Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Ἡ μόνιμη θλίψη

.

ADC902730993A5870011D15F9C0FC982

.

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης

 

Ἡ μό­νι­μη θλί­ψη

 

04-Httaμα­σταν τρεῖς. Ἡ Μα­ριά­ννα (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Νί­κη), ὁ Πέ­τρος (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Δη­μή­τρης), κι ἐ­γὼ (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Χρῆ­στος). Ποι­ὸς εἶ­χε τὴν ἐ­πα­φὴ δὲν ξέ­ρα­με. Ὑ­πο­θέ­τω ἡ Μα­ριά­ννα, για­τί μιὰ μέ­ρα μᾶς στα­μά­τη­σε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα χω­ρὶς ἐ­ξή­γη­ση.

            Τὰ θυ­μή­θη­κα τὸ πρω­ὶ στὴν ἀ­να­καί­νι­ση, κα­θὼς πί­σω ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα βρῆ­κα τὰ πορ­τραί­τα τοῦ Βλα­δί­μη­ρου Ἴ­λιτς καὶ τοῦ Μπερ­τό­δου­λου Μπρε­χτ,  στὴν πα­λιὰ κλα­σι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, πού μοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει ἡ Μα­ριάννα. Φερ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ Ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λί­νο.

            Τί ἀ­πο­γί­να­με, στο­χά­ζο­μαι τώ­ρα. Ὁ Πέ­τρος (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Δη­μή­τρης) ἔ­γι­νε ὑ­πο­θη­κο­φύ­λα­κας Νέ­ας Φι­λα­δελ­φεί­ας, ἡ Μα­ριά­ννα (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Νί­κη) ἔ­γι­νε νο­μι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Ἐ­θνι­κὴ κι ἐ­γὼ (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Χρῆ­στος) δι­κη­γό­ρος, μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ δί­και­ό τοῦ ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ καὶ τὴ ναυ­α­γι­αί­ρε­ση.

            Ἄ, ναί, ἡ Μα­ριά­ννα, ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ συ­ναν­τῶ στὸ δρό­μο, ἔ­χει τὴ μό­νι­μη ἐ­κεί­νη θλί­ψη ποὺ εἶ­χε καὶ τό­τε. Στὰ μά­τια της καὶ στὸ χα­μό­γε­λο.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης(Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1979, ποί­η­ση).

 

 

Advertisements

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Χρονικό

 

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης

 

Χρονικό

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ λοι­πὸν ἐ­κεῖ­να εἶ­χε ξε­σπά­σει πά­λι ἡ ἐ­σω­κομ­μα­τι­κὴ δι­α­πά­λη. Μὲ τέ­τοι­α ἔν­τα­ση, ποὺ ἂν εἴ­χα­με πο­λυ­βό­λα θὰ εἴ­χα­με μεί­νει οἱ μι­σοί. Καὶ εὐ­τυ­χῶς πο­λυ­βό­λα εἶ­χε μό­νο ἡ φρου­ρά.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια εἴ­χα­νε κα­θι­ε­ρω­θεῖ καὶ τρέ­χα­νε καὶ τὰ μέ­τρα ἐ­πι­ει­κεί­ας, ὅ­πως τὰ λέ­γα­νε. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ τὸν Πλα­στή­ρα καὶ ὕ­στε­ρα μὲ τὸν Πα­πά­γο. Μπο­ροῦ­σες, δη­λα­δή, νὰ ζη­τή­σεις τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῆς δί­κης σου. Ἔ­τσι πολ­λὲς χι­λιά­δες, ποὺ εἴ­χα­νε κα­τα­δι­κα­σθεῖ, ἀ­κό­μη καὶ δὶς ἢ τρὶς εἰς θά­να­τον, εἶ­χαν ἐ­πι­τύ­χει τὸν με­τρια­σμὸ τῆς ποι­νῆς τους ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὴν πλή­ρη ἀ­θώ­ω­σή τους.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Σπύ­ρου Π. ἀ­πὸ τὴν Κέρ­κυ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια στὴ φυ­λα­κή, τὸ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὸ τὸν εἶ­χε κρί­νει ἀ­θῶ­ο καὶ εἶ­χε δι­α­τά­ξει τὴν ἀ­πό­λυ­σή του. Καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό, νά, τώ­ρα, ἔ­πλε­νε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἐ­κεῖ, στὴ βρύ­ση, ἔ­γι­νε ὁ ἀ­κό­λου­θος δι­ά­λο­γος μὲ τὸν συμ­πο­λί­τη του Ν.Κ., ποὺ κι αὐ­τός, δί­πλα του, ἔ­πλε­νε τὰ δι­κά του, τὰ χι­λι­ομ­πα­λω­μέ­να, ἀλ­λὰ ποὺ εἶ­χε τα­χθεῖ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

       — Φεύ­γεις, λοι­πόν;

       — Ναί, φεύ­γω.

       — Καὶ θὰ πᾶς στὸ χω­ριό;

       — Ναί, θὰ πά­ω.

       — Καὶ θὰ βρεῖς τὴ γυ­ναί­κα σου;

       — Ναί, θὰ τὴ βρῶ.

       — Καὶ τ παι­δί;

       — Ναί, κα τ παι­δί.

       Ὅ­λος ὁ δι­ά­λο­γος αὐ­τὸς δὲν θὰ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἂν δὲν κα­τέ­λη­γε στὴν τε­λευ­ταί­α ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ βέ­βαι­α μό­νο ἐ­ρώ­τη­ση δὲν ἦ­ταν, καὶ στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πάν­τη­ση.

       — Καὶ τὸ παι­δί;

       — Ναί, καὶ τὸ παι­δί.

       Για­τὶ ὁ Σπύ­ρος ὁ Κερ­κυ­ραῖ­ος, ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴ φυ­λα­κὴ δὲν εἶ­χε παι­δί. Καὶ τώ­ρα, ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­νε, ἡ γυ­ναί­κα του, ἐκεῖ στοὺς Καρουσάδες, εἶχε ἕνα παιδὶ δυόμισι χρονῶ.

  

 

Πη­γή: Ἀνέκ­δο­το.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης (Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1989, ποί­η­ση). Τε­λευ­ταῖο: Ἀποθῆκες ὑφά­λων ὅπλων, Δο­κί­μιο αὐτο­γνω­σί­ας (ἐκδ. Τυπω­θή­τω, Ἀθή­να, 2009).

 

Ὁ Χρί­στος Ρου­με­λιω­τά­κης δια­βά­ζει τὸ δι­ή­γη­μά του «Χρο­νι­κό» γιὰ τὸ Ἱστο­λό­γιο «Πλα­νό­διον-Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα ἀπό­γευ­μα, 18-04-2011, στὸ Νέ­ο Η­ρά­κλειο. Ἐπι­μέ­λεια: Γιάν­νης Πα­τί­λης.

 

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Σὰν σήμερα

 

 

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης

 

Σὰν σή­με­ρα

  

ΤΥΠΗΣΕ τὴν πόρ­τα μὲ τὸν πα­λιὸ συν­θη­μα­τι­κὸ τρό­πο. Ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε.

— Τί ἦρ­θες ἐ­δῶ, δὲν ξέ­ρεις πὼς ἔ­χω παι­δί, εἶ­πε. Κοί­τα­ξε δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, ψυ­χή, κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα.

        Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο μέ­σα με­τέ­δι­δε ἐμ­βα­τή­ρια.

        Τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο στὸν τοῖ­χο, μὲ τὴν πα­λιὰ ξυ­λο­γρα­φί­α τοῦ Τά­σου, ἔ­γρα­φε: Πα­ρα­σκευ­ή, 21 Ἀ­πρι­λί­ου 1967.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης (Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1979, ποί­η­ση). 

 

 Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-04-2010).