Ἕλενα Σταγκουράκη: Τόμας Μπέρνχαρντ. Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του

 

 

Ἕλενα Σταγκουράκη

 

Τόμας Μπέρνχαρντ

Μι­κρὴ εἰ­σα­γω­γὴ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του

 

ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τό­μας Φάμ­πιαν ἐ­ξέ­δι­δε τὸ 1950 μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς μα­κρᾶς συγ­γρα­φι­κῆς πο­ρεί­ας. Μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα, Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ὁ Μπέρ­νχαρντ ὑ­πῆρ­ξε αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κά­ποι­α τραυ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τό­σο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του, ὅ­σο καὶ τῆς συγ­γρα­φι­κῆς του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας.

       Ὁ Μπέρ­νχαρντ γεν­νή­θη­κε στὴν Ὀλ­λαν­δί­α τὸ 1931, νό­θο τέ­κνο Αὐ­στρια­κῶν γο­νέ­ων. Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ πέ­θα­νε νω­ρὶς ἀ­πὸ δι­αρ­ρο­ὴ γκα­ζιοῦ (πολ­λοὶ κά­νουν λό­γο γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α). Με­γά­λω­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς τῆς μη­τέ­ρας του στὴ Βι­έν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν πα­ρέ­λα­βαν ἤ­δη λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὴ γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του σύν­το­μα παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια. Λό­γῳ τῶν συγ­κρού­σε­ών του μὲ αὐ­τήν, ὁ Μπέρ­νχαρντ εἰ­σή­χθη γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ ἵ­δρυ­μα γιὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα παι­διά, ἐ­νῶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­στά­λη ἐ­σώ­κλει­στος στὸ τό­τε ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κὸ καὶ με­τέ­πει­τα κα­θο­λι­κὸ Γυ­μνά­σιο Γι­ο­χα­νέ­ουμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στὰ τρί­α χρό­νια, δι­α­κό­πτoν­τας τὶς σπου­δές του.

       Σταθ­μὸς στὴ ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ πε­ρί­ο­δος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τῶν 18 χρό­νων, ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριὰ μὲ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­φτα­σε στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ θα­νά­του. Γιὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­σή του ἀ­παι­τή­θη­καν δύ­ο χρό­νια σὲ δι­ά­φο­ρα σα­να­τό­ρια, ἐ­νῶ ἔ­κτο­τε ἡ ὑ­γεί­α του πα­ρέ­μει­νε εὔ­θραυ­στη. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ παπ­πούς του, τὸ μό­νο οὐ­σι­α­στι­κὸ στή­ριγ­μά του, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἔ­χα­σε καὶ τὴ μη­τέ­ρα του. Τό­τε ἦ­ταν ὅ­μως ποὺ γνώ­ρι­σε τὴν Χέν­τβιχ Στα­βι­ά­νι­τσεκ.

       Τὰ δύ­ο αὐ­τὰ πρό­σω­πα, ὁ παπ­ποὺς-συγ­γρα­φέ­ας Γι­ο­χά­νες Φρο­ϊμ­μπί­χλερ καὶ ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πο­ρεί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ὁ πρῶ­τος ἔ­δω­σε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στὴν παι­δεί­α τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του, φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ἐμ­φυ­σή­σει τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὸ ὑ­ψη­λό, κα­θὼς καὶ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει μὲ τὰ λί­γα μέ­σα ποὺ δι­έ­θε­τε μου­σι­κὴ παι­δεί­α. Ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ, τὴν ὁ­ποί­α ὁ Μπέρ­νχαρντ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «σύν­τρο­φο ζω­ῆς» καὶ «θεί­α», ὄν­τας τριά­ντα πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο, ἦρ­θε νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πού­σας μη­τέ­ρας, νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της με­τὰ τὸ θά­να­τό της, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συμ­βάλ­λει κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μπέρ­νχαρντ στὴν κοι­νω­νί­α τῆς Βι­έν­νης καὶ τὸν συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο.

       Τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ποί­η­ση ἔ­γι­ναν γνω­στὰ στὴν Αὐ­στρί­α γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή τους ποι­ό­τη­τα, ὡ­στό­σο ἡ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­σή τους ὀ­φεί­λε­ται στὰ συ­νε­χῆ σκάν­δα­λα, τὶς συ­ζη­τή­σεις, τὶς ἔ­ρι­δες ποὺ προ­ξε­νοῦ­σε ἅ­μα τὴ ἐμ­φα­νί­σει κά­θε ἔρ­γο του. Ὁ Μπέρν­χαρντ δὲν δί­στα­ζε νὰ στρα­φεῖ εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­στρια­κοῦ κρά­τους —τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτή­ρι­ζε «κα­θο­λι­κὸ κι ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κό»­—, τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε προ­σώ­που καὶ θε­σμοῦ, αὐ­στρια­κοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐ­στρί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που το πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται»1. Τὸ αὐ­στρια­κὸ κρά­τος γιὰ ἐ­κεῖ­νον δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ «σχη­μα­τι­σμὸς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὴν ἀ­πο­τυ­χί­α» καὶ οἱ Αὐ­στρια­κοὶ «πλά­σμα­τα τῆς ἀ­γω­νί­ας». Ὅ­σο γιὰ πο­λι­τι­κὰ πρό­σω­πα καὶ συγ­γρα­φεῖς, συ­χνὰ εἶ­δαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται σὲ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὶς δη­μό­σι­ες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, τὶς μη­νύ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὶς φω­νὲς γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση πα­ρα­στά­σε­ων, ἕ­ως καὶ τὴν στέ­ρη­ση τῆς ἰ­θα­γέ­νει­ας. Πο­λὺ συ­χνὰ δὲ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν «προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του» καὶ «μί­α­σμα τῆς ἴ­διας του τῆς φω­λιᾶς». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­γα­πη­τὸς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ὄν­τας ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, στὴν πα­τρί­δα του ἀ­πέ­κτη­σε ἀ­νυ­στε­ρό­βου­λους φί­λους, ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σπον­δους ἐ­χθρούς. Ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη ἀν­τί­στα­σης κι «ἐκ­δί­κη­σης» ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­τρί­δα του ἦρ­θε με­τὰ θά­να­τον, μὲ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­σης καὶ με­τα­φο­ρᾶς στὸ θέ­α­τρο τῶν ἔρ­γων του, ἀ­πα­γό­ρευ­ση ποὺ δι­α­χει­ρί­στη­κε κι ἐν μέ­ρει ἦ­ρε ὁ κλη­ρο­νό­μος ἑ­τε­ρο­θα­λὴς ἀ­δερ­φός του.

       Ὡ­στό­σο, χρή­ζει δι­ά­κρι­σης τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Μπέρ­νχαρντ δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἁ­πλῶς κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή, δὲν ἔ­θι­γε μὲ τρό­πο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ τὰ κα­κῶς κεί­με­να. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ ἔν­το­νο πνεῦ­μα ἀρ­νη­τι­σμοῦ κι ἀ­πόρ­ρι­ψης, ἀ­πε­χθα­νό­ταν τὸν κό­σμο κι ὅ,τι βρι­σκό­ταν σὲ αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν τό­σο στὴν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­σο καὶ στὸν συγ­γρα­φι­κό του βίο. Ὅ­σοι τὸν κα­τα­κρί­νουν, μι­λοῦν γιὰ μι­σάν­θρω­πο συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἐ­πιρ­ρί­πτουν ἕ­να σω­ρὸ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ πα­ρα­ξε­νι­ές.

       Πό­σο εὔ­λο­γα, ὅ­μως, φαν­τά­ζουν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τοὺς κα­τα­λυ­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς ζω­ῆς του: πλή­ρης ἔλ­λει­ψη πα­τέ­ρα, δια­ρκὴς ἀ­που­σί­α μη­τέ­ρας, ἀ­πόρ­ρι­ψη, ἀ­σθέ­νεια, θά­να­τος, ἐ­πα­φὴ μὲ να­ζι­στι­κὲς ἰ­δέ­ες. Ἔ­τσι, ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, τὸν πό­νο, τὴν ἀ­νελ­πι­σί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὸν θά­να­το.

       Ἡ δὲ ἀ­σθέ­νειά του, ἡ δυ­σκο­λί­α του ν’ ἀ­να­πνεύ­σει, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὸ ἔρ­γο του μὲ μα­κρό­συρ­τες προ­τά­σεις ἄ­πνοι­ας, ποὺ ἔ­κα­ναν τὴν Ἐλ­φρίν­τε Γι­έ­λι­νεκ νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σει «ποι­η­τὴ τῆς ὁ­μι­λί­ας» κι ὄ­χι τῆς γρα­φῆς. Ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­να­πνο­ὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος γιὰ νὰ δεί­ξει καὶ τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς γρα­φῆς γιὰ ἐ­κεῖ­νον: «ἀ­να­πνο­ὴ καὶ γρα­φὴ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό».

       Ἡ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς δὲν εἶ­ναι τὸ μό­νο στοι­χεῖ­ο, κα­θο­ρι­στι­κό του ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ἀν­τι­θέ­τως, τὸ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τῆς ἔκ­φρα­σής του, ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­πό­ψε­ων. Οἱ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις καὶ ἡ συ­χνό­τα­τη ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων ὅ­πως «φυ­σι­κά», «τὰ πάν­τα», «τί­πο­τα», «συ­νε­χῶς», «ἀ­πό­λυ­τα» δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴ δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴ μί­α καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια.

       Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ τοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ πο­λὺ συ­χνοὶ μο­νό­λο­γοι ἑ­νὸς ἀ­φη­γη­τῆ σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, συ­χνὰ δὲ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­ναν βου­βὸ ἀ­κρο­α­τὴ ἢ μα­θη­τευ­ό­με­νο, πά­νω σε κά­ποι­ο ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἢ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ ποὺ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας μέ­σῳ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ του. Οἱ ἀ­φη­γη­τὲς αὐ­τοί, συ­νή­θως ἐ­πι­στή­μο­νες, «ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος» ὅ­πως εἰ­ρω­νι­κὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­κτο­ξεύ­ουν μύ­δρους κα­τὰ τῶν ἀ­νό­η­των μα­ζῶν καὶ τὰ βά­ζουν μὲ κά­θε ἱ­ε­ρὸ καὶ ὅ­σιο. Ὡ­στό­σο, τό­σο ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­σο καὶ ἡ δυ­σα­ρέ­σκεια μὲ τὰ πάν­τα δὲν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε ἀ­φη­γη­τή, ἀν­τι­θέ­τως φρον­τί­ζει νὰ παίρ­νει ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ αὐ­τόν, δη­λώ­νον­τάς το συ­χνὰ ρη­τῶς. Πρό­κει­ται γιὰ πρό­ζα ρό­λων κι ὄ­χι γιὰ ἄ­με­σα αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να.

       Ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ βι­ο­γρα­φί­α συγ­κλί­νει μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­περ­βο­λῆς, τῆς κλι­μά­κω­σης. Τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἰ­δε­ῶν καὶ θε­μά­των, ὅ­σο καὶ σ’ αὐ­τὸ τῆς ἔκ­φρα­σης, ὁ Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­τυγ­χά­νει, μέ­σῳ τῆς ἐ­λα­φρῶς τρο­πο­ποι­ού­με­νης κά­θε φο­ρὰ ἐ­πα­νά­λη­ψης, τῆς πα­ραλ­λα­γῆς, τὴν κλι­μά­κω­ση. Αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ὁ τρό­πος θυ­μί­ζει τὶς με­θό­δους σύν­θε­σης στὴ μου­σι­κὴ κι ἂς θυ­μη­θεῖ ἐ­δῶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴ μου­σι­κὴ παι­δεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ ἴ­διος μά­λι­στα πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα ἦ­ταν με­γί­στης ση­μα­σί­ας στὰ κεί­με­νά του, κα­θὼς καὶ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ γε­νι­κὰ «δι­α­κρί­νει ἕ­ναν Αὐ­στρια­κὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν Γερ­μα­νό, κα­θὼς γιὰ τὸν Γερ­μα­νὸ ἡ μου­σι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτη».

       Κι ἂν ὁ Μπέρ­νχαρντ κα­θί­στα­ται δύ­στρο­πος κι ἀ­πω­θη­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὸ σαρ­κα­σμὸ καὶ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά του, ὑ­πάρ­χουν καὶ γνω­ρί­σμα­τα ποὺ δροῦν ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κά. Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ γλωσ­σι­κή του ἐ­κλέ­πτυν­ση, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ χιοῦ­μορ ποὺ ἔ­χει κι ἀ­πο­τυ­πώ­νει στὰ γρα­πτά του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὰ κεί­με­νά του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ἄλ­λων ἐ­ξε­χόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς του, γί­νον­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τὰ κι ἀ­πὸ τὸν μὴ ἐ­πα­ΐ­ον­τα, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­γρό­τη, «μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ μό­νο», σύμ­φω­να μὲ τὸ συγ­γρα­φέ­α, «ἔ­χει νό­η­μα νὰ συ­ζη­τᾶ κα­νείς».

  

       Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Τό­μας Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸ ἀ­πάν­θι­σμα τῶν συν­το­μό­τα­των δι­η­γη­μά­των του ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν στοὺς τό­μους Μι­μη­τὴς φω­νῶν (1987)2 καὶ Συμ­βάν­τα (1994). Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὸ τὸν σπιν­θή­ρα τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τοῦ σαρ­κα­σμοῦ καὶ τοῦ κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νου χι­οῦ­μορ, δη­λα­δὴ τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρν­χαρντ, ἕ­ναν σπιν­θή­ρα ποὺ ἡ λάμ­ψη του δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κλά­σμα χρό­νου.

 

       Ἀ­θή­να, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

1. Ἀ­παν­τᾶ­ται στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸς» ποὺ ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

2. Νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με ὅ­τι ὁ συγκεκριμένος τό­μος δι­η­γη­μά­των ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Ἴ­σα­ρη (μὲ τίτλο Ὁ μίμος τῶν φωνῶν).

 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Advertisements

Ἕλενα Σταγκουράκη: Φλόριαν Μάιμπεργκ. Ἡ ἀποθέωση τῆς μινιατούρας

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη

 

Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, «Ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες».

­πο­θέ­ω­ση τῆς μι­νι­α­τού­ρας

 

«Γι’ αὐ­τὸ ἀ­παι­τῶ…» Οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ Ο­Η­Ε κοί­τα­ξαν πα­γω­μέ­νοι τὸν ὁ­μι­λη­τή. «Πό­λε­μο!» Ξέ­σπα­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας χα­μο­γε­λοῦ­σε.

 

Ο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ Ἄν­τολφ Γκρήμ, φο­ρέ­ας ἔ­ρευ­νας καὶ ποι­ο­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου στὸ χῶ­ρο τῶν ἐ­πι­κοι­νω­νι­ῶν καὶ τῶν ΜΜΕ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πέ­νει­με τὸ βρα­βεῖ­ο δι­α­δι­κτύ­ου “G­r­i­m­me O­n­l­i­ne A­w­a­rd” γιὰ τὸ ἔ­τος 2010 σὲ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου t­w­i­t­t­er. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ βρα­βευ­θέν­τος; Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (Florian Meimberg). Ὁ Μάιμπεργκ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, κα­θὼς χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­πά­νω δί­κτυ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ κά­νει γνω­στὲς στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του.

         Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο στοι­χεῖ­ο κι αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐν προ­κει­μέ­νῳ, δὲν εἶ­ναι τό­σο ἡ χρή­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μέ­σου, οὔ­τε τοῦ δε­δο­μέ­νου δι­κτύ­ου, ὅ­σο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­σά­γε­ται μία ἀ­κό­μη και­νούρ­για μορ­φή: αὐ­τὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, τῶν κε­νῶν συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Μέ­χρι τώ­ρα οἱ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο λά­τρεις καὶ ἐ­παΐ­ον­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ εἶ­χαν δεῖ λο­γο­τε­χνί­α νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες νὰ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες «κομ­μά­τι-κομ­μά­τι» καὶ μὲ εὐ­ρὺ κοι­νό, ἱ­στο­λό­για καὶ φό­ρουμ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­πει­σό­δια ὁ­λό­κλη­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των νὰ ἀ­πο­στέλ­λον­ται μὲ μή­νυ­μα στὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Νά, λοι­πόν, ποὺ βρί­σκον­ται τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ φαι­νό­με­νο, συν­το­μό­τε­ρο μά­λι­στα ἀ­πὸ ἕ­να μή­νυ­μα κι­νη­τοῦ τη­λε­φώ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­τρέ­πει κα­τὰ κα­νό­να 160 χα­ρα­κτῆ­ρες.

        Δι­α­πι­στώ­νου­με ἔ­τσι μιὰ τά­ση συρ­ρί­κνω­σης τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὸ ἐ­λά­χι­στο, ἂν καί, δε­δο­μέ­νων τῶν ἕ­ως τώ­ρα ἐ­ξε­λί­ξε­ων, μᾶλ­λον θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νὰ εἴ­μα­στε προ­σε­κτι­κοὶ μὲ τὴ χρή­ση τῆς λέ­ξης «ἐ­λά­χι­στο». Πο­τὲ δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει αὐ­τὸ κι ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὸν Κι­νέ­ζο μο­να­χὸ ποὺ ἔ­γρα­φε ὁ­λό­κλη­ρο ποί­η­μα πά­νω σὲ κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ μία ἐ­ξέ­λι­ξη, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο βέ­βαι­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν πρό­κει­ται γιὰ μί­α ἐ­ξέ­λι­ξη στὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο ἢ πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο. Ἂς πά­ρου­με ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ καὶ ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα τὸ φαι­νό­με­νο τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν», ὅ,τι ὁ Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τους προ­τί­μη­σε ν’ ἀ­πο­δώ­σει μὲ τὸν ἀγ­γλι­κὸ τίτ­λο “t­i­ny t­a­l­es”.

        Ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νεὶς μὲ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, εἶ­ναι πὼς μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιὰ πεί­θει γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ αὐ­θαί­ρε­τες ἐκ­δη­λώ­σεις ἑ­νὸς κοι­νοῦ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου twit­ter. Ἀ­φε­νὸς ὁ συγ­γρα­φέ­ας φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ τὸ και­νο­τό­μο, ἀ­φε­τέ­ρου τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ κα­θ’ αὐ­τὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ Μάιμπεργκ, ὄν­τας ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος δι­α­φη­μι­στής, εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ μιὰ γλώσ­σα σύν­το­μη, ἄ­με­ση, με­στὴ καὶ γνω­ρί­ζει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μέ­σα ὅ­πως τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ εἰ­ρω­νεία κι ὁ σαρ­κα­σμὸς μὲ ἀρ­τι­ό­τη­τα. Πρό­κει­ται γιὰ στοι­χεῖα πού, ἐν­ταγ­μέ­να στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, δη­μι­ουρ­γοῦν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἕ­να ὕ­φος προ­σω­πι­κό. Ἐ­πί­σης, ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὰ νέ­α μέ­σα ἔκ­φρα­σης —ἐν­νο­οῦ­με ἐ­δῶ τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ δι­α­δί­κτυ­ο—, ὥ­στε νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ τρό­πο συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό, πα­ρά­γον­τας κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ και­νούρ­γιο. Πό­σοι σκέ­φτη­καν ἐ­ξάλ­λου νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν αὐ­τὴν τὴν πλατ­φόρ­μα γιὰ ἕ­ναν τέ­τοι­ο σκο­πό;

        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, ξε­χω­ρί­ζουν ὄ­χι μό­νο λό­γῳ τῆς πο­λὺ μι­κρῆς, τῆς ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σής τους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ σει­ρὰ ἄλ­λων γνω­ρι­σμά­των. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄ­με­σο, εἰ­ρω­νι­κό, χι­ου­μο­ρι­στι­κό, σαρ­κα­στι­κὸ καὶ κρι­τι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ συν­δέ­ον­ται καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Ὁ πρῶ­τος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος, ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὸν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι, συ­νί­στα­ται στὰ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα τοῦ χρό­νου καὶ τὴ σύ­ζευ­ξή τους. Ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να βλέ­που­με στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ τὸ χθὲς νὰ συ­ναν­τᾶ τὸ σή­με­ρα καί, ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ αὔ­ριο, τὸ σή­με­ρα νὰ γί­νε­ται χθές. Δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα:

 

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» Ἡ μι­κρὴ Λὺνν ἔ­δει­ξε τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μον­τέ­λο 747. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς χα­μο­γέ­λα­σε. «Πα­λι­ό­τε­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι πε­τοῦ­σαν στὸν οὐ­ρα­νό.»

 

Μὲ ἕ­ναν M­a­c­i­n­t­o­sh 128k ὑ­πο­μά­λης ἀ­πο­βι­βά­στη­κε ἀ­π’ τὴ χρο­νο­μη­χα­νή. «Ὥ­ρα γιὰ κά­τι ἐ­πα­να­στα­τι­κό!» σκέ­φτη­κε ὁ νε­α­ρὸς Στὴβ Τζόμπς. Ἦ­ταν στὰ 1983.

 

        Ὁ δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος ἀ­φο­ρᾶ τὸ δι­ά­στη­μα καὶ τὸ σύμ­παν, φέρ­νον­τας στὸ φῶς ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸν κο­σμι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ τα­ξί­δια στὸ δι­ά­στη­μα εἶ­ναι συ­χνά, ἐ­νῶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος δὲν εἶ­ναι μό­νο του στὸ σύμ­παν. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, εἶ­ναι πι­θα­νὸν νὰ πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι μὲ ἕ­να γνω­στὸ μο­τί­βο, ξε­κά­θα­ρα μὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κό. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἐμ­φα­νῆ στὰ πα­ρα­κά­τω πα­ρα­δείγ­μα­τα:

 

Ὁ Ἂλ εἶ­χε 72 ὦ­ρες νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος πα­ρέ­παι­ε στὴν ἄ­γο­νη ἐ­ρη­μιά. Κοί­τα­ξε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ πά­νω μό­λις ἀ­νέ­τει­λε ἡ Γῆ.

 

*  Τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς μπό­τας γυ­ά­λι­ζε στὴ γκρί­ζα σκό­νη τῆς σε­λή­νης. Στὴν προ­σγεί­ω­ση τοῦ σκά­φους τοῦ Ἄρ­μστρονκ τὸ ἀ­πο­λί­θω­μα δο­νή­θη­κε ἐ­λα­φρῶς.

 

        Ὁ τρί­τος θε­μα­τι­κὸς πυ­ρή­νας ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πι­στεῖ συ­νί­στα­ται στὸ στοι­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­πέ­τειας, μιὰ πλο­κὴ —φαι­νο­με­νι­κὰ ἢ μή— ἐ­πι­κίν­δυ­νη, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ ἑ­νὸς ἐμ­πρη­σμοῦ, μιᾶς ἔ­κρη­ξης κ.ο.κ. Τί νὰ βλέ­πει ἄ­ρα­γε ὁ Μάιμπεργκ στὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς κουμ­πιοῦ; Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ κα­λεῖ­ται ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ὑ­πο­θέ­σει, ὅ­πως π.χ. στὶς πα­ρα­κά­τω «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες»:

 

*  Ὁ Τὶλλ δί­στα­σε. Ἔ­πει­τα, πί­ε­σε δι­στα­κτι­κὰ τὸ πα­ρά­ξε­νο κουμ­πί. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὅ,τι 13,7 ἑκ. χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα θὰ ὀ­νο­μα­ζό­ταν «τὸ με­γά­λο μπάμ».

 

Τρέ­μον­τας εἰ­σή­γα­γε ὁ Ὀμ­πά­μα τὸν κω­δι­κὸ καὶ γύ­ρι­σε τὸν δι­α­κό­πτη. Ἡ πόρ­τα τι­νά­χτη­κε δι­ά­πλα­τα. «Πρω­τα­πρι­λιά!» χα­χά­νι­ζε ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Πεν­τα­γώ­νου.

 

        Κα­λὰ ὅ­λ’ αὐ­τά, ἀλ­λὰ τί συ­νε­πά­γε­ται τὸ φαι­νό­με­νο τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Πρό­κει­ται, ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε, γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το μι­νι­μα­λι­σμό, μιὰ τά­ση πού, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἄν­θη­σή της στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, πο­τέ της δὲ στε­ρή­θη­κε ἔν­θερ­μους ὑ­πο­στη­ρι­κτές; Νὰ γι­νό­μα­στε ἄ­ρα­γε μάρ­τυ­ρες ἄ­κρα­του φορ­μα­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὄ­χι πλέ­ον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ κρι­τή­ρια πο­σο­τι­κά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ποι­ο­τι­κά; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐ­κμη­δε­νι­σμὸ στὸ πλαί­σιο τῆς και­νο­θη­ρί­ας καὶ τοῦ ἐ­πι­ζη­τού­με­νου «μον­τέρ­νου», ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ὁ ἴ­διος τὴ λο­γο­τε­χνί­α, πα­ρὰ νὰ τὴ δι­α­βά­σει, νὰ τὴν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σει; Ἢ μή­πως, πά­λι, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να ἀ­κό­μη ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιὰ ἀ­κό­μη ἐκ­δή­λω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου τρό­που σκέ­ψης; Μή­πως τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, πέ­ραν τοῦ συγ­χρο­νι­κοῦ τους χα­ρα­κτή­ρα, ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας πιὸ ἄ­με­σης, (ἀ­π’)εὐ­θεί­ας; Μή­πως, τε­λι­κά, σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ νέ­α ἄ­πο­ψη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ μιὰ προ­σπά­θεια ἀ­να­νέ­ω­σής της;

        «Τὸ λα­κω­νί­ζειν ἐ­στὶ φι­λο­σο­φεῖν» δι­α­κή­ρυτ­ταν οἱ ἔν­δο­ξοι πρό­γο­νοι κι ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος ὡς πρὸς τὶς πα­ρα­πά­νω ὑ­πο­θέ­σεις θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» κι ἀ­νά­λο­γα σύν­το­μα κεί­με­να, προ­βάλ­λον­τας ὡς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α τὴ συν­το­μί­α τους καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τά τους νὰ δι­α­βα­στοῦν γρή­γο­ρα. Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ὅ­που οἱ ρυθ­μοὶ αὐ­ξά­νον­ται ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ γί­νον­ται ξέ­φρε­νοι, χά­ριν τέ­τοι­ων σύν­το­μων κει­μέ­νων ἡ λο­γο­τε­χνί­α δη­λώ­νει πα­ροῦ­σα. Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ δι­α­τει­νό­ταν ὅ­τι λο­γο­τε­χνί­α στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ «γρή­γο­ρου» μό­νο λο­γο­τε­χνί­α δὲν εἶ­ναι, καὶ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σε: «σπεῦ­δε βρα­δέ­ως». Τὸ σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ ὑ­πο­βι­βά­ζει τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ἕ­να ἀ­κό­μη προ­ϊ­ὸν πρὸς (γρή­γο­ρη) κα­τα­νά­λω­ση, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­φαι­ρεῖ ἀ­π’ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, λό­γῳ μιᾶς ἐ­πι­φα­νει­α­κό­τη­τας ἀ­πα­ρά­δε­κτης, τὴ βύ­θι­ση στὸ μα­γι­κὸ κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Ναί, θὰ ἐ­πα­νερ­χό­ταν ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος, ἀλ­λὰ ἂς προ­σέ­ξου­με πό­σο ἔν­το­νος εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς τέ­τοι­ου σύν­το­μου καὶ με­στοῦ κει­μέ­νου καὶ πό­σο ἄ­με­σο τὸ μή­νυ­μα ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ με­τα­δώ­σει. Θὰ χαι­ρό­ταν ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος, αἰ­σθα­νό­με­νος δι­και­ω­μέ­νος, καὶ θὰ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦ­σε κορ­δω­τὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς φαί­νε­ται ἡ μα­στο­ριὰ τοῦ κα­λοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ κα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση ὄ­χι μό­νο νὰ δι­α­τη­ρή­σει ἀ­δι­ά­πτω­το τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη γιὰ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς κεί­με­νο (μυ­θι­στό­ρη­μα κλπ), ἀλ­λὰ καὶ νὰ προ­κα­λέ­σει ἕ­ναν ἀ­πό­η­χο τό­σο δυ­να­τὸ ποὺ θὰ προ­βλη­μα­τί­σει καὶ θὰ κά­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ θέ­λει νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὸ κεί­με­νο καὶ στὸ μέλ­λον. Κι αὐ­τό, λό­γῳ ἱ­κα­νό­τη­τας κι ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν.

        Μὴ δί­νον­τας στὸν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τοῦ ἐ­πι­βλη­θεῖ, θὰ ἔ­σπευ­δε τό­τε ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος νὰ πά­ρει τὴ ρε­βάνς του, βγά­ζον­τας τὸν ἄσ­σο ἀπ’ τὸ μα­νί­κι: «Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ξε­χνᾶ­με, ἀ­γα­πη­τὲ συ­νά­δελ­φε, ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ πλου­τί­ζουν τὴ χώ­ρα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δι­ευ­ρύ­νουν τὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἂς μὴν πα­ρα­βλέ­που­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ ἐμ­φά­νι­ση δια­ρκῶς και­νούρ­γι­ων μορ­φῶν, καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση εἰ­δῶν, ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο γό­νι­μο εἶ­ναι τὸ ἔ­δα­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὅ­τι συ­νι­στᾶ πη­γὴ ἀ­στεί­ρευ­τη.» Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ μά­χον­ταν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα κα­τὰ τρό­πο ἐ­λε­γεια­κό: «Στὸ βω­μὸ τῆς ‘ποι­κι­λί­α­ς’ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν, ἀ­γα­πη­τέ, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ θυ­σι­ά­ζε­ται ἡ ἴ­δια ἡ γλωσ­σι­κὴ ποι­κι­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ὅ­ποι­ας συν­το­μί­ας, νὰ γί­νε­ται χρή­ση πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου λε­ξι­λο­γί­ου —τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης γλώσ­σας κα­τὰ βά­ση— κι αὐ­τὸ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πλοῦ­τος. Του­ναν­τί­ον. Ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ὑ­φί­στα­ται ἡ ἀ­νάγ­κη δι­α­χω­ρι­σμοῦ γρα­πτῆς καὶ προ­φο­ρι­κῆς γλώσ­σας, ὅ­περ ἐ­πι­βάλ­λει καὶ ὁ ὅ­ρος ‘λο­γο­τε­χνί­α’: ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου».

 

        Ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος κι ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ συ­νέ­χι­ζαν νὰ λο­γο­μα­χοῦν, ὡ­στό­σο θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἀρ­κε­τὴ φω­νὴ τοὺς δώ­σα­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ δι­κή μας ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Κομ­φού­κιου ὡς πρὸς τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των: ἡ Μέ­ση Ὁ­δός. Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ εἶ­ναι κεί­με­να ποὺ ποι­οῦν λό­γο κα­τὰ τρό­πο πε­ρί­τε­χνο. Εἶ­ναι κεί­με­να εὔ­στρο­φα ποὺ μέ­σῳ τῆς συν­το­μί­ας τους συ­νι­στοῦν κά­τι και­νούρ­γιο, πλου­τί­ζον­τας τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τέρ­πον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Δι­α­βά­ζον­τάς τα κα­νεὶς ἔ­χει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «χά­ι­κου» τῆς πρό­ζας, ὄ­χι μό­νο χά­ριν τῆς συν­το­μί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ὕ­φους τους. Δὲν πλού­τι­σαν τὰ «χά­ι­κου» τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ποι­η­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, κι ἂς προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν «μα­κρι­νό» πο­λι­τι­σμό; Πρὸς τί, λοι­πόν, ἡ αἴ­σθη­ση ἀ­πει­λῆς; Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ δὲν ἔρ­χον­ται ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, ἁ­πλῶς προ­σφέ­ρουν στὸ δε­κτι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη μί­αν ἀ­κό­μη ἄ­πο­ψη. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες μορ­φὲς θὰ γρά­φον­ται καὶ θὰ δι­α­βά­ζον­ται πάν­τα για­τὶ κα­λύ­πτουν ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­να­γνω­στῶν: δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μέν, ὑ­πάρ­χου­σες δέ. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲ γνω­ρί­ζει (ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη) πο­σο­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ἐ­πι­βάλ­λει ὡ­στό­σο καὶ προ­ϋ­πο­θέ­τει κρι­τή­ρια ποι­ο­τι­κά. Τώ­ρα τὸ πῶς θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, ἂν θὰ συ­ναν­τή­σει πρό­σφο­ρο ἔ­δα­φος, ἢ ἂν πλη­ροῖ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ πα­γι­ω­θεῖ καὶ ν΄ἀν­τέ­ξει στὸ χρό­νο, ὁ ἴ­διος ὁ χρό­νος θὰ τὸ πεῖ, κρι­τὴς τῶν πάν­των.

 

        Ἀ­θή­να, 27.07.2010

 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.