Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης: Ὁ Δὸν Κιχώτης σὲ (λιγότερες ἀπὸ) 150 λέξεις


Palabos-Palaiologos-Patilis-AfieromaCervantes-Eisagogi-Eikona-01


Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης

 

Δὸν Κι­χώ­της σὲ (λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ) 150 λέ­ξεις

12+1 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Θερ­βάν­τες

καὶ μιὰ εἰ­σα­γω­γή


02-TaphΟ 1615, Ο ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΣΑΑΒΕΔΡΑ κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸ El in­ge­ni­o­so ca­bal­le­ro don Qui­jo­te de la Man­cha, τὸ δεύ­τε­ρο τό­μο, δη­λα­δή, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κό­σμου. Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1616, ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἄ­φη­νε τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή· τὴν ἴ­δια μέ­ρα, σύμ­φω­να μὲ τὸν (ψευ­δῆ) θρύ­λο, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πε­βί­ω­σε καὶ ὁ ἄλ­λος κο­ρυ­φαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κα­νό­να, ὁ Γου­ί­λιαμ Σέξ­πιρ. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἂν ὁ πρῶ­τος πέ­θα­νε στὶς 22 Ἀ­πρι­λί­ου καὶ ὁ δεύ­τε­ρος, μᾶλ­λον, στὶς 3 Μα­ΐ­ου, ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α ἔ­χει κα­θι­ε­ρώ­σει τὴν 23η Ἀ­πρι­λί­ου, ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἡ­μέ­ρα θα­νά­του καὶ τῶν δύ­ο, ὡς Ἡ­μέ­ρα τοῦ Βι­βλί­ου καὶ δη­μό­σιας ἀ­νά­γνω­σης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις (καὶ ἐ­κτὸς Ἰ­σπα­νί­ας) ἀ­πὸ ἐ­θε­λον­τὲς ἀ­να­γνῶ­στες. Εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸς ἕ­νας τρό­πος νὰ ἔρ­χε­ται κά­θε χρό­νο στὸ προ­σκή­νιο ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πού, ὡ­στό­σο, δὲν ἔ­χει ξε­χα­στεῖ πο­τὲ για­τὶ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα τὸ δί­δυ­μο ποὺ ἔ­πλα­σε —Δὸν Κι­χό­τε καὶ Σάν­τσο Πάν­θα (Σάν­τσο ὁ Κοι­λα­ράς)— πα­ρα­μέ­νει παγ­κό­σμιο ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς (γιὰ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ μή) τό­σο λό­γῳ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του ἀ­ξί­ας, ὅ­σο για­τὶ τὰ δύ­ο μέ­λη του ὑ­πῆρ­ξαν οἱ πρῶ­τοι «ἥ­ρω­ες» πού, στὴ ρο­ὴ τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς πλο­κῆς, ἐ­ξε­λίσ­σον­ται (συν­δι­α­λε­γό­με­νοι) ὡς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ ἀλ­λά­ζουν ἰ­δέ­ες καὶ κο­σμο­θε­ω­ρί­α.

       Ἔ­κλει­σαν καὶ κλεί­νουν, λοι­πόν, 400 χρό­νια ἀ­πὸ δύ­ο ση­μαν­τι­κὲς ἐ­πε­τεί­ους καί, ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο λαμ­βά­νουν χώ­ρα σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο ἐκ­δη­λώ­σεις γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸ ἔρ­γο καὶ τὸν συγ­γρα­φέ­α του, μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα τὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ τὸ συ­νε­πώ­νυ­μο μὲ τὸν δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Δὸν Κι­χό­τε ἰν­στι­τοῦ­το δι­ά­δο­σης τῆς ἰ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας (Instituto Cervantes) τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ορ­γά­νω­σε δύ­ο πρω­τό­τυ­πες ἐκ­θέ­σεις. Ἡ πρώ­τη, ποὺ ἔ­γι­νε τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015, ἦ­ταν μιὰ ἔκ­θε­ση ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­τι­ε φό­ρο τι­μῆς στοὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη μὲ τὴν πα­ρου­σί­α­ση 185 ἐκ­δό­σε­ων σὲ 56 γλῶσ­σες. Τὴν ἔκ­θε­ση τὴν ἐγ­και­νί­α­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας Χου­ὰν Γκο­ϊ­τι­σό­λο, βρα­βευ­μέ­νος τὸ 2014 μὲ τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν γραμ­μά­των ποὺ φέ­ρει καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ Θερ­βάν­τες (Premio Cervantes). Ἡ δεύ­τε­ρη ἔ­λα­βε χώ­ρα τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 καὶ πε­ρι­λάμ­βα­νε φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Νά­βια καὶ κεί­με­να τοῦ πε­ζο­γρά­φου Χού­λιο Γι­α­μα­θά­ρες μὲ ἀ­φορ­μὴ ἕ­να κοι­νό τους ὁ­δοι­πο­ρι­κὸ «στοὺς δρό­μους τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας», στοὺς δρό­μους, δη­λα­δή, τῆς Κα­στίλ­λης ποὺ δι­α­τρέ­χουν στὰ τρί­α τα­ξί­δια τους οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Θερ­βάν­τες.

       Ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, με­τα­φρα­στές, φω­το­γρά­φοι… τι­μοῦν τὸν Θερ­βάν­τες συν­δι­α­λε­γό­με­νοι, ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸ δι­κό του τρό­πο, μὲ τὸ ἔρ­γο του. Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ οἱ συ­νερ­γά­τες του, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Books’ Journal, ὁρ­μώ­με­νοι ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον τρό­πος νὰ τι­μή­σεις τὴν ἐ­πέ­τει­ο ἔκ­δο­σης ἑ­νὸς τό­σο ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι, τὸ δί­χως ἄλ­λο, νὰ τὸ (ξα­να)δι­α­βά­σεις ἀλ­λὰ καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σεις, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ αὐ­τό, κά­λε­σε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ στεί­λουν ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μέ­χρι 150 λέ­ξεις (ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο, τοῦ τί­τλου, ποὺ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κός, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) ἔ­χον­τας ὡς ἔμ­πνευ­ση κά­ποι­ο κε­φά­λαι­ο, πε­ρι­στα­τι­κὸ ἢ ἰ­δέ­α —ἐ­πι­μέ­ρους ἢ γε­νι­κή— τῶν δύ­ο τό­μων τοῦ ἐν λό­γῳ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στό­χος τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς δι­ά­λο­γος τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Θερ­βάν­τες καί, μέ­σῳ αὐ­τοῦ, νὰ πα­ρα­χθοῦν κεί­με­να μι­κρῆς ἔ­κτα­σης ἀλ­λὰ ἀ­ξι­ό­λο­γης δη­μι­ουρ­γι­κῆς πνο­ῆς.

       Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, εἶ­ναι ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σύμ­παν ποὺ φι­λο­δο­ξεῖ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει καὶ νὰ ἐκ­φρά­σει τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τὸ το­πί­ο καὶ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου μέ­χρι τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὶς μύ­χι­ες σκέ­ψεις τῶν χα­ρα­κτή­ρων του. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὁ Θερ­βάν­τες, στοὺς δύ­ο τό­μους τοῦ μνη­μει­ώ­δους ἔρ­γου του, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν δύ­ο ἀν­τι­η­ρώ­ων του, ἀλ­λὰ καὶ πα­ρεμ­βάλ­λον­τας ἱ­στο­ρί­ες ξέ­νες πρὸς τὴν κύ­ρια πλο­κή, συν­θέ­τει τὸ πορ­τρέ­το μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς. Στὸ ἀν­τί­θε­το ἄ­κρο τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας» ἀ­παν­τᾶ­με τὴν ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι ποὺ στὴν ἰ­δα­νι­κὴ μορ­φή τους δί­νουν χῶ­ρο μό­νο στὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τους καὶ ἀ­φή­νουν τὰ ὑ­πό­λοι­πα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη: «Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος», γρά­φει ὁ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ δι­ά­ση­μα ἰ­σπα­νό­γρα­φα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ τι­τλο­φο­ρεῖ­ται «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» καὶ μὲ μό­λις τέσ­σε­ρις λέ­ξεις (τοῦ τί­τλου συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) δη­μι­ουρ­γεῖ κλί­μα ἔν­τα­σης ποὺ θὰ ζή­λευ­αν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων. Τὰ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τοῦ τοῦ λι­λι­πού­τει­ου λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συν­το­μί­α, ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα, ἡ ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­να­τρο­πή: ὅ,τι πρέ­πει, δη­λα­δή, γιὰ μιὰ «αἱ­ρε­τι­κὴ ἀ­να­μέ­τρη­ση» μὲ τὸν Δὸν Κι­χώ­τη.

       Ὁρ­μώ­με­νοι, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ πρω­το­τύ­που ἢ τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ (θυ­μί­ζου­με ὅ­τι ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὑ­πάρ­χει δι­α­θέ­σι­μος στὸ ἐμ­πό­ριο στὶς με­τα­φρά­σεις Κ. Καρ­θαί­ου καὶ Α. Δη­μη­τρού­κα [ἐκδ. Πα­τά­κης, τό­μοι Α’ καὶ Β’], Ἠ­λί­α Ματ­θαί­ου [ἐκδ. 4π Εἰ­δι­κὲς Ἐκ­δό­σεις Α.Ε., τό­μοι Α’ καὶ Β’] καὶ Με­λί­νας Πα­να­γι­ω­τί­δου [ἐκδ. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, τό­μος Α’]) οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­πρε­πε νὰ συγ­γρά­ψουν καὶ νὰ ἀ­πο­στεί­λουν ἐ­πώ­νυ­μα τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους με­τα­ξὺ 15 Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2015 στὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου. Τὰ κεί­με­να ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πό­σπα­σμα ἢ ἰ­δέ­α τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ἀ­πε­τέ­λε­σε ἀ­φορ­μὴ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἱ­στο­ρί­ας. Κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ λά­βει μέ­ρος στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα μὲ ἕ­να μό­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Λά­βα­με συ­νο­λι­κὰ 129 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι, μὲ ἔ­κτα­ση ἀ­πὸ 13 ἕ­ως 150 λέ­ξεις. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ τὸν δι­η­γη­μα­το­γρά­φο καὶ με­τα­φρα­στῆ Γιά­ννη Πα­λα­βό, τὸν κα­θη­γη­τὴ με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆ Κων­σταν­τῖ­νο Πα­λαι­ο­λό­γο καὶ τὸν ποι­η­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη Γιά­ννη Πα­τί­λη, θε­ω­ρεῖ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση πο­λὺ ὑ­ψη­λή, ἀ­φοῦ τὸ πιὸ αἰ­σι­ό­δο­ξο μέ­λος της δὲν ἀ­νέ­με­νε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 100 συμ­με­το­χὲς (γιὰ τοὺς ἀ­παι­σι­ό­δο­ξους ἂς μὴ μι­λή­σου­με…), καὶ εἶ­ναι ἰ­διαί­τε­ρα συγ­κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­λή­φθη­σαν ἀ­πὸ μα­θη­τὲς λυ­κεί­ων της χώ­ρας: τὸ Α’ Πει­ρα­μα­τι­κὸ Λύ­κει­ο Ἀ­θη­νῶν (σχο­λεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε φοι­τή­σει μέ­λος τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς), τὸ Β’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Δι­α­πο­λι­τι­σμι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Εὐ­ό­σμου καὶ τὸ ΣΤ’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Ζω­γρά­φου. Ἡ συμ­με­το­χή τους ἀ­πο­τέ­λε­σε ἔ­νε­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, λοι­πόν, ἀ­πὸ καρ­διᾶς τοὺς ἔ­φη­βους συγ­γρα­φεῖς καὶ τοὺς κα­θη­γη­τές τους, ὅ­πως εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καὶ τοὺς δε­κά­δες φί­λους, ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, ποὺ μᾶς συ­νό­δευ­σαν σὲ τοῦ­το τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ μᾶς τί­μη­σαν μὲ τὴ συμ­με­το­χή τους.

       Ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ δε­κα­τρί­α (κα­θό­τι δί­σε­κτο τὸ 2016…) κα­λύ­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­τσι ὅ­πως τὰ ἀ­πο­τί­μη­σε ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Τὰ δι­α­κρί­νουν χι­οῦ­μορ, πρω­τό­τυ­πες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀ­να­τρο­πὲς στὴν πλο­κὴ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη ἔκ­βα­ση, κά­πο­τε καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο: στο­χα­στι­κὸς σύγ­χρο­νος μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας προ­βλη­μα­τι­σμὸς πά­νω στὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ ἔρ­γου. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ πρό(σ)κληση τοῦ Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τοῦ Books’ Journal δὲν ἦ­ταν ἕ­νας (ἀ­κό­μη) λο­γο­τε­χνι­κὸς δι­α­γω­νι­σμὸς —ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο «βρα­βεῖ­ο» πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των πού, σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ξε­χώ­ρι­σαν— οἱ ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν δη­μο­σι­εύ­ον­ται κα­τὰ τὴν ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­θέ­των τῶν συγ­γρα­φέ­ων τους.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (1963). Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ Ἰ­σπα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στής (Οὐ­να­μοῦ­νο, Λόρ­κα, Σάμ­πα­το, Γι­α­μα­θά­ρες, Γκα­μο­νέ­δα, Πά­μι­ες κ.ἄ). Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του ἡ (Ἀ)πει­θαρ­χί­α τῶν λέ­ξε­ων. Κεί­με­να γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α (Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, 2014). Προ­σω­πι­κὸ μπλόγκ:

http://konstantinos-paleologos.blogspot.gr

Γιά­ννης Πα­τί­λης (1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ διή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι ’15. Ἐτήσιος ἀμητός.


Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'15-Anthologia-200dpi


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε τέλη Δεκεμβρίου 2015 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ δεύτερος τό­μος τῆς ἐτήσιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 296). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 02-02-2016). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱστορίες Μπον­ζάι ’15.

Ἐτήσιος ἀμητός.


02-PiΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ἕ­ναν χρό­νο πρὶν στοὺς φί­λους τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος τὸν τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 το­νί­ζα­με τὸν ἀν­θο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός μας. Συγ­κεν­τρώ­να­με τό­τε 83 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἀν­θο­λο­γη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ πε­ζῶν, πού, μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο πά­λι, εἶ­χαν πα­ρου­σια­στεῖ κα­τὰ τὰ προ­η­γού­με­να τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ἀν­θο­λο­γι­κὸ καὶ πά­λι χα­ρα­κτή­ρα ἔ­χει καὶ ἡ τω­ρι­νή μας συ­να­γω­γή. Μό­νο ποὺ ἡ ἀν­θο­λο­γι­κή της δε­ξα­με­νὴ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας τὴν χρό­νια ποὺ τώ­ρα δι­α­τρέ­χου­με, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2014 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2015. Ἐ­ξάλ­λου αὐ­τὸ εἴ­χα­με εὐ­χη­θεῖ κλεί­νον­τας τὴν εἰ­σα­γω­γή μας μὲ τὸν τί­τλο «Τε­τρα­ε­τὲς ἀ­πάν­θι­σμα» στὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο: νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του σὲ μιὰ τα­κτι­κὴ ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται τώ­ρα. Ἂ­πὸ τὰ πε­ζὰ λοι­πὸν ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή, πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ 61 ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Μο­λο­νό­τι ἡ ἀν­θο­λο­γι­κὴ βά­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα χρο­νο­λο­γι­κῶς, τὸ κρι­τή­ριο τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας (: ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα σὲ πη­γές, γλῶσ­σες, εἴ­δη, ἔ­κτα­ση) πα­ρα­μέ­νει ὑ­ψη­λό. Ἔ­τσι ὁ τό­μος πε­ρι­έ­χει 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ 22 ἀ­πὸ 7 ἄλ­λες γλῶσ­σες (: 7 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, 4 ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ 4 ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, 3 ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά, 2 ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, καὶ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ ρω­σι­κά). Ἀ­πὸ τὰ 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ 28 ἀν­τλοῦν­ται ἀ­πὸ ἔν­τυ­πες πη­γὲς ἐ­νῶ τὰ 11 ἀ­πὸ τὰ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­να στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας. Ἀ­να­λό­γως ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται οἱ δι­ά­φο­ρες ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες κα­θὼς καὶ οἱ τρεῖς (συμ­βα­τι­κὲς) πο­σο­τι­κὲς ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σεις τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὲ ὑ­πέρ­μι­κρο (ἕ­ως 200 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) καὶ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις) δι­ή­γη­μα.


       Κά­θε χρό­νο ποὺ περ­νᾶ τὸ δι­ε­θνὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τό­σο στὸ πε­δί­ο τῆς πρα­κτι­κῆς, δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῶν προ­σώ­πων ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων στὸ εἶ­δος, αὐ­ξά­νε­ται κα­τα­κό­ρυ­φα. Μό­λις πρὶν ἕ­να χρό­νο, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014, ἔ­γι­νε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ, ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο στὸ Neuquen τῆς Αρ­γεν­τι­νῆς τὸ 2016. Ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας πα­ρα­κο­λου­θεῖ μὲ σει­ρὰ ἄρ­θρων καὶ συ­νεν­τεύ­ξε­ων τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εἶ­δος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο μας κα­θι­ε­ρώ­σα­με νὰ ὑ­πάρ­χει κά­θε φο­ρὰ ἕ­να «Ἐ­πί­με­τρο» ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς μέ­ρι­μνάς μας: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Στὸ φε­τι­νό μας ἐ­πί­με­τρο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τρί­α τέ­τοι­α ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτα κεί­με­να: ἑ­νὸς Βά­σκου συγ­γρα­φέ­α καὶ κρι­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνί­ας, τῶν τρι­ῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς πιὸ δι­ά­ση­μης ἀν­θο­λο­γί­ας flash fiction τοῦ ἀγ­γλό­φω­νου κό­σμου καὶ τὰ κύ­ρια συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με.


* * *


Ἡ πα­ρού­σα «ἀ­κα­τα­στα­σί­α» τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου, ἡ κα­τα­στα­­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κῶς ἐ­πι­θυ­μη­τή, μα­ζὶ μὲ τὴν λυ­τρω­τι­κὴ γιὰ ὁ­μά­δες καὶ ἄ­το­μα ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἔκ­φρα­σης, μᾶς μα­θαί­νει καὶ κά­τι ποὺ ὡς αὐ­το­νό­η­το μέ­χρι χθὲς σή­με­ρα τεί­νου­με νὰ τὸ ξε­χά­σου­με ὁ­λο­σχε­ρῶς: ὅ­τι ἔκ­φρα­ση συ­νι­στᾶ πρω­τί­στως μορ­φὴ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, καὶ τό­σο ἡ μορ­φὴ ὅ­σο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­κτή­μα­τα ἀ­κρι­βὰ πού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­κρό­τη­ση ἐκ­φρα­ζο­μέ­νου προ­σώ­που, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καλ­λι­έρ­γεια καὶ κρι­τή­ρια, δη­λα­δὴ ἐ­νερ­γὴ συμ­πα­ρου­σί­α παι­δεί­ας, πα­ρά­δο­σης καὶ συ­νέ­χειας. Στὸν κό­σμο τοῦ ἐν­τύ­που οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τὲς —μο­λο­νό­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ καὶ πάν­τα— γι­νόν­του­σαν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀν­τι­λη­πτές. Ὁ ἀ­πὸ τὰ κά­τω ἐκ­πο­λι­τι­σμὸς τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου, ὁ ἀν­τί­θε­τος τό­σο στὶς ἐ­ξου­σι­α­στι­κὲς χει­ρα­γω­γή­σεις κρα­τῶν καὶ συμ­φε­ρόν­των ὅ­σο καὶ στὸ αὐ­το­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ψυ­χόρ­μη­το τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ κα­θε­νός, εἶ­ναι ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος μὲ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ θε­σμι­σμέ­να ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες κρι­τή­ριά του πα­ρα­μέ­νει συμ­πα­ρα­στά­της μας.

       Καὶ σ’ αὐ­τὸν ἐ­πι­στρέ­φου­με γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015, σελ. 296), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-12.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕντεκα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι 2014. Τετραετὲς ἀπάνθισμα.

.

Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'14-Anthologia-200dpi

.

[Μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14. 83 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 368). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 19-11-2014). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]

.

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης

.

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι 2014

Τε­τρα­ε­τὲς Ἀ­πάν­θι­σμα

.

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaA Ο­ΓΔΟΝ­ΤΑ ΤΡΙΑ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου συ­νι­στοῦν μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὰ 566 δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ἐκ­κί­νη­σής της στὶς 5 Ἀ­πρι­λίου τοῦ 2010 ἕ­ως καὶ τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2014, τῆς χρο­νιᾶς ποὺ δι­α­νύ­ου­με.

       Ὡ­ρι­σμέ­νως, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πάν­θι­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α του μιὰ ἀν­θο­λο­γία ἀν­θο­λο­γί­ας, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἀρ­χι­κὸς σχε­δια­σμὸς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: νὰ εἶ­ναι στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ βαθ­μὸ τὸ ἴ­διο μιὰ διαρ­κὴς ἀν­θο­λο­γί­α. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας αὐ­τός, κρί­σι­μος γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν δη­μο­σι­ευ­ό­με­νων κει­μέ­νων, δι­α­σφα­λί­ζε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τρεῖς τρό­πους: (α) μὲ τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­πό­θε­μα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἐ­κεί­νων τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ ὡς ἔρ­γα τῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου θε­ω­ροῦ­με ὡς κα­λύ­τε­ρα· (β) μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες συ­νερ­γα­σί­ες ποὺ μᾶς στέλ­νουν ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους νέ­οι λο­γο­τέ­χνες, τῶν πε­ζῶν ἐ­κεί­νων ποὺ κρί­νου­με ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα, δί­χως νὰ λεί­πουν συ­χνά ἀ­πὸ αὐ­τά —ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ τὴν πα­ρού­σα συ­να­γω­γή— καὶ τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δείγ­μα­τα, ποὺ δὲν ἔ­χουν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα κα­τα­ξι­ω­μέ­νων λο­γο­τε­χνῶν, Ἑλ­λή­νων καὶ ξέ­νων· (γ) μὲ τὴν ἔκ­κλη­σή μας πρὸς τοὺς συ­νερ­γά­τες μας με­τα­φρα­στὲς νὰ δι­α­λέ­γουν γιὰ τὶς με­τα­φρά­σεις τους τὰ κα­λύ­τε­ρα καὶ πά­ντως ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρα δείγ­μα­τα τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα δι­α­βά­σμα­τά τους· στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ θυ­μί­σου­με ὅ­τι οἱ με­τα­φρά­σεις γί­νον­ται αὐ­στη­ρὰ ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ἐ­νῶ μνη­μο­νεύ­ε­ται σχο­λα­στι­κὰ ἡ ξε­νό­γλωσ­ση πη­γὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του.

       Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας πα­ρα­πά­νω τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση αὐ­τὴ ὡς «πε­ρι­ε­κτι­κή», ἐν­νο­οῦ­με πὼς προ­σπα­θή­σα­με ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν κει­μέ­νων νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ποι­ό­τη­τας καὶ σει­ρὰ ἄλ­λων:

       — Νὰ πε­ρι­έ­χει με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα ξέ­νες γλῶσ­σες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν γί­νει μέ­χρι στιγ­μῆς με­τα­γλωτ­τί­σεις στὸ ἱ­στο­λό­γιο, ἐ­νῶ ἡ σχέ­ση τῶν με­τα­φρα­σμέ­νων πρὸς τὰ ἐλ­λη­νι­κὰ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη.

       — Νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ ἔ­κτα­ση ὅ­λα τὰ ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ κρι­τή­ρια ποὺ ἡ δι­ε­θνὴς βι­βλι­ο­γρα­φί­α καὶ πρα­κτι­κὴ θέ­τει γιὰ τὸ «εἶ­δος» «μι­κρὸ δι­ή­γη­μα»: ἀ­πὸ τὸ ὑ­πέρ­μι­κρο (μέ­χρι 200 λέ­ξεις) καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) ἕ­ως τὸ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις). Ἔ­τσι, ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ «μη­δε­νό­λε­ξο» καὶ ὡς ἐκ τού­του «ἀ­ό­ρα­το» —πλὴν τοῦ τί­τλου— μπον­ζά­ι τοῦ Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο «Τὸ Φάν­τα­σμα», ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν σε­λί­δων αὐ­τῶν θὰ συ­ναν­τή­σει με­γά­λη ποι­κι­λί­α σμι­κρό­τη­τας: ἀ­πὸ τὸ λι­λι­πού­τει­ο «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» μὲ τέσ­σε­ρις λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο τοῦ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν —ποὺ στὴν ἑλ­λη­νι­κή του ἀ­πό­δο­ση συρ­ρι­κνώ­θη­κε ἔ­τι πε­ραι­τέ­ρω σέ.­.. δύ­ο!— ἕ­ως τὸν μι­κρὸ «γί­γαν­τα» τῶν δύ­ο χι­λιά­δων λέ­ξε­ων τοῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὸν ἰ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο «Πα­ρά­θυ­ρα τῶν τε­λευ­ταί­ων στιγ­μῶν» τοῦ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

       — Νὰ ἐκ­τυ­λίσ­σει ἐ­κτε­νὲς ὑ­φο­λο­γι­κὸ φά­σμα, ποὺ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴν ψυ­χο­γρα­φί­α, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μο­νό­λο­γο, τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α, τὸ μυ­στή­ριο, τὴν δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, τὸ ἀ­πρό­ο­πτο, τὴν ἀ­να­τρο­πή. Ἀν­τι­στοί­χως πλα­τειὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοια ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῶν κει­μέ­νων μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα πάν­τα τὴν κρίση στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς καὶ ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κεί­με­να, ἀ­να­ζη­τών­τας προ­δρο­μι­κὲς μορ­φὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, δι­ευ­ρύ­να­με τὸν χρο­νο­λο­γι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας πρὸς τὰ πί­σω, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας, ἔ­στω καὶ δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς, κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, ὅ­σο καί ἀ­πὸ τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους, τὸν 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, σὲ ποι­κί­λες γλωσ­σι­κὲς μορ­φές: ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ τὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα ἕ­ως τὴν τρέ­χου­σα κα­θο­μι­λου­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ου­με τὰ το­πι­κὰ ἰ­δι­ώ­μα­τα, μὲ τέσ­σε­ρα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ γλωσ­σι­κὰ δείγ­μα­τα γραμ­μέ­να σ’ αὐ­τά (λε­σβια­κό, κερ­κυ­ρα­ϊ­κό, κρη­τι­κὸ καὶ πε­λο­πον­νη­σια­κό).

       Ὡς πρὸς τὴν κα­τά­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἀρ­χὴ ἁ­πλὴ καὶ ἑ­νια­ία, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποῖ­α ἀν­τι­με­τω­πί­σα­με ὅ­λα τὰ πε­ζά, πρω­τό­τυ­πα ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σα με­τα­φρα­σμέ­να, ὡς ἰ­σό­τι­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα τῆς γλώσ­σας ὑ­πο­δο­χῆς, το­πο­θε­τών­τας τα σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ μὲ βά­ση τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν δη­μι­ουρ­γῶν τους. Στὸν κοι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, ἀ­φή­σα­με ἔ­τσι τὶς συμ­πτώ­σεις νὰ ἀ­να­δεί­ξουν —μα­ζὶ μὲ τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­χρο­νι­κό του χα­ρα­κτή­ρα— τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τοῦ εἴ­δους, πα­ρα­κι­νών­τας ἐμ­μέ­σως τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἐ­πι­στρο­φι­κή, αὐ­το­σχέ­δια, ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ μὴ γραμ­μι­κὴ σχέ­ση μὲ τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να τοῦ τό­μου.

       Τέλος, γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών μας ὡς πρὸς τὸ «εἶ­δος» τοῦ «μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» καὶ τὴν σχέ­ση του μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν γραμ­μά­των καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ γιὰ τὸν ὅ­ρο «μπον­ζά­ι» ποὺ προ­τεί­νου­με γι’ αὐ­τό, προ­σθέ­σα­με ἕ­να μι­κρὸ σχε­τι­κὸ ἐ­πί­με­τρο στὸ τέ­λος.

. 

* * *

.

Ἡ ἐ­πα­να­φο­ρὰ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὸν νέ­ο κό­σμο τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου στὸν «ἀ­περ­χό­με­νο» πα­ρα­δο­σια­κὸ τοῦ Τυ­πω­μέ­νου Βι­βλί­ου, ἔ­χει γιὰ μᾶς ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ὅ­σο καὶ κρί­σι­μο χα­ρα­κτή­ρα: συμ­βο­λί­ζει τὴν βα­θύ­τε­ρη συγ­γέ­νεια αὐ­τῶν τῶν δύ­ο ἠ­πεί­ρων τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κά­τι ποὺ συ­νη­θέ­στα­τα πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται στὸ δι­α­δί­κτυο. Ἔ­χου­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐπέ­φε­ραν τὰ Νέ­α Μέ­σα στὴ Τυ­πο­γρα­φί­α ἔρ­χε­ται ὄ­χι τό­σο γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει, ὅ­σο γιὰ νὰ «ὁ­λο­κλη­ρώ­σει» τὴν με­γά­λη γου­τεμ­βέρ­γεια ἐ­πα­νά­στα­ση, δι­α­νοί­γον­τάς την σὲ ἕ­να συ­ναρ­πα­στι­κὸ ὅ­σο και ἄ­γνω­στο μέλ­λον.­.. Τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ ἐν­τέ­λει συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν κό­σμων ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ἐμ­πρά­κτως στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­κεῖ, στὸν δι­α­δι­κτυα­κὸ κό­σμο, τὶς αἰ­σθη­τι­κές, τυ­πο­τε­χνι­κὲς καὶ δε­ο­ντο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ κό­σμου τοῦ ἐ­ντύ­που.

       Τώ­ρα, μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό —ποὺ ἐ­πι­θυ­μί­α μας εἶ­ναι ὡς ἀν­θο­λο­γί­α ἀν­θο­λο­γί­ας νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἀ­νὰ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα—, ὁ φαν­τα­στι­κὸς τυ­πο­γρα­φι­κὸς Ἰ­α­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ νεανικὸ καὶ ρευ­στὸ πρόσωπο ἀ­νέ­δει­ξε πρὶν δύο μό­λις δε­κα­ε­τί­ες τὸ Δι­α­δί­κτυο, ἔρ­χε­ται τώ­ρα νὰ ἐ­ξι­σο­ρ­ρο­πη­θεῖ ἀ­να­δρο­μι­κῶς ἀ­πὸ τὸ στε­ρε­ό­τε­ρο καὶ ἐ­γκυ­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἔντυπης Πα­ρά­δο­σης.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’14. 83 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 368), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-15.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε δέ­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.

 .

Γιάννης Πατίλης: 1994: Διηγήματα μὲ 300 λέξεις! Ἕνα πρόδρομο ἐγχείρημα στὸν χῶρο τοῦ μικροῦ διηγήματος

.

00-DiigimataMe300Lekseis-GiannisPatilis-EnaProdromoEgcheirima-00

.

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 .

1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!

Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα

στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

.

I.

 .

09-Htta-The_Author_of_'A_Visit_from_St__Nicholas'_-_Illuminated_HΙΣΤΟΡΙΑ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὴν Ἑλ­λά­δα πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­φο­ρί­α του κα­τὰ τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να – μιὰ ἄν­θι­ση ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἄ­με­ση σύν­δε­ση μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λα­ο­γρα­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ πρῶ­το νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ σχε­τι­κῶς πρό­σφα­τα δυ­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α.

       Πλά­ι στὰ ἐ­κτε­νῆ δι­η­γή­μα­τα ποὺ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ συ­νέ­χει­ες στὰ ἑ­βδο­μα­διαῖα φι­λο­λο­γι­κὰ φύλ­λα, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ Λου­κῆς Λά­ρας τοῦ Βι­κέ­λα στὴν Ἑ­στί­α τοῦ 1879, ἄρ­χι­σε καὶ ἡ δη­μο­σί­ευ­ση σύν­το­μων αὐ­το­τε­λῶν ἱ­στο­ρι­ῶν στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ χρο­νι­κῶς βρα­χεί­α ἀ­νὰ τεῦ­χος πε­ρι­ο­δι­κό­τη­τα τῶν ἐν­τύ­πων αὐ­τῶν (ἑ­βδο­μα­δια­ία ἢ δε­κα­πεν­θή­με­ρη, συ­νή­θως) ὅ­σο καὶ ὁ λι­γο­στὸς ἀ­ριθ­μὸς τῶν σε­λί­δων τους, εὐ­νο­οῦ­σε ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο ἀ­φή­γη­μα σὲ συ­νέ­χει­ες ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­φά­παξ μι­κρό. Ἡ πλα­τειὰ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ ἐγ­γράμ­μα­το κοι­νό ἐν­τύ­πων τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­σαν κά­πο­τε νὰ πλη­ρώ­νουν καὶ μιὰ μι­κρὴ ἀ­μοι­βὴ στοὺς συ­νερ­γά­τες τους, μα­ζὶ μὲ τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το ἀρ­κε­τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς, βο­ή­θη­σε στὴν ἀ­νά­δει­ξη, τὸ γό­η­τρο καί, τε­λι­κῶς, τὴν αὐ­το­νο­μί­α τοῦ νέ­ου εἴ­δους, ὥ­στε ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ και­ροῦ —ὅ­πως ὁ Καρ­κα­βί­τσας, ὁ Κον­δυ­λά­κης, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της, ὁ Μω­ρα­ϊ­τί­δης, ὁ Μη­τσά­κης κ.ἄ.— νὰ ἐ­κτι­μῶν­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς συγ­χρό­νους τους πρω­τί­στως ὡς δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι.

       Δὲν ἔ­λει­ψε, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν νε­ώ­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ μι­κρὸ σὲ ἔ­κτα­ση δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­νον­τας ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880 καὶ με­τὰ πλού­σια πα­ρα­κα­τα­θή­κη καὶ σὲ πο­σό­τη­τα καὶ σὲ ποι­ό­τη­τα. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὅ­πως τὸ «Πί­στο­μα!» (647 λέ­ξεις, περ. Τέ­χνη 1898) τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, «Ὁ φυ­γό­δι­κος» (655 λέ­ξεις, 1929) τῆς Γα­λά­τειας Κα­ζαν­τζά­κη ἢ τὸ «Οἰ­δί­πο­δας» (662 λέ­ξεις, 1930) τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη πα­ρα­μέ­νουν κο­ρυ­φαῖα δείγ­μα­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἀλ­λὰ καὶ μι­κρὰ γλωσ­σι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, τεκ­μή­ριο τῶν σπου­δαί­ων συγ­γρα­φι­κῶν ἀ­ρε­τῶν τῶν λο­γο­τε­χνῶν τοῦ πα­ρελ­θόν­τος…

       Τὸ κρί­σι­μο ὡ­στό­σο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι κα­τὰ πό­σο αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ μπο­ρού­σα­με —καὶ σὲ ποι­ό βαθ­μό— νὰ τὸ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με συ­σχε­τί­ζο­ντάς το μὲ τὸ νέ­ο πρω­τε­ϊ­κὸ δι­ε­θνὲς εἶ­δος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν ἐ­κρη­κτι­κή, παγ­κο­σμί­ων δι­α­στά­σε­ων, ἐ­πέ­κτα­ση δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν τε­λευ­ταί­α τρι­α­κον­τα­ε­τί­α…

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α μας νὰ συν­δέ­σου­με τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ γε­νε­τι­κή του, θὰ λέ­γα­με, ἐμ­μέ­νεια στὸν ρε­α­λι­σμὸ καὶ ἐν μέ­ρει τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α – μιὰ τά­ση ποὺ ἐ­νι­σχύ­θη­κε με­τὰ τὸν πό­λε­μο, μὲ τὴν ἐ­πι­δί­ω­ξη μιᾶς ἀ­κό­μη λι­τό­τε­ρης φόρ­μας, στὴν λο­γο­τε­χνί­α τῶν Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου, Ντί­νου Χρι­στι­α­νό­που­λου, Ἠ.Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ καὶ ἄλ­λων, ποὺ στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ὁ­δή­γη­σε στὴν δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­λό­κλη­ρης πο­λυ­πλη­θοῦς σχο­λῆς…

       Ὡ­στό­σο, ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, ὅ­πως ὁ συμ­βο­λι­σμὸς καὶ ὁ αἰ­σθη­τι­σμὸς, σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Νι­κό­λα­ου Ἐ­πι­σκο­πό­που­λου ἢ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Χα­τζό­που­λου, ἡ ἀ­στι­κὴ ψυ­χο­γρα­φι­κὴ ἠ­θο­γρα­φί­α τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου, δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ τύ­που μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος. Ἐ­ξί­σου ἀ­πο­μα­κρύ­νο­ν­ταν ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο ρε­α­λι­στι­κὸ κορ­μὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ὁ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κός, σαρ­κα­στι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὰ κρι­τι­κὸς τό­νος τῶν μι­κρῶν πε­ζῶν τοῦ Κώστα Κα­ρυ­ω­τά­κη, ὅ­σο καὶ ἡ γλωσ­σι­κὰ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὰ ἐ­ξό­χως ἰ­δι­όρ­ρυθ­μη καὶ προ­σω­πο­πα­γὴς πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα καὶ τοῦ Νί­κου-Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη.

.

       Ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση στὴν λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα προ­δρο­μι­κῶν μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀρ­χί­σει, καὶ τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐξ ὅ­σων γνω­ρί­ζω, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὑ­πο­εῖ­δος, μὲ ἐ­λά­χι­στες ἐ­ξαι­ρέ­σεις(1), εἶ­ναι ἀ­κό­μη πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­ο­ρι­σμέ­νο. Δὲν θὰ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε, ὡ­στό­σο, ἐ­ὰν μιὰ τέ­τοι­α ἀ­να­δί­φη­ση ἰ­χνη­λα­τοῦ­σε πε­ρι­πτώ­σεις σὰν αὐ­τὴ τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ μι­κρὸ πε­ζὸ «Ἡ σκού­να» ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Στά­χυς τοῦ 1951, ὄ­χι μό­νο δι­α­στελ­λό­ταν ἐν­τό­νως ἀ­πὸ τὴν τρέ­χου­σα μυ­θο­πλα­σία, ἀλ­λὰ στὶς 76 λέ­ξεις του μὲ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ὅ­σο καὶ ὑ­παι­νι­κτι­κὴ σκη­νο­θε­σί­α του, τὴν εἰ­ρω­νι­κή του μα­τιὰ καὶ τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος του ἔ­μοια­ζε νὰ προ­οι­ω­νί­ζε­ται τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας!

   .

II.

.

Μιὰ ἄλ­λη ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα προ­δρο­μι­κὴ στιγ­μὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς ὁ­ποί­ας ὀ­φεί­λου­με στὸν φί­λο ποι­η­τὴ Ἀν­τώ­νη Ψάλ­τη, εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καμ­πά­νια με­γά­λης κα­θη­με­ρι­νῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1994. Ὅ­σο καὶ νὰ φαί­νε­ται ἀ­πί­θα­νο, πρὶν ἀ­πὸ τὴν δι­ά­δο­ση τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου καὶ σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πο­λὺ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ἑ­νὸς πε­ρί­που ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐμ­πε­δω­θεῖ δι­ε­θνῶς —ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ πρω­το­πο­ρια­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Τό­μας καὶ Χα­ζού­κα Flash Fiction κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις τὸ 1992—, ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη ἐγ­και­νιά­ζει στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα της Τὰ Νέ­α μιὰ σε­λί­δα σὲ συ­νέ­χει­ες μὲ τὸν τί­τλο «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις». T­ό ’­χει φαί­νε­ται ὁ μή­νας Αὔ­γου­στος (ποὺ —ὑ­πο­τί­θε­ται— μέ­νει δί­χως εἰ­δή­σεις [καὶ φυ­σι­κὰ ὁ τύ­πος χω­ρὶς ἀ­να­γνῶ­στες]) νὰ ἀ­νοί­γουν οἱ με­γά­λες ἐ­φη­με­ρί­δες τὶς στῆ­λες τους στὴν λο­γο­τε­χνί­α!… Ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη, ὡ­στό­σο, ἐ­πι­λο­γὴ προ­σέ­δω­σε στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο —ἔ­στω καὶ ἀ­να­δρο­μι­κῶς, ἐ­ὰν τὸ ἐ­ξε­τά­σει κα­νείς— ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἡ σει­ρὰ κρά­τη­σε ἕ­ξι Σάβ­βα­τα, ἀ­πὸ τὶς 6 Αὐ­γού­στου ἕ­ως τὶς 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1994, καὶ φι­λο­ξε­νή­θη­καν σ’ αὐ­τὴ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις συγ­γρα­φεῖς —ὄ­χι μό­νον δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι, ἀλ­λὰ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς παι­δι­κῶν βι­βλί­ων ὅ­σο καὶ ποι­η­τές—, οἱ ἑ­ξῆς, κα­τὰ τὴν σει­ρὰ τῆς πα­ρου­σι­ά­σε­ώς τους: Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης, Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Γι­ώρ­γης Γι­α­τρο­μα­νω­λά­κης, Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Μά­νος Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, Εὐ­γέ­νιος Τρι­βι­ζᾶς, Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης, Μι­χά­λης Φα­κί­νος, Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος, Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος, Παυ­λί­να Παμ­πού­δη, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Ἄλ­κη Ζέ­η, Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης, Μα­νό­λης Ξε­ξά­κης, Τά­σος Ροῦσ­σος, Φαί­δων Θε­ο­φί­λου, Πά­νος Κου­τρουμ­πού­σης, Πρό­δρο­μος Μάρ­κο­γλου, Μῆ­τσος Κα­σό­λας.

       Ἡ συν­τά­κτρια, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, δὲν μοιά­ζει νὰ συν­δέ­ει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά της μὲ ἀ­νά­λο­γα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὸν δι­ε­θνῆ χῶ­ρο. Συλ­λαμ­βά­νει, ὡ­στό­σο, σω­στά, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο, ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες καὶ δυ­να­τό­τη­τες αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας:

«Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να μό­νο δα­κτυ­λό­γρα­φο;(2) Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­βα­λαν τὰ “Νέ­α” μὲ 24 συγ­γρα­φεῖς. […] Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς τε­χνί­τες τοῦ λό­γου, τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο ἀ­πὸ τὸ μα­κρο­σκε­λές. Καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἦ­σαν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ξε­κι­νών­τας αὐ­τὴν τὴν προ­σπά­θεια, κα­τέ­λη­ξαν νὰ γρά­ψουν με­ρι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πρὶν φτά­σουν στὸ ζη­τού­με­νο. Στὴ μι­νι­α­τού­ρα. Στὴ νύ­ξη ποὺ γεν­νᾶ εἰ­κό­νες, ἐ­ξά­πτει τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὑ­παι­νίσ­σε­ται κό­σμους ὁ­λό­κλη­ρους, χα­ρα­κτῆ­ρες σύν­θε­τους, κα­τα­στά­σεις πε­ρί­πλο­κες.Ἴ­σως κά­ποι­οι νὰ τὰ κα­τά­φε­ραν πιὸ κα­λά. Ὅ­μως ὅ­λοι, μὲ τὰ “δι­η­γή­μα­τα τῶν 300 λέ­ξε­ων” ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπο­ρεῖ, ἂν τὸ θε­λή­σει, νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει “σπο­τά­κια” – κα­τὰ τὴν προ­σφι­λῆ γλώσ­σα καὶ τὴ λο­γι­κὴ τῆς κυ­ρί­αρ­χης εἰ­κό­νας. Μπο­ρεῖ νὰ συν­το­νι­στεῖ μὲ τὸν ρυθ­μό, τὴν τα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς […]»

     Ἀ­πο­τι­μών­τας τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὸ φύλ­λο τῶν Νέ­ων στὶς 24-09-1994, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη τῆς σε­λί­δας ση­μει­ώ­νει ὡς πρὸς τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πή­χη­σή του: «Τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τό­σο οἱ ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὲς ἐ­πι­στο­λές, τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ οἱ προ­τά­σεις δι­η­γη­μά­των ποὺ λά­βα­με ὅ­σο καὶ τὰ ἴ­δια τὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­καν […].»

      Γιὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις λο­γο­τέ­χνες ποὺ λά­βα­νε μέ­ρος στὸ πρόγραμμα «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις» τὸ πεί­ρα­μα δὲν εἶ­χε συ­νέ­χεια. Ὅ­μως γιὰ τέσ­σε­ρις του­λά­χι­στον, τρεῖς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ ποι­η­τές, τοὺς Θό­δω­ρο Γρη­γο­ριά­δη, Ἠ­λί­α Κου­τσοῦ­κο, Πρό­δρο­μο Μάρ­κο­γλου καὶ Μα­νό­λη Ξε­ξά­κη, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα ὑ­πῆρ­ξε γνώ­ρι­μη καὶ ἀ­γα­πη­τὴ καὶ ἐ­κτὸς τῆς πρω­το­βου­λί­ας τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας…

      Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ 1994, δι­α­λέ­ξα­με σή­με­ρα —εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά— νὰ ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­σου­με μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὰ κριτήρια τὰ πέν­τε παρακάτω στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας: «Σχε­δὸν τέ­λει­ο» τοῦ Ἰ­ά­κω­βου Καμ­πα­νέλ­λη, «Τὸ πεῖ­σμα» τοῦ Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου, «Τὸ χα­μο­μή­λι τῶν Ἀ­βδή­ρων» τοῦ Θό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Ὑ­πὲρ πα­τρί­δος» τοῦ Ἠ­λί­α Κου­τσού­κου καὶ «Λό­λα» τοῦ Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νη.

 .

       Παρόλη τὴν προ­σο­χή μας στὶς πλέ­ον σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις στὸν χῶ­ρο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μας γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­το. Ἡ σύν­δε­ση τῆς μι­κρῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας μὲ προ­ϋ­πάρ­χου­σες συ­να­φεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς μορ­φὲς καὶ ἡ συ­νε­ξέ­τα­σή της μὲ τὶς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εὐ­ρύ­τα­το πλαί­σιο τῶν πο­λι­τι­σμῶν, μᾶς βο­η­θά­ει σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ ἱ­στο­ρι­κό­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ πα­ρόν­τος.

 .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

       (1) Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­φτα­σε φέ­τος στὰ χέ­ρια μας: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς καὶ ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου τῆς Δή­μη­τρας Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (πα­λιᾶς γνω­ρί­μου τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας), ποὺ ὑ­πο­βλή­θη­κε τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2013 στὸ Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο.

       (2) Ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2000, στὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ El cuento en red, τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἔ­ρευ­νας καὶ θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ποὺ ἐ­πι­με­λεῖ­ται, ση­μει­ώ­νει πὼς τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (minificción) εἶ­ναι ἡ «narrativa que cabe en el espacio de una página» («ἡ ἀ­φή­γη­ση ποὺ χω­ρά­ει σὲ μί­α σε­λί­δα»), βλ. Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου, Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α…, ὅπ.π., σελ. 13.

.  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ὣς τὸ 2012 ἐ­ξέ­δι­δε καὶ δι­ηύ­θυ­νε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει μέ­χρι σή­με­ρα τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ὀ­κτὼ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2012). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014 ἀ­πὸ τὴν σει­ρὰ «Σύρ­τις» τῶν ἐκ­δό­σε­ων τοῦ Πλα­νό­διου κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ δο­κί­μιό του Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ὀρ­θο­γρα­φί­α στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Ἐ­πο­χή μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου.

 .

Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι. Σκέψεις γιὰ τὸ σύγχρονο διήγημα καὶ τὶς ρίζες του.

 

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι

Σκέ­ψεις γιὰ τὸ σύγ­χρο­νο δι­ή­γη­μα καὶ τὶς ρί­ζες του

 

Ι Ι­ΣΤΟ­ΡΙ­ΕΣ ΜΠΟΝ­ΖΑΙ συ­νι­στοῦν μυ­θο­πλα­σί­ες τῶν ὁ­ποί­ων ἡ μι­κρὴ ἢ καὶ πο­λὺ μι­κρὴ ἔ­κτα­ση ἀ­πο­τε­λεῖ οὐ­σι­ώ­δη σκο­πὸ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς βού­λη­σης ποὺ τὶς πα­ρή­γα­γε. Δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν, δη­λα­δή, ἁ­πλῶς καὶ μό­νον «μι­κρὰ» δι­η­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ συ­νει­δη­τὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς βρα­χύ­τη­τάς τους ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν πρῶ­το s­i­ne q­ua n­on πα­ρά­γον­τα τοῦ εἴ­δους τους. Ταυ­τό­χρο­να, καὶ σὲ ἀν­τι­στοι­χί­α πρὸς τὸ ὑ­παι­νισ­σό­με­νο εἶ­δος τῶν φυ­τῶν μπον­ζά­ι, στὸ μι­κρὸ μέ­γε­θος τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­ξει­κο­νί­ζε­ται ἡ φυ­τι­κὴ ὁ­λό­τη­τα τοῦ δέν­τρου, τό­σο ἡ συγ­γρα­φι­κὴ σύλλη­ψη ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρόσ­λη­ψη αὐ­τῶν τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρί­ων ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται —καὶ θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται— ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α ἑ­νὸς πα­ρόν­τος ἢ ἐ­ξυ­πα­κου­ό­με­νου σ’ αὐ­τὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὅ­λου.

 

* * *

 

Μπο­ρεῖ ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ τύ­που, καὶ ἰ­δί­ως τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, κα­τὰ τὸ 19ο αἰ­ώ­να νὰ ἐ­πέ­δρα­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου δι­η­γή­μα­τος, ἐ­πι­βάλ­λον­τας σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο τῆς ἔ­κτα­σής του (δὲν ξέ­ρου­με λ.χ. ἂν θὰ ὑ­πῆρ­χε πε­ζο­γρά­φος Πα­πα­δι­α­μάν­της χω­ρὶς τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς του), τὴν θε­ω­ρη­τι­κὴ ὡ­στό­σο σφρα­γί­δα στὸ εἶ­δος, στὸν βαθ­μὸ ποὺ αὐ­τὴ ἀ­φο­ρᾶ τὸ κρι­τή­ριο τῆς συν­το­μί­ας καὶ τὴν λει­τουρ­γί­α της στὸν ἀ­να­γνώ­στη, τὴν ἔ­θε­σε —ἀ­νά­γον­τας μὲ μιὰ τολ­μη­ρὴ κί­νη­ση ἕ­να πο­σο­τι­κὸ κρι­τή­ριο σὲ ποι­ο­τι­κό— ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους πα­τέ­ρες του: ὁ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ου.

       Δὲν εἶ­ναι, βέ­βαι­α, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φι­λο­λο­γί­ας ἕ­να πο­σο­τι­κὸ κρι­τή­ριο συμ­με­τέ­χει στὸν κα­θο­ρι­σμὸ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὸν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὸ ὁ­ρι­σμὸ τῆς τρα­γω­δί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α κά­πως ἀ­ο­ρί­στως «ἕ­να κά­ποι­ο μέ­γε­θος» (μέ­γε­θος ἐ­χού­σης) κρί­νε­ται πάν­τως ἀ­πα­ραί­τη­το. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὡ­στό­σο, τοῦ Πό­ου ἡ βρα­χύ­τη­τα τῆς ἔ­κτα­σης, τό­σο στὸν ποι­η­τι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸν πε­ζὸ λό­γο, συ­νι­στᾶ τὸν πρω­ταρ­χι­κὸ πυ­ρή­να τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς σύν­θε­σης. Τὸ κρι­τή­ριο αὐ­τὸ προ­τάσ­σει μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση ὁ βο­στω­νέ­ζος πε­ζο­γρά­φος καὶ στὰ δύ­ο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θέ­μα μας πο­λὺ γνω­στὰ κεί­με­νά του: στὴν κρι­τι­κή του [Α΄ + Β΄] γιὰ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των T­w­i­ce-T­o­ld T­a­l­es τοῦ Χῶ­θορν (1842) καὶ στὸ δο­κί­μιό του Ἡ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Σύν­θε­σης (1846), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξη­γεῖ τὴν μέ­θο­δο μὲ τὴν ὁ­ποί­α συ­νέ­θε­σε τὸ ποί­η­μά του «Τὸ Κο­ρά­κι» (1845). Δεύ­τε­ρο κρι­τή­ριο, με­τὰ τὴν συν­το­μί­α στὴν ἔ­κτα­ση, προ­βάλ­λει ὁ Πό­ου τὴν δη­μι­ουρ­γί­α στὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη μιᾶς ἰ­σχυ­ρῆς ἐν­τύ­πω­σης (ef­fect), τὴν ὁ­ποί­α ὡ­στό­σο δὲν παύ­ει νὰ θε­ω­ρεῖ ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ἀρ­χὴ τῆς συν­το­μί­ας, ἀ­φοῦ ὅ­πως ση­μει­ώ­νε­ται στὴν Φι­λο­σο­φί­α τῆς Σύν­θε­σης: «δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­δεί­ξει κα­νεὶς πὼς ἕ­να ποί­η­μα εἶ­ναι πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο στὸν βαθ­μὸ ποὺ ἐ­ξυ­ψώ­νει τὴν ψυ­χὴ δι­ε­γεί­ρον­τάς την  ἔν­το­να· καὶ κά­θε ἔν­το­νη δι­έ­γερ­ση, ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ψυ­χι­κῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας, εἶ­ναι σύν­το­μη.»

       Ἡ συν­το­μί­α, ὡ­στό­σο, γιὰ τὸν Πό­ου, δὲν εἶ­ναι αὐ­το­σκο­πός. Οὔ­τε συ­νι­στᾶ θε­με­λι­ώ­δη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἀ­ξί­α μό­νο δι­ό­τι εἶ­ναι ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν φυ­σι­ο­λο­γί­α τῆς ψυ­χι­κῆς δι­έ­γερ­σης. Τό­σο στὴν ποί­η­ση ὅ­σο καὶ στὸ πε­ζό, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο σκο­πό: νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ὁ­λό­τη­τας καὶ τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου – ποι­ό­τη­τες ποὺ κα­τα­στρέ­φον­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει, στὰ συ­νη­θι­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὅ­πως καὶ στὰ με­γά­λα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ ποι­ή­μα­τα.

       Ὁ Πό­ου μά­λι­στα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες, ἂν ὄ­χι ὁ πρῶ­τος, ποὺ ἐ­πε­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὸ μέ­γε­θος τῆς συν­το­μί­ας. Ἐ­πε­νό­η­σε δέ, μὲ μιὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­φο­ρά, καὶ τὴν σχε­τι­κὴ μο­νά­δα μέ­τρη­σης: τὸ σω­στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο, μᾶς λέ­ει, πρέ­πει νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ «in o­ne s­i­t­t­i­ng», δη­λα­δὴ «σὲ μιὰ μό­νο ἀ­νά­γνω­ση», «δια­μιᾶς», «μο­νο­ρού­φι», ἢ —λέ­ξη πρὸς λέ­ξη— «σὲ μιὰ κα­θι­σιά», γιὰ νὰ μεί­νου­με σὲ κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς ἀν­τί­στοι­χες νε­ο­ελ­λη­νι­κὲς ἀ­πο­δό­σεις τῶν με­τα­φρα­στῶν του. Σ’ αὐ­τὸ ὁ Πό­ου εἶ­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κός: ἐ­ὰν γιὰ τὴν ἀ­νά­γνω­σή του χρεια­στοῦν «δυ­ὸ κα­θι­σιές» («if t­wo s­i­t­t­i­n­gs be r­e­q­u­i­r­ed»­), ὑ­πει­σέρ­χον­ται στὴν πρόσ­λη­ψη τοῦ ἔρ­γου τὰ πράγ­μα­τα τοῦ κα­θ’ ἡ­μέ­ραν βί­ου καὶ κά­θε αἴ­σθη­μα ὁ­λό­τη­τας κα­τα­στρέ­φε­ται ἀ­μέ­σως. Στὸ ἴ­διο μῆ­κος κύ­μα­τος καὶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο (γρά­φον­τας γιὰ τὸν Χῶ­θορν) προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­νος, ἐ­κτι­μών­τας ἐ­κεῖ πὼς τὸ σύν­το­μο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­φή­γη­μα «χρει­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μι­σὴ ἕ­ως μί­α ἢ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­νά­γνω­ση», ἕ­να ὅ­ριο φυ­σι­κὰ πο­λὺ σχε­τι­κὸ ποὺ εὔ­κο­λα πα­ρα­βι­ά­ζε­ται πρὸς τὰ κά­τω, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς τὸ «Ὀ­βὰλ πορ­τραῖ­το» (1842), 1300 λέ­ξε­ων καὶ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ συν­το­μό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πό­ου, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ πο­λὺ πέν­τε λε­πτὰ γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ.

       Εἶ­ναι προ­φα­νὲς πὼς ἡ μο­νά­δα μέ­τρη­σης τοῦ Πό­ου πα­ρὰ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συ­νο­χῆς ποὺ δι­α­θέ­τει, δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι πο­σο­τι­κὰ ἀρ­κε­τὰ ἀ­σα­φής, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὸν ὑ­πο­κει­με­νι­κὸ ἀ­πὸ ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἀ­να­γνώ­στη χα­ρα­κτή­ρα τῆς πε­ρί­φη­μης «κα­θι­σιᾶς», ἀλ­λὰ πρω­τί­στως λό­γῳ μιᾶς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πα­ρα­μέ­τρου ποὺ ὑ­πει­σέρ­χε­ται «βί­αι­α» στὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους καὶ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­πα­θῆ πράγ­μα­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τὰ «a­f­f­a­i­rs of t­he w­o­r­ld» καὶ τὰ «w­o­r­l­d­ly i­n­t­e­r­e­s­ts» ὅ­πως τὰ πε­ρι­γρά­φει, ποὺ ἔρ­χον­ται νὰ ἀ­πει­λή­σουν τὴν ἑ­νό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τέ­χνης, εἰ­σά­γον­τας ἔ­τσι μὲ ἕ­ναν δρα­μα­τι­κὸ τρό­πο τὴν κα­τά­στα­ση τοῦ νε­ω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που μέ­σα στὸν κό­σμο τῶν κλα­σι­κῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν ἀ­ξι­ῶν. Οἱ τε­ρά­στι­ες με­ταλ­λα­γὲς ποὺ ἔ­χουν ὑ­πο­στεῖ οἱ κα­θη­με­ρι­νὲς ὑ­πο­θέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πὸ τὴν Βο­στώ­νη τοῦ 1840 στὴν αὐ­γὴ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν τρο­πο­ποι­ή­σει δρα­στι­κὰ τὴν οὐ­σί­α τοῦ σύγ­χρο­νου δι­η­γή­μα­τος, ἔ­χουν στὴν πρά­ξη συμ­πι­έ­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ συμ­βα­τι­κὰ ὅ­ριά του: ἑ­νά­μι­ση αἰ­ώ­να με­τὰ ἡ «κα­θι­σιὰ» τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς ἐ­πο­χῆς μας εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι δια­ρκεῖ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο. Ταυ­τό­χρο­να οἱ ἀλ­λα­γὲς αὐ­τὲς ἔ­χουν ἀ­να­δεί­ξει στὴν ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρά­ξη τὸ δι­ή­γη­μα ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­γω­νι­ζό­με­νου γιὰ ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ποι­ό­τη­τα νε­ω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θὼς μὲ τὴν ἐ­κτα­τι­κὴ ἀ­να­δί­πλω­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸν ἀ­με­ρι­κα­νὸ ἐμ­πνευ­στή του, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται κά­θε φο­ρὰ νὰ δι­α­σω­θοῦν ἀ­ξί­ες τῆς τέ­χνης, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ὁ­λό­τη­τα καὶ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τά της, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν χα­ο­τι­κὸ κό­σμο τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ τὶς πε­ρι­βάλ­λει καὶ τὶς ἀ­πει­λεῖ. Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι ἴ­σως πε­ριτ­τὸ νὰ προ­στε­θεῖ ἐ­δῶ πὼς ὁ ἴ­διος ἀ­γώ­νας γιὰ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κὴ ποι­ό­τη­τα ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται πάν­το­τε καὶ ἀ­πὸ τὸ κα­λὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, μό­νο ποὺ ἐ­δῶ ἄλ­λες ἀ­ξί­ες, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἀν­το­χὴ καὶ ἡ διά­ρκεια μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, δι­α­σώ­ζων­ται μέ­σα ἀ­πὸ ἄλ­λους δρό­μους τῆς γρα­φῆς.

 

* * *

 

Ἐ­πα­να­κάμ­πτον­τας στὸ σή­με­ρα θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι, ἐ­δῶ καὶ δύ­ο δε­κα­ε­τί­ες πε­ρί­που, τὸ σύν­το­μο καὶ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τεί­νουν νὰ γί­νουν ὁ κα­νό­νας τῆς σύγ­χρο­νης πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης. Σ’ αὐ­τὸ συν­τε­λοῦν, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας, πρω­τί­στως δύ­ο πα­ρά­γον­τες. Πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα ἡ ρα­γδαί­α παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση καὶ δι­ά­χυ­ση τῶν ποι­κί­λων πο­λι­τι­σμι­κῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν. Ἐ­ὰν ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ τύ­που τὸν 19ο αἰ­ώ­να (μιὰ πρώ­τη μορ­φὴ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης) ἔ­κα­νε τό­σο ἔν­το­να αἰ­σθη­τὸ ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τὸ δι­ή­γη­μα, μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς (καὶ τὸ βλέ­πει στὴν πρά­ξη) πό­σο πολ­λα­πλα­σι­α­στι­κὰ δρᾶ ὁ σύγ­χρο­νος παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νος τύ­πος, δη­λα­δὴ τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο, στὴν πα­ρα­γω­γὴ καὶ δι­ά­δο­ση αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς φόρ­μας! Εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος κρί­σι­μος πα­ρά­γων ποὺ ἀ­νοί­γει δι­ά­πλα­τα τὸν δρό­μο σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο: στὴν ἐν­το­νό­τε­ρη ἀ­νά­δυ­ση σὲ παγ­κό­σμιο ἐ­πί­πε­δο τῆς ἐ­λάσ­σο­νος λο­γο­τε­χνί­ας, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἐ­κεί­νης ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἀν­τι­στι­κτι­κὰ ὑ­ψη­λοὺς καὶ κυ­ρί­αρ­χους πο­λι­τι­σμοὺς τῆς γρα­φῆς. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ται­ριά­ζει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ πο­λυ­εί­δεια τῶν ἡ­με­ρῶν μας καὶ ἡ ὁ­ποί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει γι’ αὐ­τὸν ποὺ γρά­φει (ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σῳ αὐ­τῆς) τὸ αἴ­σθη­μα ὅ­τι δὲν ἀ­νή­κει —ἐκ­προ­σω­πών­τας τα— σὲ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη ὁ­μά­δα, γλώσ­σα, κουλ­τού­ρα, λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να, ἀ­γο­ρά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὲ μιὰ μει­ο­νό­τη­τα πού δη­μι­ουρ­γεῖ στὸ πε­ρι­θώ­ριο ὅ­λων αὐ­τῶν, χα­μέ­νη μέ­σα στὸν ἀ­πέ­ραν­το ὠ­κε­α­νὸ τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου τυ­χαῖ­ο γιὰ μιὰ τέ­τοι­α κοι­νό­τη­τα τὸ ὅ­τι βρῆ­κε στὸ δι­ή­γη­μα, σ’ αὐ­τὸν τὸν πα­ρί­α τῶν με­γά­λων φι­λο­λο­γι­κῶν γε­νῶν τῆς κλα­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τὸ ἰ­δα­νι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τῶν πιὸ γνή­σι­ων αἰ­σθη­μά­των της.

       Ἀλ­λὰ στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ βρί­σκε­ται καὶ ὁ βα­θύ­τε­ρος πο­λι­τι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας ἐ­τού­της τῆς μᾶλ­λον ἀ­πο­λι­τι­κῆς θε­μα­το­λο­γι­κὰ τέ­χνης. Δι­ό­τι στὸ γι­γάν­τιο καὶ ὁ­λι­στι­κὸ συ­νε­χὲς τῆς παγ­κό­σμιας ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, προ­ϊ­ὸν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἑ­νὸς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτου ὁ­μο­γε­νο­ποι­η­τι­κοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἡ ἐν λό­γῳ ἐκ­φρα­στι­κή, ἀν­τι­πα­ρα­τάσ­σον­τας στὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μές της τὴν ἑ­νό­τη­τα τοῦ δι­κοῦ της ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου, συ­νι­στᾶ μιὰ ἐμ­μέ­νου­σα ἐν­δη­μι­κὴ ἀ­συ­νέ­χεια. Ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸν μον­τερ­νι­στι­κὸ φε­τι­χι­σμὸ τῆς φέ­ρου­σας τε­χνο­λο­γί­ας μὲ τὴν ἀ­νά­κλη­ση παμ­πά­λαι­ων ἐκ­κρε­μο­τή­των τῆς ψυ­χῆς. Καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸν χῶ­ρο γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἔ­στω καὶ λι­γο­στὴ λυ­τρω­τι­κὴ κα­θι­σιὰ ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὸ πνεῦ­μα νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ ζω­ή μας!

 

* * *

 

Ὑ­στε­ρό­γρα­φο γιὰ τὸν πα­ρόν­τα τό­μο.

           

Τὸ πα­ρὸν 51ο τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ τρί­το ση­μαν­τι­κὸ βῆ­μα στὴν συ­στη­μα­τι­κὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τοῦ χώ­ρου τοῦ δι­η­γή­μα­τος, εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ λε­γό­με­νου «μι­κροῦ», ποὺ ἐγ­και­νί­α­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό μας τὸ Φθι­νό­πω­ρο τοῦ 2009. Στὸ πλαί­σιο τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας ἑ­νὸς τεύ­χους ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, τὸ λε­γό­με­νο F­l­a­sh F­i­c­t­i­on, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ σχε­δί­α­σε πα­ράλ­λη­λα καὶ ξε­κί­νη­σε ἕ­ξι μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, μιὰ ἱ­στο­σε­λί­δα ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα γε­νι­κό­τε­ρα, πρω­τό­τυ­πο εἴ­τε με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς γλῶσ­σες: τὸ γνω­στό σας πιὰ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­ξε καὶ τὸ πρῶ­το μας —με­γα­λύ­τε­ρο σὲ φι­λο­δο­ξί­α καὶ συ­νε­χι­ζό­με­νη διά­ρκεια— βῆ­μα.

       Ἀ­κο­λού­θη­σε, τὸ ἑ­πό­με­νο, δεύ­τε­ρο, βῆ­μα, δη­λα­δὴ τὸ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ὑ­πε­σχη­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ τεῦ­χος τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ μπον­ζά­ι (F­l­a­sh F­i­c­t­i­on), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν πε­ρα­σμέ­νο Ἰ­ού­νιο (τχ. 50) τοῦ 2011.

       Καὶ τώ­ρα ἔρ­χε­ται τὸ τρί­το μας βῆ­μα, τὸ τεῦ­χος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μπον­ζά­ι, τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ποὺ γρά­φε­ται στὶς μέ­ρες μας. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­νὰ χεῖ­ρας τεῦ­χος εἶ­χε καὶ αὐ­τὸ μιὰ μα­κρὰ καὶ πλού­σια προ­ε­τοι­μα­σί­α. Ἐ­πι­πλέ­ον δι­α­θέ­τει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα νὰ συν­δυά­ζει πα­ρου­σι­ά­ζον­τας ἰ­σό­τι­μα μιὰ ἀ­παι­τη­τι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ νέ­ες καὶ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἄ­γνω­στες λο­γο­τε­χνι­κὲς φω­νὲς μὲ ἀ­νέκ­δο­τα κεί­με­να γνω­στῶν ἑλ­λή­νων λο­γο­τε­χνῶν μὲ μα­κρό­χρο­νη δη­μι­ουρ­γι­κὴ πα­ρου­σί­α στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Τὴν πο­ρεί­α πρὸς τὸ πα­ρὸν τεῦ­χος συ­νο­ψί­ζα­με σ’ ἕ­ναν κρί­σι­μο σταθ­μό της μὲ τὴν πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­ναρ­τού­σα­με στὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κές του σε­λί­δες τὴν 1η Αὐ­γού­στου τοῦ 2010:

Ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­να­γνώ­στη,

       ὅ­πως ἤ­δη θὰ γνω­ρί­ζεις, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας ἕ­να τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ μι­κρὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα, σκε­φτή­κα­με νὰ ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς γνω­στοὺς λο­γο­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές, καὶ στὴ με­γά­λη κοι­νό­τη­τα τῶν φί­λων τῆς λο­γο­τε­χνί­ας —νέ­ους συγ­γρα­φεῖς, κυ­ρί­ως— καὶ νὰ τοὺς ζη­τή­σου­με νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες τους στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, ὥ­στε νὰ δι­α­λέ­ξου­με ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς —κα­τὰ τὴν κρί­ση μας πάν­τα— κα­λύ­τε­ρες καὶ νὰ τὶς δη­μο­σι­εύ­σου­με στὸ σχε­τι­κὸ τεῦ­χος. Στὴν πρό­σκλη­σή μας αὐ­τὴ ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση: ἕ­ως τὶς 30 Ἰ­ου­νί­ου 2010, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ὑ­πο­βο­λῆς τῶν συ­νερ­γα­σι­ῶν, εἶ­χαν ὑ­πο­βλη­θεῖ 381 μπον­ζά­ι ἀ­πὸ 169 πρό­σω­πα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ προ­σε­κτι­κὴ με­λέ­τη κα­τὰ τὸν μή­να Ἰ­ού­λιο ὅ­λου τοῦ ὑ­λι­κοῦ, ἐ­πι­λέ­γη­σαν 37 ἀ­πὸ αὐ­τά. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση ἔ­κα­ναν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὸν προ­γραμ­μα­τι­σμὸ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὰ μπον­ζά­ι ποὺ ἐ­πι­λέ­χθη­καν θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθοῦν στὸ δεύ­τε­ρο τεῦ­χος τοῦ 2011 (Δε­κέμ­βριος), τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, ἐ­νῶ τὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ ἴ­διου ἔ­τους (Ἰ­ού­νιος 2011) θὰ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κό (flash fiction) [­.­.­.]

       Δε­κα­τέσ­σε­ρις μῆ­νες με­τὰ δι­α­πι­στώ­νου­με μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­τι ὁ ἀ­μη­τὸς ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι πλού­σιος: τὰ 37 ἐ­πι­λεγ­μέ­να κεί­με­να (ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­χει ἀ­ναρ­τη­θεῖ στὸ ἱ­στο­λό­γιο [ἐγγραφὴ 01-08-2010]) ἦρ­θαν νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν ἄλ­λα 53 (μέ­χρι στιγ­μῆς) ἀ­πὸ γνω­στοὺς λο­γο­τέ­χνες στοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πευ­θυν­θή­κα­με. Ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με στὸν ἀ­να­γνώ­στη ὅ­τι τὰ πρὸς δη­μο­σί­ευ­ση κεί­με­να δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­περ­βαί­νουν τὶς 750 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­θυ­μη­τὸ νὰ πα­ρου­σιά­ζουν πλο­κὴ καὶ εἰ δυ­να­τὸν χα­ρα­κτῆ­ρες.

       Ὅ­πως εἶ­ναι εὐ­νό­η­το ὁ με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς τῶν συ­νερ­γα­σι­ῶν δὲν θὰ ἐ­πέ­τρε­πε τὴν δη­μο­σί­ευ­ση ὅ­λων μα­ζὶ σὲ ἕ­να καὶ μό­νον τεῦ­χος, δί­χως νὰ ἐ­πη­ρε­α­στεῖ σο­βα­ρὰ ἡ κα­θι­ε­ρω­μέ­νη φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Ἔ­τσι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μοι­ρά­σου­με τὶς συμ­με­το­χὲς σὲ δύ­ο συ­νε­χό­με­να τεύ­χη, μὲ τὸν προ­γραμ­μα­τι­σμὸ καὶ ἑ­νὸς δεύ­τε­ρου γιὰ τὸ Κα­λο­καί­ρι τοῦ 2012. 

 

* * *

 

Σὲ μιὰ τέ­τοι­α πο­λυ­πρό­σω­πη συ­να­γω­γὴ καλ­λι­τε­χνι­κῶν φω­νῶν εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ στρέ­φε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα στὶς νέ­ες πα­ρου­σί­ες. Ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς ποι­ό­τη­τάς τους; Ἔ­χει κά­τι ἀλ­λά­ξει στὰ θέ­μα­τα καὶ στὸν τρό­πο δι­α­χεί­ρι­σής τους ἀ­πὸ τὴν γνω­στή μας εἰ­κό­να τῆς σύγ­χρο­νης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας – ἐ­κεί­νης ποὺ τὰ χρο­νο­λο­γι­κὰ ὅ­ριά της θὰ μπο­ροῦ­σαν —τὸ μέ­γι­στο— νὰ ὁ­ρι­στοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φους μας;

       169 συμ­με­το­χὲς καὶ 381 δι­η­γή­μα­τα σί­γου­ρα δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν τὸ πε­δί­ο τῆς νε­ό­τα­της δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας, ὡ­στό­σο ὡς σύ­νο­λο δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρό, ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­πει τὴν ἐ­ξα­γω­γὴ κά­ποι­ων πρώ­των δι­α­πι­στώ­σε­ων. 

       Ἑ­στι­ά­ζον­τας πρω­τί­στως στὰ 37 δι­η­γή­μα­τα ποὺ κρί­θη­καν ὡς κα­λύ­τε­ρα, μὲ τὸ σκε­πτι­κὸ ὅ­τι οἱ πιὸ ὥ­ρι­μες καὶ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σουν μὲ με­γα­λύ­τε­ρη δι­αί­σθη­ση τὶς συν­τε­λού­με­νες ἀλ­λα­γές, αὐ­τὸ ποὺ πιὸ εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ νὰ δι­α­πι­στώ­σει κα­νεὶς εἶ­ναι τὸ σα­φέ­στα­το προ­βά­δι­σμα ποὺ ἔ­χει ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Εἴ­τε ὡς σχέ­ση γο­νέ­ων μὲ τέ­κνα εἴ­τε ὡς προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ γά­μου, ἡ κρί­ση τῆς σύγ­χρο­νης οἰ­κο­γέ­νειας ἐ­πα­νέρ­χε­ται μὲ ἔν­τα­ση μέ­σα στὰ κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα (βλ. λ.χ. τὸ μπονζά­ι «Ἡ ξέ­νη» τοῦ Μάν­θου Ἀγ­γέ­λη). Ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δι­α­πλέ­κε­ται συ­χνὰ καὶ στε­νὰ μὲ τὴ θε­μα­τι­κὴ τοῦ ἔ­ρω­τα, κα­θὼς στὰ πιὸ πολ­λὰ σχε­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πει­λεῖ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α εἶ­ναι ὁ ἐ­ρω­τι­σμὸς τοῦ ἀ­τό­μου. Ὁ ἔ­ρω­τας δὲν εἶ­ναι τό­σο, ὅ­σο στὸ σχε­τι­κὰ πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν, μιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ὑ­πό­θε­ση με­τα­ξὺ δύ­ο ἐν­δι­α­φε­ρο­μέ­νων προ­σώ­πων, ὅ­σο ἕ­να πρό­βλη­μα ποὺ ἐμ­πλέ­κει ἔν­το­να τὰ μέ­λη μιᾶς (ἢ καὶ δεύ­τε­ρης) μι­κρῆς κοι­νω­νι­κῆς ὁ­μά­δας: τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Θυ­μί­ζον­τας ἀ­πρό­σμε­να πο­λὺ πα­λι­ό­τε­ρους και­ρούς, ἕ­να σύγ­χρο­νο ἐ­ρω­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, πο­λὺ πιὸ τολ­μη­ρὸ καὶ ἕ­τοι­μο νὰ μι­λή­σει, δί­χως συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὺς καὶ μὲ ἀ­συ­νή­θι­στη στὴ λο­γο­τε­χνί­α μας ὡ­ρι­μό­τη­τα, γιὰ τὶς ἀ­λή­θει­ες του, εἶ­ναι πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα ἕ­να μι­κρὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ δρά­μα. Ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς ἡ­λι­κί­ας: πα­ρα­τη­ροῦ­με, δη­λα­δή,  ἕ­να αὐ­ξη­μέ­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τοῦ ἀ­τό­μου σὲ κα­θο­ρι­στι­κὴ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α του, ἀ­πό­το­κο ἴ­σως ἑ­νὸς πα­ρα­τε­τα­μέ­νου ἥ­ρε­μου κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου μὲ με­γά­λα προσ­δό­κι­μα ὅ­ρια ἐ­πι­βί­ω­σης.­.. Ἱ­στο­ρι­κὲς ἢ πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν ἐ­κλεί­ψει τε­λεί­ως, ἀ­που­σιά­ζουν ἐν­τυ­πω­σια­κά, ση­μα­το­δο­τών­τας κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας τὸ βα­θύ­τε­ρο βύ­θι­σμα τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας στὸ ὑ­πε­ρε­θνι­κὸ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νο μάγ­μα τῶν δυ­τι­κῶν κοι­νω­νι­ῶν.

       Ὡς πρὸς τοὺς τρό­πους ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, τὸν γνω­στό μας ρε­α­λι­σμό, γνώ­ρι­σμα κα­τε­ξο­χὴν τῆς ἐλ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας τῶν με­τα­πο­λε­μι­κῶν δε­κα­ε­τι­ῶν, ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σει ὡς ἀ­νερ­χό­με­νο στοι­χεῖ­ο ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος καί, ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, μιὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη καὶ κα­λο­δου­λε­μέ­νη ψυ­χο­γρα­φί­α. Κι ἐ­νῶ κυ­ρια­ρχεῖ ἡ σο­βα­ρὴ μα­τιά, τὸ κρι­τι­κὸ αἴ­σθη­μα τῆς ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νης ζω­ῆς δὲν παύ­ει νὰ τρο­φο­δο­τεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς τὶς ποι­κί­λες ὄ­ψεις τοῦ κω­μι­κοῦ.

       Γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν ἐ­πι­λεγ­μέ­νων κει­μέ­νων ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ Πλα­νό­διου θὰ σχη­μα­τί­σει τὴ γνώ­μη του, ὀ­φεί­λω, ὡ­στό­σο, νὰ ση­μει­ώ­σω πὼς δὲν ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στες οἱ φο­ρὲς ποὺ βρε­θή­κα­με μπρο­στὰ σὲ ἀ­πρό­σμε­να κα­λὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ μέ­σος ὅ­ρος, ὅ­σων ἐ­πε­λέ­γη­σαν τε­λι­κά, δὲν ἔ­χει νὰ ζη­λέ­ψει πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς τῆς “ἐ­πώ­νυ­μης” τρέ­χου­σας δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας. Ἴ­σως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ πο­λὺ κα­λὰ κεί­με­να αὐ­τῆς τῆς συλ­λο­γῆς νὰ ἀ­νή­κουν καὶ στοὺς λι­γό­τε­ρο γνω­στοὺς συγ­γρα­φεῖς. 

       Τέ­λος, ἕ­να ἐν­τε­λῶς και­νούρ­γιο στοι­χεῖ­ο στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α μας εἶ­ναι ἡ προ­έ­λευ­ση ἀρ­κε­τῶν συμ­με­το­χῶν ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα πιὰ ἐρ­γα­στή­ρια «δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς» ποὺ ξε­πε­τά­χτη­καν τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α καὶ στὸν τό­πο μας. Φαί­νε­ται πὼς κά­νουν κα­λὰ τὴ δου­λειά τους, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­τας στὸν ρό­λο τῆς ἐμ­φά­νι­σης νέ­ων τα­λέν­των τὴν φθί­νου­σα πα­ρου­σί­α ὡς εἶ­δος τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, πού, πα­ρα­δο­σια­κὰ ἐ­πί­σης, δι­ευ­θύ­νον­ταν καὶ δι­ευ­θύ­νον­ται ἀ­πὸ ποι­η­τές. Με­λε­τών­τας προ­σε­κτι­κό­τε­ρα τὸ δι­ή­γη­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, τεί­νω νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ εἶ­δος του πρό­σφε­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ ν’ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­σει τὴν ἀ­λή­θεια τῆς ζω­ῆς τῶν ἡμερῶν ποὺ διανύουμε ἀπ’ ὅσο ἡ ποίηση.

 
 

Πηγή: περ. Πλανόδιον, ἀρ. 51, Δεκέμβριος 2011.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ἐκ­δί­δει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­κτὴ Καλ­λι­μα­σι­ώ­τη καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2009). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000).

 

Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι: Ἕνας χρόνος μετά

 

 

Γιάννης Πατίλης

 

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι: Ἕ­νας χρό­νος με­τά

 

ΑΝ ΣΗ­ΜΕ­ΡΑ πρὶν ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο, στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 2010, ἐγ­και­νι­ά­στη­κε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ προ­ερ­γα­σί­α ἕ­ξι μη­νῶν, ὁ ἱ­στο­χῶ­ρος γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α καὶ στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο ἑ­νὸς ἔν­τυ­που λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ μὲ μα­κρὰ πο­ρεί­α στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ γράμ­μα­τα. Ἡ ἐμ­φά­νι­ση αὐ­τὴ ἀν­τὶ νὰ λά­βει τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη μορ­φὴ μιᾶς ἱ­στο­σε­λί­δας πλη­ρο­φο­ρια­κῆς γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς ἴ­διας τῆς ἔν­τυ­πης ἔκ­δο­σής του, ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν και­νο­τό­μο πρα­κτι­κὴ τῆς ἵ­δρυ­σης ἑ­νὸς ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἱ­στο­χώ­ρου, δι­α­συν­δε­δε­μέ­νου ἐκ­δο­τι­κὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό, μὲ θέ­μα του τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κα­λο­με­λε­τη­μέ­νο βῆ­μα πρὸς ἕ­να νέ­ο συ­ναρ­πα­στι­κὸ χῶ­ρο, μὲ σπου­δαῖ­ες δυ­να­τό­τη­τες ἐκ­δο­τι­κῆς καὶ ἐκ­φρα­στι­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας: τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο. Τὶς ἀ­πό­ψεις μας γιὰ τὴν νέ­α ὅ­σο καὶ πρω­τό­γνω­ρη κα­τά­στα­ση ποὺ ἐ­πι­φέ­ρα­νε οἱ Νέ­ες Τε­χνο­λο­γί­ες στὰ θέ­μα­τα τοῦ τύ­που καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ λε­γό­με­νου «μι­κροῦ», ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, εἴ­χα­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἐκ­φρά­σου­με στὸ πα­ρελ­θόν(1). Τώ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα τῆς δο­κι­μῆς καὶ δο­κι­μα­σί­ας.

       Ἔ­τσι τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ξε­κί­νη­σε τὸ ἱ­στο­λό­γιο μὲ πρῶ­το κεί­με­νο τὸν «Χρε­ω­φει­λέ­τη» τοῦ Αἰ­σώ­που. Τὰ βα­σι­κὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ στοι­χεῖ­α καὶ κρι­τή­ρια συγ­κρό­τη­σης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν στοὺς συν­τε­λε­στές, τοὺς στό­χους, τὰ ὅ­ρια, τὴν ὁ­ρο­λο­γί­α, τὴν δο­μὴ καὶ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις συμ­με­το­χῆς στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, ἐ­κτέ­θη­καν δι­ε­ξο­δι­κὰ στὶς ἁρ­μό­δι­ες στῆ­λες του «Ταυ­τό­τη­τα» καὶ «Συ­νερ­γα­σί­ες», ὅ­που κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­να­τρέ­ξει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­πι­στώ­νον­τας συ­νά­μα τὴν συλ­λο­γι­κό­τη­τα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος. Χω­ρὶς τὴν ἐ­νερ­γὸ καὶ θερ­μὴ συμ­πα­ρά­στα­ση τῶν συ­νερ­γα­τῶν ποὺ θὰ δεῖ ἐ­κεῖ, τὸ εὖ­ρος, ἡ ποι­κι­λί­α καὶ ὁ δυ­να­μι­σμὸς τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­φι­κτά.

      Ὡς μορ­φὴ τύ­που τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν ἕ­νας ἱ­στο­χῶ­ρος ποὺ συν­δύ­α­ζε τὰ δυ­να­μι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς συ­νε­χοῦς ἀ­να­νέ­ω­σης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου (b­l­og) μὲ κά­ποι­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­σο καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ τα­κτι­κοὶ καὶ ἔ­κτα­κτοι συ­νερ­γά­τες, ἡ ὑ­πο­βο­λὴ συ­νερ­γα­σι­ῶν, τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, οἱ με­τα­φρά­σεις, οἱ συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα.

 

[Ποι­ό­τη­τα/Μορ­φή]

 

Πο­λὺ συ­νει­δη­τὴ ὑ­πῆρ­ξε ἐξ ἀρ­χῆς ἡ προ­σπά­θεια νὰ πα­ρα­πέμ­πει ἡ μορ­φὴ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου στὴν ἔν­τυ­πη πα­ρά­δο­ση καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἂν ἦ­ταν δυ­να­τόν, στὴν ἴ­δια τὴν μορ­φὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μη­τρι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ, τοῦ Πλα­νό­διου. Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ αὐ­τὴ κα­θο­δη­γή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πε­ποί­θη­σή μας πὼς τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο δὲν συ­νι­στᾶ ἀ­πόρ­ρι­ψη ἢ ἀ­συ­νέ­χεια τοῦ γου­τεμ­βέρ­γει­ου σύμ­παν­τος, ἀλ­λὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ καὶ ὥ­ρι­μη με­τε­ξέ­λι­ξή του στὸ βαθ­μὸ ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἱ­δρυ­τι­κή του σκο­πο­θε­σί­α ποὺ ἦ­ταν ἡ διὰ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τοῦ τύ­που συμ­με­το­χι­κὴ καὶ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη δι­ά­δο­ση τῶν γραμ­μά­των. Δη­λα­δή, μιὰ ἀ­πὸ τὶς κρι­σι­μό­τε­ρες συ­νι­στῶ­σες τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας καὶ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας – κι ἂς εἶ­χε ὡς ἀ­φε­τη­ρί­α της τὴ δι­ά­δο­ση (καὶ εἰ­ρω­νι­κῶς, στὸ τέ­λος, τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­ση) τῆς Βί­βλου! Ἡ ἐ­πι­λο­γή μας αὐ­τὴ κα­θο­δη­γή­θη­κε ἐ­ξί­σου ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κὴ δι­ά­θε­ση πρὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σες πρα­κτι­κὲς τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου ποὺ συγ­χέ­ουν τὴν πρά­ξη τῆς γρα­φῆς μὲ τὴν πρά­ξη τῆς δη­μο­σί­ευ­σής της. Ἐ­νῶ ἡ πρά­ξη τῆς γρα­πτῆς ἔκ­φρα­σης ἀ­πο­τε­λεῖ πρω­τί­στως ἐ­νέρ­γη­μα τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ χώ­ρου, ἡ δη­μο­σι­ο­ποί­η­σή της ἀ­πο­τε­λεῖ πρά­ξη πο­λι­τι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ μὲ βα­ρύ­νου­σες συ­νέ­πει­ες, τὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο τῆς ἔκ­δο­σης ὀ­φεί­λει πάν­το­τε νὰ λαμ­βά­νει ὑ­π’ ὄ­ψη. Ἡ ἔν­τυ­πη πα­ρά­δο­ση, πι­ε­ζό­με­νη καὶ ἀ­πὸ τὶς ὑ­λι­κὲς συν­θῆ­κες πα­ρα­γω­γῆς της, ἦ­ταν πάν­τα σὲ ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀρ­χῆς αὐ­τῆς, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν τὴν πα­ρα­βί­α­ζε.

      Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ μιᾶς τέ­τοι­ας μορ­φῆς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου κα­θο­ρι­ζό­ταν δευ­τε­ρευ­όν­τως ἀ­πὸ δύ­ο ἀ­κό­μη πα­ρά­γον­τες: ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀ­φε­νός, νὰ συν­δε­θεῖ στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ πρόσ­λη­ψη τοῦ νε­ώ­τε­ρου ἀ­να­γνώ­στη ὁ ἀ­πο­ϋ­λο­ποι­η­μέ­νος κό­σμος τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου πρὸς τὸν κό­σμο τῆς ἔν­τυ­πης καλ­λι­έρ­γειας, ὅ­σο ἀ­κό­μα αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο κό­σμοι συ­νυ­πάρ­χουν, καὶ, ἀ­φε­τέ­ρου, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι μί­α ἢ δύ­ο γε­νι­ὲς με­τὰ ὁ πρῶ­τος ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­ο κό­σμους, ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος ποὺ γνω­ρί­σα­με καὶ ἀ­γα­πή­σα­με, θὰ ἔ­χει ἐ­κλεί­ψει ὁ­ρι­στι­κά.

      Ἔ­τσι, οἱ χρω­μα­τι­κὲς ὑ­φὲς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου προ­σο­μοι­ά­στη­καν μὲ τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ σα­μου­ὰ τῶν βι­βλί­ων λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὶς σκιά­σεις τοῦ δι­πλώ­μα­τος τῶν σε­λί­δων, ἐ­νῶ, ἀ­πὸ τὸν κό­σμο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, υἱ­ο­θε­τή­θη­καν τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ ἀρ­χι­γράμ­μα­τα καὶ ὁ τρό­πος ἔν­θε­σης τῶν εἰ­κό­νων, μα­ζὶ μὲ τὰ κα­τε­ξο­χὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου: τῆς πλή­ρους στοί­χι­σης καὶ τῆς ὑ­φέ­νω­σης τῶν κει­μέ­νων. Πράγ­μα­τα σχε­δὸν ἄ­γνω­στα στὸν κό­σμο τῶν φα­σὸν ἱ­στο­σε­λί­δων.         

      Ἰ­δι­αί­τε­ρη μνεί­α χρει­ά­ζε­ται ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κό, σύ­στη­μα ποὺ νε­α­ρὴ φί­λη λο­γο­τέ­χνις χα­ρι­τω­μέ­να μᾶς χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς ἐ­ξω­τι­κό. Ἐν πρώ­τοις αὐ­τὴ ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του (1986). Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως καὶ σο­βα­ρό­τε­ροι λό­γοι γιὰ τὴν ἐμ­μο­νή μας σ’ αὐ­τό: στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἄ­θλη­μα ὅ­που ἡ μορ­φὴ συ­νι­στᾶ τὴν βα­ρύ­νου­σα ὄ­ψη τοῦ νο­μί­σμα­τος εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ σύ­στη­μα γρα­φῆς ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ μέ­γι­στο τῆς ση­μα­σί­ας σὲ πλη­ρο­φο­ρί­α καί, ταυ­τό­χρο­νως, κρα­τᾶ ἀ­νοι­χτά, διὰ τῆς ἐ­ξοι­κεί­ω­σης καὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, τὴν ὁ­δὸ τῆς πρόσ­λη­ψης καὶ τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ δι­α­λό­γου μὲ τὰ ἀ­μέ­σως προ­η­γού­με­να (ἕ­ως καὶ πο­λὺ ἀ­πώ­τε­ρα) στά­δια τῆς μι­κρο­γράμ­μα­της γρα­πτῆς μας πα­ρά­δο­σης, λό­γιας καὶ δη­μο­τι­κῆς(2). Εἶ­ναι, ὅ­μως, ὄν­τως τὸ σύ­στη­μα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ τό­σο ἐ­ξω­τι­κό; Ποιός ἔ­χει ἀ­λή­θεια —γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα— ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους καὶ νε­ώ­τα­τους ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἀ­να­γνώ­στρι­ες ξε­νι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὸ πο­λυ­το­νι­κὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν ἐκ­δό­σε­ων Ἄ­γρα ποὺ στοὺς κα­τα­λό­γους της πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ βι­βλί­α τῶν πλέ­ον σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέ­ων καὶ σύγ­χρο­νων προ­βλη­μα­τι­σμῶν;

      Σ’ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ προ­σθέ­σω ὡς κί­νη­τρο τὴν ἀ­ξί­α τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος στὸν ἀ­χα­νὴ ἱ­στο­χῶ­ρο: τὸ  θέ­λα­με σὰν ἕ­να μι­κρὸ πεῖ­σμα ἀ­πέ­ναν­τι στὰ εὔ­κο­λα «εἶ­ναι δύ­σκο­λο» καὶ «δὲν γί­νε­ται» τῶν τε­χνι­κῶν τῶν ἱ­στο­σε­λί­δων προ­κει­μέ­νου γιὰ πα­ρό­μοι­ες ἀ­παι­τη­τι­κὲς ἐ­φαρ­μο­γὲς καὶ χρή­σεις κει­με­νο­γρά­φων καὶ κει­μέ­νων, ἕ­να «ἠ­χη­ρό»: τώ­ρα κυ­ρί­ως γί­νε­ται μὲ τὶς ἐκ­πλη­κτι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν, πο­λὺ φι­λι­κό­τε­ρες ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ὄν­τως πο­λύ­πλο­κες γρα­φη­μα­τι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες ποὺ παί­δευ­αν αἰ­ῶ­νες τώ­ρα τοὺς μα­στό­ρους τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς τυ­πο­γρα­φί­ας.   

      Καὶ τέ­λος τὸ θέ­μα τοῦ κό­στους, σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο ὅ­που τὸ σχε­δὸν δω­ρε­άν, ἢ τὸ τζάμ­πα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­ναι ὁ κα­νό­νας.­.. Πό­σο νὰ στοι­χί­ζουν ἄ­ρα­γε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ «πο­λύ­πλο­κα» καὶ ἀ­παι­τη­τι­κά; Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­λά­χι­στα: μιὰ ἕ­τοι­μη ἐκ­δο­τι­κὴ πλατ­φόρ­μα ποὺ πα­ρέ­χε­ται δω­ρε­ὰν ἀ­πὸ τὴν W­o­r­d­p­r­e­ss, μιὰ ἐ­λά­χι­στη συν­δρο­μὴ 20 πε­ρί­που δολ­λα­ρί­ων τὸν χρό­νο γιὰ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση κά­ποι­ων δυ­να­το­τή­των αὐ­τῆς τῆς πλατ­φόρ­μας καὶ μιὰ ἐ­φά­παξ ἀ­μοι­βὴ στὸν εἰ­δι­κὸ τε­χνι­κὸ τῶν ἱ­στο­σε­λί­δων: σύ­νο­λο 300 εὐ­ρώ!(3)   

 

[Ποι­ό­τη­τα/Πε­ρι­ε­χό­με­νο]

 

Ἀ­ναγ­καί­ως σύμ­με­τρη πρὸς τὶς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ὡς πρὸς τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς μορ­φῆς, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ μέ­ρι­μνα γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Μο­λο­νό­τι ἡ κρί­ση γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα ἀ­νή­κει ἐ­ξί­σου στὸν εἰ­δο­ποι­η­μέ­νο καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἀ­να­γνώ­στη, κά­να­με ὅ,τι μπο­ρού­σα­με ὥ­στε νὰ ἐ­ξα­σφα­λι­στοῦν του­λά­χι­στον οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις της. Τὸ ἴ­διο τὸ αἴ­τη­μα τῆς ποι­ό­τη­τας, ζη­τού­με­νο ἤ­δη στὸν χῶ­ρο τῆς ἔν­τυ­πης δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, στὸ ἀ­πέ­ραν­το σύμ­παν τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου κα­θί­στα­ται ἐ­πι­τα­κτι­κό. Ἡ πρω­το­φα­νὴς εὐ­κο­λί­α νὰ κα­τα­σκευά­ζει ὁ κα­θέ­νας τὸν δι­κό του δη­μό­σιο χῶ­ρο ἔκ­φρα­σης, ἡ ἀ­νω­νυ­μί­α, ἡ συ­χνό­τα­τη ἀ­θέ­τη­ση δι­α­σταύ­ρω­σης, ἐ­λέγ­χου καὶ ἀ­να­φο­ρᾶς τῶν πη­γῶν σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν αὐ­το­μα­τι­σμὸ τοῦ γρά­φω-δη­μο­σι­εύ­ω ποὺ ἔ­χει κα­ταρ­γή­σει τὸ «συρ­τά­ρι» τοῦ συγ­γρα­φέ­α, φυ­σι­κὸ ἢ ἠ­λε­κτρο­νι­κό, καὶ ἔ­κα­νε τὸ ξα­να­γρά­ψι­μο —ὅ­πως ση­μει­ώ­να­με ἀλ­λοῦ— τὴν ἄ­γνω­στη χώ­ρα τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ὁ­δή­γη­σαν τὸν μέ­σο ὅ­ρο τῆς ποι­ό­τη­τας τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τύ­που σὲ σα­φῶς χα­μη­λό­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο ἀ­πὸ τὸν ἔν­τυ­πο.

      Θε­ω­ρή­σα­με λοι­πὸν ἀ­πα­ραί­τη­τη τὴν θέ­σπι­ση ὁ­ρι­σμέ­νων κρι­τη­ρί­ων. Ὡς πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ γιὰ ὅ­σα κεί­με­να ἤ­δη δη­μο­σι­ευ­μέ­να ἀ­νή­κουν στὴν πα­ρα­κα­τα­θή­κη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας υἱ­ο­θε­τή­σα­με τὸ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο, ἐ­νῶ ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς ὑ­πο­βάλ­λον­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρες συ­νερ­γα­σί­ες ἐ­πι­λέ­γου­με τὰ κα­τὰ τὸ γοῦ­στο μας κα­λύ­τε­ρα, ἀ­να­λαμ­βά­νον­τας μὲ πλή­ρη ἐ­πί­γνω­ση τὴν εὐ­θύ­νη μιᾶς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἰ­σο­τι­μί­ας στὴν πα­ρου­σί­α­ση ἀ­νά­με­σα στὰ με­γά­λα ὀ­νό­μα­τα τῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς μας πα­ρά­δο­σης καὶ σὲ κεί­με­να ἄ­γνω­στών μας προ­σώ­πων ποὺ ἐ­γεί­ρουν κα­τὰ τὴν κρί­ση μας ἀ­ξι­ώ­σεις καὶ ἂς μὴν ἔ­χουν ἀ­κό­μη ἄλ­λη δη­μό­σια πα­ρου­σί­α ἀλ­λοῦ. Ὡς πρὸς τὶς με­τα­φρά­σεις, μὲ ἕ­να φι­λό­δο­ξο ἄ­νοιγ­μα σὲ ὀ­χτὼ ἕ­ως στιγ­μῆς ξέ­νες γλῶσ­σες(4), ἀ­πευ­θυν­θή­κα­με σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δό­κι­μους με­τα­φρα­στές, φι­λό­τε­χνους ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες εἴ­τε ἐ­ρα­σι­τέ­χνες, με­ρι­κοὶ λο­γο­τέ­χνες καὶ οἱ ἴ­διοι, ποὺ στὸ σύ­νο­λό τους μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια ἀ­γά­πη καὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση.  Τό­σο τὰ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να ὅ­σο καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τοῦ πρω­το­τύ­που,  πα­ρου­σι­ά­ζον­ται πάν­τα τεκ­μη­ρι­ω­μέ­να μὲ τὶς πη­γές τους καὶ τὰ ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὰ τῶν συν­τε­λε­στῶν τους, ἐ­νῶ ἡ τε­λι­κὴ ἀ­νάρ­τη­σή τους εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων δι­ορ­θώ­σε­ων καὶ ἀν­τι­πα­ρα­βο­λῶν (δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἐ­πι­τεί­νει ὁ πο­λυ­το­νι­σμός τους) ποὺ μα­ζὶ μὲ τὴν καλ­λι­τε­χνι­κή τους εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση ἐ­πι­βρα­δύ­νουν πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ τε­λι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος (καὶ σὲ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τοὺς ἐ­πι­σπεύ­δον­τες χρό­νους τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου) τὴν στιγ­μὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής τους.

      Κον­τὰ σ’ αὐ­τὰ ἡ κα­τὰ και­ροὺς πα­ρου­σί­α­ση μι­κρῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των σὲ συγ­γρα­φεῖς (μα­ζὶ μὲ τὶς τυ­χὸν συ­νεν­τεύ­ξεις τους), μιὰ ἀ­κό­μη συ­νή­θεια τῆς ἔν­τυ­πης πα­ρά­δο­σης ποὺ δὲν εὐ­τυ­χεῖ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, βο­η­θᾶ σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη γνώ­ση καὶ κα­τα­νό­η­ση τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τους.   

 

[Εἶ­δος]

 

Οἱ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­νή­κουν στὴν ὄ­χι πο­λὺ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τη­γο­ρί­α τῶν εἰ­δι­κῶν ἱ­στο­λο­γί­ων. Τὸ Πλα­νό­διον φι­λο­ξε­νοῦ­σε ἀ­νέ­κα­θεν καὶ σὲ κά­θε τεῦ­χος του δι­η­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του ὕ­λης ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο στὴν ποί­η­ση. Ὡ­στό­σο, τὸ προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νο, μὲ τὸν πα­λαι­ὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 2009, γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα (flash fi­ction) ὁ­δή­γη­σε στὴν ἰ­δέ­α ἑ­νὸς ἱ­στο­λο­γί­ου ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ εἶ­δος αὐ­τό: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ δο­κι­μά­σει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τὶς δυ­νά­μεις καὶ τὶς ἀ­ξί­ες του στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο.

      Ἡ ὑ­λο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης αὐ­τῆς ἐ­νι­σχύ­θη­κε ἀ­πὸ δύ­ο ση­μαν­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες: τὴν δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο ἀ­που­σί­α­ζε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, ὡς ὀρ­γα­νω­τι­κὴ πρό­θε­ση του­λά­χι­στον καὶ συ­νει­δη­τὸ προ­σα­να­το­λι­σμό, ἕ­να εἶ­δος ποὺ σὲ πολ­λὰ ἐ­θνο­γλωσ­σι­κὰ δί­κτυ­α, πρω­τί­στως στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο καὶ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο, ἔ­βρι­θε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά! Ἡ ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ σύμ­παν­τος ποὺ δι­α­κο­νοῦ­σε τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα μὲ ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ μέ­χρις ὑ­περ­βο­λῆς (δι­η­γή­μα­τα λ.χ. 6 προ­τά­σε­ων ἢ 100, ἢ 69, ἢ 55 λέ­ξε­ων ἀ­κρι­βῶς ἢ ἕ­ως 140 χα­ρα­κτῆ­ρες!) ξε­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ ξε­φύλ­λι­σμα τοῦ σε­λι­δο­δεί­κτη σὲ ἕ­ναν ἀ­πί­θα­νο σὲ ποι­κι­λί­α ὕ­φους καὶ θε­μά­των ἀ­ριθ­μό (σ’ ἕ­να μι­κρό τους δεῖγ­μα μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­να­γη­θεῖ­τε ἐδῶ). Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὑ­πῆρ­χε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­α­δι­κτυα­κὰ πράγ­μα­τα ἕ­νας ἀ­νά­λο­γος ἱ­στο­χῶ­ρος ποὺ μᾶς ἐ­νε­θάρ­ρυ­νε μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά του: τὸ Παμπάλαιο νερό, ἕ­να εἰ­δι­κὸ ἱ­στο­λό­γιο, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς Κώ­στα Κου­τσου­ρέ­λη καὶ Σο­φί­α Κο­λο­τού­ρου καὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ποί­η­ση σὲ πα­ρα­δο­σια­κὲς φόρ­μες, ἔ­δει­χνε πὼς ἕ­να ποι­ο­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα μὲ θέ­ση καὶ κρι­τή­ρια ἦ­ταν ἐ­φι­κτό.  

      Ὡ­στό­σο, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α στὴν πε­ρί­πτω­σή μας ἦ­ταν ὁ κα­θο­ρι­σμὸς τοῦ εἴ­δους. Ἕ­να μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι δι­ή­γη­μα, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ προσ­δι­ο­ρι­σμὸς «μι­κρὸς» ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ αὐ­θαί­ρε­τος στὸν βαθ­μὸ ποὺ δὲν πε­ρι­έ­γρα­φε ποι­ο­τι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς μορ­φῆς. Γιὰ μᾶς τὸ θέ­μα πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­χτό, ἐν τού­τοις ἡ πλού­σια θε­ω­ρη­τι­κὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α ἀ­πὸ λο­γο­τέ­χνες καὶ κρι­τι­κοὺς σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τὸ (ἕ­να μέ­ρος της μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ στή­λη «Γιὰ τὸ διήγημα») τεί­νει νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σὰν ἕ­να ξε­χω­ρι­στὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος· ἡ σύ­ζη­τη­ση, πάν­τως, δὲν παύ­ει νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται συ­χνὰ γύ­ρω ἀ­πὸ πο­σο­τι­κοὺς κα­θο­ρι­σμούς.

      Ἐ­κεῖ­νο, ὡ­στό­σο, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς μὲ σχε­τι­κὴ ἀ­σφά­λεια εἶ­ναι πώς, ἐν ἀν­τι­θέ­σει πρὸς τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔ­κτα­ση κα­θο­ρι­ζό­ταν ἐν πολ­λοῖς ἀ­πὸ πα­ρά­γον­τες τυ­χαί­ους (: τὸ δι­ή­γη­μα συ­νέ­βαι­νε νὰ βγαί­νει μι­κρό) ἢ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς (: ἡ ἀ­παί­τη­ση πρὸς τὸν συγ­γρα­φέα τοῦ ἐκ­δό­τη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἢ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὸ κεί­με­νο νὰ εἶ­ναι μι­κρό), τὸ σύγ­χρο­νο μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο ποὺ γρά­φε­ται γιὰ νὰ δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, γρά­φε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη καλ­λι­τε­χνι­κὴ βού­λη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὥ­στε αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι μι­κρό. Μιὰ βού­λη­ση ποὺ τεκ­μαί­ρε­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα ὅ­σο ἡ ἔ­κτα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος τεί­νει πρὸς τὸ ἐ­λά­χι­στο. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ συ­­νει­­δη­τὴ συγ­­γρα­­φι­κὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς καλ­λι­τε­χνικῆς σμί­κρυν­σης, μᾶς ἔ­δω­σε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὸ ψά­ξι­μο καὶ προ­βλη­μα­τι­σμό, τὴν ἰ­δέ­α νὰ ἀ­πο­δώ­­σου­με στὴ συ­γ­κε­κρι­μέ­νη πε­ζο­γρα­φικὴ πρα­κτικὴ τὸ ὄ­νο­μα μπον­ζά­ι !

 

[Πα­ρα­γω­γή]

 

Ἕ­ναν χρό­νο με­τά, τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς πα­ρα­γω­γῆς του σὲ ἀ­ριθ­μούς. Στὸ δι­ά­στη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­τη­καν 168 δι­η­γή­μα­τα (ἐ­πι­λεγ­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο κει­μέ­νων ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ξε­περ­νᾶ σὲ ἀ­ριθ­μὸ τὶς 2000). Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ 92 εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­νῶ 76 εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες 8 γλῶσ­σες (ἀγ­γλι­κὰ 13, γαλ­λι­κὰ 6, γερ­μα­νι­κὰ 14, δα­νέ­ζι­κα 4, ἱ­σπα­νι­κὰ 19, ἰ­τα­λι­κὰ 8, ἰ­α­πω­νι­κὰ 2, ρω­σι­κὰ 10)­.(5) Στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τὸν προ­βλη­μα­τι­σμὸ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (ἀλ­λὰ καὶ τὸ δι­ή­γη­μα γε­νι­κό­τε­ρα) δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ στή­λη «Γιὰ τὸ διήγημα» 17 κεί­με­να ἀ­να­φο­ρῶν σ’ αὐ­τό (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καὶ τεσ­σά­ρων ἀ­πο­κλει­στι­κῶν συ­νεν­τεύ­ξε­ων γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο μὲ ἰ­σά­ριθ­μους ξέ­νους δη­μι­ουρ­γούς: τὸν Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ, τὸν Κάρ­λος Βι­τά­λε, τὸν Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ καὶ τὸν Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι). Ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ κά­νου­με γνω­στὴ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἀγ­γλό­φω­νο κοι­νὸ ἐγ­και­νι­ά­σα­με τὴν ἑ­νό­τη­τα «G­r­e­ek w­r­i­t­e­rs in e­n­g­l­i­sh», ὅ­που πρὸς τὸ πα­ρὸν πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἑ­πτὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἐν τέ­λει θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο γιὰ τὴν προ­σπά­θειά μας νὰ μὴν ση­μει­ώ­να­με ἐ­δῶ πὼς στὶς ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες πλο­η­γή­σεις μας στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἱ­στο­τό­πους τοῦ παγ­κό­σμιου κυ­βερ­νο­χώ­ρου δὲν συ­ναν­τή­σα­με ἱ­στο­λό­για ποὺ νὰ ἐ­πι­χει­ροῦν συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ γνω­ρί­σουν στὸ κοι­νό τους δι­η­γή­μα­τα με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

 

* * *

 

Εἴ­δα­με τὶς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­γά­πη καὶ τὸν κα­λὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­σμὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν ἐ­να­σχό­λη­σή μας μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ τύ­πο σχε­δὸν τρει­σή­μι­σι δε­κα­ε­τί­ες τώ­ρα. Γιὰ μᾶς ἕ­να ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ μέ­σο ἐ­λά­χι­στα δι­α­φέ­ρει ὡς πρὸς τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὴν δε­ον­το­λο­γί­α τῆς δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης, τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­τυ­πο. Ἦ­ταν πάν­τα ἕ­νας τρό­πος ὄ­χι μό­νο νὰ κά­νου­με δη­μό­σια τὴ φω­νή μας, ἀλ­λά νὰ δε­ξι­ω­νό­μα­στε καὶ νὰ οἰ­κει­ο­ποι­ού­με­θα δη­μο­σί­ως τὴν φω­νὴ τοῦ ἄλ­λου, σε­βό­με­νοι τὴ δι­α­φο­ρά του. Μ’ ἕ­να λό­γο: νὰ κά­νου­με δι­κό μας ὅ­σο καὶ κτῆ­μα κοι­νὸ τὸ ἄλ­λο ποὺ ἀ­γα­πᾶ­με.

 

Υ­ΠΟ­ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

 

      (1) Βλ. «Δίκτυο καὶ λογοτεχνικὰ περιοδικά», περ. Δί­φω­νο, ἀρ. 148, Εἰ­δι­κὴ ἔκ­δο­ση, Ἰ­α­νουά­ριος 2008, σελ. 66· «Ἡ ζωὴ τῶν λογοτεχνικῶν περιοδικῶν…», Ἑ­νη­με­ρω­τι­κὸ Δελ­τί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἀρ. 6β, Ἀ­πρί­λιος 2008, σελ. 16-7· «Ἐδῶ καὶ μία δεκαετία περίπου…», περ. ks, ἀρ. 2, 02-12-2009, σελ. 6.

      (2) Βλ. καὶ τὰ κεί­με­νά μας «Τὸ βάρος τῆς βαρείας. (Ὁ γλωσσικὸς πολιτισμὸς στὴ hi-tech ἐποχή)­», περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 44, Ἰ­ού­νιος 2008, σελ. 910-915 καὶ «Γλώσσα καὶ πολιτισμός», περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 46, Ἰ­ού­νιος 2009, σελ. 465-471 (κα­θὼς καὶ ὅ­λον τὸν σχε­τι­κὸ δι­ά­λο­γο ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­κε μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ).

      (3) Γιὰ τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λα συ­να­φὴ βλέ­πε καὶ τὴν συ­νέν­τευ­ξή μας μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ ἱστολογίου στὸν Σταμάτη Μαυροειδή: «Ἕνα ἠλεκτρονικὸ ‘Πλανόδιον’ σὲ μορφή… Μπονζάι! Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γιάννη Πατίλη, γιὰ τὸ Διαδίκτυο καὶ τὴν ‘Αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ’», ἐφ. Ἡ Αὐ­γὴ τῆς Κυ­ρια­κῆς, 27-06-2010, σελ. 45.

      (4) Ἐ­νῶ ἐ­πί­κει­ται ἡ δη­μο­σί­ευ­ση μιᾶς σει­ρᾶς πε­ζῶν ἀ­πὸ τὰ λα­τι­νι­κά, καὶ σχε­δι­ά­ζον­ται με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ σου­η­δι­κά, τὰ ρου­μά­νι­κα καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά.

      (5) Θὰ ἐ­κτι­μή­σει κα­νεὶς κα­λύ­τε­ρα τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς αὐ­τούς, ἂν σκε­φτεῖ ὅ­τι εἶ­ναι σχε­δὸν ἢ τε­λεί­ως ἀ­πί­θα­νο νὰ συ­ναν­τή­σει στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἢ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση μὲ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρα­γω­γὴ μέ­σα σὲ ἕ­να μό­νο χρό­νο.

 

  

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ἐκ­δί­δει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­κτὴ Καλ­λι­μα­σι­ώ­τη καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2009). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000).

 

Εἰ­κό­να: Μπον­ζά­ι ποὺ φυ­τρώ­νει μέ­σα ἀ­πὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ με­λα­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔρ­γο τῆς ζω­γρά­φου Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου. 

    

 

 

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010. Νέα Σμύρνη. Μὲ τοὺς τακτικοὺς συνεργάτες μεταφραστές. Ἀπὸ ἀριστέρα: Μαρία Σπυριδοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης, Ἕλενα Σταγκουράκη, Γιῶργος Xαβουτσᾶς, Γιάννης Πατίλης, Μαρὼ Τριανταφύλλου, Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια, Ἡρὼ Νικοπούλου, Σταμάτης Πολενάκης. Φωτογραφίζει: ὁ Γιῶργος Ζεβελάκης.