Τεὸ Ρόμβος: Τὸ Παραμύθι τῆς Ἀνάπτυξης


Rombos,Teo-ToParamythiTisAnaptyksis-Eikona-04


Τε­ὸ Ρόμ­βος


Τὸ Πα­ρα­μύ­θι τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (ΠΟΥ) ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ…

(Ἕ­να Πα­ρα­μύ­θι γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀ­γρί­ους τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης)


01-MiΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, σ’ ἕ­να νη­σά­κι κα­τα­με­σῆς στὸ Αἰ­γαῖ­ο ἐ­ζοῦ­σε μέ­σα σὲ λι­τὰ με­γα­λεῖα ἕ­νας γε­ρο-Βα­σι­λέ­ας πα­λαι­ῶν ἀρ­χῶν καὶ γη­ρα­λέ­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων. Ἦ­τον πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὸς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του καὶ εἶ­χε ἕ­να μο­να­χο­παί­δι. Ἐ­τοῦ­το πά­λε τὸ Πριγ­κι­πό­που­λο εἶ­χεν ἀ­πὸ μι­κρὸ δεί­ξει μί­αν ἔ­φε­ση πρὸς τὰ τρα­νὰ με­γα­λεῖ­α καὶ τὴν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων Ἀ­νά­πτυ­ξη. Κά­πο­τες ἡ θειά­κα τοῦ νε­α­ροῦ βλα­στοῦ ἐ­δώ­ρι­σε παί­γνια εἰς τὸν μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, ἤ­τοι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἐξκα­φέ­α, μί­αν μη­χα­νι­κὴ μπουλ­δό­ζα καὶ μί­αν μπε­του­νι­έ­ρα διὰ νὰ παί­ζει, καὶ ὁ μι­κρὸς Πρίγ­κηψ πλιὰ ὅ­λο στὰ ἀ­να­πτυ­ξι­ο­λά­γνα παί­γνια εἶ­χεν τὰ μυα­λά του.

       Ἐ­πε­ρά­σα­νε οἱ χρό­νοι καὶ μί­αν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος εἶ­χεν ἀ­νέ­βει στὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καὶ ὁ γε­ρο­βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πλιὰ φτά­ξει σὲ βα­θύ­τα­τα γε­ρά­μα­τα, ἔ­τσι ὅ­πως ἐ­κά­θον­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δος στὸ θρό­νο, ἔ­γει­ρε τὴν κε­φα­λὴ του ἐ­νῶ ἐ­ψέλ­λι­ζε τὰ ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες» καὶ μπάφ, τὰ ἐ­τί­να­ξε καὶ μᾶς ἀ­φῆ­κε χρό­νους.


Βα­θιὰ ἦ­τον ἡ θλί­ψη ποὺ ἐ­σκέ­πα­σε τὴ Νῆ­σο. Σὰν ὅ­μως εἰ­πώ­θη ὅ­τι ὁ Πρίγ­κηψ θὰ γε­νεῖ Βα­σι­λέ­ας στὴ θέ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α, ἐ­γί­νη­κε χα­ρὰ με­γά­λη εἰς ὅ­λο τὸ Βα­σί­λει­ο. Ὁ νι­ό­βγαλ­τος Βα­σι­λέ­ας, γι­ο­μά­τος ὁρ­μὴ καὶ πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος σκέ­δια ἐ­φώ­να­ξε ἐν πρώ­τοις τοὺς μπι­στι­κοὺς καὶ τοὺς συμ­βού­λους τοῦ Θρό­νου στὴν με­γά­λη αἴ­θου­σα τῶν Συμ­βου­λί­ων καὶ τοὺς εἶ­πε: «Τρα­νοί μου Ἄρ­χον­τες, Ἐρ­γο­λῆ­πτες μου καὶ Ἐρ­γο­λά­βοι, στα­θεῖ­τε στὰ πλευ­ρά μου καὶ ‘γὼ θὰ εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς νὰ ὁ­δη­γή­σω τὸ ντό­πο μας πο­λὺ μα­κριὰ καὶ νὰ τὸν κά­μνω τὸν πιὸ ξα­κου­στὸ στὰ Βα­σί­λεια οὗλα. Ἔρ­γα νὰ ἰ­δοῦν τὰ ὀ­μά­τιά σας! Θὰ φτιά­ξω ἀ­ε­ρο­δρό­μια καὶ θὰ κά­μνω πλα­τεῖ­ες, θ’ ἀ­νοί­ξω δρό­μους, θὰ κα­τα­σκευά­σω λι­μά­νια, θὰ στουμ­πή­σω γι­ο­φύ­ρια, μὰ πά­νου ἀπ΄ οὗ­λα θὰ ἀ­νοί­ξω τὸν πιὸ Με­γά­λο Δρό­μο ποὺ θὰ πα­γαί­νει παν­τοῦ καὶ θὰ τὸν ζη­λεύ­ου­νε τὰ Βα­σί­λεια οὗ­λα.»


Ἀ­μ’ ἕ­πος ἀ­μ’ ἔρ­γο, καὶ διὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἐ­πα­ρήγ­γει­λε γι­ω­τρύ­πα­να, κι ἐξ­κα­φεῖς καὶ χω­μα­το­φά­γους, τὶς πιὸ σύγ­χρου­νες μπουλ­δό­ζες, τὰ πιὸ λια­νὰ μη­χα­νι­κὰ σφυ­ριὰ καὶ τὶς πιὸ πει­να­σμέ­νες φα­γά­νες, τοὺς πιὸ βα­ριοὺς ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες κι ὅ,τι ἄλ­λο ἐ­χρει­ά­ζε­το. Τὸ λοι­πόν, δρό­μο ἀ­πῆ­ραν, δρό­μο ἀ­φή­νουν, ἐ­πὶ τὸ ἔρ­γον τὰ μα­κρυ­πό­δα­ρα γι­ω­τρύ­πα­να ὀ­ρε­ξά­τα-ὀ­ρε­ξά­τα, ἀ­νοί­γουν κρα­τῆ­ρες ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα βα­θιὰ στὴ γῆ, μὰ ἀν­τὶς γιὰ νε­ρὸ ἐ­βρί­σκαν θά­λασ­σα καὶ στὶς πη­γὲς ἀ­νά­βλυ­σε ἁρ­μυ­ρὸ νε­ρό. Ὁ κα­λός μας και­νο­τό­μος Βα­σι­λέ­ας ἔ­βα­ζε παν­τοῦ φουρ­νέ­λα μὲ φυ­τί­λια καὶ ἀ­φά­νι­ζε βου­νὰ ὁ­λά­κε­ρα ποὺ τά ’­φτια­νε με­τὰ γκω­νά­ρια. Τὰ μη­χα­νι­κά του σφυ­ριὰ λι­α­νί­ζα­νε τοὺς ὀγ­κό­βρα­χους καὶ τοὺς ἀ­ε­ρό­λι­θους καὶ τὰ κά­μναν φτε­νὲς πέ­τρες καὶ τὰ μη­χα­νι­κὰ κο­φτή­ρια μα­σοῦ­σαν, ἐ­λι­ά­νι­ζαν καὶ φτύ­ναν πε­τρα­δοῦ­λες καὶ χα­λί­κια. Καὶ οἱ ἐξ­κα­φεῖς σα­ρῶ­ναν τὸ γαρ­μπί­λι καὶ τὰ χώ­μα­τα καὶ σκέ­πα­ζαν μὲ δαῦ­τα οὗ­λες τὶς ρε­μα­τι­ές. Καὶ οἱ μπουλ­δό­ζες ἰ­σι­ῶ­ναν τὶς βου­νο­πλα­γι­ές, τοὺς κόρ­φους, τοὺς λόγ­γους, τὶς ἀγ­κά­λες καὶ τὰ λαγ­κά­δια. Καὶ οἱ φα­γά­νες στουμ­πώ­να­νε κα­λῶς κι ἐ­πα­τί­κω­ναν ὁ­λο­μα­ζὶ τὰ κα­κο­συ­φο­ρι­α­σμέ­να ἀ­δρα­νῆ ὑ­λι­κά. Κι οἱ φορ­τω­τὲς ἐ­γι­ο­μί­ζαν ἀγ­κω­νά­ρια, τρο­χα­λό­πε­τρες, ξε­ρό­βρα­χους καὶ κοκ­κι­νό­χω­μα ἴ­σα­με πά­νου στὰ φορ­τη­γὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Καὶ οἱ ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες στρῶ­ναν ὁ­λοῦ­θε δι­α­γω­νί­ως καὶ κα­θέ­τως δρό­μους, πλα­γι­νούς, βο­η­θη­τι­κούς, κα­ρο­δρό­μους, δι­α­δρό­μους, πε­ζο­δρό­μους, πε­λα­γο­δρό­μους, ἀ­ε­ρο­δι­α­δρό­μους.

       Καὶ ὅ­ταν πλιὰ εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει, ἀ­κού­στη­κε ἀ­π’ τὰ λί­γα ἄ­γρια πού ‘χαν δῶ καὶ κεῖ ξω­μεί­νει ἕ­νας ψί­θυ­ρος στὸν ἀ­γέ­ρα, καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ προ­φη­τι­κὰ λό­για τοῦ Μα­κα­ρί­τη: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες».

       Καὶ τό­τες, μό­νο τό­τες, ἔ­φτα­ξαν μὲ βόμ­βους με­γά­λους τ΄ἀ­ε­ρό­πλα­να καὶ τὰ ὑ­δρό­πλα­να καὶ ἐ­προ­σγει­ώ­νον­ταν τό ‘να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο καὶ ἐ­ξε­φόρ­τω­ναν μερ­μηγ­κι­ὲς ἀ­θρώ­πους. Καὶ νά, τὰ βα­πό­ρια, καὶ τὰ κα­ρά­βια. Καὶ νά, καὶ τὰ κρου­α­ζε­ρό­πλοι­α, νά, καὶ τὰ γι­ὼτ καὶ κό­τε­ρα, νά, καὶ οἱ Μα­χαρα­γιά­δες μὲ τὰ χα­ρέ­μια τους. Καὶ νά, κι οἱ Ντου­ρί­στες ποὺ ἐ­ξε­φώ­νι­ζαν: «Μπὲλ Κρου­α­ζιέρ! Γκρὰν Κρουα­ζάνς!».


Καὶ ὁ μέ­γας Δρό­μος μὲ τοὺς πα­ρα­δρό­μους ποὺ εἶ­χε πιὰ ἀ­πο­φτια­χτεῖ, ἐ­γι­ό­μι­σε πλή­θια, μι­λι­ού­νια καὶ μα­μού­νια ἀ­θρώ­πων. Καὶ τὸ νη­σὶ ἐ­γι­ό­μι­σε οἰ­κό­πε­δα. Καὶ τὰ οἰ­κό­πε­δα γι­ο­μί­σαν ὀ­τέ­λια κι ὀ­σπί­τια. Καὶ τὰ ὀ­τέ­λια γι­ο­μί­σαν ἀ­θρώ­πους. Καὶ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὸ Δρό­μο. Κι ὁ Δρό­μος ἐ­πλημ­μύ­ρι­σεν ἀ­θρώ­πους. Κι οἱ ἀ­θρῶ­ποι ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὴ Θά­λασ­σα κι ἡ Θά­λασ­σα ἐ­στέ­ρε­ψε κι ἔ­γι­νε Στε­ριὰ καὶ ἡ Στε­ριὰ ἐ­βού­λια­ξεν καὶ τὰ ὀ­ψά­ρια ἐ­βγῆ­καν καὶ περ­πά­τη­σαν στὴ Στε­ριὰ καὶ οἱ ἀ­θρῶ­ποι γε­νή­κα­νε ὀ­ψά­ρια καὶ ἑ­κα­τοί­κη­σαν τὰ ἄ­πα­τα τῆς Θα­λάσ­σης. Καὶ εἶ­ναι νὰ τοὺς κλαῖ­νε οἱ ρέγ­κες…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὶς 8 Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 (στὸ http://romvos.wordpress.com/)

Τε­ὸ Ρόμ­βος (Ἀ­θή­να, Κου­κά­κι, 1945). Ἔ­ζη­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, τὶς Ἠ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὸ Κογ­κὸ καὶ μό­νι­μα στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴ Γερ­μα­νί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἐ­πί­σης σύ­στη­σε τὸ ἀ­ναρ­χι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Octopus Press, ποὺ ἦ­ταν ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης γιὰ πε­ρι­θω­ρια­κούς, καλ­λι­τέ­χνες, ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ πλῆ­θος πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Βι­βλί­α του: Τρί­α φεγ­γά­ρια στὴν πλα­τεί­α, Κεί­με­νο Πά­θος, Γε­ώρ­γιος Νέ­γρος: Ὁ Τί­γρης τοῦ Αἰ­γαί­ου κ.ἄ.


		
Advertisements