό­διο. Ἡ δι­ή­γη­σή του εἶ­ναι μυ­θο­πλα­στι­κὴ καὶ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση μό­νον ἱ­στο­ρι­κή· πα­ρά­δειγ­μα ὁ ἐν εἴ­δει πα­ρα­μυ­θιοῦ —μὲ αἴ­σιο τέ­λος— λυ­τρω­τι­κὸς ἐ­πί­λο­γος τῆς πο­λι­ορ­κί­ας τῶν Ρο­δί­ων τῇ ἀ­ρω­γῇ μά­λι­στα μιᾶς θαυ­μα­τουρ­γῆς, μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ μέ­τρα, εἰ­κό­νας, ἢ ἡ πα­ρά­λο­γη ἀ­να­μέ­τρη­ση τοῦ Μί­λω­νος μὲ τὸ φυ­σι­κὸ στοι­χεῖ­ο, μυ­θο­λο­γι­κὸ μο­τί­βο τοῦ δι­α­με­λι­σμοῦ τοῦ ἥ­ρω­α κ.λπ. Τὸ ἔρ­γο τοῦ G­e­l­l­i­us, κα­τα­λή­γει ὁ B­e­r­t­h­o­ld, ἔ­χει ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες ποὺ δυ­σκο­λεύ­ουν τὴν κα­τά­τα­ξη. Αὐ­τὸς ὁ συγ­γρα­φέ­ας κοι­τά­ζει πί­σω, στὸ ἀ­πώ­τε­ρο πα­ρελ­θόν, ἑ­στι­ά­ζον­τας στὸ γκρο­τέ­σκο καὶ τὸ πα­ρά­λο­γο, τὶς λη­σμο­νη­μέ­νες ρί­ζες τοῦ δρά­μα­τος, γιὰ νὰ τὸ φέ­ρει στὴν ἐ­πο­χή του τε­μα­χι­σμέ­νο, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό. Ἕ­να σύν­το­μο πα­ρα­μύ­θι γιὰ τὸν Ρω­μαῖ­ο πο­λί­τη τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ., ποὺ βαυ­κα­λί­ζε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου. Συν­θή­κη εὐ­νο­ϊ­κὴ γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος καὶ δὴ νύ­κτωρ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς ἀτ­τι­κῆς γῆς.

 

Ἡ εἰ­δο­λο­γι­κὴ κα­τά­τα­ξη τοῦ ἔρ­γου στὶς σύγ­χρο­νες ἀ­να­ζη­τή­σεις τῆς γρα­φῆς

 

Ὁ G­e­l­l­i­us ἀ­πο­δο­μεῖ τὴν παγ­κό­σμια ἱ­στο­ρί­α μὲ τρό­πο ἄ­ναρ­χο, χα­ο­τι­κό, χω­ρὶς κέν­τρο κι ἀρ­χή, ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας τὴν ἀ­λή­θεια, ἀ­φοῦ προ­βάλ­λει τὸ μυ­θο­λο­γι­κὸ στοι­χεῖ­ο σὲ βά­ρος τοῦ ντο­κου­μέν­του. Μὲ δι­ά­θε­ση σο­φι­στι­κὴ ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν ὁ­λό­τη­τα, τὴν ἀ­πα­ρα­σά­λευ­τη τά­ξη. Κα­τα­στρέ­φει τὶς ψη­φί­δες στὸ με­γά­λο μω­σα­ϊ­κὸ τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου καὶ τὶς ἐ­πα­να­το­πο­θε­τεῖ πεσ­σεύ­ων, ὅ­πως ρί­χνει κα­νεὶς τὰ ζά­ρια, δη­μι­ουρ­γών­τας ἕ­ναν πί­να­κα πα­ρά­λο­γο, ἀ­νι­στο­ρι­κό, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό, χω­ρὶς θέ­μα, ἀλ­λό­κο­τα ὄ­μορ­φο. Εἶ­ναι ὁ ἐλ­λει­πτι­κὸς κό­σμος τῶν αὐ­το­κρα­το­ρι­κῶν χρό­νων, τῆς φθί­νου­σας πο­ρεί­ας· ἀ­πάν­τη­ση στὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τοῦ ἔ­πους καὶ τοῦ τρα­γι­κοῦ λό­γου, στὴν δί­γλωσ­ση, δι­φυ­ῆ, ἑρ­μα­φρό­δι­τη ρη­το­ρεί­α, τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο-ἀ­με­τά­δο­το τῆς πλα­τω­νι­κῆς σκέ­ψης. Οἱ Ἀτ­τι­κὲς Νύ­χτες θέ­λουν νὰ ἐ­πι­σκιά­σουν τὸ χλο­μὸ πλέ­ον, φυ­μα­τι­κὸ ἀτ­τι­κὸ φῶς. Ὁ ἀρ­χαῖ­ος λό­γος πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα σὲ μιὰν ὠ­χρὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ποὺ λέ­γε­ται ἀτ­τι­κι­σμός: λι­τό­τη­τα καὶ ὑ­πόρ­ρη­τος ἀκ­κι­σμός, δι­α­κε­κομ­μέ­νη, σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση πρὸς τέρ­ψιν τοῦ νέ­ου οἰ­κου­με­νι­κοῦ, καὶ ὡ­στό­σο ἀ­νέ­στιου, πο­λί­τη, ἀ­γύ­μνα­στου στὶς μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φη­γή­σεις. Ἀ­πὸ τὴν αἰ­σχύ­λεια δι­α­δρο­μὴ τοῦ ‘Ἀ­γα­μέ­μνο­να’ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἔ­χει μό­νο τὸ ζε­στὸ λου­τρὸ ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­σε ἡ Κλυ­ται­μή­στρα. Ἀ­πὸ τὸ πι­κάν­τι­κο, πα­ρά­λο­γο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ νο­ση­ρὸ ὁ G­e­l­l­i­us προ­σπα­θεῖ νὰ πλη­σιά­σει τὸ πα­τρι­κό του πρό­τυ­πο· ἂν χρεια­στεῖ, καὶ διὰ τῆς πα­τρο­κτο­νί­ας.

       Ἐ­δῶ εἶ­ναι πα­ρόν­τες ὅ­λοι οἱ ὅ­ροι τοῦ ἀ­πο­δο­μι­σμοῦ, τῆς με­τα­μον­τέρ­νας γρα­φῆς τοῦ 20οῦαἰ­ώ­να, ποὺ ζή­τη­σε τὴν κα­τάρ­γη­ση τῶν δι­α­χω­ρι­στι­κῶν γραμ­μῶν ἀ­νά­με­σα στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα: ὑ­βρι­δι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ πε­ζό­μορ­φη ποί­η­ση· μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρω­δί­α καὶ θρί­αμ­βος τοῦ τε­τριμ­μέ­νου (J­o­y­ce), χρο­νι­κό, ἡ­με­ρο­λό­γιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α, ρο­ὴ συ­νεί­δη­σης, συγ­χω­νευ­μέ­να ὅ­λα στὸ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὴν τυ­χαί­α ἔ­κρη­ξη. Ὁ B­o­r­g­es γρά­φει τὴν Παγ­κό­σμια ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀ­τι­μί­ας σὲ σύν­το­μα, με­μο­νω­μέ­να, σκο­πί­μως μυ­θο­ποι­η­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά. Στὸ βά­θος ἡ ἀ­που­σί­α θέ­μα­τος, τὸ ἀ­νερ­μά­τι­στο γέ­λιο γιὰ τὸν Δη­μι­ουρ­γὸ ποὺ ἔ­χει χά­σει τὸν θρό­νο του. Ἡ ἀ­πο­δό­μη­ση αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν δι­ά­ψευ­ση τῶν ἐ­πι­τα­γῶν τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ, τὸν θό­ρυ­βο τῆς μη­χα­νῆς ὡς ἐκ­κω­φαν­τι­κῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης τοῦ βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κό­σμου. Ὅ­ροι ἀ­νά­λο­γοι μὲ τὴν αὔ­ξου­σα πα­ρακ­μὴ τοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ κό­σμου καὶ τὴν ἐκ­κω­φαν­τι­κὴ σι­ω­πὴ τοῦ ἀρ­χαί­ου θε­ά­τρου (H­ö­l­d­e­r­l­in). Ὁ G­e­l­l­i­us συ­ναν­τᾶ­ται μὲ τὸν ‘ὁ­μό­γλωσ­σό’ του B­o­r­g­es, δη­λα­δὴ μὲ τὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, στὴν ξαφ­νι­κὴ λαμ­πη­δό­να τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­κα­λέ­σει —ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀ­πά­τη τῆς παγ­κό­σμιας γρα­φῆς— ἀ­να­ρίθ­μη­τες γα­λα­ξια­κὲς ἐ­κλάμ­ψεις (D­e­r­r­i­da). Ὁ χρό­νος τοῦ προ­σέ­δω­σε ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­γλη. Σή­με­ρα τὸν δι­α­βά­ζου­με ὄ­χι ὡς δι­δα­κτι­κὸ μυ­θο­πλά­στη καὶ ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φο ἀλ­λὰ τολ­μη­ρό, ἀ­κρι­βο­λό­γο ὑ­πο­νο­μευ­τὴ τῆς θε­μα­τι­κῆς μα­κρό­πνο­ης ἀ­φή­γη­σης, ποὺ πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ ἄ­νε­ση ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ρε­τή.

 

Τὸ ἔρ­γο στὸ με­τα­ξὺ δὲν βρῆ­κε ἀν­τά­ξιο δι­ά­δο­χο(4). Δι­έ­τρε­ξε μό­νο του τοὺς αἰ­ῶ­νες μέ­χρι τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση πα­ράλ­λη­λα μὲ τὰ ἀ­νή­συ­χα πνεύ­μα­τα ποὺ τὴν ἑ­τοί­μα­σαν. Τὸ δι­ά­βα­σαν καὶ τὸ σχο­λί­α­σαν μὲ τὸν τρό­πο τους ὁ A­m­n­i­a­n­us M­a­r­c­e­l­l­i­n­us, ὁ Ma­cro­bi­us καὶ ὁ Αὐ­γου­στῖ­νος· τὸν 12ον αἰ. ὁ Ἰ­ω­άν­νης τοῦ S­a­l­i­s­b­u­ry, καὶ στὸν δρό­μο πρὸς τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση ὁ L­a­u­r­e­n­t­i­us V­a­l­la, ὁ An­ge­lus P­o­l­i­t­i­a­n­us καὶ ὁ Ἔ­ρα­σμος. Βο­ή­θη­σε τοὺς Οὑ­μα­νι­στὲς στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση καὶ δι­όρ­θω­ση ἀρ­χαί­ων χει­ρο­γρά­φων. Τὸ δι­ά­βα­σαν καὶ τὸ ὑ­πέ­δει­ξαν ὁ M­o­n­t­a­i­g­ne, ὁ F­r­a­n­c­is B­a­c­on. Τὸν 18ον αἰ. βά­δι­σε πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ-παι­δα­γω­γι­κὸ σχῆ­μα: ρη­τὸ/μότ­το – πα­ρα­στα­τι­κὴ δι­ή­γη­ση/πε­ρι­γρα­φή. Δια­ρκὴς φό­ρος τι­μῆς σ’ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ποὺ δί­στα­σε ἀ­νά­με­σα στὸν δη­μι­ουρ­γὸ καὶ τὸν με­σο­λα­βη­τή.

       Ἡ με­τά­φρα­ση (5) ἀ­να­με­τρή­θη­κε μὲ τὴν σει­ρά της μὲ τὴν ‘ποι­κι­λό­χρω­μη λι­τό­τη­τα’. Μὲ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες αὐ­τὲς ὁ G­e­l­l­i­us ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­χρι σή­με­ρα στα­θε­ρὸ καὶ προ­σφι­λὲς ἀ­νά­γνω­σμα τῶν με­λε­τη­τῶν καὶ σπου­δα­στῶν τῆς λα­τι­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας.

  

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

 

(1) Ὁ G­e­l­l­i­us χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­χνὰ τὸν ὅ­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τοὺς ἑλ­λη­νι­κοὺς ὅ­ρους ὑ­πο­μνή­μα­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

(2) Ἄ­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος. Τὸ ἀ­να­φέ­ρει ὁ H. H­e­l­ms προ­λο­γί­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Αἰ­λια­νοῦ Va­ria H­i­s­t­o­r­ia [Ποι­κί­λη ἱ­στο­ρί­α] (L­e­i­p­z­ig, 1990). Ὁ Αἰ­λια­νὸς (C­l­a­u­d­i­us A­e­l­i­a­n­us) ποὺ γεν­νή­θη­κε τὸ 170 μ.Χ., δι­ά­βα­σε νω­ρὶς τὸ N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae καὶ προ­σα­να­τό­λι­σε ἀ­να­λό­γως τὰ θέ­μα­τα καὶ τὸ ὕ­φος του. Ὁ Νέ­πως συμ­πλη­ρώ­νει τὴν βα­σι­κὴ τριά­δα τῆς ἄ­τυ­πης σχο­λῆς.

(3) Οἱ συγ­γρα­φεῖς τῶν δύ­ο πρώ­των αἰ­ώ­νων ἔ­χουν δύ­ο, κυ­ρί­ως, στό­χους: τὸν παι­δα­γω­γι­κὸ-ἠ­θι­κὸ [a­d­m­o­n­i­t­io] (C­e­l­s­us, S­e­n­e­ca, P­l­i­n­i­us) καὶ τὸν τυ­πι­κὸ-λο­γο­τε­χνι­κό, ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν Μέ­νιπ­πο καὶ τοὺς πλα­τω­νι­κοὺς δι­α­λό­γους.

(4) J­e­ns-O­l­af L­i­n­d­e­m­a­nn, A­u­l­us G­e­l­l­i­us N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae, B­u­ch 9, W­e­i­ß­e­n­s­ee V­e­r­l­ag, B­e­r­l­in 2006, σ. 28.

(5) Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση: A. G­e­l­l­ii N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae, ἐ­πιμ.-σχό­λια P.K. M­a­r­s­h­a­ll, T­o­mi I-II, L­i­b­ri I-XX, O­x­o­n­ii E T­y­p­o­g­r­a­p­h­eo C­l­a­r­e­n­d­o­n­i­a­no 1968,  (3η ἔκ­δο­ση) 1991. Δὲν τη­ρή­θη­κε ἡ δι­άρ­θρω­ση τῶν κει­μέ­νων σὲ πα­ρα­γρά­φους, καὶ —ὁ­ρι­σμέ­νως— ἡ στί­ξη, ὅ­πως ὑ­πο­δει­κνύ­ε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ λα­τι­νι­κοῦ κει­μέ­νου.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Γιὰ τὸν Günter Kunert καὶ τὸ σύντομο διήγημα

 

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

 

Γιὰ τὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt

καὶ τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα

 

GÜNTER KUNERT, πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος, γεν­νή­θη­κε τὸ 1929 στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀπ’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς δι­α­κό­σιους). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (k­l­e­i­ne P­r­o­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

         Οἱ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ σχο­λια­στὲς τοῦ ἔρ­γου του ἀ­να­ρω­τιοῦν­ται, τὶ εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt. «Ἡ γρα­φή μου», ὑ­πο­στη­ρί­ζει, «εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­ναγ­κα­στι­κῆς νεύ­ρω­σης». Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σει κα­νεὶς τοὺς δι­α­κό­σιους τίτ­λους βι­βλί­ων; Τὸ ἀ­πό­σταγ­μα, πάν­τως, αὐ­τῆς τῆς πλη­θω­ρι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, ἡ ποί­η­ση. Ὁ K­u­n­e­rt εἶ­ναι p­ar e­x­c­e­l­l­e­n­ce ποι­η­τής. Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να. Καὶ πα­ρα­δό­ξως σ’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να ἡ λέ­ξη-κλει­δὶ εἶ­ναι ἡ Ἱ­στο­ρία. Ἂν δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­ζε ὁ πό­λε­μος, θὰ σπού­δα­ζε ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α. Ἔ­τσι, συ­νέ­χι­σε ἀ­να­σκά­πτων λέ­ξεις καὶ ἔν­νοι­ες ποὺ δι­έ­σω­σε «ἡ λή­θη», καὶ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες λη­σμο­νη­μέ­νες πί­σω ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες. Ὁ G­ü­n­t­er πά­λε­ψε μὲ τὸ χῶ­μα, τὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα, τὴν ἐ­πι­φά­νεια. Κι ὅ­πως συμ­βαί­νει μ’ ἐ­κεί­νους ποὺ «βα­δί­ζουν στὰ σκο­τει­νά», ἀ­να­κά­λυ­πτε συ­χνὰ τά­φους καὶ ἱ­ε­ρὰ ἤ­δη συ­λη­μέ­να. Στὸ πλη­θω­ρι­κὸ ἔρ­γο του δι­α­σώ­ζον­ται σή­με­ρα ἐ­λά­χι­στα κτε­ρί­σμα­τα καὶ θραύ­σμα­τα πρω­το­τυ­πί­ας. Μᾶλ­λον δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε γι’ αὐ­τό. Πα­ρὰ τὸν θυ­μο­σο­φι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, ἑλ­κύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξη στά­ση. Ἡ γρα­φή του ἐ­πι­στρέ­φει σ’ ἕ­να πα­ρελ­θὸν συ­χνὰ σκο­τει­νό. Εἶ­ναι ὁ Ἑ­βραῖ­ος ποὺ δὲν μπο­ρεῖ να σκε­φτεῖ τὸ μέλ­λον. Τὸν πρό­σε­ξε ὁ B­r­e­c­ht καὶ προ­σπά­θη­σε, μέ­σα ἀ­π’ αυ­τόν, νὰ κα­τα­λά­βει πῶς σκέ­φτε­ται ἡ πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κὴ γε­νιά στὴν Γερ­μα­νί­α. Ἦ­ταν τὸ σύν­το­μο κα­λο­καί­ρι τῆς «ρε­α­λι­στι­κῆς οὐ­το­πί­ας». Τὸ 1962 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο H­e­i­n­r­i­ch M­a­nn. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ «τεί­χους», τῶν πολ­λα­πλῶν (καὶ δι­ό­λου ἀ­νε­παί­σθη­των) ἀ­πο­κλει­σμῶν. Ὁ G­ü­n­t­er ἀν­τι­δρᾶ. Ὅ­ταν ἀ­φαι­ρεῖ­ται ἡ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο του W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn, ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ ἑ­αυ­τὸν ἄ­πα­τριν καὶ ἀ­να­ζη­τεῖ νέα πα­τρί­δα στὴ Δύ­ση. Στὴν οὐ­σί­α, ἡ γρα­φή του ἔ­χει χά­σει, καὶ δὴ πρὸ πολ­λοῦ, τὸ ὑ­πό­στρω­μά της. Προ­βλέ­πει, ὡ­στό­σο, τὰ δει­νὰ ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θή­σουν. Τὸν βα­φτί­ζουν «Κασ­σάν­δρα τοῦ Kais­bor­stel». K­a­i­s­b­o­r­s­t­el εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ὅ­που ἀ­να­ζή­τη­σε κα­τα­φύ­γιο, ἡ Ἰ­θά­κη του. Ἡ πέ­να του τὸν βο­η­θεῖ νὰ δεῖ τὸν “μα­κρό­κο­σμο” μὲ χει­ρουρ­γι­κὴ ἀ­κρί­βεια. Πε­ρι­γρά­φει τὴν στά­ση του διὰ στό­μα­τος τοῦ ἐκ­δι­ωγ­μέ­νου ἀ­πὸ τοὺς να­ζι­στὲς ποι­η­τῆ Fe­lix Bol­lak: «Ὁ σω­στὸς μάν­της πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μάν­της δει­νῶν». Ἑ­τοι­μά­ζει τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του δι­ευ­ρύ­νον­τας ἐ­σχα­το­λο­γι­κὰ τὸν “μι­κρό­κο­σμό” του σὲ ἐ­πί­πε­δο πλα­νη­τι­κό. «Ἡ ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φὴ θὰ εἶ­ναι κα­θο­λι­κή». Θε­μα­το­ποι­εῖ μὲ «ἱ­λα­ρὴ με­λαγ­χο­λί­α» τὴν πτώ­ση τοῦ τεί­χους τὸ 1989 στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ F­r­e­md d­a­h­e­im (Ξέ­νος ἐν οἴ­κῳ). Ἡ κα­τα­βύ­θι­ση μιᾶς χώ­ρας καὶ ὁ ἀρ­νη­τι­κὸς θρί­αμ­βος τοῦ πεσ­σι­μι­στῆ. Ἔ­κτο­τε γρά­φει ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας σχή­μα­τα φθαρ­μέ­να.

        Γιὰ τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πλη­θώ­ρα βρα­βεί­ων (Βρα­βεῖ­ο F­r­i­e­d­r­i­ch H­ö­l­d­e­r­l­in τῆς πό­λης B­ad H­o­m­b­u­rg, Βρα­βεῖ­ο G­e­o­rg T­r­a­kl) καὶ ἀ­να­δει­χθεῖ σὲ Ἐ­πί­τι­μο Δι­δά­κτο­ρα Πα­νε­πι­στη­μί­ων στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἀ­με­ρι­κή.

 

«Τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­σης».

Ἡ θη­τεί­α τοῦ K­u­n­e­rt στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα. 

 

Ἡ ἐμ­μο­νὴ τοῦ K­u­n­e­rt στὸ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» (K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te) ἔ­χει, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, τὶς ρί­ζες της στὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, Βε­ρο­λῖ­νο τοῦ 1945· στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ «ὥ­ρα μη­δὲν» τῆς Γερ­μα­νί­ας, τὴν ἐκ­ποί­η­ση τῶν προ­γό­νων ἐν ὄ­ψει τῆς νέ­ας ἀρ­χῆς. Ἡ σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ ταί­ρια­σε ἀ­πο­λύ­τως στὴν ἀ­σθμα­τι­κὴ ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ γερ­μα­νοῦ στρα­τι­ώ­τη ποὺ ἐ­πέ­ζη­σε. Τὴν υἱ­ο­θέ­τη­σε πρώ­τη ἡ πε­ρί­φη­μη G­r­u­p­pe 47. Ἀ­σφα­λῶς, ἔ­χουν προ­η­γη­θεῖ —ση­μαν­τι­κοὶ ὁ­δο­δεῖ­κτες— οἱ «Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ κυ­ρί­ου Κό­υ­νερ» («G­e­s­c­h­i­c­h­t­en vom H­e­r­rn K­e­u­n­er») τοῦ B­r­e­c­ht ποὺ γρά­φον­ταν διὰ βί­ου ἀ­πὸ τὸ 1926.

        Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, γε­νέ­θλιον ἔ­τος τοῦ εἴ­δους (ἂν νο­οῦν­ται γε­νέ­θλια εἴ­δη στὴν λο­γο­τε­χνί­α) εἶ­ναι τὸ 1833, ὅ­ταν ὁ P­oe δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα («Μπο­τί­λια στὸ πέ­λα­γος», «MS. F­o­u­nd in a B­o­t­t­le»­). Πα­ρα­δό­ξως, δὲν εἶ­ναι ὁ B­r­e­c­ht οὔ­τε ἡ S­e­g­h­e­rs ἢ ὁ B­ö­ll (κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν θαυ­μα­στὴς τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος), οὔ­τε ἀ­κό­μη ὁ H­e­m­i­n­g­w­ay, τὸ «Ἅ­γιον Πνεῦ­μα τῆς γερ­μα­νι­κῆς “σχο­λῆ­ς”», αὐ­τοὶ ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν K­u­n­e­rt, ἀλ­λὰ ὁ B­a­u­d­e­l­a­i­re («Ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ», «Le s­p­l­e­en de P­a­r­is», p­o­s­t­h­um 1869) καὶ τὸ κρι­τι­κὸ ὕ­φος τοῦ B­e­n­j­a­m­in στὸ «Τὸ κα­θῆ­κον [ἢ μή­πως Ἡ πα­ραί­τη­ση;] τοῦ με­τα­φρα­στῆ» («D­ie A­u­f­g­a­be d­es Ü­b­e­r­s­e­t­z­e­rs», 1921). Σὲ σχε­τι­κὴ «συ­ζή­τη­ση ἐρ­γα­στη­ρί­ου» μὲ τὸν M. Dur­zak (1977), ὁ K­u­n­e­rt ἀ­να­φέ­ρει ἀ­κό­μη τοὺς Faul­k­n­er καὶ An­der­son, τὸν H­e­i­ne γιὰ τὴν δι­α­βρω­τι­κὴ εἰ­ρω­νεί­α του, τὸν Mar­tin Bu­ber τῶν πα­ρα­βο­λῶν τῆς ἰ­ου­δα­ϊ­κῆς πα­ρά­δο­σης.

        Ἂν ὑ­πάρ­χει μί­α λέ­ξη-κλει­δὶ ἱ­κα­νὴ νὰ ὁ­ρί­σει τὸ ἐ­κρη­κτι­κὸ μίγ­μα αὐ­τοῦ τοῦ μι­κροῦ σύμ­παν­τος, εἶ­ναι ἡ λέ­ξη Ἐ­πι­φά­νια (E­pi­pha­nie): ἀ­στρα­πια­ία σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συ­νά­φειας τῶν πραγ­μά­των (μα­θη­τεί­α στὸ «Δου­βλι­νέ­ζοι»­). Ποι­ῶν ὅ­μως πραγ­μά­των; Μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ ἑ­στί­α του βρί­σκε­ται «στὸν ὀμ­φα­λὸ τοῦ κό­σμου», ὁ K­u­n­e­rt εἰ­σχω­ρεῖ στὴν πλα­νη­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ κα­κοῦ (οἱ θά­λα­μοι ἀ­ε­ρί­ων εἶ­ναι ἡ κο­ρύ­φω­ση τῆς συ­νεκ­δο­χῆς του), γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ «τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­ση­ς». Ἔ­τσι χα­ρα­κτη­ρί­ζει, λό­γου χά­ριν, τὶς πα­ρα­μορ­φω­μέ­νες εἰ­κό­νες τῶν ἀ­στῶν, τὸ θη­ρι­ο­τρο­φεῖ­ο τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ. Ἡ μα­τιὰ ἐ­πά­νω στὴν ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὴ καὶ «γκρο­τέ­σκα», δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κή. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­μορ­φώ­νει τὴν γρα­φή του καὶ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸ φαν­τα­στι­κό (ὅ­πως τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ K­a­f­ka), προ­κει­μέ­νου νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἕ­να τέ­τοι­ο «σύν­το­μο, φαν­τα­στι­κό, γκρο­τέ­σκο δι­ή­γη­μα» μπο­ρεῖ νὰ αἰφ­νι­διά­σει τὸν ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ εἰ­θι­σμέ­νου στὸν ἐ­πί­πε­δο, ἄ­νο­στο ρε­α­λι­σμὸ ἀ­να­γνώ­στη. Ἰ­δοὺ τὸ νέ­ο, ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ εἶ­δος γρα­φῆς.

        Ἡ ἄλ­λη λέ­ξη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­τρο­πή, τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος, ποὺ ἡ κα­τα­κλυ­σμι­κὴ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο χρή­ση του, ἰ­δί­ως στὰ σύν­το­μα ποι­ή­μα­τα, ἀ­δυ­να­τί­ζει σή­με­ρα τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξί­α. Πάν­τως, ἡ κα­τα­γω­γὴ αὐ­τῆς τῆς τε­χνι­κῆς βρί­σκε­ται στὴν ποι­η­τι­κὴ τῆς τρα­γω­δί­ας, στὴν πε­ρι­πέ­τεια καὶ τὴν ἀ­κό­λου­θη κά­θαρ­ση. Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, «ἡ ἀ­να­τρο­πὴ εἶ­ναι τὸ πρω­τεῦ­ον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος», ἂν καὶ ἐ­δῶ «ἐ­νε­δρεύ­ει ὁ κίν­δυ­νος, ἡ ξαφ­νι­κὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη νὰ σκιά­σει τὸ νό­η­μα ὑ­πὲρ τῆς ἐν­τύ­πω­σης». Εὐ­τυ­χῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἐ­τή­ρη­σε μὲ συ­νέ­πεια αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χή, ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς λέ­ξεις νὰ τὸν «ἀ­πο­πλα­νή­σουν», ὅ­πως εἶ­πε, ἀ­φέ­θη­κε στὴν γο­η­τεί­α τῆς γρα­φῆς, στὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ αἰφ­νι­δια­σθεῖ ὁ ἴ­διος. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐ­κτο­πί­στη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἀ­π’ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, καὶ ὁ γρά­φων βρῆ­κε τὴν θέ­ση του στὸ κέν­τρο τῆς γρα­φῆς του.

        Ἴ­σως ὅ­μως, τὸ μυ­στι­κὸ τῆς γρή­γο­ρης, πυ­κνῆς καὶ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κῆς μα­τιᾶς τοῦ K­u­n­e­rt ἐ­πά­νω στὰ “πράγ­μα­τα” βρί­σκε­ται στὴν δη­μι­ουρ­γί­α τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς εἰ­κό­νας, στὸ μον­τὰζ καὶ τὴν θε­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς σε­κάνς, τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας δη­λα­δὴ τῶν εἰ­κό­νων. Ὁ ἴ­διος δὲν εἶ­ναι μό­νον μα­νι­ώ­δης θε­α­τὴς κι­νη­μα­το­γρά­φου ἀλ­λά, προ­πάν­των, κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Τὸ μά­τι του βρί­σκε­ται στα­θε­ρὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κά­με­ρα, καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τᾶ, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν πέ­να, ψα­λί­δι. Τε­μα­χί­ζει τὴν ἀ­φή­γη­ση καὶ τὴν ξα­να­μοι­ρά­ζει μὲ ἄλ­λη σει­ρά. Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἡ σε­κὰνς τῆς φιλ­μι­κῆς γρα­φῆς του.

        Ὁ K­u­n­e­rt ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὸ εἶ­δος —με­τα­ξὺ ἄλ­λων— στὸ «Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» («K­u­r­ze B­e­t­r­a­c­h­t­u­ng d­er K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te») ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ων του Για­τί γρά­φου­με; Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α (W­a­r­um S­c­h­r­e­i­b­en? N­o­t­i­z­en z­ur L­i­t­e­r­a­t­ur, C­a­rl Hanser Ve­r­l­ag, M­ü­n­c­h­en 1976, σσ. 211-213). Εἶ­ναι ἕ­να ἀπ’ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας θέ­τει εἰς ἑ­αυ­τόν, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι «ἡ ψευ­δαί­σθη­ση δὲν ἀ­παν­τᾶ πλέ­ον στὸ τη­λέ­φω­νο».

 

******** 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Manfred Durzak, Die deutsche Kurzgeschichte der Gegenwart – Autorenporträts Werkstattgespräche Interpretationen, Reclam, Stuttgart 1980, ³2002.

Hans-Christoph Graf von Nayhauss (ἐπιμ.), Theorie der Kurzgeschichte, Reclam, Stuttgart 2004.

Leonie Marx, Die deutsche Kurzgeschichte, Metzler, Stuttgart-Weimar, ³2005.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).