Irene Skouras: The Outfit

Irene Skouras

The Outfit

ACH ONE OF US sews her own outfit. It has to be warm and practical. Suitable for all hours. Morning, afternoon, evening, every-day, formal, professional, prim but sexy. Each one of us attends the same sewing school. We follow the traditional method. The young learn from the older ones. We observe how they make the cut-out, how they place pins along the line, how they cut the material, how they  stitch it together. We don’t speak, we just observe. As soon as we learn, we sit at our bench and make our own outfits. We work in silence. All you can hear is machines. We are focused, each one on her own design.

            I thought mine was the best. So did the others. I picked the best material, I designed the best template. I wanted my collar to be warm and soft, to be buttoned up for the cold days ahead. To protect me. I named it “husband”, and so did the others. I designed my sleeves long, soft, original. I wanted them to be special, unique. I named my right sleeve “daughter” and my left one “son”. I didn’t wonder why. That’s what we all did. The rest of the outfit was “home”. Warm, cosy, classy material. I wanted it red. But eventually I saw there was no choice. There was only one colour on the shelf. So I had to lump it, like everyone else.

            I sat at my bench to sew. My outfit quickly became defiant, indifferent to my plans. Whatever I sewed by day came undone by night. I just couldn’t do what I had planned to. I had, for instance, designed a warm “husband” with fluffy lining, since I have always been sensitive to cold, particularly around the neck. Instead of which, my outfit turned out backless with a feathery frill around the hemline. I knew that with the first cold I’d fall ill. It was impossible to change it, no matter how hard I tried.

            I told myself, “Never mind, I’ll find a special design for the sleeves, at least.” I’d have a “son” and a “daughter”. They’d be original, streamlined, elegant with a special cuff and a vintage button. I’d wear a satin top underneath. I’d counterbalance the absence of a warm collar with raglan sleeves. Maybe they weren’t stylish but they’d do the trick.  Still, on the sleeve question too, all my designs came to nothing. Once more, the outfit had objections. It kept rejecting the left sleeve. Despite my sewing on a left and a right, the outfit always ended up with two right ones. And, naturally, not according to my design. A rebellious look, anything but elegant, and without a cuff, while cuffs have always been a weakness of mine, they are so refined. But this is not all. The one sleeve insisted on being short, summery frayed at the end, the other was a three-quarter spring affair with plenty of frills. It was a mismatched garment, I wore it and looked like a clown. And, predictably, a raglan was out of the  question.

            I look at the outfits of the others. The same problems with the collar. This one’s is hanging up front like a massive bib, it hampers her movements instead of sheltering her. The neck is once again left bare. And even though that other one had designed something small and chick, pearl studded, what she got was a tracksuit hood wrapped around her whole head.  She can’t hear a thing and can hardly see. She keeps trying to fix the collar, get rid of the hood, but the outfit insists. Another walks around sleeveless in the cold, because the outfit rejected all her sleeve patterns, yet another has her sleeves tied behind her back, she can’t move her arms. Her outfit looks rather like a straightjacket. This one wears a rag that cannot shield her, that one has an outfit on that’s tight like a corset from top to toe, another goes around stark naked because the material she has never turns into something wearable.

            We’ve learned to live with it. We create the most beautiful designs, we cut out the most beautiful templates and end up wearing the outfit’s choices.

Source: First published. Planodion Bonsai Stories, Mars 9, 2021:

Irene Skouras was born and raised in Athens, Greece. She studied Greek Literature at the Athens University and she obtained a bachelor degree and a Ph.D in pedagogy. She has published articles and essays in pedagogical magazines. Her stories have been distinguished in literary contests (Metechmio, Patakis, Oceanus), they have been included in collective editions and have been published in literature magazines, printed and cyber. She writes short and very short stories, as well as scripts for short films.

Translated from the greek:

Memi Katsoni is a teacher and translator. She translates for Onassis/STEGI, other establishments and various authors. In 2012 she published the book Lenin in St. Anthony and her short stories have been published in e-zines.


Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα

Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι

Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

Εἰρήνη Σκούρα: Τὸ ροῦχο

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα

Τὸ ροῦ­χο

ΑΘΕΜΙΑ ΡΑΒΕΙ τὸ ροῦ­χο της. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ πρα­κτι­κό. Νὰ φο­ρι­έ­ται ὅ­λες τὶς ὧ­ρες. Πρω­ι­νό, ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό, βρα­δι­νό, κα­θη­με­ρι­νό, ἐ­πί­ση­μο, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ θη­λυ­κό.  Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ὅ­λες τὴν ἴ­δια σχο­λὴ ρα­πτι­κῆς. Ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὴν πα­λιὰ μέ­θο­δο. Οἱ μι­κρό­τε­ρες μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες. Πα­ρα­τη­ροῦ­με πῶς φτιά­χνουν τὸ πα­τρόν, πῶς βά­ζουν τὶς καρ­φί­τσες στὰ ση­μά­δια, πῶς κό­βουν τὸ ὕ­φα­σμα, πῶς τὸ γα­ζώ­νουν.  Δὲν μι­λᾶ­με, ἁ­πλὰ τὶς πα­ρα­τη­ροῦ­με. Μό­λις μα­θαί­νου­με, κα­θό­μα­στε στὸν δι­κό μας πάγ­κο καὶ ρά­βου­με τὸ δι­κό μας ροῦ­χο. Γύ­ρω σι­ω­πή. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο οἱ μη­χα­νές. Εἴ­μα­στε συγ­κεν­τρω­μέ­νες κα­θε­μί­α στὸ δι­κό της σχέ­διο.

        Ἐ­γὼ πί­στευ­α πὼς εἶ­χα τὸ κα­λύ­τε­ρο. Καὶ οἱ ἄλ­λες τὸ ἴ­διο νό­μι­ζαν. Δι­ά­λε­ξα τὸ κα­λύ­τε­ρο ὕ­φα­σμα, σχε­δί­α­σα τὸ κα­λύ­τε­ρο πα­τρόν. Ἤ­θε­λα ὁ για­κάς μου νὰ εἶ­ναι ζε­στὸς καὶ μα­λα­κός, νὰ μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μὲ ἕ­να κουμ­πὶ τὶς κρύ­ες μέ­ρες. Νὰ μὲ προ­στα­τεύ­ει. Τὸν ὀ­νό­μα­σα σύ­ζυ­γο, ὅ­πως ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὰ μα­νί­κια μου τὰ σχε­δί­α­σα μα­κριὰ καὶ ἁ­πα­λά, μὲ πρω­τό­τυ­πο σχέ­διο. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στά, μο­να­δι­κά. Τὰ ὀ­νό­μα­σα, τὸ δε­ξὶ ἡ κό­ρη μου, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ὁ γιός μου. Δὲν ρώ­τη­σα για­τί. Ἔ­τσι ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὸ  ροῦ­χο μου ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ ἄ­νε­το.Τὸ προ­τι­μοῦ­σα σὲ κόκ­κι­νο. Τε­λι­κά, ὅ­μως, εἶ­δα πὼς δὲν εἶ­χα ἐ­πι­λο­γή. Στὸ ρά­φι ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μό­νο χρῶ­μα. Συμ­βι­βά­στη­κα ὅ­πως ὅ­λες.

        Κά­θι­σα στὸν πάγ­κο μου κι ἔ­ρα­βα. Ὅ­μως τὸ ροῦ­χο γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἀ­τί­θα­σο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὰ σχέ­διά μου. Ὅ,τι ἔ­ρα­βα τὴν ἡ­μέ­ρα, τὸ βρά­δυ ξη­λω­νό­ταν. Δὲν μπο­ροῦ­σα τε­λι­κὰ νὰ ρά­ψω αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει. Εἶ­χα σχε­διά­σει, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ζε­στό, μὲ ἐ­πέν­δυ­ση, για­τὶ ἤ­μουν ἀ­πὸ μι­κρὴ εὐ­αί­σθη­τη στὸ κρύ­ο, εἰ­δι­κὰ στὸν αὐ­χέ­να. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸ ροῦ­χο μου ρά­φτη­κε ἐ­ξώ­πλα­το μὲ ἐ­λα­φρὺ βο­λὰν στὸ τε­λεί­ω­μα. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α, θὰ ἀρ­ρώ­σται­να.  Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὸ ἀλ­λά­ξω, ὅ­σο κι ἂν προ­σπά­θη­σα.

       Εἶ­πα, Δὲν πει­ρά­ζει, θὰ κά­νω ἕ­να ὡ­ραῖ­ο σχέ­διο του­λά­χι­στον γιὰ τὰ μα­νί­κια. Θὰ εἶ­χα ἕ­ναν γιὸ καὶ μιὰ κό­ρη. Θὰ εἶ­χαν πρω­τό­τυ­πη, ἄ­νε­τη καὶ κομ­ψὴ γραμ­μὴ μὲ φί­να μαν­σέ­τα καὶ βίν­τα­τζ κουμ­πί. Θὰ τὸ φο­ροῦ­σα μὲ σα­τὲν μπλου­ζά­κι ἀ­πὸ μέ­σα. Θὰ κά­λυ­πτα τὴν ἀ­που­σί­α ζε­στοῦ για­κὰ κά­νον­τας τὰ μα­νί­κια ρεγ­κλάν. Ἐν­τά­ξει, δὲν ἦ­ταν τῆς μό­δας, ἦ­ταν τῆς ἀ­νάγ­κης, μιὰ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Ὅ­μως καὶ στὰ μα­νί­κια, ὅ­λα τὰ σχέ­διά μου πῆ­γαν χα­μέ­να. Τὸ ροῦ­χο εἶ­χε ξα­νὰ ἀν­τιρ­ρή­σεις . Ἀ­πέρ­ρι­πτε συ­νε­χῶς τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ρα­βα ἕ­να ἀ­ρι­στε­ρὸ κι ἕ­να δε­ξὶ μα­νί­κι, τὸ ροῦ­χο κα­τέ­λη­γε πάν­τα μὲ δύ­ο δε­ξιὰ μα­νί­κια. Καί, βέ­βαι­α, κα­θό­λου ὅ­πως τὰ εἶ­χα σχε­διά­σει. Ἄ­ναρ­χη γραμ­μή, κα­θό­λου κομ­ψὴ καί, μά­λι­στα, χω­ρὶς μαν­σέ­τα, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­νέ­κα­θεν πο­λύ, για­τί εἶ­χε μιὰ φι­νέ­τσα. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τὸ ἕ­να μα­νί­κι ἐ­πέ­με­νε νὰ εἶ­ναι κον­τό, κα­λο­και­ρι­νὸ μὲ ξέ­φτια στὸ τε­λεί­ω­μα, τὸ ἄλ­λο τρουα­κὰρ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο μὲ πολ­λὰ βο­λάν. Ἦ­ταν ἕ­να ροῦ­χο πα­ρά­ται­ρο ἐν­τε­λῶς, τὸ φο­ροῦ­σα κι ἔ­μοια­ζα μὲ κλό­ουν. Καί, βέ­βαι­α, οὔ­τε λό­γος γιὰ τὸ ρεγ­κλάν.

       Κοι­τά­ζω τὰ ροῦ­χα τῶν ἄλ­λων. Τὰ ἴ­δια προ­βλή­μα­τα μὲ τοὺς γι­α­κά­δες. Κά­ποι­ας ρά­βε­ται μπρο­στὰ σὰν με­γά­λη σα­λιά­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐμ­πο­δί­ζει στὶς κι­νή­σεις, πα­ρὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει. Ὁ αὐ­χέ­νας μέ­νει πά­λι γυ­μνός. Μιᾶς ἄλ­λης, ἐ­νῶ τὸν σχε­δί­α­ζε μι­κρὸ καὶ κομ­ψὸ μὲ δαν­τέ­λα στὸ τε­λεί­ω­μα, ἔ­γι­νε τε­λι­κὰ μιὰ κου­κού­λα ἀ­θλη­τι­κῆς φόρ­μας ποὺ τῆς κα­λύ­πτει ὅ­λο τὸ κε­φά­λι. Δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­σει τί­πο­τα καὶ με­τὰ βί­ας βλέ­πει. Προ­σπα­θεῖ μιὰ ζω­ὴ νὰ δι­ορ­θώ­σει τὸν για­κά, νὰ ξη­λώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴν κου­κού­λα, ἀλ­λὰ τὸ ροῦ­χο ἐ­πι­μέ­νει. Μιὰ ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ ἀ­μά­νι­κο μὲς στὸ κρύ­ο, για­τὶ τὸ ροῦ­χο ἀ­πορ­ρί­πτει ὅ­λα της τὰ σχέ­δια γιὰ μα­νί­κι, ἄλ­λης τὰ μα­νί­κια δε­μέ­να πί­σω, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κι­νή­σει τὰ χέ­ρια της. Μιὰ  φο­ρά­ει ἕ­να κου­ρέ­λι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴ σκε­πά­σει, ἄλ­λη ἕ­να ροῦ­χο στε­νὸ σὰν μο­νο­κόμ­μα­το κορ­σὲ ποὺ τὴν τυ­λί­γει ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνή, για­τὶ τὸ ὕ­φα­σμα ποὺ ἔ­χει, δὲν γί­νε­ται πο­τὲ ροῦ­χο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φο­ρε­θεῖ.

       Τὸ ἔ­χου­με πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Κά­νου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα σχέ­δια, κό­βου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα πα­τρὸν καὶ τε­λι­κὰ φο­ρᾶ­με ὅ,τι ἀ­πο­φα­σί­σει τὸ ροῦ­χο. Ὅ,τι κι ἂν ρά­ψου­με, στὸ τέ­λος θὰ ξη­λω­θεῖ. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ροῦ­χο ἔ­χει ἐν­τε­λῶς ἄλ­λα σχέ­δια.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ της ἔ­χει ὡς θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Διώχνω

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ στὴ σει­ρὰ γέν­νη­σης με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι κο­ρί­τσια. Κα­κο­ρί­ζι­κο πράγ­μα τὰ κο­ρί­τσια στὴν ἐ­πο­χή της, εἰ­δι­κὰ γιὰ οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ δι­κή της. Τὶς ὀ­νό­μα­ζαν «βά­σα­να» καί, χα­ϊ­δευ­τι­κά, «βα­σα­νά­κια» γιὰ τὴ νέ­α φτώ­χεια ποὺ ἔ­σερ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν στοί­βα­ζαν πά­νω στὴν πα­λιά.

       Ὕ­στε­ρα κι ἀ­πὸ τὸ τέ­ταρ­το κο­ρί­τσι, οἱ γο­νεῖς ἀ­πελ­πί­στη­καν κι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ στεί­λουν ἕ­να μή­νυ­μα στὴ μοί­ρα ἢ στὸ Θε­ό, δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κρι­βῶς ποῦ νὰ ἀ­πο­ταν­θοῦν. Ἔ­τσι τὴν πέμ­πτη κό­ρη τους τὴν βά­φτι­σαν «Ἀ­γο­ρί­τσα», με­τέ­πει­τα «Ἀ­γό­ρω», μή­πως ξε­γε­λα­στεῖ τὸ πνεῦ­μα τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν κι ἔρ­θει κον­τά. Τὴν ἕ­κτη, τὴν εἶ­παν ἀ­μέ­σως «Στα­μά­τα», σὰν πα­ρά­κλη­ση ἢ καὶ σὰν προ­στα­γὴ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη κο­ρι­τσί­στι­κη μοί­ρα. Αὐ­τή, ἕ­βδο­μη στὴ σει­ρά, ἀ­φοῦ εἶ­χαν χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα κι εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα κο­ρι­τσί­στι­κα ὀ­νό­μα­τα, τὴν βά­φτι­σαν «Δι­ώ­χνω», μή­πως δι­ώ­ξουν μιὰ γιὰ πάν­τα το ἐ­πί­μο­νο πνεῦ­μα τῶν θη­λυ­κῶν. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πελ­πι­σί­ας ποὺ μη­χα­νεύ­τη­καν, τὸ θέ­μα λύ­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ μό­νο ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να πά­νω στὴ γέν­να μα­ζὶ μὲ τ’ ὄ­γδο­ο κο­ρί­τσι. Ἡ Δι­ώ­χνω ἀ­πό­μει­νε τε­λευ­ταί­α. Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς αὐ­τὴ εἶ­χε δι­ώ­ξει ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­γέν­νη­τες ἀ­δερ­φές της, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μά­να της τὴν ἴ­δια.

       Ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἔρ­θει ἡ σει­ρά της νὰ παν­τρευ­τεῖ. Τὰ βρά­δια μὲ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια ἔ­φτια­χνε τὴν προί­κα της, κου­βέρ­τες, πε­τσέ­τες, σεν­τό­νια, μα­ξι­λά­ρια, τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα. Ὅ­λη νύ­χτα κεν­τοῦ­σε, ἕ­ρα­βε, ἔ­πλε­κε μὲ βε­λό­νες, βε­λο­νά­κι, σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν.

       «Εἶ­μαι μι­σὸς ἄν­θρω­πος», εἶ­πε αὐ­τός, «Δὲν μὲ πει­ρά­ζει», εἶ­πε αὐ­τή, ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε συν­τρο­φιά. Κι ἔ­γι­νε ὁ γά­μος. Τὰ βρά­δια ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ἐ­φιά­λτες. Μιὰ με­γά­λη μη­χα­νὴ τοῦ μα­σοῦ­σε τὰ χέ­ρια, ὕ­στε­ρα τὰ πό­δια, με­τὰ τὸ κορ­μί, ἄ­φη­νε μό­νο το κε­φά­λι. Αὐ­τὴ κοι­μό­ταν δί­πλα του καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις συ­ναρ­μο­λο­γοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ κομ­μά­τια του. Σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν. Τὸ ξη­μέ­ρω­μα τὸν ἔ­βρι­σκε ὁ­λό­κλη­ρο πά­λι. Ἔ­λει­πε μό­νο τὸ δε­ξί του χέ­ρι, αὐ­τὸ ποὺ γιὰ πάν­τα εἶ­χε χα­θεῖ στὸ μη­χα­νι­κὸ ζυ­μω­τή­ριο, ὅ­ταν δού­λευ­ε στὸ φοῦρ­νο. Τό­τε ξυ­πνοῦ­σε καὶ κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι. Χτυ­ποῦ­σε τὰ πό­δια στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα καὶ τῆς φώ­να­ζε: «Κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια!» Με­τὰ ἔ­λε­γε «Νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου», με­τὰ «Νὰ ξυ­ρι­στῶ», «Ἄ­να­ψέ μου τσι­γά­ρο!», «Βά­λε μου νε­ρό!», «Τί κοι­τᾶς ὅ­λο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;», «Ὅ­λο στὸν κα­θρέ­φτη εἶ­σαι, πε­ρι­μέ­νεις κα­νέ­ναν;». Κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σε ἡ ζω­ή.

       Ἕ­να βρά­δυ, δὲν ἔ­πι­α­σε τὶς βε­λό­νες καὶ τὶς κλω­στές της. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει κομ­μά­τια. Γύ­ρι­σε πλευ­ρὸ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χα ἡ Δι­ώ­χνω. Ἡ Δι­ώ­χνω ἐ­νο­χές, πα­λι­ὲς καὶ νέ­ες.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος φι­λο­λό­γων στὴν δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.