Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη: Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση



Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη


Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση


Μνή­μη δι­α­με­λι­σμέ­νων θυ­μά­των τῆς 11.09.2001

ΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ εἶ­χε γί­νει ὁ­λό­κλη­ρος ἕ­να μά­τι. Ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε κά­θε καυ­τὸ με­ση­μέ­ρι τὴν ἐ­σπλα­νά­δα στὸ τέ­λος τῆς Συγ­γροῦ καὶ τρά­βα­γε ἀ­ρι­στε­ρὰ στὶς κο­σμο­βρι­θεῖς πα­ρα­λί­ες γιὰ νὰ ἀν­τι­κρί­σει τὸ ἕ­να ἀ­κέ­ραι­ο ζων­τα­νὸ γυ­μνω­μέ­νο κορ­μί. Μο­να­δι­κὴ χα­ρὰ καὶ πα­ρη­γο­ριά του. Αὐ­τὸ κι ἕ­να χρό­νιο πά­θος συλ­λο­γῆς ἀ­πο­κομ­μά­των ἐ­φη­με­ρί­δων, ψη­φί­δες σπου­δαί­ων συμ­βάν­των, σὲ μιὰ μο­νό­χορ­δη ἀ­πό­λυ­τα τα­κτο­ποι­η­μέ­νη ζω­ή. Δὲν τὸν λέ­γα­νε ἄ­δι­κα στὸ σχο­λειὸ «Ὁ Γιά­ννης ὁ Πάζλ», ἔ­τσι ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο καὶ πα­ρά­δο­ξο χάρ­τι­νο αἴ­νιγ­μα ποὺ τοῦ φέρ­να­νε πει­σμω­μέ­νοι οἱ φευ­γά­τοι συμ­παῖ­κτες του, στὸν σύλ­λο­γο ποὺ φτι­ά­ξα­νε ἐ­πὶ τού­του στὴν Καλ­λι­θέ­α. Ἀλ­λὰ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη δι­πλὴ δί­ψα τοῦ εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ στὸν πα­ρά­δρο­μό του συγ­κρο­τή­μα­τος Νιά­ρχου τὸ μά­τι του σά­ρω­νε στα­νι­κὰ καὶ μὲ πό­θο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη το σκά­μα μὲ τὰ λεί­ψα­να τῶν ὀ­γδόν­τα ἀ­πο­τυμ­πα­νι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Βα­θειὰ δι­χα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀρ­χαι­ο­λό­γους ποὺ τοὺς φθο­νοῦ­σε σκυμ­μέ­νους πά­νω ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­σμέ­να πρώ­ην κορ­μιὰ καὶ στὴν ἀ­βυσ­σα­λέ­α φαν­τα­σί­ω­σή του νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τά. Μό­νο ποὺ σή­με­ρα δὲν ἔ­τρε­χε στὶς πα­ρα­λί­ες. Στὸ ἐρ­γέ­νι­κο αὐ­στη­ρὰ τα­κτο­ποι­η­μέ­νο δω­μά­τιο, ποὺ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πάν­τα κα­λο­στρω­μέ­νο κρε­βά­τι δέ­σπο­ζε ἡ φω­το­γρα­φί­α τῆς δε­κα­πεν­τά­χρο­νης Ντη­πί­κα Ρα­βι­σα­ντράν, κα­θό­ταν στὴν ὀ­θό­νη του ὧ­ρες κα­θη­λω­μέ­νος μπρο­στὰ στὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­σύλ­λη­πτα δε­δο­μέ­να: τὰ 300 ὁ­λό­κλη­ρα σώ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ 2.800 κορ­μιά, τὰ 1.600 ταυ­το­ποι­η­μέ­να καὶ τὰ 1.100 τὰ ἀ­γνο­ού­με­να, τὰ 20.000 με­γά­λα ἀν­θρώ­πι­να τεύ­χη καὶ τὰ ἕ­τοι­μα γιὰ τὸν δο­κι­μα­στι­κὸ σω­λή­να 6.000 μι­κρά, τὰ 200 κομ­μά­τια ἑ­νὸς καὶ μό­νου προ­σώ­που καὶ τὰ 10.000 ἀ­ταύ­τι­στα ποὺ κα­τε­ψυγ­μέ­να πε­ρι­μέ­νουν τὶς μελ­λον­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις· καὶ τοῦ­τα ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ταν ὣς χθὲς ἀ­κό­μη στὰ φρε­ά­τια καὶ τὶς γει­το­νι­κὲς τα­ρά­τσες· κι ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις μιὰ μέ­ρα κι ἐ­σὺ σκα­λί­ζον­τας στὸ παρ­τέ­ρι σου τὶς γλά­στρες… Πί­σω του ἔ­χα­σκε ὅ­πως πάν­τα ἀ­νοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο, καὶ ἡ πόρ­τα, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ κό­σμου, κλει­δω­μέ­νη κι ἀ­νύ­παρ­κτη.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη (Ρέ­θυ­μνο, 1990). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο χο­ρὸ στὴ Δη­μο­τι­κὴ Σχο­λὴ Χοροῦ Κα­λα­μά­τας. Ἀ­πὸ τὸ 2011 ζεῖ στὸ Παγ­κρά­τι, πα­ρα­δί­δον­τας μα­θή­μα­τα χο­ροῦ, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τὸ γρά­ψι­μο.