Στέλλα Παρασχᾶ: Πόσο κάνει ἕνα παγωτό;

Parascha,Stella-PosoKaneiEnaPagoto;-Eikona-05


Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ


Πό­σο κά­νει ἕ­να πα­γω­τό;

 

01-EpsilonΝΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΓΙΑΓΙΑ.» Ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ πρῶ­το πα­γω­τὸ γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου. Ἴ­σα ποὺ πρό­λα­βε. «Ὁ­λό­κλη­ρο κα­λο­καί­ρι ζη­τάω ἀ­πὸ τὸν Γι­ῶρ­γο νὰ μοῦ φέ­ρει καὶ τὸ ξε­χνά­ει.» Γι­ῶρ­γος ἦ­ταν ὁ μπαμ­πάς, ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, «ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις, για­γιά…», μὲ ἔ­κο­ψε, «ἐν­τά­ξει εἶ­μαι, τὸ ἔ­φα­γα καὶ ἡ­σύ­χα­σα».

       Πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι μὲ ἐ­πι­κά­λυ­ψη σο­κο­λά­τας καὶ κρέ­μα βα­νί­λια – τὴ νό­στι­μη, αὐ­τὴ ποὺ τὴ λέ­νε βα­νί­λια Μα­γα­δα­σκά­ρης. Τα­ξί­δι στὴν ἀ­νε­με­λιά – τό­τε πού. Τὸ δυ­να­τὸ σῶ­μα τῆς για­γιᾶς ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πο­λί­χνη. Ὁ σφι­χτὸς κό­τσος ἀ­πὸ γκρί­ζα μαλ­λιὰ ἔ­φτα­νε ὣς τὴ μέ­ση ὅ­ταν τὸν ἔ­λυ­νε. Λού­σι­μο, πλέ­ξι­μο, «σγου­ρά», ἔ­λε­γε, «σὰν τὰ δι­κά σου».

       Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας χρει­ά­στη­κε νὰ κον­στο­στα­θῶ, ἦ­ταν κι ἕ­να ξυ­λά­κι μη­δὲν τοῖς ἑ­κα­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πορ­ρί­φθη­κε πά­ραυ­τα. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς φόρ­μας, ἔ, για­γιά;

       Ἡ για­γιὰ εἶ­ναι κλει­σμέ­νη στὸ σπί­τι ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σα χρό­νια – τὰ πό­δια της δὲ τὴ βα­στᾶ­νε. Ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τέ­βει τὶς σκά­λες γιὰ νὰ κά­νει μιὰ βόλ­τα στὴν πυ­λω­τή, νὰ πο­τί­σει τὰ λου­λού­δια. Ἀρ­γὰ καὶ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη κά­νει τὴ δι­α­δρο­μὴ ντι­βά­νι-μπαλ­κό­νι-μπά­νιο, οὔ­τε λό­γος γιὰ πιὸ πέ­ρα. Μό­νι­μη προ­σπά­θεια ὅ­λων νὰ μὴν πέ­σει. Φαί­νε­ται δὲν προ­σπα­θοῦ­με ἀρ­κε­τά, για­τί ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἐ­ξι­στό­ρη­ση εἶ­ναι τὰ ἐν­νιὰ πε­σί­μα­τα. Τρί­α ἀ­π’­αὐ­τὰ στὴ σκά­λα, κά­ποι­α στὸ μπά­νιο, ἄλ­λα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὅ­λα μὲ τὴν ἴ­δια πε­ρί­που κα­τά­λη­ξη. Ρά­γι­σμα ἰ­σχύ­ου. Μώ­λω­πες. Πό­νος. Μὲ χει­ρό­τε­ρη τὴ βα­σα­νι­στι­κή, πο­λύ­ω­ρη ἀ­να­μο­νή. Για­τὶ γιὰ νὰ πέ­σει κα­νεὶς δὲ χρει­ά­ζε­ται βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ γιὰ ρώ­τα, ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ;

       «Τὸ χαν­τά­κω­σαν τὸ σπί­τι, οὔ­τε ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ δὲν ἔ­χου­με. Τό­σο ξέ­ρα­με. Τά­χα δὲ χω­ροῦ­σε στὰ σχέ­δια.» Τὸ ἀ­σαν­σὲρ ποὺ ἀ­μέ­λη­σε ὁ ἀρ­χι­τέ­κτο­νας νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴ με­λέ­τη γιὰ τὸ δι­ώ­ρο­φο, ἔ­χει με­ρί­διο εὐ­θύ­νης. Ἂν ὑ­πῆρ­χε, τό­τε ἡ για­γιὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­κάμ­ψει τὴν ἀ­πό­το­μη σκά­λα καὶ νὰ περ­πα­τή­σει κού­τσα-κού­τσα μέ­χρι τὸ ψι­λι­κα­τζί­δι­κο στὸ τέ­λος τοῦ στε­νοῦ. Νὰ δεῖ τὰ παι­δά­κια νὰ παί­ζουν ἀμ­πά­ρι­ζα. Νὰ μι­λή­σει μὲ τὴ γει­τό­νισ­σα. Νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να κι­λὸ νε­κτα­ρί­νια ἀ­πὸ τὸν μα­νά­βη μὲ τὴν κα­ρό­τσα.

       Ἡ ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ξέ­κλε­ψα γιὰ νὰ τῆς κά­νω πα­ρέ­α ἄ­χνι­ζε θλί­ψη. Τὴν ἔ­βλε­πα μα­ρα­μέ­νη νὰ πέ­φτει γιὰ ὕ­πνο, νὰ ξυ­πνά­ει, νὰ τρώ­ει δί­χως νὰ εὐ­φραί­νε­ται. Ποὺ καὶ ποὺ νὰ ἀγ­γο­μα­χά­ει. «Τί θέ­λεις νὰ σοῦ πά­ρω ἀ­πὸ τὸ μάρ­κετ για­γιά;» Ὁ ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χος μᾶς ἔ­γνε­φε. «Πα­γω­τό, για­γιά; Σο­κο­λά­τα; Μπι­σκό­τα;». Φω­τί­στη­κε τὸ πρό­σω­πό της, «ναί», συμ­φώ­νη­σε ἀ­νυ­πό­μο­να, «ἕ­να πα­γω­τὸ νὰ μοῦ φέ­ρεις, ξυ­λά­κι».

       Τὴν κοί­τα­ζα νὰ τρώ­ει, γή­ι­νη, ὅ­πως κά­πο­τε. Τό­ση εὐ­χα­ρί­στη­ση αἰ­σθάν­θη­κα, ποὺ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸ ἔ­τρω­γα ἐ­γώ. Ἐ­τοῦ­το τὸ ξυ­λά­κι ἦ­ταν τὸ μό­νο ἱ­κα­νὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἐ­νάν­τια στὴ μουν­τὴ ἐ­ναλ­λα­γὴ τῶν ἀ­δει­ῶν με­ρό­νυ­χτων τῆς ἐν­νε­νην­τά­χρο­νης γη­ραι­ᾶς κυ­ρί­ας ποὺ μό­νο της μέ­λη­μα εἶ­ναι νὰ φύ­γει. Τὸ ἄλ­λο­τε δυ­να­τό της σῶ­μα ἔ­χει ζα­ρώ­σει, τὴ μα­κριὰ κο­τσί­δα της τὴν ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ μιὰ ψα­λι­διά. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, τέ­ρα­τα ἐ­γω­ϊ­σμού, ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ τὴν κρα­τᾶ­με κον­τά μας. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ ξε­γε­λά­σου­με τὸ βαρ­κά­ρη τοῦ Ἀ­χέ­ρον­τα καὶ τὴν ἴ­δια μὲ πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema.

Advertisements

Στέλλα Παρασχᾶ: Κακοκαιρία


Parascha,Stella-Kakokairia-Eikona-01


Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ


Κα­κο­και­ρί­α


02-HttaΣΥΧΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ περ­πα­τοῦ­σε στὴν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο ἡ ὁ­μά­δα τοῦ φοῦτ­μπολ. Ἦ­ταν ντυ­μέ­νοι χον­τρά, σχε­δὸν φα­σκι­ω­μέ­νοι μὲ δι­πλὴ στρώ­ση πα­νω­φό­ρια, σκου­φιά, κα­σκὼλ καὶ γάν­τια. Ἄ­μα­θοι σὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο —ἄλ­λω­στε δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ ’κεῖ— καὶ δὲ συ­νη­θί­ζε­ται, λέ­νε, τὸ βα­ρὺ κλί­μα μὲ τί­πο­τα. Σκέ­φτη­καν νὰ μὴ χά­σουν τὸν ἑ­βδο­μα­δια­ῖο φι­λι­κὸ ἀ­γώ­να. Ἤ­θε­λαν νὰ κρα­τι­οῦν­ται σὲ φόρ­μα, για­τὶ, τὸ μυα­λὸ δου­λεύ­ει κα­λύ­τε­ρα σὲ σῶ­μα ὅ­λο σφρί­γος, ἔ­τσι λέ­νε.

       Τουρ­του­ρί­ζον­τας πα­ρό­λη τὴ ζε­στὴ πα­νοπλί­α τους προ­χω­ροῦ­σαν δί­χως νὰ μι­λοῦν. Προ­σε­χτι­κά, για­τὶ οἱ δρό­μοι ἦ­ταν πα­γω­μέ­νοι. Ἀ­πὸ τὴ μέ­ση τοῦ ὁ­δο­στρώ­μα­τος – ἀ­πὸ ’κεῖ ποὺ ὁ δῆ­μος εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ρί­ξει ἁ­λά­τι γιὰ νὰ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν ἔ­λευ­ση τῶν ὀ­χη­μά­των. Τὰ βή­μα­τα συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἤ­χους κρυ­στάλ­λων ποὺ ἔ­σπα­ζαν. Σὲ με­ρι­κὲς με­ρι­ὲς γυ­ά­λι­ζε κιόλας ἡ πίσ­σα, λὲς καὶ ἦ­ταν στρω­μέ­νη μι­κρὰ δι­α­μάν­τια – ἦ­ταν ποὺ τὸ χον­τρὸ ἁ­λά­τι ἔ­με­νε ἀ­κό­μη ἀ­νέγ­γι­χτο, σί­γου­ρα θὰ εἶ­χε λι­ώ­σει με­τὰ τὸ πέ­ρας τοῦ ἀ­γώ­να.

       Ὁ ἀ­κρια­νός, ὁ πιὸ νέ­ος ποὺ εἶ­χε ξε­μεί­νει καὶ περ­πα­τοῦ­σε νω­χε­λι­κά, σχε­δὸν ὀ­νει­ρο­πό­λα, ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του νὰ προ­φτά­σει τὸν πιὸ κον­τι­νό του. «Ἄ­κου, τοῦ εἶ­πε, τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει τὸ ἁ­λά­τι ποὺ σπά­ει, μοιά­ζει μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νουν τὰ χα­λί­κια κά­τω ἀ­πὸ τὰ γυ­μνὰ πέλ­μα­τα. Μοιά­ζει σὰν ἦ­χος πά­λης τοῦ μπλὲ καὶ τοῦ γκρὶ ποὺ πι­τσι­λί­ζε­ται μὲ γα­λα­κτε­ροὺς τό­νους, ξέ­ρεις τί χρῶ­μα βγαί­νει τε­λι­κά; Ὄ­χι γκρί, ὅ­πως θὰ πε­ρί­με­νε κα­νείς, ἀλ­λὰ θα­λασ­σὶ σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ δὲν ἔ­χεις μα­τα­δεῖ.»

       Ὁ ἄλ­λος δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε. Ἴ­σως νὰ δυ­σκο­λευ­ό­ταν ν’­ἀ­κού­σει, ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν προ­στα­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ μάλ­λι­νο σκου­φά­κι μὲ τὴ γού­νι­νη ἐ­πέν­δυ­ση. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη ὁ­μά­δα συ­νέ­χι­ζε μὲ ἀ­μεί­ω­το ρυθ­μό, ἀ­νυ­πό­μο­να σχε­δόν, ἐ­πι­θυ­μών­τας νὰ φτά­σει τὸ συν­το­μό­τε­ρο στὴ θερ­μαι­νό­με­νη αἴ­θου­σα τοῦ συ­νοι­κια­κοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου. Τὸ νέ­ο ὅ­μως ἡ σι­γὴ δὲν τὸν πτό­η­σε δι­ό­λου: «Σ’ἐκείνη τὴν πα­ρα­λί­α γνώ­ρι­σα πέρ­σι μιὰ κο­πέ­λα μὲ ὄ­μορ­φα πρά­σι­να μά­τια. Εἶ­χε στή­σει τὸ κα­βα­λέ­το της καὶ ζω­γρά­φι­ζε τὸ νε­ρὸ νὰ ἀ­φρί­ζει ἀ­νά­με­σα στὰ χα­λί­κια. Τὸ χει­μώ­να προ­τι­μῶ νὰ στή­νω τὸ κα­βα­λέ­το στὸ μπαλ­κό­νι, μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε. Μιὰ φο­ρὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­ζα τὸν οὐ­ρα­νὸ στὸν καμ­βὰ μὲ πλα­τι­ὲς πι­νε­λι­ές, χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Τὰ νέ­α πού μοῦ μή­νυ­σαν ἦ­ταν μαῦ­ρα σὰ τὴ νύ­χτα, ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βι­α­στι­κὰ καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πέν­θος, βρῆ­κα τὸ μι­σὸ οὐ­ρα­νὸ νὰ στέ­κε­ται στὴ μέ­ση του μπαλ­κο­νιοῦ ἀ­γέ­ρω­χος. Ὁ και­ρὸς εἶ­χε χα­λά­σει μέ­σα μου κι ἦ­ταν τό­ση ἡ μα­νί­α νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὴ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α, ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ ξύ­νω τὸ χρῶ­μα μὲ μα­νί­α. Κι ἔ­τσι ὅ­πως ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κολ­λά­ει καὶ νὰ πέ­φτει σὲ φαρ­δι­ὲς λω­ρί­δες γε­μί­ζον­τας τὸ μπαλ­κό­νι, αἰ­σθάν­θη­κα τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω της, μή­πως καὶ θυ­μη­θῶ τὶς μέ­ρες πρὶν τὸ κα­κό. Πῶς ἔ­τρι­ζε κα­θὼς θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἡ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α! Ὁ ἦ­χος μὲ ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σω, ἀλ­λὰ συ­νέ­χι­σα μὲ μα­νί­α νὰ πο­δο­πα­τά­ω τὶς μπλὲ φλοῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ χρει­ά­στη­κε νὰ μου­λιά­σω πολ­λὴ ὥ­ρα τὰ πό­δια μου στὴν πλα­στι­κὴ λε­κα­νί­τσα γιὰ νὰ βγά­λω τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πά­νω μου


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema.