Yorgos Skambardonis: El vendedor de castañas de segundo de primaria



Yorgos Skambardonis


El vendedor de castañas de segundo de primaria


ICIEMBRE. Bajo por Tsimiskí; esquina con A­ri­sto­te­lous veo al vendedor de castañas del antiguo libro de Lectura de segundo de primaria, el dibujado por Yorgos Manousakis (algunos piensan, por error, que es un dibujo de Gramatópoulos), sentado en la esquina con su fogón asando castañas. Me paro vacilante frente a él. Lo miro con persistencia, detenidamente, y es él, él mismo, en persona. Le pido perplejo una bolsita. Coge hábilmente algunas castañas asadas con unas tenazas, las mete con cuidado en una pequeña bolsita de papel y me las da; saco dinero y le pago.

       Avanzo extrañado. Siento la palma de mi mano caliente por las castañas, como vientre de tórtola, cojo una, le quito su cáscara rajada, y mientras me la como, resoplando porque está ardiendo, veo de lejos al director del colegio que viene derecho hacia mí, al señor Papastratigópoulos, que nos daba en aquel entonces Gramática: severo, en su traje gris, rígido, sujetando una regla de madera. Llega a mi altura, se queda inmóvil, hosco, ve lo que llevo en las manos y me pregunta, golpeando con ritmo, amenazadoramente, la regla en la palma de su mano:

       «Skambardonis, ¿cómo se les llama a las castañas en griego an­ti­guo?»

       Mis piernas empezaron a temblar. Enmudecí. Tragué saliva.

       Me mira despectivamente y continúa:

       «Bellotas de Zeus. ¿Cincuenta y dos años han pasado y aún no lo has aprendido?»



Primera publicación: Νο­έμ­βριος (Ediciones Πα­τά­κης, 2014).

Yorgos Skambardonis (Salónica, 1953). Cuento, novela. Estudió Filología Francesa en la Universidad Aristóteles de Salónica. Su primer libro fue Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (Ediciones Κα­στανι­ώ­της, 1992). Su último libro es Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου (Ediciones Πα­τά­κης, 2019). Sus cuentos han sido traducidos a varios idiomas.

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Διαφημίσεις

Γιῶργος Σκαμπαρδώνης: Πάρε τὸ τρανζίστορ στὴ βάρκα


Skampardonis,Giorgos-PareToTranzistorStiBarka-Eikona-04


Γι­ῶρ­γος Σκαμ­πα­δώ­νης

Πά­ρε τὸ τραν­ζί­στορ στὴ βάρ­κα

 

01-PiΑΡΕ», μοῦ ‘χε πεῖ ὁ πά­πα-Θε­ό­φι­λος, «καὶ τὸ ρα­δι­ο­φω­νά­κι μα­ζί σου» – τί νὰ τὸ κά­νω, σκέ­φτη­κα, τὸ τραν­ζί­στορ μὲς στὴ βάρ­κα;

         Ἔ­χου­με βγεῖ οἱ δυ­ό μας νὰ μα­ζέ­ψου­με ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­γα­δά­κι ποὺ ‘χε ρί­ξει τὴν προ­η­γου­μέ­νη λί­γο πιὸ ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Οὐ­ρα­νού­πο­λη, ὅ­που αὐ­τὸς λει­τουρ­γεῖ σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σιὰ κι ἐ­γὼ κά­νω θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πές. Ἦ­ταν συμ­φοι­τη­τής μου στὴν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, ποὺ με­τὰ πῆ­γε στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ καὶ κα­τέ­λη­ξε στὸ ἱ­ε­ρα­τι­κὸ σχῆ­μα.

         Ὁ και­ρὸς εἶ­ναι κα­λός, λαμ­πρός. Ἀρ­χὲς Αὐ­γού­στου. Εἴ­μα­στε κι οἱ δυὸ στὴ βάρ­κα μὲ τὰ μα­γιό. Ἔ­χει νη­νε­μί­α κι ὁ Ἄ­θω­νας, δί­πλα μας, ὀρ­θώ­νε­ται καμ­που­ρια­στός, γα­λα­ζω­πὸς δει­νό­σαυ­ρος. Ἀ­νε­βά­ζον­τας τὸ μι­κρὸ πα­ρα­γά­δι (οὔ­τε τριά­ντα ἀγ­κί­στρια), εἴ­πα­με νὰ τὸ ξε­ψα­ρί­σου­με σι­γὰ σι­γὰ μὲς στὸ σκά­φος. Βλέ­που­με νὰ ἔ­χου­νε πια­στεῖ κά­τι μι­κρὰ ψά­ρια καὶ ἕ­να μουγ­γρί, ποὺ τὸ ἔ­χει κου­κου­λώ­σει ἕ­να χτα­πό­δι καὶ τὸ ρου­φά­ει, τὸ ἀ­πο­μυζά­ει ὁ­λό­κλη­ρο. Ἔ­χει, ἀ­φή­σει, μό­νο ἕ­να κομ­μά­τι – τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἀ­πό­μει­νε σκε­λε­τός, γυ­μνὴ ἡ ρα­χο­κο­κα­λιὰ καὶ τ’ ἀγ­κά­θια. Τὸ ξαγ­κι­στρώ­νω καὶ τὸ ἀ­φή­νω στὴν κου­πα­στή.

         «Προ­χτές», μοῦ λέ­ει ὁ πα­πάς, «ψά­ρευ­α ἀ­πέ­ξω, ἀ­π’ τὰ βρά­χια. Καὶ τσιμ­πά­ει ἕ­να με­γά­λο χτα­πό­δι – δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ βγά­λω. Λα­στι­χά­ρι­ζα τὴν πετο­νιὰ καὶ δὲν τρα­βι­ό­τα­νε. Βου­τά­ω κρα­τών­τας ἕ­να μυ­τε­ρὸ ξύ­λο ἀ­π’ τὶς ντο­μα­τι­ές. Εἶ­χε βρα­χώ­σει, εἶ­χε βεν­του­ζά­ρει στὴν πέ­τρα τὸ χτα­πό­δι καὶ δὲν ἔ­βγαι­νε μὲ τί­πο­τα. Τὸ λυ­πή­θη­κα τε­λι­κὰ – ἔ­κο­ψα τὴν πετο­νιὰ καὶ τ’ ἄ­φη­σα. Τέ­τοι­ο πά­θος γιὰ ζω­ή…»

         Ξε­σκα­λώ­νω με­ρι­κὲς μι­κρὲς τσι­ποῦ­ρες καὶ κε­φα­λό­που­λα.

         «Σή­με­ρα», λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, «δὲν βλέ­πω τό­νους. Τὴν προ­η­γού­με­νη βδο­μά­δα γέ­μι­σα μιὰ μπα­νι­έ­ρα μὲ το­νά­κια μο­νόκι­λα. Φαί­νε­ται εἶ­χα πέ­σει σὲ κο­πά­δι, ἀ­πὸ κεῖ­να ποὺ κα­τε­βαί­νου­νε ἀ­π’ τὴ Μαύ­ρη Θά­λασ­σα. Μι­λᾶ­με γιὰ πογ­κρόμ. Θὰ ἤ­τα­νε πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι πέν­τε κι­λά.»

         Τε­λει­ώ­νου­με τὸ ξε­ψά­ρι­σμα κι ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο.

         «Γιά­ννη, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ό­φω­νο», μοῦ λέ­ει, ἐ­νῶ ἄρ­χι­σε νὰ λεν­τί­ζει στὸ πα­νέ­ρι τὶς πε­το­νι­ὲς ποὺ εἴ­χα­νε γί­νει καν­τα­ΐ­φι ἀ­π’ τὸ μπέρ­δε­μα.

         «Σοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ μου­σι­κή;»

         «Ὄ­χι ἐ­μέ­να τό­σο, ὅ­σο στὰ δελ­φί­νια. Ἂ­νοι­ξ’ το καὶ θὰ δεῖς, θὰ ‘ρ­θοῦ­νε νὰ μᾶς βροῦ­νε.»

         Ἀ­νοί­γω τὸ τραν­ζί­στορ – παί­ζει κά­τι τρα­γου­δά­κια τοῦ Κη­λα­η­δό­νη.

         «Πιὸ δυ­να­τά», λέ­ει, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

         Ἀ­νε­βά­ζω τὴν ἔν­τα­ση καί, δὲν περ­νά­ει, ἕ­να λε­πτὸ καὶ τὰ νε­ρὰ γύ­ρω μας γε­μί­ζουν δελ­φί­νια. Κο­λυμ­ποῦ­νε ὁ­μα­δι­κὰ ἢ κα­τὰ ζεύ­γη καὶ ἐ­κτι­νάσ­σον­ται, ἐ­πι­δέ­ξια γύ­ρω μας – θὰ ‘ναι πά­νω ἀ­πὸ ἑ­φτὰ ὀ­χτώ. Γλι­στροῦ­νε γύ­ρω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα, τι­νά­ζον­ται ψη­λά, καμ­πυ­λω­τὰ καὶ ξα­να­βου­τοῦ­νε γλυ­κὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴ μου­σι­κή.

         Στὸ με­τα­ξύ, ἐ­γὼ πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ δελ­φί­νι ἀ­πὸ τό­σο κον­τά· βγαί­νου­νε δί­πλα στὰ πλα­ϊ­νὰ τῆς βάρ­κας, στὸ μι­σὸ μέ­τρο. Μά­λι­στα τὸ ἕ­να ἀ­να­δύ­ε­ται πο­λὺ ἀρ­γά, κοι­τά­ζει μέ­σα, ἐ­μᾶς, καὶ κα­θυ­στε­ρεῖ, σὰν γιὰ νὰ ἀ­κού­σει πιὸ κα­θα­ρὰ τὶς νό­τες. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ἔν­το­να, ἔ­ξυ­πνα κι ἀ­κού­ω τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ βγά­ζει σφυ­ρί­ζον­τας ἀ­π’ τὴν ὀ­πὴ στὴ ρά­χη του σὰν ἀ­να­πνο­ὴ τε­νό­ρου.

         «Χά­ι­δεψ’ το», μοῦ λέ­ει ὁ πά­πα-Θε­ό­φι­λος.

         Δι­στά­ζω λί­γο, ἀλ­λὰ με­τά, μό­λις ξα­νάρ­χε­ται καὶ κα­θυ­στε­ρεῖ δί­πλα μας μὲ τὸ μι­σό του σῶ­μα ἀ­πέ­ξω, σκύ­βω πρὸς τὰ νε­ρὰ κι ἀγ­γί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο ἥ­συ­χα, ἀρ­γὰ τὸ ὑ­γρὸ γυ­α­λι­στε­ρό του μέ­τω­πο. Τὸ χα­ϊ­δεύ­ω τρεῖς φο­ρές. Ἐ­κεῖ­νο στέ­κε­ται ἀ­μή­χα­νο κοι­τά­ζον­τας. Σέρ­νω τὸ χέ­ρι μου στὴ ρά­χη του – ὡς τὸ πτε­ρύ­γιο. Τὸ δελ­φί­νι, σὰν νὰ τρε­μού­λια­σε λί­γο καὶ με­τὰ βυ­θί­ζε­ται καμ­πυ­λω­τὰ στὴν ἄ­βυσ­σο, χά­νε­ται καὶ ξα­να­γυ­ρί­ζει γρά­φον­τας κύ­κλους γύ­ρω μας.

         Τὸ χτα­πό­δι στὴν κου­πα­στὴ συ­νε­χί­ζει νὰ σα­λεύ­ει, ἀρ­γὰ καὶ νὰ ἀ­πο­μυ­ζά­ει τὸ μουγ­γρὶ πα­ρό­τι πε­θαί­νει καὶ τὸ ἴ­διο, σβή­νει.

         Ὁ πα­πὰς παίρ­νει τὸ τραν­ζί­στορ καὶ τὸ κλεί­νει. Τὰ δελ­φί­νια χά­νον­ται. Μοῦ λέ­ει:

         «Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ποὺ ψα­ρεύ­ω μό­νος μου καὶ μὲ κου­ρά­ζει ἡ μο­να­ξιά, ἀρ­χί­ζω καὶ ψέλ­νω. Καὶ τό­τε ἔρ­χον­ται πά­λι τὰ δελ­φί­νια. Μοῦ ἀ­ρέ­σου­νε, μὲ πα­ρη­γο­ροῦ­νε, ἂν καὶ κά­να δυ­ὸ φο­ρές μοῦ κομ­μά­τια­σαν τὰ δί­χτυ­α».

         Πιά­νει ἐ­πι­δέ­ξια το ζων­τα­νὸ χτα­πό­δι μὲ τὸ μουγ­γρὶ καὶ τὸ ἀ­φή­νει, ἀπ’ τὰ πλα­ϊ­νά, μέ­σα στὸ νε­ρό. Ἐ­κεῖ­νο στέ­κε­ται γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­το καὶ με­τὰ πον­τί­ζε­ται μὲ κι­νή­σεις πα­νι­κοῦ. Συ­νε­χί­ζει:

         «Ἀ­π’ τὴν πεί­ρα μου σοῦ λέ­ω πὼς στὰ δελ­φί­νια ἀ­ρέ­σει πιὸ πο­λὺ νὰ ἀ­κοῦ­νε τὸ “Ἁ­γνὴ Παρ­θέ­νε Δέ­σποι­να, Ἄ­χραν­τε Θε­ο­τό­κε …”».

         «Ἄ, τὸ ‘­χω ἀ­κού­σει. Εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χο. Τὸ ἔ­χου­νε κυ­κλο­φο­ρή­σει οἱ Ἀ­θω­νί­τες πα­τέ­ρες, οἱ Σι­μω­νοπε­τρί­τες, καὶ σὲ σιν­τί».

         «Τὸ ἔ­γρα­ψε ὁ ἅ­γιος Νε­κτά­ριος Αἰ­γί­νης, τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ὅ­ταν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ὡς δι­ευ­θυν­τὴς στὴ Ρι­ζά­ρει­ο τῆς Ἀ­θή­νας».

         Καί, σὰν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι ἀ­πὸ πρίν, πι­ά­νου­με κι οἱ δυ­ὸ μὲ μιὰ φω­νή, σὲ ἦ­χο πλά­γιο Α’: «Ἁ­γνὴ Παρ­θέ­νε Δέ­σποι­να …», ὅ­σο πιὸ δυ­να­τὰ μπο­ροῦ­με – ἐ­γὼ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι, ἀ­κο­λου­θῶ για­τί δὲν τὸ ξέ­ρω κα­λὰ καὶ ἀγ­κο­μα­χῶ λό­γω ἀ­γυ­μνα­σιᾶς καὶ τσι­γά­ρου.

         Ὁ κα­πνὸς μοῦ ἔ­χει σο­βαν­τί­σει τὸν λαι­μό. Μουρ­μου­ρο­ψέλ­νω ἀ­δέ­ξια κι ἐν­δι­ά­με­σα βή­χω. Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ τοῦ πα­πᾶ εἶ­ναι βα­θιὰ καὶ κα­τα­κλυ­σμι­κὴ – τὴ νι­ώ­θω νὰ ἀν­τι­λα­λεῖ ὣς πέ­ρα, μα­κριὰ ξώ­μα­κρα, ὣς τὴν ἀ­κτή, ὣς τὴν ἀ­νά­σα τοῦ ἄλ­λου κό­σμου.

         Στὸν τρί­το στί­χο: «Ὑ­ψη­λoτ­έ­ρα οὐ­ρα­νῶν, ἀ­κτί­νων λαμ­προ­τέ­ρα», τὰ δελ­φί­νια ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξα­νά, θαρ­ρεῖς ἀ­π’ τὸ που­θε­νά – οἱ ρά­χες τους γυ­α-λο­κο­ποῦ­νε μπαι­νο­βγαί­νον­τας καὶ με­ρι­κά, στὰ ἀ­νε­βά­σμα­τα καὶ στὶς κο­ρυ­φώ­σεις τῆς φω­νῆς, δί­νουν ἁ­ψι­δω­τὰ σάλ­τα στὸν ἀ­έ­ρα ξα­να­πέ­φτον­τας μὲ πα­φλα­σμὸ χα­ρᾶς μέ­σα στὸ δι­ά­φα­νο βά­θος καὶ χά­νον­ται γιὰ νὰ ἀ­να­δυ­θοῦν, καὶ πά­λι, στὸ πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο ση­μεῖ­ο τῆς θά­λασ­σας.

         Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κά­νει τρεῖς φο­ρὲς τὸν σταυ­ρό του ἐ­νῶ ψέλ­νει. Κι ἐ­γώ, ποὺ ἔ­χω νὰ πά­ω δε­κα­πέν­τε χρό­νια σὲ ἐκ­κλη­σιὰ (ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σω γά­μους, βα­φτί­σια καὶ κη­δεῖ­ες) κι ἄλ­λα τό­σα νὰ μπῶ στὸ Ὅ­ρος, ἔ­χω σω­πά­σει πιά. Στέ­κο­μαι καὶ τὸν βλέ­πω καὶ τὸν ἀ­κού­ω ἄ­ναυ­δος. Ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο. Βή­χω. Αἰ­σθά­νο­μαι τὴν αἰ­σχρο­κέρ­δεια τοῦ χρό­νου καὶ νὰ φεύ­γει ἀρ­γά, νὰ σβή­νει, αὐ­τὴ ἡ στα­θε­ρή, ὕ­που­λη ἀ­πελ­πι­σί­α ποὺ σέρ­νε­ται μέ­σα μου ἀ­πὸ και­ρό. Νι­ώ­θω νὰ ξα­λα­φρώ­νω. Καὶ κρα­τών­τας ἀ­κό­μα τὸ τσι­γά­ρο ση­κώ­νο­μαι πα­τών­τας στὴ γά­στρα, ἰ­σορ­ρο­πῶ κά­πως καὶ ἀ­λα­λά­ζον­τας κά­νω μιὰ ξαφ­νι­κὴ ἀ­νά­πο­δη, ἀ­τσούμ­πα­λη κω­λο­τούμ­πα καὶ πέ­φτω ἀ­δέ­ξια σκά­ζον­τας μὲ τὴν κοι­λιά, πα­φλά­ζον­τας μέ­σα στὰ θε­ϊ­κὰ νε­ρά.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


 

Πη­γή: Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πα­τά­κη, 2014).

 

 

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης (Θεσσαλονίκη, 1953). Δι­ή­γη­μα, Μυθι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (ἐκδ. Κα­στανι­ώ­της, 1992). Ἔ­γρα­ψε μὲ τὸν Παν­τε­λῆ Βούλ­γα­ρη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν ται­νί­α Ὅ­λα εἶ­ναι δρό­μος. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Νο­έμ­βριος (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2014). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

 

Γιῶργος Σκαμπαρδώνης: Ὁ καστανὰς τῆς Β’ Δημοτικοῦ

Skampardonis,Giorgos-OKastanasTisB'Dimotikou-Eikona-01

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης


 

Ὁ κα­στα­νὰς τῆς Β΄ Δη­μο­τι­κοῦ

 


01-DeltaΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ τὴν Τσι­μι­σκή· γω­νί­α μὲ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους, βλέ­πω τὸν κα­στα­νὰ ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ Ἀ­να­γνω­στι­κό τῆς Β’ Δη­μο­τι­κοῦ, τὸν ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν Γι­ῶρ­γο Μα­νου­σά­κη (κά­ποι­οι νο­μί­ζου­νε, λά­θος, ὅ­τι εἶ­ναι ζω­γρα­φιὰ τοῦ Γραμ­μα­τό­που­λου), νὰ κά­θε­ται στὴ γω­νί­α μὲ τὴ φου­φοὺ καὶ νὰ ψή­νει κά­στα­να. Στὲκο­μαι δι­στα­κτι­κὰ μπρο­στά του. Τὸν κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να, ἐ­ξε­τα­στι­κὰ – κι ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ἴ­διος, αὐ­το­προ­σώ­πως. Τοῦ ζη­τά­ω ἀ­μή­χα­νος ἕ­να σα­κου­λά­κι. Αὐ­τὸς πιά­νει ἐ­πι­δέ­ξια με­ρι­κὰ ψη­μέ­να κά­στα­να μὲ μιὰ μα­σιά, τὰ βά­ζει προ­σε­κτι­κὰ σὲ μιὰ μι­κρὴ χάρ­τι­νη σα­κού­λα καὶ μοῦ τὰ δί­νει – βγά­ζω καὶ τὸν πλη­ρώ­νω.

       Προ­χω­ρά­ω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος πα­ρα­κά­τω. Νι­ώ­θω τὴ χού­φτα μου ζε­στὴ ἀ­π’ τὰ κά­στα­να, σὰν κοι­λιὰ τρυ­γό­νας – παίρ­νω ἕ­να, τὸ ξε­φλου­δί­ζω ἀπ’ τὰ σκα­σμέ­να τσό­φλια κι ἐ­νῶ τὸ τρώ­ω ξε­φυ­σών­τας για­τί εἶ­ναι καυ­τό, βλέ­πω ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου, ὁ κύ­ριος Πα­πα­στρα­τη­γό­που­λος, ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε τό­τε γραμ­μα­τι­κή: αὐ­στη­ρός, μέ­σα στὸ γκρὶ κο­στού­μι του, ἄ­καμ­πτος, κρα­τών­τας ἕ­ναν ξύ­λι­νο χά­ρα­κα. Φτά­νει δί­πλα μου, στέ­κει ἀ­κί­νη­τος, βλο­συ­ρός, βλέ­πει τί κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια, καὶ μὲ ρω­τά­ει, ἐ­νῶ χτυ­πά­ει ρυθ­μι­κά, ἀ­πει­λη­τι­κὰ τὸν χά­ρα­κα στὴ χού­φτα του:

       «Σκαμ­παρ­δώ­νη, πῶς λέ­με τὰ κά­στα­να στὰ ἀρ­χαῖ­α;»

       Ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τὰ πό­δια μου. Βου­βά­θη­κα. Ξε­ρο­κα­τά­πια.

       Μὲ κοι­τά­ζει ἐ­πι­τι­μη­τι­κὰ καὶ συ­νε­χί­ζει:

       «Διὸς κά­ρυ­α. Πε­νήν­τα δύ­ο χρό­νια πέ­ρα­σαν κι ἀ­κό­μα δὲν τὸ ’μα­θες;»

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πα­τά­κη, 2014).

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης (Θεσσαλονίκη, 1953). Δι­ή­γη­μα, Μυθι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (ἐκδ. Κα­στανι­ώ­της, 1992). Ἔ­γρα­ψε μὲ τὸν Παν­τε­λῆ Βούλ­γα­ρη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν ται­νί­α Ὅ­λα εἶ­ναι δρό­μος. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Νο­έμ­βριος (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2014). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Γιῶργος Σκαμπαρδώνης: Τὸ ἐλάχιστο

Skampardonis,Giorgos-ToElachisto-Eikona-01

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης


 

Τὸ ἐ­λά­χι­στο


02-DeltaΙΑΒΑΖΑ ἕνα τεράστιο μυθιστόρημα ποὺ δὲν δι­α­βά­ζε­ται. Κου­ρά­στη­κα. Μπά­φια­σα. Πό­θη­σα τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ συμ­πυ­κνω­μέ­νου ἐ­λά­χι­στου – θυ­μή­θη­κα τὸν παπ­πού μου τὸν Θό­δω­ρο, ποὺ στὴν Ἀ­ρε­τσοὺ τῆς Πό­λης, κά­πο­τε, ἐ­πὶ ὧ­ρες ἔ­πι­νε μιὰν ὁ­λό­κλη­ρη ντα­μι­τζά­να οὖ­ζο χω­ρὶς ψω­μί, χω­ρὶς με­ζέ, χω­ρὶς τί­πο­τε, πα­ρὰ γλεί­φον­τας μό­νο τὸ κε­φά­λι, ἑ­νὸς πα­στω­μέ­νου τσί­ρου.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πα­τά­κη, 2014).

 

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης (Θεσσαλονίκη, 1953). Δι­ή­γη­μα, Μυθι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (ἐκδ. Κα­στανι­ώ­της, 1992). Ἔ­γρα­ψε μὲ τὸν Παν­τε­λῆ Βούλ­γα­ρη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν ται­νί­α Ὅ­λα εἶ­ναι δρό­μος. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Νο­έμ­βριος (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2014). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.