Δημήτρης Πετσετίδης: Ζήλια

 

 

Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης

 

Ζή­λια

 

ΑΝΩ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, στὴν ὀ­θό­νη τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ δι­ά­βα­σε τὸ μή­νυ­μα:

    1 αἴ­τη­μα φι­λί­ας.

       Πά­τη­σε μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ δι­ά­βα­σε:

       Ἡ Ἄν­να Βέ­ρα θέ­λει νὰ γί­νε­τε φί­λοι. Ξα­να­πά­τη­σε:

       Ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση.

       Στὴν ὀ­θό­νη του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ φρά­ση:

       Ὁ Στέ­φα­νος Γι­α­νοῦ­ρος εἶ­ναι φί­λος μὲ τὴν Ἄν­να Βέ­ρα.

       Κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν φί­λων του: 458, τί νὰ τοὺς κά­νει τό­σους φί­λους; Μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους δὲν ἔ­χει ἀν­ταλ­λά­ξει οὔ­τε λέ­ξη.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ προ­φὶλ τῆς Ἄν­νας, ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει τὶς φω­το­γρα­φί­ες της. Ἡ Ἄν­να μα­θή­τρια στὴν πα­ρέ­λα­ση, ἡ Ἄν­να στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, ἡ Ἄν­να στὴ θά­λασ­σα.

       Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες, μί­λη­σε μὲ τὴν Γι­ώ­τα στὴ συ­νο­μι­λί­α, τὸν ζά­λι­σε μὲ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­νό­η­τες ἐ­ρω­τή­σεις, ἔ­κλει­σε τὴν ἐ­πα­φή. Τό­τε εἶ­δε τὸ ὄ­νο­μα Ἄν­να Βέ­ρα μα­ζὶ μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὀ­νό­μα­τα φί­λων μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους μπο­ροῦ­σε νὰ συ­νο­μι­λή­σει. Πά­τη­σε τὸ πον­τί­κι πά­νω στὴν εἰ­κό­να της καὶ ἔ­γρα­ψε στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς συ­νο­μι­λί­ας:

       Χα­θή­κα­με.

       Ἦρ­θε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

       Ἡ Ἄν­να λέ­ει: Γειά σου, Στέ­φα­νε. Τί κά­νεις;

       Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε ἡ ἱ­στο­ρί­α τους.

       Ἄρ­χι­σαν νὰ ἀν­ταλ­λά­σ­σουν μη­νύ­μα­τα στὴ συ­νο­μι­λί­α τοῦ Facebook κα­θη­με­ρι­νῶς μέ­χρι ποὺ τοὺς ἔ­πια­νε ἡ νύ­χτα. Περ­νοῦ­σαν τὰ με­σά­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ κολ­λη­μέ­νοι στὴν ὀ­θό­νη τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν ξε­χνοῦ­σαν τὸν ὕ­πνο.

       Ἔ­νι­ω­θε ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο αἴ­σθη­μα κά­θε φο­ρὰ πού, κοι­τών­τας τὴ φω­το­γρα­φί­α της, ἔ­γρα­φε μιὰ φρά­ση στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρί­με­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση.

       Μιὰ μέ­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ρω­τά­ει γιὰ τὴ ζω­ή της, γιὰ τὶς σπου­δές της. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει στὴν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ Σχο­λὴ στὴν Ξάν­θη, ἐ­κεῖ εἶ­χε γνω­ρί­σει τὸν Μι­χά­λη, αἰ­ώ­νιο φοι­τη­τή. Γύ­ρι­ζαν μα­ζὶ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια, ἕ­να κα­λο­καί­ρι πῆ­γαν δι­α­κο­πὲς στὴ Σαν­το­ρί­νη.

       Τοῦ ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸ mail, ὁ Μι­χά­λης σὲ μιὰ ἐν­τοῦ­ρο καὶ αὐ­τὴ γαν­τζω­μέ­νη πί­σω του.

       Τῆς ἔ­στει­λε μή­νυ­μα:

       ΖΗΛΕΥΩ

       Αὐ­τὴ ἀ­πάν­τη­σε:

       Εἶ­ναι ἀ­νό­η­το νὰ ζη­λεύ­εις. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε.

       Τό­τε τῆς ἔ­γρα­ψε:

       Κα­λά, πό­σων χρό­νων εἶ­σαι;

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει:

       Πε­νήν­τα πέν­τε.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης (Σπάρ­τη, 1940). Σπού­δα­σε Μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα στὸ δί­φραγ­κο (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, 1986), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του: Λυσ­σα­σμέ­νες ἀ­λε­ποῦ­δες, (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, 2007).