Γιάννης Πατσώνης: Τὸ νοικιασμένο νυφικό

 

 

Γιάννης Πατσώνης

 

Τὸ νοι­κι­α­σμέ­νο νυ­φι­κό

 

ΑΘΙΣΜΕΝΗ στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­να­πὲ ἡ Ἄν­να δὲν ἤ­θε­λε κα­νέ­να νὰ βλέ­πει, για­τὶ εἶ­χε γί­νει πά­λι με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ σπί­τι. Ἡ μά­να της εἶ­χε βρεῖ μιὰ φω­το­γρα­φί­α μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση ἑ­νὸς στρα­τι­ώ­τη. «Αὐ­τὸς ὁ φαν­τά­ρος θά ‘­ναι» φώ­να­ζε, «αὐ­τὸς ποὺ σᾶς εἴ­δα­νε μα­ζὶ στὰ πευ­κά­κια».

       Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­φοῦ ἔ­βρι­σε καὶ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ τὴν στα­μα­τή­σει ἀ­π’ τὸ Γυ­μνά­σιο, πῆ­γε καὶ βρῆ­κε τὸ κα­φε­τζὴ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τοῦ στρα­το­πέ­δου. Ἄν­θρω­πος μὲ γνω­ρι­μί­ες αὐ­τός, τὸν ὁ­δή­γη­σε στὸ ὑ­πα­σπι­στή­ριο, ὅ­που συ­νάν­τη­σαν ἕ­να γνω­στό του λο­χα­γό. Ἔ­τσι ὁ στρα­τι­ώ­της ἔ­φυ­γε μὲ δυ­σμε­νὴ με­τά­θε­ση σὲ προ­κε­χω­ρη­μέ­νο φυ­λά­κιο ἑ­νὸς λό­χου προ­κα­λύ­ψε­ως, καὶ πρὶν πε­ρά­σει μή­νας τὴν Ἄν­να τὴν ἀρ­ρα­βώ­νια­σαν μ’ ἕ­να με­σί­τη.

       «Γα­μή­λιο τα­ξί­δι; Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με ν’ ἀ­φή­σου­με τὸ νυ­φι­κὸ στὸ φω­το­γρά­φο. Τα­ξί­δι εἶ­ναι κι αὐ­τό.»

       Τὴν τρά­βη­ξε ἀπ’ τὸ λαι­μό. Μὲ τ’ ἄλ­λο του χέ­ρι ξε­κούμ­πω­νε τὴ μπλού­ζα της. Τὰ κουμ­πιὰ ἦ­ταν στὴν πλά­τη καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν. Ἔ­πε­σε πά­νω της «θὰ σὲ κά­νω βα­σί­λισ­σά μου ἐ­γώ.­.­.­». Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε «κου­νή­σου ντὲ καὶ λί­γο! Μὴν κά­θε­σαι σὰ πα­γω­νι­έ­ρα».

       Ση­κώ­θη­κε νὰ πλυ­θεῖ. Τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­να­γού­λα, ὡ­στό­σο ἔ­τρι­βε τὸ σφουγ­γά­ρι μπρο­στά της. Τὸν θυ­μή­θη­κε μὲ τὰ φαν­τα­ρί­στι­κά του γερ­μέ­νο πά­νω της, τὰ φι­λιά τους. Ἄλ­λοι χαί­ρον­ται νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες τὸν ἔ­ρω­τά τους κι αὐ­τοὶ πό­σο; Βι­α­στι­κὰ σὰν τοὺς κυ­νη­γη­μέ­νους. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο νὰ βλέ­πει τό­σους στρα­τι­ῶ­τες κα­θη­με­ρι­νά, ντυ­μέ­νους σὰν κι αὐ­τόν, κι αὐ­τὸς νὰ λεί­πει.

       Τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, Δευ­τέ­ρα πρω­ί, ξε­κι­νή­σα­νε μὲ τὸ ἡ­μι­φορ­τη­γό του. Μιὰ ὥ­ρα δρό­μος ἤ­τα­νε. Κά­τι φι­λε­νά­δες της ποὺ τοὺς εἴ­δα­νε γε­λά­σα­νε. Σὲ λί­γο δι­α­δό­θη­κε πὼς πά­ει νὰ κά­νει ἀ­πό­ξε­ση «ἔ­χει παι­δὶ ἀ­π’ τὸ φαν­τά­ρο.­.­.­».

       Στὸ φω­το-Ἐ­του­ὰλ ἔ­μει­νε ἀ­π’ ἔ­ξω. Κοί­τα­ζε τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴ βι­τρί­να: γά­μοι, βα­φτί­σια, στρα­τι­ῶ­τες μὲ στο­λὴ ἐ­ξό­δου. Σὰν τὴ φω­το­γρα­φί­α του ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν στε­φα­νώ­νει ἡ Δό­ξα. Τὸ στε­φά­νι εἶ­χε σχῆ­μα καρ­διᾶς κι ἡ Δό­ξα μὲ λυ­τὰ μαλ­λιὰ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε. Μὰ αὐ­τὸς ὡς νε­ο­σύλ­λε­κτος δὲν κοί­τα­ζε ν’ ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν κου­ρε­μέ­νος, ἔ­τσι ὅ­πως ἤ­τα­νε ντυ­μέ­νος.

       Ὁ ἄν­τρας της μέ­σα στὸ μα­γα­ζὶ μά­λω­νε μὲ τὸ φω­το­γρά­φο γιὰ τὴν τι­μή. Ὁ φω­το­γρά­φος γύ­ρευ­ε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει για­τὶ τὸ νυ­φι­κὸ ἦ­ταν λε­κι­α­σμέ­νο μὲ στα­γό­νες ἀ­πὸ κε­ρί. Ἕ­να πα­ρα­νυ­φά­κι κρα­τοῦ­σε στρα­βὰ τὴ λαμ­πά­δα, πα­ρα­λί­γο νὰ τὸ κά­ψει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ κε­φά­λι της. Πο­νοῦ­σε. Χτές, κα­θὼς γύ­ρι­ζαν πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα καὶ τοὺς πε­τοῦ­σαν ρύ­ζι, κου­φέ­τα, πέ­τα­λα λου­λου­διῶν, κά­τι κου­φέ­τα τὴν πέ­τυ­χαν στὸ κε­φά­λι καὶ τώ­ρα ἐ­κεῖ νό­μι­ζε πὼς εἶ­χε πρη­στεῖ καὶ πο­νοῦ­σε. Τοὺς γύ­ρι­ζε ὁ πα­πὰς πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα – ζευ­γά­ρι πιά. Ἄ­στρα­φταν τὰ φλὰς κι αὐ­τὴ γύ­ρι­ζε σὰ χα­μέ­νη μὲ τὸ στε­φά­νι στὸ κε­φά­λι, χω­ρὶς νὰ δι­α­κρί­νει πρό­σω­πα. Ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν μι­κρὴ κι ἀ­νέ­βαι­νε στὶς κού­νι­ες ποὺ ἔ­φερ­ναν κύ­κλους καὶ τῆς φαι­νόν­ταν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω μιὰ μά­ζα ξέ­θω­ρη καὶ δι­α­λυ­μέ­νη.

       Γιὰ πό­τε ξε­κί­νη­σαν καὶ φτά­σα­νε στὸ πάρ­κο τοῦ Ἡ­ρώ­ου, δὲν κα­τά­λα­βε. Οὔ­τε ποὺ ἄ­κου­γε τί τῆς ἔ­λε­γε στὸ δρό­μο. Κά­θη­σαν στὸ κεν­τρά­κι. Τὸ γκαρ­σό­νι ἔ­φε­ρε δύ­ο κα­σε­τί­νες. Δο­κί­μα­σε λί­γο, τ’ ἄ­φη­σε στὴν ἄ­κρη. Αὐ­τὸς ἔ­φα­γε ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της πά­στα, μὰ πα­ρήγ­γει­λε καὶ λου­κου­μά­δες. «Σι­ρο­πια­στὰ γιὰ τὴ λε­χώ­να κι ὁ μπα­τα­νὰς* στὴν ἀρ­ρα­βώ­να» εἶ­πε ση­κώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ἀ­π’ τὸ πι­α­τά­κι. Τὴν κοί­τα­ξε πο­νη­ρὰ σὰ παι­δὶ ποὺ εἶ­πε κά­τι τολ­μη­ρό. «Δὲν εἶ­σαι καὶ τό­σο ἄ­σχη­μος χον­τρού­λη» σκέ­φτη­κε. Ὅ­ταν γε­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν μα­τι­ῶν του ξε­κι­νοῦ­σαν ρυ­τί­δες κι ἕ­να λα­κά­κι στὸ δε­ξί του μά­γου­λο τὸν ἔ­κα­ναν συμ­πα­θη­τι­κό. Ὅ­μως γιὰ λί­γο. Ἔ­τσι ποὺ ἔ­σκυ­βε κα­τα­πί­νον­τας, φά­νη­κε ὁ ξυ­ρι­σμέ­νος σβέρ­κος του χον­τρός, χα­ρα­κω­μέ­νος. Θυ­μή­θη­κε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ τοῦ δη­μο­τι­κοῦ ποὺ ἔ­γρα­φε «Ἕ­νας πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴν πεί­να κι ἄλ­λος ἔ­σκα­σε ἀ­π’ τὴν χή­να». Ἄ­κου τὶ σκέ­φτη­κε! Καὶ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­κό­μη οὔ­τε μί­α μέ­ρα ποὺ παν­τρεύ­τη­καν.

       Κοί­τα­ξε δί­πλα, κοί­τα­ξε πέ­ρα στὸ στε­ρε­μέ­νο συν­τρι­βά­νι. Τὰ σι­δε­ρέ­νια μπὲκ ἀ­π’ ὅ­που τι­να­ζό­ταν χρω­μα­τι­στὸ νε­ρὸ τὰ βρά­δια, ἔ­βλε­παν λο­ξὰ πρὸς τὰ πά­νω, γυ­ρεύ­ον­τας τὴν εὐ­και­ρία νὰ καρ­φώ­σουν, πα­ρ’ ὅ­λη τὴ σκου­ριά τους. Ζευ­γα­ρά­κια, μα­θη­τές, ὅ­πως πάν­τα κα­θό­νταν στὰ παγ­κά­κια, κά­πνι­ζαν καὶ κρυ­βό­νταν. Ἀ­κό­μη μιὰ μέ­ρα κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στῆ­θος, ἕ­να κυ­μά­τι­σμα πό­θου, κά­τι ποὺ τὴν ἔ­κο­βε σὰν πό­νος κρυ­φός. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν γιὰ βρο­χή, ὅ­μως στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­έ­ρας ἔ­δι­ω­χνε τὰ σύν­νε­φα. Ἔ­φε­ρε τὰ χέ­ρια της σταυ­ρω­τὰ κι ἔ­σφι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴ ζα­κέ­τα, ποὺ τὰ μα­νί­κια της κρε­μι­ό­τα­νε ἀ­φό­ρε­τα. Θά ‘­θε­λε,χω­ρὶς προ­ει­δο­ποί­η­ση, ν’ ἄρ­χι­ζε βρο­χή. Νά ‘πεφτε τὸ νερό. Νά ‘πεφτε τὸ νερὸ μ’ ὁρμή.

 

* μπα­τα­νάς μπαν­τα­νάς· ἐκ­σπερ­μά­τω­ση στοὺς μη­ρούς. Ἀρ­χι­κὴ ση­μα­σί­α ἐ­πί­χρι­σμα (βλ. μπαν­τα­νό­βουρ­τσα).

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.

 

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984).

 

Advertisements