Βάσω Σινοπούλου: ZUMA


Βά­σω Σι­νο­πού­λου


ZUMA


ΙΓΟ ΚΑΙΡΟ με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὸν ζή­τη­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα ποὺ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, εἶ­παν. Τοὺς ἐ­ξή­γη­σε, τὴν συλ­λη­πή­θη­καν ἀλ­λὰ τὸ πρό­γραμ­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σουν. Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ἔ­φε­ρε τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ τὸ ἐγ­κα­τέ­στη­σε ἐ­ξη­γών­τας δι­ά­φο­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν κα­τα­λά­βαι­νε οὔ­τε ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νὰ κα­τα­λά­βει καὶ στὸ τέ­λος τῆς ἔ­δει­ξε ἕ­να παι­χνί­δι δῶ­ρο μα­ζὶ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα. Αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἦ­ταν μιὰ σει­ρὰ χρω­μα­τι­στὲς μπα­λί­τσες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τῆς ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ νὰ τὶς δι­α­λύ­σει πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν στὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τοῦ δρά­κου ποὺ πε­ρί­με­νε στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Φαι­νό­ταν ἁ­πλὸ καὶ εὔ­κο­λο καὶ εἶ­χε βα­ρε­θεῖ τὶς πα­σι­έν­τζες ποὺ ἔ­παι­ζε τὰ βρά­δυ­α ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ, κά­θε βρά­δυ δη­λα­δή. Τὸ πρῶ­το ἐ­πί­πε­δό τὸ ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα καὶ τό­τε ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε ἀ­στρά­κια πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ συγ­χα­ρη­τή­ρια. Ἔ­σβη­σαν καὶ στὴν ὀ­θό­νη φά­νη­κε μιὰ πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ πλα­τεί­α στὸ χω­ριὸ τῆς μά­νας της ποὺ περ­νοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια. Κυ­ρια­κὴ πρω­ῒ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ­ὅ­λοι μὲ τὰ κα­λά τους ροῦ­χα με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­δω­ρο τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο μαν­τή­λι. Εἶ­δε τὰ ξα­δέρ­φια της, τὴν θεί­α της, ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­θα­μέ­νοι. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­σβη­σε καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἄρ­χι­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πίπε­δο τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τὸ στα­μά­τη­σε. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ γυ­ρί­σει πί­σω νὰ ξα­να­δεῖ τὴν εἰ­κό­να. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί ἦ­ταν αὐ­τό. Πα­λιὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἄν­τρας της ἀλ­λὰ πό­τε καὶ για­τί. Μπερ­δεύ­τη­κε νύ­στα­ξε πῆ­γε νὰ κοι­μη­θεῖ.

        Συ­νέ­χι­σε τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο καὶ ὅ­ταν τὸ συμ­πλή­ρω­σε, ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε πά­λι ἀ­στε­ρά­κια καὶ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ με­τὰ φά­νη­κε πά­λι μιὰ πλα­τεί­α. Ἡ πλα­τεί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ὅ­πως ἦ­ταν πρὶν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ ΕΒΓΑ, τὸ ψι­λι­κα­τζήδι­κο, τὸ μα­νά­βι­κο μὲ τὰ κα­φά­σια ἁ­πλω­μέ­να στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν πα­λι­ῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­χε πεῖ ὁ νε­α­ρὸς ποὺ εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Βρῆ­κε τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὰ χαρ­τιὰ ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φή­σει καὶ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, μου­σι­κὴ, ἂν θέ­λε­τε αὐ­τὸ, ἐ­κεῖ­νο, τὸ ἄλ­λο, πα­τῆ­στε 1, 2, 3, 4. Δὲν πά­τη­σε τί­πο­τε καὶ πε­ρί­με­νε. Κά­ποι­ος τῆς μί­λη­σε κα­νο­νι­κά. Εἶ­πε ὄ­νο­μα, δι­εύ­θυν­ση, τη­λέ­φω­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σει μὲ αὐ­τὸν ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Πε­ρί­με­νε. Ἔ­κα­νε λά­θος δὲν τῆς εἶ­χαν στεί­λει πο­τὲ τί­πο­τε. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι. Τὴν ἄ­κου­σε χω­ρὶς νὰ τὴν δι­α­κό­ψει καὶ με­τὰ τὴν ρώ­τη­σε ἂν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι νὰ μι­λή­σει μα­ζί του. Ἔ­βα­λε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν ἄ­δει­ο θά ΄πρε­πε νὰ πά­ει γιὰ ψώ­νια ἀλ­λὰ κά­θη­σε μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή.

        Τὰ ἐ­πί­πε­δα δυ­σκό­λευ­αν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο καὶ κά­θε φο­ρὰ μιὰ και­νούρ­για πλα­τεί­α στὴν ὀ­θό­νη της. Ἡ μι­κρὴ πλα­τεί­α στὴν Σέ­ρι­φο ἕ­να κα­λο­καί­ρι, πλα­τεῖ­ες σὲ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις καὶ πό­λεις στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τὸ παι­χνί­δι δυ­σκό­λευ­ε ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε νὰ τὸ τε­λειώ­σει καὶ νὰ βρεῖ μιὰ ἐ­ξή­γη­ση σὲ ὅ­λο αὐ­τό. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πί­πε­δο. Ἡ πλα­τεί­α ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ποὺ εἶ­χε κη­δέ­ψει τὸν ἄν­τρα της. Ἡ πομ­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν κλει­στὸ ἀλ­λὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια ἔ­γρα­φαν τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους καὶ ἐ­κεῖ ποὺ τέ­λει­ω­νε τὸ μο­νο­πά­τι στὸν μι­κρὸ ἀ­νή­φο­ρο εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της. Τῆς ἔ­γνε­ψε χα­μο­γε­λών­τας νὰ πά­ει κον­τά του. Σή­κω­σε καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸν εἶ­δε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ γῆ.

        Τὴν βρῆ­καν πε­σμέ­νη ἐ­πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη ποὺ ἀ­να­βό­σβη­νε ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας «τὸ παι­χνί­δι τε­λεί­ω­σε».



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου (Ἀ­θή­να). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.


Advertisements

Vaso Sinopoulou: La curva



Vaso Sinopoulou


La curva


E DABAN fuertes analgésicos y entonces se sumergía en el letargo y su mente se llenaba de imágenes. Bellas y coloridas imágenes inconexas entre sí como tarjetas postales. Un puente una plaza la risa de un bebé una avenida el kafenío de un pueblo un gato al sol. A medida que el efecto de los medicamentos pasaba trataba de armarlo todo y de integrarlo en su vida a punto de terminar. Recordaba lugares y épocas y personas y las imágenes hallaban el contexto al que pertenecían antes de sumergirse de nuevo en el letargo. Había, sin embargo, una imagen que no podía ubicar en ninguna parte. Un camino a las afueras de la ciudad que se perdía en una curva. No había árboles ni viñas era un paraje seco como un pleno mediodía de verano. Trató de rememorar todas las carreteras y los caminos de tierra por los que hubo de perderse y errar en viajes y excursiones. Nada. La imagen permanecía inmóvil y no encajaba en ningún lugar. Si pudiera al menos averiguar adónde llevaba esa curva… El esfuerzo por acordarse ahuyentó todas las demás imágenes, y poco a poco el paraje quedó más claro. Aparecieron las piedras, los lentiscos y los espinos al borde del camino; la curva quedó esbozada algo más y podría ver adónde daba, lo intentó y se quedó sin respiración. El cortejo con el coche fúnebre marchaba lento por el camino. A pleno mediodía de verano no había sombra en ninguna parte solo lentiscos y espinos crecían entre las piedras. Siguieron por la curva del camino y el cementerio apareció en torno a la ermita. La campana doblaba tristemente.



Fuente: Planodion Bonsái, 25 de junio de 2017.

Vaso Sinopoulou: Nació y vive en Atenas. Escribe cuentos literarios e infantiles.

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


Βά­σω Σι­νο­πού­λου: Ἡ στρο­φή



Βά­σω Σι­νο­πού­λου

 

Ἡ στρο­φή


ΤΗΣ ΕΔΙΝΑΝ ἰ­σχυ­ρὰ παυ­σί­πο­να καὶ τό­τε βυ­θι­ζό­ταν σὲ λή­θαρ­γο καί τὸ μυα­λό της γέ­μι­ζε εἰ­κό­νες. Ὡ­ραῖ­ες χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες ἀ­σύν­δε­τες με­τα­ξύ τους σὰν κὰρτ πο­στάλ. Ἕ­να γε­φύ­ρι μιὰ πλα­τεί­α τὸ γέ­λιο ἑ­νὸς μω­ροῦ μιὰ λε­ω­φό­ρος τὸ κα­φε­νεῖ­ο ἑ­νὸς χω­ριοῦ μιὰ γά­τα στὸν ἥ­λιο. Κα­θὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων περ­νοῦ­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ νὰ τὰ ἐν­τά­ξει στὴ ζω­ή της ποὺ τέ­λει­ω­νε. Θυ­μό­ταν τό­πους καὶ χρό­νους καὶ πρό­σω­πα καὶ οἱ εἰ­κό­νες ἔ­βρι­σκαν τὸ πλαί­σιο ποὺ ἀ­νῆ­καν πρὶν βυ­θι­στεῖ ξα­νὰ στὸν λή­θαρ­γο. Ὑ­πῆρ­χε ­ὅ­μως μιὰ εἰ­κό­να ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν το­πο­θε­τή­σει που­θε­νά. Ἕ­νας δρό­μος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ποὺ χα­νό­ταν σὲ μιὰ στρο­φή. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα καὶ ἀμ­πέ­λια ἦ­ταν ἕ­να το­πί­ο ξε­ρὸ σὰν κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τοὺς δρό­μους καὶ τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ­ και πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σὲ τα­ξί­δια καὶ ἐκ­δρο­μές. Τί­πο­τε. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τη δὲν ἔμ­παι­νε που­θε­νά. Νὰ μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στον νὰ βρεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε ἐ­κεί­νη ἡ στρο­φή. Ἡ προ­σπά­θεια νὰ θυ­μη­θεῖ ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἰ­κό­νες καὶ σι­γὰ-σι­γὰ τὸ το­πί­ο ξε­κα­θά­ρι­σε. Φά­νη­καν οἱ πέ­τρες τὰ σκί­να καὶ τὰ ἀγ­κά­θια στὴν ἄ­κρη του δρό­μου, ἡ ­στρο­φὴ δι­α­γρά­φη­κε κα­θα­ρὰ λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε, προ­σπά­θη­σε καὶ τῆς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα. Ἡ πομ­πὴ μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα πή­γαι­νε ἀρ­γὰ στὸ δρό­μο. Κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε σκιὰ που­θε­νὰ μό­νο σκί­να καὶ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­ναν ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο φά­νη­κε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ ἐ­ξω­κλή­σι. Η καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα.



Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Van Gogh, Το­πίο μὲ μο­νο­πά­τι καὶ κλα­δε­μέ­να δέν­τρα (1888, ἰ­δι­ω­τι­κὴ συλ­λο­γή).