Ἑλένη Πατσιατζῆ: Στὴν “Ἀνάσταση”

.

Patsiatzi,Eleni-Stin' Anastasi'-Eikona-02

.

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ

 

Στὴν «Ἀ­νά­στα­ση»

 

02-PiΟΤΕ ΔΕΝ Μ’ ΑΡΕΣΕ ἡ πο­λυ­κο­σμί­α. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α ὅ­μως εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺς ἀλ­λὰ δι­α­κρι­τι­κός. Σὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα μό­νο ἂν τὸν κοι­τά­ξεις. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­σά­λευ­τος κι ἀ­μί­λη­τος κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι. Τὸ βλέμ­μα αὐ­τῶν ποὺ κα­τοι­κοῦν ἐ­δῶ, ἄλ­λο­τε ἀ­σπρό­μαυ­ρο, ἄλ­λο­τε ἔγ­χρω­μο, ἄλ­λο­τε φρέ­σκο κι ἄλ­λο­τε ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο, δὲν σ’ ἀ­κο­λου­θεῖ μὲ τὴ συ­νή­θη πε­ρι­έρ­γεια ἢ μὲ δι­ά­θε­ση ἐ­πι­τί­μη­σης. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι σὲ κοι­τά­ζουν σο­βα­ροί, κα­λον­τυ­μέ­νοι, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νοι, μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη χω­ρί­στρα καὶ μ’ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Σὲ σέ­βον­ται. Σπά­νια τὸ χα­μό­γε­λό τους εἶ­ναι πλα­τύ, κι ἂν τύ­χει νὰ εἶ­ναι παι­διά, μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν σὲ κοι­τά­ξουν κα­θό­λου καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ τρέ­χουν ἀ­κί­νη­τα μὲ τὸ πο­δή­λα­τό τους ἤ νὰ χτε­νί­ζουν τὶς ἀ­ψε­γά­δια­στες μποῦ­κλες τῆς κού­κλας τους. Εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει θό­ρυ­βος, ὀ­σμές, οὔ­τε ὀ­χλή­σεις παν­τὸς εἴ­δους. Ἀ­νέ­χε­ται σι­ω­πη­λὰ ὁ ἕ­νας τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἄλ­λου μὲ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη ψυ­χραι­μί­α. Πο­λι­τι­σμός.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α τὶς ἤ­ρε­μες μέ­ρες τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τὸ ρυθ­μι­κὸ κά­λε­σμα τῆς δε­κα­ο­χτού­ρας. Ὅ­πως καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια, ἔ­τσι κι αὐ­τὲς νοι­ώ­θουν οἰ­κεί­α σ’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη. Κι ἐ­γὼ πάν­τα ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­θα. Ἄλ­λω­στε ἐ­κεῖ συ­ναν­τοῦ­σα δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους, στὸ σπί­τι τους. Πο­τὲ δὲν πή­γαι­να γιὰ ξέ­νον. Οὔ­τε γιὰ τὸν κα­φὲ καὶ τὴ κου­βέν­τα, ὅ­ταν τὸ ἔ­φερ­νε ἡ πε­ρί­στα­ση. Μὲ τά­ρα­ζε ἀ­πὸ πα­λιὰ ἡ σκέ­ψη νὰ κά­νω ἐ­πί­σκε­ψη στὴν τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α κά­ποι­ου χω­ρὶς νὰ ἔ­χει προ­λά­βει νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Ἀ­σέ­βεια.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α, τὸ ξέ­ρω, τὴ νύ­χτα ὁ φω­τι­σμὸς εἶ­ναι ἰ­σχνός, μι­κρὲς πυ­γο­λαμ­πί­δες ἀ­χνο­φέγ­γουν στὴ σκο­τει­νιά. Τὰ πρό­σω­πα πα­ρα­μέ­νουν ἴ­δια, ἀ­νε­πη­ρέ­α­στα ἀ­πὸ τὶς ἐ­ναλ­λα­γὲς τοῦ χρό­νου ἢ τοῦ και­ροῦ. Δὲν πά­ω, ὅ­μως, για­τὶ δὲν δέ­χον­ται ἐ­πι­σκέ­ψεις με­τὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μό­νο ἀ­δέ­σπο­τες γά­τες εἰ­σβάλ­λουν ἀ­κά­λε­στες, γουρ­γου­ρί­ζουν νω­χε­λι­κὰ ἢ κι­νοῦν­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα ἐλ­πί­ζον­τας νὰ τσα­κώ­σουν κά­ποι­ο λα­χτα­ρι­στὸ θή­ρα­μα. Τὰ γα­τί­σια μά­τια τους σπι­θο­βο­λοῦν πιὸ δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τί­τσες στὰ καν­τή­λια. Εἶ­ναι οἱ κυ­ρί­αρ­χες τῆς νύ­χτας. Δὲν τὶς συμ­πα­θῶ. Τὰ σκυ­λιὰ μὲ τρο­μά­ζουν λι­γό­τε­ρο.

            Ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα νὰ πᾶς ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­ναι ἡ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή. Ὀρ­δὲς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νων κα­τρα­κυ­λοῦν στὰ δρο­μά­κια, γε­μί­ζουν ἐ­πι­θε­τι­κὰ τὰ βά­ζα μὲ πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια ἢ φο­ρᾶ­νε στε­φά­νια πά­νω στοὺς σταυ­ρούς, τσα­λα­κώ­νουν μὲ θό­ρυ­βο τὰ πλα­στι­κὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα τῆς χλω­ρί­δας ποὺ με­τέ­φε­ραν, οὐρ­λιά­ζουν στοὺς ἀ­ει­κί­νη­τους ἱ­ε­ρεῖς, ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν κι αὐ­τοὶ μὲ κέ­φι τὰ μνή­μα­τα, νὰ πᾶ­νε γιὰ τρι­σά­γιο πρῶ­τα στὸν δι­κό τους νε­κρὸ καὶ με­τὰ στοὺς ἄλ­λους, συ­νο­μι­λοῦν μὲ τὶς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νες τῶν κον­τι­νῶν τά­φων ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας καρ­βου­νά­κια, λι­βά­νι καὶ νέ­α. Κά­ποι­ες κά­νουν καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στοὺς τά­φους καὶ πλέ­νουν μὲ ἀμ­μω­νί­α τὰ βλέμ­μα­τα καὶ τὰ πρό­σω­πα τῶν νε­κρῶν καὶ με­τὰ ἀ­πο­χω­ροῦν γιὰ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴ νη­στεί­α τους. Αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­κο­σμί­α δὲν τὴν ἀν­τέ­χω.

            Οἱ κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α εἶ­ναι πάν­τα τὸν Αὔ­γου­στο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γε­νεῖς λεί­πουν γιὰ δι­α­κο­πὲς ἀλ­λά, κι ἂν δὲν ἔ­χουν φύ­γει γιὰ ἀ­να­ψυ­χή, ἀ­πο­φεύ­γουν τὸ λι­ο­πύ­ρι καὶ τὶς ἄ­σκο­πες βόλ­τες. Ἔ­τσι μπο­ρεῖς νὰ κι­νη­θεῖς μὲ τὴν ἄ­νε­σή σου ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν σι­ω­πη­λῶν ποὺ θὰ σὲ κοι­τά­ζει μὲ εὐ­γέ­νεια. Οἱ δε­κα­ο­χτοῦ­ρες θὰ σου­λα­τσά­ρουν καὶ θὰ σὲ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται ἀ­να­ση­κώ­νον­τας γου­στό­ζι­κα τὸ κε­φα­λά­κι τους. Ἴ­σως εἶ­σαι τυ­χε­ρὸς καὶ σὲ καρ­φώ­σει μὲ τὸ βλέμ­μα της κά­ποι­α ἀ­δέ­σπο­τη γά­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ νυ­χτώ­σει.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ (Πειραιάς 1969), σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, ὑ­πη­ρε­τεῖ στὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση, καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς.