Μάρ­κος Σελ­λῆς: Τυ­φλο­πόν­τι­κες



Μάρ­κος Σελ­λῆς


Τυ­φλο­πόν­τι­κες


ΚΩΜΟΠΟΛΗ Coober Pedy βρί­σκε­ται στὴ μέ­ση του που­θε­νά. Οἱ κά­τοι­κοι ζοῦν σὲ ὑ­πό­γεια σὰν τυ­φλο­πόν­τι­κες, γιὰ νὰ ἀν­τέ­χουν τὸ καυ­τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὶς πα­γω­μέ­νες νύ­χτες τῆς ἐ­ρή­μου. Ὁ μό­νος λό­γος ποὺ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι για­τὶ κά­πο­τε βρέ­θη­καν γυ­α­λι­στε­ρὲς πέ­τρες ἐ­κεῖ, τὰ ὀ­πά­λια.

       Στὸ ποῦλ­μαν εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κάμ­πο­σοι Ἀ­βο­ρί­γι­νες μὲ τὰ πι­τσι­ρί­κια τους.

       Ἔ­φτα­σα πρὶν ξη­με­ρώ­σει. Ὅ­λα εἶ­ναι κλει­στά, τὸ χό­στελ μου ἐ­πί­σης. Μό­νο ἕ­να βεν­ζι­νά­δι­κο ἔ­χει φῶς. Μπαί­νω καὶ πε­ρι­μέ­νω νὰ βγεῖ ὁ ἥ­λιος.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη γιὰ πολ­λὲς κου­βέν­τες. Πα­ρα­πέ­ρα βρί­σκω κά­ποι­α βι­βλί­α καὶ ξε­φυλ­λί­ζω τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἑ­νὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τῆ, τοῦ πρώ­του Εὐ­ρω­παί­ου ποὺ ἔ­φτα­σε ἐ­δῶ. Μο­νο­λο­γεῖ τί τυ­χε­ροὶ ποὺ εἶ­ναι οἱ Ἀ­βο­ρί­γι­νες τώ­ρα ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει τὸ φῶς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος σχο­λά­ει στὶς 7 καὶ προ­σφέ­ρε­ται νὰ μὲ πά­ει μὲ τὸ ἁ­μά­ξι στὸ χό­στελ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σὲ λί­γο βρί­σκο­μαι ἐ­πι­τέ­λους μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Εἶ­ναι ὅ­μως κλει­στὰ  – γρά­φει ὅ­τι ἀ­νοί­γει 8. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κὴ καὶ ἴ­σως ἀρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Δὲν ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ πιὸ ἥ­συ­χο μέ­ρος ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἐ­δῶ. Δὲν ἀ­κού­ω οὔ­τε κὰν τὰ φλύ­α­ρα πρω­ι­νὰ που­λιὰ – μᾶλ­λον ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει πολ­λὰ δέν­τρα γιὰ νὰ φω­λιά­σουν. Μό­νο κά­που κά­που ἕ­να κο­ρά­κι στριγ­γλί­ζει – ὅ­λα μοιά­ζουν μὲ σκη­νὴ ἀ­πὸ φτη­νὸ γου­έ­στερν. Ὁ δρό­μος ἔ­ρη­μος, κα­νέ­να ἁ­μά­ξι δὲν περ­νά­ει γιὰ ὥ­ρα. Οὔ­τε τρι­ζό­νια δὲν ἀ­κού­γον­ται. Ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας λὲς καὶ φυ­σά­ει δι­α­κρι­τι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει τὴ σι­ω­πή.

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω βή­μα­τα, βγαί­νει ἕ­νας ἀ­ξύ­ρι­στος μὲ ξυ­νι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μοῦ κά­νει νό­η­μα ὅ­τι δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει. Πά­ει πιὸ πέ­ρα καὶ φτύ­νει μὲ θό­ρυ­βο. Βή­χει ἔν­το­να τε­λει­ώ­νον­τας μὲ ἕ­ναν δυ­να­τὸ λα­ρυγ­γι­σμό, κρα­τών­τας ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα σὰν τὸ κο­ρά­κι ποὺ κρά­ζει. Φτύ­νει ξα­νά. Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται βα­ρὺς σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Μὲ ρω­τᾶ «ἔ­φτα­σες μὲ τὸ πρω­ι­νὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο;» Ναί, τοῦ ἀ­παν­τά­ω. Κλεί­νει τὰ μά­τια καὶ κά­θε­ται ἔ­τσι λί­γο. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα καὶ τὸ κρα­τά­ει. Ὅ­μως ὁ βή­χας τὸν τραν­τά­ζει πά­λι καὶ ση­κώ­νε­ται νὰ φτύ­σει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ἔ­κο­ψα τὸ τσι­γά­ρο πρὶν δέ­κα χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι τὸ τσι­γά­ρο μοῦ κά­νει ἀ­πό­το­μα, εἶ­ναι γρί­πη. Κοι­τά­ει τὸ πα­κέ­το καὶ λέ­ει «πὼ πὼ δὲ γί­νε­ται νὰ κα­πνί­σω ἔ­τσι» καὶ ξα­ναμ­παί­νει μέ­σα. Με­τὰ πά­λι ἡ­συ­χί­α ἁ­πλώ­νε­ται κι ἐ­γὼ πε­ρι­μέ­νω νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα κοι­τά­ζον­τας τρι­γύ­ρω μὲ ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι τό­σο πα­ρά­ξε­να ὅ­λα. Ἀ­δύ­να­τον νὰ τσαν­τι­στῶ  —πα­ρό­λη τὴν κού­ρα­ση— μό­νο ρου­φά­ω τὸν ἀλ­λό­κο­το πε­ρί­γυ­ρο ἥ­συ­χα σὰν σφουγ­γά­ρι στὸ βυ­θό.

       Με­τὰ ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ ἡ πόρ­τα τρί­ζει κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νὰ μὲ μιὰ πιὸ γα­λή­νια ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο. Μὲ κοι­τᾶ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Ἤ­ρε­μα κά­νει ἕ­να τσι­γά­ρο.

       Μὲ βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες. Με­τά μοῦ δί­νει νὰ ὑ­πο­γρά­ψω τὸ τσὲκ ἲν χω­ρὶς νὰ πεῖ κου­βέν­τα. Σπρώ­χνει μπρο­στά μου ἕ­ναν χάρ­τη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου-χό­στελ καὶ βα­ρι­ε­στη­μέ­να ζω­γρα­φί­ζει τὴ δι­α­δρο­μὴ γιὰ τὸ δω­μά­τιό μου. Μὲ κοι­τά­ει νὰ δεῖ ἂν κα­τά­λα­βα. Γνέ­φω ναί καὶ ξε­κι­νά­ω, παίρ­νον­τας μα­ζὶ κα­θα­ρὴ κου­βέρ­τα καὶ σεν­τό­νια. Κα­τε­βαί­νω σκα­λιὰ μέ­σα στὴν σκαμ­μέ­νη πέ­τρα. Στρο­φὴ κι ἄλ­λα σκα­λιά. Πό­σο βα­θιὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε; Ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­ω πί­σω. Εὐ­τυ­χῶς ὑ­πάρ­χει κα­λὸς φω­τι­σμός. Κά­θε τό­σο περ­νά­ω ἕ­να σκαμ­μέ­νο ἄ­νοιγ­μα μὲ ἄ­δεια κρε­βά­τια. Ἐ­γὼ εἶ­μαι στὸ νού­με­ρο 12. Δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν ἄλ­λο κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μο τὸ χό­στελ. Ἀ­φή­νω τὰ πράγ­μα­τα στὸ κρε­βά­τι. Ρί­χνω μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω – κα­νείς…

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο καὶ στή­νω αὐ­τί: βή­χας μὲ φλέ­μα. Ἄ­ρα­γε κα­τέ­βη­κε ὁ ξε­νο­δό­χος; Βγαί­νω στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ βλέ­πω στὸ βά­θος ἕ­ναν τύ­πο νὰ περ­πα­τᾶ ἀρ­γὰ πρὸς τὶς σκά­λες. Πλη­σιά­ζω. Βλέ­πω μιὰ τού­φα ἄ­σπρο μαλ­λὶ νὰ πε­ρισ­σεύ­ει ἀ­πὸ τὸν στρα­βο­βαλ­μέ­νο σκοῦ­φο του. Πα­ρα­πα­τά­ει καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος. Κά­νω λί­γο θό­ρυ­βο νὰ μὴν τὸν τρο­μά­ξω ἀλ­λὰ δὲ δί­νει ση­μα­σί­α. Τὸν προ­φταί­νω. «Εί­ναι πολ­λὲς οἱ γα­μω­σκά­λες» μουρ­μου­ρί­ζει μὲ ἕ­να λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ ξε­δον­τι­α­σμέ­νο χα­μό­γε­λο. «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ λέ­ω, «ναί, εἶ­ναι πολ­λές…». Τὸν ἀ­κο­λου­θῶ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.

       Κα­θί­σα­με στὴν κου­ζί­να, βά­ζω νε­ρὸ νὰ βρά­σει γιὰ κα­φέ. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α πρὶν 30 χρό­νια. Δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα, οὔ­τε ἄν­τε­ξε στὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο, κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἁ­πλό: πῆ­γε κά­που ὅ­που κά­νεις ὅ­τι σοῦ λέ­νε – εὔ­κο­λο πρά­μα ὁ στρα­τός! Εἴκοσι χρό­νια ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στρα­τι­ώ­της! Γε­λᾶ ξα­να­δεί­χνον­τας τὰ λει­ψὰ δόν­τια του. Βγαί­νει ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, παίρ­νει βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες βή­χον­τας μὲ βρα­χνά­δα. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νει για­τί τώ­ρα πιὰ οἱ του­α­λέ­τες δὲν εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στὰ —στὴν ἐ­πο­χὴ του ὑ­πῆρ­χαν γυ­ναι­κεῖ­ες κι ἀν­τρι­κὲς— καὶ ὅ­τι τὸ πρω­ὶ εἶ­δε στὸ μπά­νιο τὰ βυ­ζιὰ μιᾶς κο­πέ­λας καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ πά­θει ἔμ­φραγ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο κι ἀ­κού­ει ἱπ­πό­δρο­μο.

       «Τι δι­ά­βο­λο ὅ­λοι οἱ κα­τε­στραμ­μέ­νοι ἐ­δῶ ἔρ­χον­ται;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα καὶ ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ μαλ­λί μου.

       Ἤ­πια γρή­γο­ρα τὸν πι­κρὸ δυ­να­τὸ κα­φὲ καὶ βγῆ­κα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­ξε­νη πό­λη μὲ τοὺς ἀ­ξύ­ρι­στους τυ­φλο­πόν­τι­κες ποὺ βή­χουν, φτύ­νουν καὶ μα­ζεύ­ουν ἰ­ρι­δί­ζου­σες πέ­τρες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.

Εἰκόνα: Φωτογραφία ἀπὸ διαμέ­ρι­σμα (τώ­ρα τουρι­στι­κὸ κατά­λυμ­μα) ἀπὸ τὴν ὑπό­γεια πό­λη Coo­ber Pe­dy τῆς Αὐ­στρα­λίας.


			

Μάρκος Σελλῆς: Ἀκόμα ζωντανὸς


Μάρ­κος Σελ­λῆς


Ἀ­κό­μα ζων­τα­νὸς


ΕΡΠΑΤΑΜΕ στὸν κεν­τρι­κὸ πε­ζό­δρο­μο, σκο­τά­δι. Κά­νει κρύ­ο καὶ ὅ­λοι βι­ά­ζον­ται. Ἕ­νας πρε­ζά­κιας ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ζευ­γά­ρι καὶ ζη­τά­ει λε­φτά. Αὐ­τοὶ συ­νε­χί­ζουν τὴν κου­βέν­τα τους καὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦν ἐ­πι­δει­κτι­κά. Ἀρ­χί­ζει καὶ πλη­σιά­ζει τὴ πα­ρέ­α μας. Τὸν προ­σπερ­νοῦν οἱ πρῶ­τοι. Ἐ­γὼ στα­μα­τά­ω, τὸν κοι­τά­ω στὰ μά­τια καὶ τοῦ λέ­ω ὅ­τι δὲν ἔ­χω φράγ­κο. Αὐ­τὸς στα­μα­τά­ει σα­στι­σμέ­νος. Μὲ κοι­τᾶ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα καὶ με­τὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πά­νω φω­νά­ζον­τας «Ὁ­ρί­στε ρέ! Δὲν πέ­θα­να ἀ­κό­μα, μοῦ μι­λᾶ­νε ρέ!»

 



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.