Νικόλας Σεβαστάκης: Ὁ ποδηλάτης καὶ τὰ κήτη


Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης


Ὁ πο­δη­λά­της καὶ τὰ κή­τη


 ΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ δὲν ἔ­λε­γε νὰ πά­ρει τὰ μά­τια του ἀ­πὸ τὴν ἄ­σπρη θά­λασ­σα, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­πε­δη ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη ποὺ ἐρ­χό­ταν σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο του πρό­σω­πο. Τὸ πο­δή­λα­τό του πή­γαι­νε σχε­δὸν ἀ­πὸ μό­νο του, μὲ τὴν πιὸ ρά­θυ­μη κί­νη­ση τοῦ πε­τα­λιοῦ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νείς. Ὁ ἀ­να­βά­της του ἔ­κλει­νε γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὰ μά­τια, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χα­νε τὸ δρό­μο οὔ­τε κιν­δύ­νευ­ε ἀ­πὸ κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το. Μυ­στι­κὲς ρά­γες τὸν κρα­τοῦ­σαν στὴ σω­στὴ πο­ρεί­α, σὲ μιὰ ἁ­πα­λὴ κί­νη­ση ποὺ τί­πο­τα στὸν κό­σμο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­να­τρέ­ψει. Ἕ­να ρέ­ψι­μο ἔ­φε­ρε στὴ μύ­τη του τὴ μνή­μη τοῦ κα­φέ, αὐ­τοῦ του κα­φὲ ποὺ τὸν εἶ­χε πι­εῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα, βρέ­χον­τας ποὺ καὶ ποὺ ἕ­να πα­ξι­μά­δι καὶ τρί­βον­τας τὰ ξυ­λι­α­σμέ­να χέ­ρια του.

        Στὴν πρω­ι­νὴ δια­ύγεια, ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε πάν­τα τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ξε­γε­λά­ει τὸ μά­τι. Ἡ ἀ­ση­μέ­νια της μορ­φὴ ἔ­δι­νε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς γυ­ά­λι­νου θό­λου, ἑ­νὸς ἀ­νε­στραμ­μέ­νου οὐ­ρα­νοῦ μιᾶς χώ­ρας βο­ρει­ό­τε­ρης ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας. Ἔ­ξαφ­να ὅ­μως ὁ πο­δη­λά­της κο­κά­λω­σε. Στὴ δι­χά­λα τῆς πα­ρα­λί­ας, δυ­ὸ μαῦ­ρα κή­τη μὲ λευ­κὲς κοι­λι­ές. Πλη­σι­ά­ζον­τας εἶ­δε τὸ νε­ρὸ μὲ κόκ­κι­να ἀ­φρί­σμα­τα καὶ λε­πτὰ κομ­μά­τια σάρ­κας νὰ λάμ­πουν τρι­γύ­ρω.

        Τὰ κή­τη πέ­θαι­ναν. Καὶ ὁ ἐρ­γά­της τοῦ Συ­νε­ται­ρι­σμοῦ γνώ­ρι­ζε μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τί ἀ­κρι­βῶς θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Σὲ λί­γα λε­πτὰ ἡ σκη­νὴ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ ἡ μο­να­χι­κὴ μά­χη τῶν φα­λαι­νο­ει­δῶν μὲ τὸ θά­να­το θὰ γι­νό­ταν τό­πος μα­ζι­κοῦ λα­ϊ­κοῦ προ­σκυ­νή­μα­τος. Ἀ­γρο­τι­κὰ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ μη­χα­νά­κια ἐ­φή­βων μὲ κομ­μέ­νες τὶς ἐ­ξα­τμί­σεις, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἡ μό­δα, θὰ ἔ­δι­ναν στὸ χῶ­ρο τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ συμ­βάν­τος.

        Πολ­λοί, καὶ πρῶ­τοι οἱ μα­θη­τές, θὰ πε­ρί­με­ναν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἐκ­πνεύ­σουν τὰ κή­τη. Ἔ­τσι θὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­σαν τὴν ἀ­που­σί­α τους τὴν πρώ­τη ὥ­ρα τῶν μα­θη­μά­των. Μιὰ ἄλ­λη ὁ­μά­δα, ὅ­μως, θὰ ἔ­φερ­νε μα­ζί της τὰ σύ­νερ­γα τῆς σφα­γῆς. Με­γά­λες μαῦ­ρες σα­κοῦ­λες, μαχαῖ­ρες, τσε­κού­ρια καὶ ζυ­γα­ρι­ές. Αὐ­τὴ ἡ δεύ­τε­ρη ὁ­μά­δα θὰ ἀ­να­λάμ­βα­νε ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­ξου­σί­α στὸ χῶ­ρο πα­ρα­με­ρί­ζον­τας τοὺς ἁ­πλοὺς πα­ρα­τη­ρη­τές.

        Ὑ­πὸ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες, πο­τὲ του δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ φτά­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιο. Τὸ ἐ­λα­φρὺ πά­τη­μα τῶν πε­τα­λι­ῶν, ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη, ἡ μου­λι­α­σμέ­νη στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη σκέ­ψη του ἔ­φτια­χναν ἕ­να ἰ­δι­ω­τι­κὸ κα­τά­λυ­μα, μιὰ ζώνη προστασίας. Ἔ­ρι­ξε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο βλέμ­μα στὰ ἑ­τοι­μο­θά­να­τα θη­λα­στι­κά, ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του ποὺ ὀ­σφραι­νό­ταν πιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο αἷ­μα πα­ρὰ θά­λασ­σα. Ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το καὶ μὲ ὀρ­θο­πε­τα­λι­ὲς πέ­τα­ξε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ κορ­να­ρί­σμα­τα, τὴν ἔ­ξα­ψη τῶν ἰα­χῶν, τὶς κραυ­γὲς χα­ρᾶς τῶν παι­δι­ῶν καὶ τὴ σι­ω­πη­λὴ μα­νί­α τῶν γε­ρο-σφα­γέ­ων…



Πηγή: Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).


			

Νικόλας Σεβαστάκης: Μετὰ τὸ χαμό

.

Sebastakis,Nikolas-MetaToChamo-02

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

.

Με­τὰ τὸ χα­μό

.

02-Htta ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΦΕ βγά­ζει ἕ­ναν γλυ­κὸ θό­ρυ­βο βρα­σμοῦ. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ βρα­χνά­δα καὶ τὸ γουρ­γου­ρη­τὸ τοῦ ἀ­τμοῦ, τὸ αὐ­τὶ τοῦ Παύ­λου ἀ­νι­χνεύ­ει τὴν κρυ­φὴ με­λω­δί­α. Ἡ με­λω­δί­α πλη­σί­α­ζε πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­πως ὁ βόμ­βος ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης», ὅ­ταν, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρεις δε­κα­ε­τί­ες, ξά­πλω­νε στὴν ἐ­πά­νω κου­κέ­τα μιᾶς πνι­γη­ρῆς καμ­πί­νας. Πό­σες μά­χες εἶ­χε δώ­σει μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ μο­να­δι­κὸ πό­στο! Μά­χες γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τα­φύ­γιο ἀ­π’ ὅ­που χά­ζευ­ε κα­νεὶς μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του τὸ φι­νι­στρί­νι μὲ τὶς πυ­κνὲς στάμ­πες τοῦ νε­ροῦ, σὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­φρί­σμα­τα τῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς.

       Πί­σω ἀ­πὸ τὸ μπάρ, ὁ Σί­μος θυ­μί­ζει πο­λὺ τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν κυ­λι­κεί­ων σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ γλι­τσι­α­σμέ­να φέρ­ρυ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70. Ἔ­χει καὶ αὐ­τὸς χλω­μό, σπα­σμέ­νο πρό­σω­πο καὶ στὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ φο­ρά­ει ἕ­να τε­ρά­στιο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο δα­χτυ­λί­δι. Συ­χνὰ μι­λά­ει μό­νος του, βρί­ζον­τας κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς πρό­σφα­τες με­τα­γρα­φὲς τοῦ Δι­κέ­φα­λου ποὺ ἀ­πο­δεί­χτη­κε παν­τε­λῶς ἄ­χρη­στη. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ὶ ὡ­στό­σο δὲν βγά­ζει μι­λιά. Φο­βᾶ­ται πὼς ὅ,τι κι ἂν πεῖ θὰ εἶ­ναι ἀ­νάρ­μο­στο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Βρέ­χει τὸ πα­νί, σκου­πί­ζον­τας καὶ ξα­να­σκου­πί­ζον­τας τὸ σκοῦ­ρο κα­φὲ ξύ­λο τῆς μπά­ρας καὶ ἀλ­λά­ζει κά­θε τό­σο θέ­σεις στὰ μπου­κά­λια τοῦ μπου­φέ.

       Ὁ Παῦ­λος ἔ­χει πιά­σει τὸ γω­νια­κὸ τρα­πέ­ζι, δί­πλα στὴ με­γά­λη τζα­μα­ρία. Αὐ­τὸ τὸ κα­φὲ εἶ­ναι δι­κή του ἀ­να­κά­λυ­ψη. Μὲ τὴν Ἔλ­σα δὲν εἶ­χαν ἔλ­θει πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­ρη πιὸ φω­τει­νὰ καὶ χα­ρού­με­να. Στοὺς πρώ­τους μῆ­νες τῆς ἀρ­ρώ­στιας της, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς κα­τά­κλι­σης, ὁ Παῦ­λος φρόν­τι­ζε νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ὅ­λες της τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες: ἔ­κα­ναν τρί­α τα­ξί­δια, τὸ ἕ­να στὴν Αἴ­γυ­πτο, καὶ τὰ ἄλ­λα δυ­ὸ στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὶς νό­τι­ες ἀ­κτὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Ὁ Σί­μος με­τα­κι­νεῖ τὶς κα­ρέ­κλες στὸ βά­θος καὶ ἀρ­χί­ζει τὸ σκού­πι­σμα μὲ τὸ βε­τὲξ στὰ τρα­πέ­ζια. Τοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Παύ­λου: ἂν βρι­σκό­ταν στὴ θέ­ση του, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει ἀ­σά­λευ­τος σὲ μιὰ γω­νιά. Ξέ­ρει φυ­σι­κὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι ποὺ πεν­θοῦν χω­ρὶς πο­λὺ σα­μα­τά, πε­ρισ­σό­τε­ρο σκε­φτι­κοὶ πα­ρὰ χα­μέ­νοι. Ξέ­ρει ἀ­κό­μα ὅ­τι, ἂν τὸ κα­κὸ εἶ­χε τύ­χει στὸν ἴ­διο, θὰ τὰ ἔ­βα­ζε μὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ θὰ γι­νό­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος.

       Ὁ Παῦ­λος κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α τὴ θο­λὴ καὶ ὑ­γρὴ μέ­ρα. Ἡ ἀ­σχή­μια τοῦ δρό­μου μὲ τὴ μά­ζα τῶν παρ­κα­ρι­σμέ­νων δὲν τὸν ἐ­νο­χλεῖ κα­θό­λου. Οἱ οὐ­ρα­νοὶ τῶν αὐ­το­κι­νή­των μοιά­ζουν μὲ φρε­σκο­πλυ­μέ­νες πι­α­τέ­λες στρω­μέ­νες σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι γε­μά­το ἀ­πο­φά­για καὶ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­να μπου­κά­λια κρα­σί. Οἱ πρω­ι­νοὶ δι­α­βά­τες, βι­α­στι­κοὶ ἀλ­λὰ νη­φά­λιοι, δι­α­περ­νοῦν σὰν ἀ­γα­θὰ φαν­τά­σμα­τα τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ κα­φὲ καὶ ἔρ­χον­ται νὰ τὸν χτυ­πή­σουν φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο: γέ­ροι μὲ τὶς πά­νι­νες τσάν­τες-δῶ­ρο τοῦ φαρ­μα­κο­ποι­οῦ καὶ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να γυ­μνα­σι­ό­παι­δα μὲ τὰ φοῦ­τερ καὶ τὶς κου­κοῦ­λες τους, μὲ σκυ­φτοὺς ὤ­μους γιὰ νὰ δη­λώ­σουν τὴν προ­αι­ώ­νια βα­ρε­μά­ρα τους γιὰ τὸν κό­σμο —ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ κό­σμος δὲν βα­ρι­έ­ται πο­τέ—, ὁ κό­σμος, σκέ­φτε­ται ὁ Παῦ­λος, δὲν εἶ­ναι σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου μὲ τὴν ἄ­πλε­τη θέ­α στὸ δά­σος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μὲ ὅ­λο του τὸ με­γα­λεῖ­ο σὲ αὐ­τὸ τὸ φα­σκι­ω­μέ­νο στε­νό, σὲ τού­τη τὴν ἀ­σή­μαν­τη πτύ­χω­ση τῆς πό­λης ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο κεν­τρι­κοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους.

       Στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο δύ­ο ὄ­μορ­φες πω­λή­τρι­ες κα­πνί­ζουν, ἐ­νῶ τὰ στό­ρια τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων κα­τα­στη­μά­των εἶ­ναι ἀ­κό­μα κα­τε­βα­σμέ­να. Καὶ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ὁ Σί­μος κα­τα­βάλ­λει προ­σπά­θει­ες νὰ πα­ρα­μεί­νει δι­α­κρι­τι­κός. Καί­γε­ται νὰ ρω­τή­σει πράγ­μα­τα καὶ νὰ πεῖ λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς στὸν ἄν­θρω­πο πού, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, φά­νη­κε ὅ­τι δὲν σή­κω­νε κου­βέν­τα. Ὁ Παῦ­λος εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος, ναί. Ἔ­χει τὴν κού­ρα­ση τῶν νο­σο­κο­μεια­κῶν δι­α­δρό­μων μὲ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἀ­να­μο­νῆς τοῦ μοι­ραί­ου πλά­ι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ τοὺς πό­νους. Θὰ τῆς κρα­τοῦ­σε μὲ τὶς ὧ­ρες τὸ χέ­ρι, ἕ­να κο­κα­λι­ά­ρι­κο χέ­ρι μὲ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὶς ἐ­νέ­σεις. Θὰ τοῦ ἔ­λει­παν ἄ­πει­ρες ὧ­ρες ὕ­πνου, ἐ­νῶ οἱ χη­μι­κὲς μυ­ρου­δι­ὲς τοῦ θα­λά­μου καὶ τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων θὰ ἔ­κα­ναν και­ρὸ νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

       Συ­νε­χί­ζει ὅ­μως νὰ κοι­τά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α· ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ μὴ βρί­σκει τί­πο­τα πα­ρά­ται­ρο στὴ δι­ά­τα­ξη τῶν πραγ­μά­των καὶ στὰ σχή­μα­τα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ βρο­χὴ στὴν ὄ­ψη τῆς πό­λης. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ βρέ­χει ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀλ­λά, λί­γα βή­μα­τα μα­κρύ­τε­ρα, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­κυ­μαί­ας, ἡ ὁ­μί­χλη φρά­ζει τὴν ὁ­ρα­τό­τη­τα τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ. Τὸ μυα­λὸ τοῦ Παύ­λου μου­διά­ζει καὶ γα­λη­νεύει στὴ σκέ­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι τὶς πα­ρα­λί­ες τῆς Πι­ε­ρί­ας καὶ τὴ σβη­σμέ­νη γραμ­μὴ τοῦ Ὀ­λύμ­που, ὅ­που θὰ ἔ­χει ἤ­δη φτά­σει ἡ ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις της ἀ­κέ­ραι­ες. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­ται ἄ­ρα­γε γιὰ πάν­τα; Ὁ Παῦ­λος ἀ­φή­νει μιὰ τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ κα­φὲ νὰ τοῦ πι­κρί­σει τὴ γλώσ­σα καί, βγά­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό, ἀ­να­κου­φί­ζε­ται στιγ­μια­ῖα ἀ­πὸ κά­θε σκέ­ψη. Ὅ­λα συ­νέ­βη­σαν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Τί­πο­τα ὅ­μως δὲν μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει οὔ­τε γιὰ τὸ πιὸ βέ­βαι­ο πράγ­μα, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­δι­ά­ψευ­στο γε­γο­νός.

       Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπα­θεῖ, ἡ σκέ­ψη δὲν δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τός του. Ἡ σκέ­ψη εἶ­ναι σὰν τὸ βόμ­βο τῶν μη­χα­νῶν τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης» σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­λέ­η­τα μπο­φὸρ τοῦ Ἰ­κά­ριου πε­λά­γους: λί­κνι­σμα ποὺ συ­νο­δεύ­ει τοὺς θνη­τοὺς ἕ­ως τὴν τε­λι­κή τους ἔ­ξο­δο, ἀ­πὸ μνή­μη σὲ μνή­μη καὶ ἀ­πὸ λή­θη σὲ λή­θη.

       «Ζεῖ ἀ­κό­μα ἐ­κεί­νη ἡ νό­στι­μη πορ­το­κα­λό­πι­τα, ρὲ Σί­μο;»

       Ὁ Σί­μος τι­νά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἡ­μί­φως τοῦ μπὰρ καὶ μὲ ἕ­να κύ­μα χα­ρᾶς νὰ τὸν δι­α­τρέ­χει, ἐ­πει­δὴ προ­φα­νῶς ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἡ δι­α­τα­ρα­χθεῖ­σα τά­ξη τοῦ κό­σμου, ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια ψη­λὰ καὶ ἀ­μέ­σως ὑ­πο­κλί­νε­ται στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πε­λά­τη. «Γιὰ τοὺς κα­λύ­τε­ρους τα κα­λύ­τε­ρα» λέ­ει, καί, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἐν­νο­εῖ…

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Νικόλας Σεβαστάκης: Οἱ τελευταῖοι ἄσχημοι ἄνθρωποι

.

Sebastakis,Nikolas-OiTeleytaioiAschimoiAnthropoi-03

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

 .

Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι

 .

01-LamdaΙΓΟ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ, περ­νοῦ­σαν τὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια μὲ τὰ θε­ό­ρα­τα κα­λά­μια τοῦ ψα­ρέ­μα­τος καὶ τὶς πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες μὲ τὰ δο­λώ­μα­τα πί­σω στὴ σέ­λα. Τὰ κε­φά­λια τους ἦ­ταν μα­κρό­στε­να καὶ πε­πλα­τυ­σμέ­να συγ­χρό­νως, οἱ μύ­τες τους στρα­βὲς καὶ τὰ μα­γου­λά τους σὰν νὰ τοὺς εἶ­χαν δεί­ρει ὧ­ρες μὲ γάν­τια τοῦ μπόξ. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σα­ράν­τα χρο­νῶν, ἀλ­λὰ τοὺς λο­γα­ρι­ά­ζα­με χω­ρὶς ἡ­λι­κί­α. Φο­ροῦ­σαν κά­τι σκοῦ­ρα σα­κου­λι­α­σμέ­να παν­τε­λό­νια καὶ τὰ μά­τια τους, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να σχε­δὸν μέ­σα στὶς δί­πλες τῶν πρη­σμέ­νων τους προ­σώ­πων, φαί­νον­ταν πάν­τα θυ­μω­μέ­να καὶ ἐ­χθρι­κά. Μύ­ρι­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ τα­ρα­μὰ καὶ χα­λα­σμέ­νο τυ­ρί. Τὰ μαλ­λιά τους κολ­λοῦ­σαν στὰ στρα­βο­χυ­μέ­να κρα­νί­α τους ὅ­πως τὰ κα­μέ­να λί­πη στὸ τη­γά­νι. Καὶ τὰ σα­γό­νια τους δὲν ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ λαι­μό, ποὺ καὶ στοὺς δυ­ὸ ἦ­ταν πα­χὺς καὶ κα­τά­μαυ­ρος ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο.

       Ἦ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ φαν­τα­στεῖς τὴ ζω­ή τους πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ κον­σερ­βο­κού­τια μὲ τὶς κομ­μέ­νες γα­ρί­δες ποὺ προ­ό­ρι­ζαν γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη λεί­α τους, τὰ με­γά­λα κε­φα­λό­που­λα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ πι­στέ­ψου­με ὅ­τι εἶ­χαν γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ ἢ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὅ­τι ἔ­δει­ξαν πο­τὲ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ ἄλ­λες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πο­τὲ δὲν τοὺς ἀ­κού­σα­με νὰ μι­λοῦν γιὰ πο­λι­τι­κή, γιὰ κυ­βερ­νή­σεις, γιὰ τὸ ἐμ­πό­ριο. Μό­νο μιὰ φο­ρὰ πῆ­ρε τὸ αὐ­τί μας τὴ λέ­ξη Ὀ­λυμ­πια­κός. Καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.

       «Τσιμ­πά­ει;» ρω­τού­σα­με δει­λὰ-δει­λά, για­τὶ τοὺς φο­βό­μα­στε. «Μπά… τί­πο­τα δὲν ἔ­χει σή­με­ρα» ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ ἕ­νας. Καὶ ὁ ἄλ­λος, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, τὸν ἀ­γρι­ο­κοί­τα­ζε σὰν νὰ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ ὑ­περ­βο­λι­κὰ στὸν κό­σμο καὶ εἶ­χε προ­δώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή τους.

       Καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­πο­στο­λή. Για­τί ἦ­ταν οἱ πιὸ ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας. Καὶ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πο­χή, ἐ­πο­χὴ με­τά­βα­σης στὴ σχε­δὸν ὄ­μορ­φη ἀν­θρω­πό­τη­τα, στὴ γε­νι­κευ­μέ­νη πε­ρι­ποί­η­ση καὶ στὴ μα­ζι­κὴ ἀ­πό­δρα­ση τῶν νη­σι­ω­τῶν ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πα­λιοῦ τύ­που ἀ­γριά­δες, ἦ­ταν ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση αὐ­τοῦ τοῦ πρω­τό­γο­νου εἴ­δους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του  Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.