Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).


		
Advertisements

Γιάννης Πατσώνης: Τὸ νοικιασμένο νυφικό

 

 

Γιάννης Πατσώνης

 

Τὸ νοι­κι­α­σμέ­νο νυ­φι­κό

 

ΑΘΙΣΜΕΝΗ στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­να­πὲ ἡ Ἄν­να δὲν ἤ­θε­λε κα­νέ­να νὰ βλέ­πει, για­τὶ εἶ­χε γί­νει πά­λι με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ σπί­τι. Ἡ μά­να της εἶ­χε βρεῖ μιὰ φω­το­γρα­φί­α μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση ἑ­νὸς στρα­τι­ώ­τη. «Αὐ­τὸς ὁ φαν­τά­ρος θά ‘­ναι» φώ­να­ζε, «αὐ­τὸς ποὺ σᾶς εἴ­δα­νε μα­ζὶ στὰ πευ­κά­κια».

       Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­φοῦ ἔ­βρι­σε καὶ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ τὴν στα­μα­τή­σει ἀ­π’ τὸ Γυ­μνά­σιο, πῆ­γε καὶ βρῆ­κε τὸ κα­φε­τζὴ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τοῦ στρα­το­πέ­δου. Ἄν­θρω­πος μὲ γνω­ρι­μί­ες αὐ­τός, τὸν ὁ­δή­γη­σε στὸ ὑ­πα­σπι­στή­ριο, ὅ­που συ­νάν­τη­σαν ἕ­να γνω­στό του λο­χα­γό. Ἔ­τσι ὁ στρα­τι­ώ­της ἔ­φυ­γε μὲ δυ­σμε­νὴ με­τά­θε­ση σὲ προ­κε­χω­ρη­μέ­νο φυ­λά­κιο ἑ­νὸς λό­χου προ­κα­λύ­ψε­ως, καὶ πρὶν πε­ρά­σει μή­νας τὴν Ἄν­να τὴν ἀρ­ρα­βώ­νια­σαν μ’ ἕ­να με­σί­τη.

       «Γα­μή­λιο τα­ξί­δι; Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με ν’ ἀ­φή­σου­με τὸ νυ­φι­κὸ στὸ φω­το­γρά­φο. Τα­ξί­δι εἶ­ναι κι αὐ­τό.»

       Τὴν τρά­βη­ξε ἀπ’ τὸ λαι­μό. Μὲ τ’ ἄλ­λο του χέ­ρι ξε­κούμ­πω­νε τὴ μπλού­ζα της. Τὰ κουμ­πιὰ ἦ­ταν στὴν πλά­τη καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν. Ἔ­πε­σε πά­νω της «θὰ σὲ κά­νω βα­σί­λισ­σά μου ἐ­γώ.­.­.­». Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε «κου­νή­σου ντὲ καὶ λί­γο! Μὴν κά­θε­σαι σὰ πα­γω­νι­έ­ρα».

       Ση­κώ­θη­κε νὰ πλυ­θεῖ. Τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­να­γού­λα, ὡ­στό­σο ἔ­τρι­βε τὸ σφουγ­γά­ρι μπρο­στά της. Τὸν θυ­μή­θη­κε μὲ τὰ φαν­τα­ρί­στι­κά του γερ­μέ­νο πά­νω της, τὰ φι­λιά τους. Ἄλ­λοι χαί­ρον­ται νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες τὸν ἔ­ρω­τά τους κι αὐ­τοὶ πό­σο; Βι­α­στι­κὰ σὰν τοὺς κυ­νη­γη­μέ­νους. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο νὰ βλέ­πει τό­σους στρα­τι­ῶ­τες κα­θη­με­ρι­νά, ντυ­μέ­νους σὰν κι αὐ­τόν, κι αὐ­τὸς νὰ λεί­πει.

       Τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, Δευ­τέ­ρα πρω­ί, ξε­κι­νή­σα­νε μὲ τὸ ἡ­μι­φορ­τη­γό του. Μιὰ ὥ­ρα δρό­μος ἤ­τα­νε. Κά­τι φι­λε­νά­δες της ποὺ τοὺς εἴ­δα­νε γε­λά­σα­νε. Σὲ λί­γο δι­α­δό­θη­κε πὼς πά­ει νὰ κά­νει ἀ­πό­ξε­ση «ἔ­χει παι­δὶ ἀ­π’ τὸ φαν­τά­ρο.­.­.­».

       Στὸ φω­το-Ἐ­του­ὰλ ἔ­μει­νε ἀ­π’ ἔ­ξω. Κοί­τα­ζε τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴ βι­τρί­να: γά­μοι, βα­φτί­σια, στρα­τι­ῶ­τες μὲ στο­λὴ ἐ­ξό­δου. Σὰν τὴ φω­το­γρα­φί­α του ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν στε­φα­νώ­νει ἡ Δό­ξα. Τὸ στε­φά­νι εἶ­χε σχῆ­μα καρ­διᾶς κι ἡ Δό­ξα μὲ λυ­τὰ μαλ­λιὰ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε. Μὰ αὐ­τὸς ὡς νε­ο­σύλ­λε­κτος δὲν κοί­τα­ζε ν’ ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν κου­ρε­μέ­νος, ἔ­τσι ὅ­πως ἤ­τα­νε ντυ­μέ­νος.

       Ὁ ἄν­τρας της μέ­σα στὸ μα­γα­ζὶ μά­λω­νε μὲ τὸ φω­το­γρά­φο γιὰ τὴν τι­μή. Ὁ φω­το­γρά­φος γύ­ρευ­ε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει για­τὶ τὸ νυ­φι­κὸ ἦ­ταν λε­κι­α­σμέ­νο μὲ στα­γό­νες ἀ­πὸ κε­ρί. Ἕ­να πα­ρα­νυ­φά­κι κρα­τοῦ­σε στρα­βὰ τὴ λαμ­πά­δα, πα­ρα­λί­γο νὰ τὸ κά­ψει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ κε­φά­λι της. Πο­νοῦ­σε. Χτές, κα­θὼς γύ­ρι­ζαν πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα καὶ τοὺς πε­τοῦ­σαν ρύ­ζι, κου­φέ­τα, πέ­τα­λα λου­λου­διῶν, κά­τι κου­φέ­τα τὴν πέ­τυ­χαν στὸ κε­φά­λι καὶ τώ­ρα ἐ­κεῖ νό­μι­ζε πὼς εἶ­χε πρη­στεῖ καὶ πο­νοῦ­σε. Τοὺς γύ­ρι­ζε ὁ πα­πὰς πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα – ζευ­γά­ρι πιά. Ἄ­στρα­φταν τὰ φλὰς κι αὐ­τὴ γύ­ρι­ζε σὰ χα­μέ­νη μὲ τὸ στε­φά­νι στὸ κε­φά­λι, χω­ρὶς νὰ δι­α­κρί­νει πρό­σω­πα. Ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν μι­κρὴ κι ἀ­νέ­βαι­νε στὶς κού­νι­ες ποὺ ἔ­φερ­ναν κύ­κλους καὶ τῆς φαι­νόν­ταν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω μιὰ μά­ζα ξέ­θω­ρη καὶ δι­α­λυ­μέ­νη.

       Γιὰ πό­τε ξε­κί­νη­σαν καὶ φτά­σα­νε στὸ πάρ­κο τοῦ Ἡ­ρώ­ου, δὲν κα­τά­λα­βε. Οὔ­τε ποὺ ἄ­κου­γε τί τῆς ἔ­λε­γε στὸ δρό­μο. Κά­θη­σαν στὸ κεν­τρά­κι. Τὸ γκαρ­σό­νι ἔ­φε­ρε δύ­ο κα­σε­τί­νες. Δο­κί­μα­σε λί­γο, τ’ ἄ­φη­σε στὴν ἄ­κρη. Αὐ­τὸς ἔ­φα­γε ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της πά­στα, μὰ πα­ρήγ­γει­λε καὶ λου­κου­μά­δες. «Σι­ρο­πια­στὰ γιὰ τὴ λε­χώ­να κι ὁ μπα­τα­νὰς* στὴν ἀρ­ρα­βώ­να» εἶ­πε ση­κώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ἀ­π’ τὸ πι­α­τά­κι. Τὴν κοί­τα­ξε πο­νη­ρὰ σὰ παι­δὶ ποὺ εἶ­πε κά­τι τολ­μη­ρό. «Δὲν εἶ­σαι καὶ τό­σο ἄ­σχη­μος χον­τρού­λη» σκέ­φτη­κε. Ὅ­ταν γε­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν μα­τι­ῶν του ξε­κι­νοῦ­σαν ρυ­τί­δες κι ἕ­να λα­κά­κι στὸ δε­ξί του μά­γου­λο τὸν ἔ­κα­ναν συμ­πα­θη­τι­κό. Ὅ­μως γιὰ λί­γο. Ἔ­τσι ποὺ ἔ­σκυ­βε κα­τα­πί­νον­τας, φά­νη­κε ὁ ξυ­ρι­σμέ­νος σβέρ­κος του χον­τρός, χα­ρα­κω­μέ­νος. Θυ­μή­θη­κε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ τοῦ δη­μο­τι­κοῦ ποὺ ἔ­γρα­φε «Ἕ­νας πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴν πεί­να κι ἄλ­λος ἔ­σκα­σε ἀ­π’ τὴν χή­να». Ἄ­κου τὶ σκέ­φτη­κε! Καὶ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­κό­μη οὔ­τε μί­α μέ­ρα ποὺ παν­τρεύ­τη­καν.

       Κοί­τα­ξε δί­πλα, κοί­τα­ξε πέ­ρα στὸ στε­ρε­μέ­νο συν­τρι­βά­νι. Τὰ σι­δε­ρέ­νια μπὲκ ἀ­π’ ὅ­που τι­να­ζό­ταν χρω­μα­τι­στὸ νε­ρὸ τὰ βρά­δια, ἔ­βλε­παν λο­ξὰ πρὸς τὰ πά­νω, γυ­ρεύ­ον­τας τὴν εὐ­και­ρία νὰ καρ­φώ­σουν, πα­ρ’ ὅ­λη τὴ σκου­ριά τους. Ζευ­γα­ρά­κια, μα­θη­τές, ὅ­πως πάν­τα κα­θό­νταν στὰ παγ­κά­κια, κά­πνι­ζαν καὶ κρυ­βό­νταν. Ἀ­κό­μη μιὰ μέ­ρα κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στῆ­θος, ἕ­να κυ­μά­τι­σμα πό­θου, κά­τι ποὺ τὴν ἔ­κο­βε σὰν πό­νος κρυ­φός. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν γιὰ βρο­χή, ὅ­μως στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­έ­ρας ἔ­δι­ω­χνε τὰ σύν­νε­φα. Ἔ­φε­ρε τὰ χέ­ρια της σταυ­ρω­τὰ κι ἔ­σφι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴ ζα­κέ­τα, ποὺ τὰ μα­νί­κια της κρε­μι­ό­τα­νε ἀ­φό­ρε­τα. Θά ‘­θε­λε,χω­ρὶς προ­ει­δο­ποί­η­ση, ν’ ἄρ­χι­ζε βρο­χή. Νά ‘πεφτε τὸ νερό. Νά ‘πεφτε τὸ νερὸ μ’ ὁρμή.

 

* μπα­τα­νάς μπαν­τα­νάς· ἐκ­σπερ­μά­τω­ση στοὺς μη­ρούς. Ἀρ­χι­κὴ ση­μα­σί­α ἐ­πί­χρι­σμα (βλ. μπαν­τα­νό­βουρ­τσα).

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.

 

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984).