Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.


		
Advertisements

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Λουίτζι Μαλέρμπα

 

.

01-Paschalidou,Antonia-LuigiMalerba-Eikona-02

.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα

(Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)

 

12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2ΛΟΥ­Ι­ΤΖΙ ΜΑ­ΛΕΡ­ΜΠΑ ( Μπερ­τσέ­το, Πάρ­μα, 11 Νο­εμ­βρί­ου 1927 – Ρώ­μη, 8 Μα­ΐ­ου 2008) ὑ­πῆρ­ξε συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα ἦ­ταν τὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Λου­ί­τζι Μπο­νάρ­ντι. Με­τὰ τὶς νο­μι­κὲς σπου­δές του στὴ Ρώ­μη, ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ πα­ράλ­λη­λα ἔ­γρα­ψε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να – κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, ἐ­νῶ συ­νερ­γά­στη­κε στὴ συγ­γρα­φὴ σε­να­ρί­ων γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης πα­ρα­γω­γὸς στὸν χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ τα­λαν­τοῦ­χος, πο­λυ­σχι­δὴς καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος στὴ χώ­ρα του (D­o­po il p­e­s­c­e­c­a­ne, δι­η­γή­μα­τα, ἐκ­δό­σεις B­o­m­p­i­a­ni, 1979, Βρα­βεῖ­ο B­r­a­n­c­a­ti 1979, T­e­s­ta d’ a­r­g­e­n­to, δι­η­γή­μα­τα, ἐκ­δό­σεις M­o­n­d­a­d­o­ri, 1988, Βρα­βεῖ­ο G­r­i­n­z­a­ne C­a­v­o­ur, 1989 κ.ἄ.) ἀλ­λὰ καὶ στὴ Γαλ­λί­α (S­a­l­to M­o­r­t­a­le, μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκ­δό­σεις B­o­m­p­i­a­ni, 1968, P­r­ix M­e­d­i­c­is 1970). Ἦ­ταν συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος Grup­po 63 (λο­γο­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα τῆς n­e­o­a­v­a­n­g­u­a­r­d­ia ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε τὸ 1963 στὸ Πα­λέρ­μο ἀ­πο­τε­λού­με­νο ἀ­πὸ νέ­ους δι­α­νο­ού­με­νους —ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς, κρι­τι­κοὺς κ.ἄ.— ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν σὲ ρή­ξη μὲ τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ σχή­μα­τα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50). Τὰ γνω­στό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι: La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to (1963), Il s­e­r­p­e­n­te (1966), S­a­l­to m­o­r­t­a­le (1968), D­o­po il p­e­s­c­e­c­a­ne (1979), T­e­s­ta d’ a­r­g­e­n­to (1988), Il f­u­o­co g­r­e­co (1990· Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ, με­τά­φρα­ση: Λέ­να Ταχ­μα­ζί­δου, Νε­φέ­λη 1991), Le p­i­e­t­re v­o­l­a­n­ti (1992) καὶ I­t­a­ca p­er s­e­m­p­re (1997· Ἰ­θά­κη γιὰ πάν­τα, με­τά­φρα­ση: Τό­τα-Τσά­κου Κον­βερ­τί­νο, Κέ­δρος 1999). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης βι­βλί­α γιὰ παι­διά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Το­νί­νο Γκου­έ­ρα.

       Ὁ Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ δί­νει καὶ παίρ­νει χα­ρά. Ὁ Μα­λέρ­μπα εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ πε­ρι­έρ­γεια: πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴ γλώσ­σα, τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὰ ἤ­θη, τὰ μπλε­ξί­μα­τα καὶ τὶς πε­ρι­στά­σεις τῆς ζω­ῆς. Δὲν περ­νᾶ τυ­χαῖ­α ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα στὸ γλωσ­σι­κὸ δο­κί­μιο, στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ καὶ τη­λε­ο­πτι­κὰ σε­νά­ρια, στὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διά»­.(1) «Πολ­λοὶ τὸν ἔ­χουν πα­ρο­μοιά­σει μὲ τοὺς με­τα­μον­τέρ­νους συγ­γρα­φεῖς. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ ὁ­ρι­σμὸς ται­ριά­ζει μέ­χρις ἑ­νὸς ση­μεί­ου. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ S­a­l­to m­o­r­t­a­le ἐ­νερ­γεῖ πάν­τα μὲ τρό­πο σα­τα­νι­κὰ εἰ­ρω­νι­κό, μὲ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις καὶ ἀμ­φι­ση­μί­ες.»­(2)

      Ἐ­νῶ ὁ Βάλ­τερ Πεν­του­λὰ ἔ­γρα­ψε: «Ὁ Μα­λέρ­μπα φλερ­τά­ρει μὲ τὴ γλώσ­σα ὡς πα­ρά­γον­τα ἀ­νι­σορ­ρο­πί­ας κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ πι­θα­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.­ [­…] Αὐ­τὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν Μα­λέρ­μπα εἶ­ναι ἡ ἀ­φαί­ρε­ση καὶ μ’ αὐ­τὴν “γε­μί­ζει τὸ ρε­ζερ­βου­άρ του”: ἐν ὀ­λί­γοις ἡ γλώσ­σα του εἶ­ναι παν­τοῦ μιὰ γλώσ­σα εὑ­ρη­μα­τι­κή.»(3)

      «Ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν ποι­ὸς ἦ­ταν ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του ἥ­ρω­ας ἀ­παν­τοῦ­σε πὼς ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ Δὸν Κι­χώ­της καὶ φυ­σι­κὰ τὸ μά­θη­μα τοῦ Θερ­βάν­τες, τὸ πα­ρά­δο­ξο παι­γνί­δι, ποὺ βλέ­πει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ πα­ρα­μορ­φώ­νε­ται ὑ­πέρ­με­τρα καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ὑ­πέρ­με­τρα πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ λει­τουρ­γοῦ­σε πάν­τα στὴ γρα­φή του ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς S­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to τὸ μα­κρι­νὸ 1963.»(4)

      Στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ τε­ρά­στια γκά­μα τῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των του, ὅ­πως τὸ πά­θος γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὶς δι­α­λέ­κτους καὶ τὶς ξε­χα­σμέ­νες γλῶσ­σες, ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος καὶ ἡ δι­α­φή­μι­ση καὶ τέ­λος τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὰ παι­διά. Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μα­λέρ­μπα, με­τα­φρα­σμέ­να γιὰ τὸ Πλα­νό­διον, ἀ­νή­κουν στὴ συλ­λο­γὴ S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li (E­i­n­a­u­di, 1994, M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta Par­ma, 2004). Ἡ συλ­λο­γὴ αὐ­τὴ ἀ­πευ­θύ­νε­ται πρω­τί­στως σὲ παι­διὰ καὶ δευ­τε­ρευ­όν­τως σὲ ἐ­νη­λί­κους ποὺ συ­νο­μι­λοῦν ἀ­κό­μα μὲ τὸ παι­δὶ μέ­σα τους. Στὰ κεί­με­να αὐ­τὰ πρω­τα­γω­νι­στοῦν ἄν­θρω­ποι ἢ ζῶ­α. Ὁ Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα, ἔ­ξυ­πνος καὶ εἰ­ρω­νι­κός, παί­ζει μὲ τὶς λέ­ξεις, τὶς συλ­λα­βές, τοὺς ἤ­χους , κά­τι ποὺ κα­θι­στᾶ τὴ με­τά­φρα­ση κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ δύ­σκο­λη, ἂν ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη. Ἔ­τσι, τὸ παι­γνί­δι αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ ξα­να­γί­νει ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στὴ ἐκ νέ­ου, στὴ δι­κή του πιὰ γλώσ­σα. Κο­ριοὶ ποὺ δὲν ἀν­τέ­χουν τὴ βρῶ­μα τους («La c­i­m­i­ce»), σα­ραν­τα­πο­δα­ροῦ­σες ποὺ χρε­ώ­νον­ται γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν πα­πού­τσια γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια («M­i­l­l­e­p­i­e­di e M­i­l­l­e­s­c­a­r­pe»), σαῦ­ρες ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται τε­λι­κὰ κρο­κό­δει­λοι («La l­u­c­e­r­t­o­la e il g­a­t­t­i­no») καὶ πά­ει λέ­γον­τας. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ πρω­τα­γω­νι­στοῦν ἄν­θρω­ποι, αὐ­τοὶ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοί, ἄρ­ρω­στοι, «ἐ­λατ­τω­μα­τι­κοί», ποὺ ὡ­στό­σο τὸ ἐ­λάτ­τω­μά τους , ἀν­τὶ νὰ τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει, τοὺς δι­ευ­κο­λύ­νει νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται ἐ­νῶ πνί­γον­ται («La l­u­na d­o­p­p­ia»), ἄλ­λες φο­ρὲς κα­βά­λα στὰ κα­πού­λια τῆς σκιᾶς τους(«L’ o­m­b­ra a f­o­r­ma di c­a­v­a­l­lo») κι ἄλ­λες πά­λι ἀ­νοί­γον­τας μιὰ τρύ­πα στὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς πα­ράγ­κας τους («Il b­u­co n­el t­e­t­to»). Τέ­λος, ἄν­θρω­ποι κα­κοί, σχε­δὸν τε­ρα­τό­μορ­φοι, ποὺ εἶ­ναι κα­ταρ­χὴν θύ­μα­τα τῆς δι­κῆς τους κα­κί­ας καὶ μι­ζέ­ριας, ἐν συ­νε­χεί­ᾳ πέ­φτουν θύ­μα­τα τῆς δη­κτι­κῆς καὶ ἀ­νε­λέ­η­της πέ­νας τοῦ Μα­λέρ­μπα («La m­a­i­a­la»).

      Ὁ Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα παί­ζει μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ τὶς φρά­σεις γιὰ νὰ μᾶς χα­ρί­σει ἐν­τέ­λει μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα, σχε­δὸν ἀ­στρα­πια­ῖα δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτουν τὸ πῶς οἱ ἀμ­φι­ση­μί­ες τῆς γλώσ­σας μπο­ροῦν νὰ κρύ­ψουν ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο κό­σμο πα­ρά­λο­γων κα­τα­στά­σε­ων καὶ ξε­καρ­δι­στι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων.

 

Υ­ΠΟ­ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

 

      (1) Z­i­l­i­o­t­to, «G­a­n­d­o­l­fi e A­l­l­e­g­ra» γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Μα­λέρ­μπα T­e­s­ta d’ a­r­g­e­n­to, 1988, στὸ O­g­gi, il r­a­c­c­o­n­to (Σή­με­ρα, τὸ δι­ή­γη­μα),1990.

      (2) Ἄρ­θρο τοῦ Οὐμ­πέρ­το Ἔ­κο στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα La R­e­p­u­b­b­l­i­ca: «La g­e­n­i­a­le a­r­te d­e­l­la m­e­n­z­o­g­na» («Ἡ εὐ­φυ­ὴς τέ­χνη τοῦ ψεύ­δους»), 8 Ὀ­κτω­βρί­ου 2009.

      (3) Βάλ­τερ Πεν­του­λά, «M­a­l­e­r­ba fa il v­u­o­to» («Ὁ Μα­λέρ­μπα δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ κε­νό») στὸ La n­a­r­r­a­t­i­va i­t­a­l­i­a­na c­o­n­t­e­m­p­o­r­a­n­ea 1940/1990 (Ἡ σύγ­χρο­νη ἰ­τα­λι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α 1940/1990), T­a­s­c­a­b­i­li E­c­o­n­o­m­i­ci N­e­w­ton, 1995.

      (4) Ἄρ­θρο τοῦ Πά­ο­λο Μά­ου­ρι στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα La R­e­p­u­b­b­l­i­ca «E m­o­r­to lo s­c­r­i­t­t­o­re L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba m­a­e­s­t­ro di r­e­a­l­ta d­e­f­o­r­m­a­te» («Πέ­θα­νε ὁ συγ­γρα­φέ­ας Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα μα­έ­στρος τῆς παραμορφωμένης πραγματικότητας»), 8 Μαΐου 2008.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.