Σάββας Παύλου: Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


paylousabbas-iektasitiskyprou-eikona-03


Σάββας Παύλου


Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


Χαι­ρε­τι­σμὸς στοὺς Μάν­τελ­προτ καὶ Στέρ­γιο

03-piΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου; Εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τὸ ἴ­διο ἁ­πλή. Καὶ ἂν δὲν τὴν ξέ­ρεις ἀ­νοί­γεις τὸ σχε­τι­κὸ ἐγ­χει­ρί­διο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου ἰ­σοῦ­ται μὲ 9267 τε­τρα­γω­νι­κὰ χι­λι­ό­με­τρα. Ὅ­μως αὐ­τὴ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τὸ ἐμ­βα­δὸν ἑ­νὸς χώ­ρου ἐ­πί­πε­δου ποὺ ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν οἱ ἀ­κτο­γραμ­μές του σὲ ὑ­ψό­με­τρο μη­δέν.

       Δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ Κύ­προς. Βου­νὰ καὶ κοι­λά­δες, ἀ­νυ­ψώ­σεις καὶ κοι­λώ­μα­τα, κοῖ­τες πο­τα­μῶν καὶ λό­φοι, φρέ­α­τα καὶ βρά­χοι δι­α­μορ­φώ­νουν τὸ χῶ­ρο της. Καὶ κά­θε ἀ­νύ­ψω­ση καὶ κοί­λω­μα ἐ­παυ­ξά­νει τὴν εὐ­ρυ­χω­ρί­α. Για­τὶ ἕ­νας λάκ­κος ποὺ σκά­ψα­με σὲ ἕ­να τε­τρα­γω­νι­κὸ μέ­τρο καὶ φτά­σα­με σὲ βά­θος πέν­τε μέ­τρων δί­νει μιὰ νέ­α ἔ­κτα­ση, για­τὶ πρέ­πει νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με καὶ τὰ νέ­α τοι­χώ­μα­τα. Τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­νὸς μέ­τρου αὐ­ξή­θη­κε σὲ 21. Ἀ­κό­μη πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὴν αὔ­ξη­σή της ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ βου­να­λά­κι μὲ τὰ χώ­μα­τα τῆς ἐ­ξό­ρυ­ξης. Ἔ­τσι ἂν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τὰ βου­νά, τοὺς λό­φους, τὰ μι­κρὰ ὑ­ψώ­μα­τα, τὰ κοι­λώ­μα­τα, τὰ βα­θύ­πε­δα καὶ ὑ­ψί­πε­δα, τοὺς λάκ­κους καὶ τὶς σπη­λι­ές, ὁ χῶ­ρος με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χῶς.

       Κι ἂν με­τὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὶς πέ­τρες, τὶς μι­κρο­α­νυ­ψώ­σεις καὶ ρωγ­μὲς κι ὑ­στέ­ρα τὶς ἄλ­λες τὶς ἐ­λά­χι­στες, τὶς σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τες καὶ με­τὰ αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι ὁ­ρα­τὲς μό­νο μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο, ἡ ἐ­πι­φά­νεια συ­νε­χῶς ἐ­παυ­ξά­νε­ται κι ὅ­ταν φτά­σεις στὴν κλί­μα­κα τοῦ μο­ρί­ου καὶ τοῦ ἀ­τό­μου συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου τεί­νει πρὸς τὸ ἄ­πει­ρο.

       Αὐ­τὸ τὸ ἄ­πει­ρο ποὺ κοί­τα­ζε ἡ μα­τιὰ τοῦ Σο­λω­μοῦ ἀ­νε­βαί­νον­τας γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης στὸν ἱ­στὸ μὲ τὴν κα­το­χι­κὴ ση­μαί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Τὰ Νεφούρια, ἀρ. 5, Πρωτοχρονιὰ 2001.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).