Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»



Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»


Ε ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, εἴ­χα­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με μιὰ πρώ­τη ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νου, σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Γιά­μπολ, 1968) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὅ­που γιὰ ἕ­ξι συ­νε­χό­με­νες Κυ­ρια­κές, με­τα­ξὺ 5 Ἀ­πρι­λί­ου – 10 Μα­ΐ­ου 2015, πα­ρου­σι­ά­στη­καν πέν­τε με­τα­φρα­σμέ­να δι­η­γή­μα­τα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ τὶς δύ­ο συλ­λο­γές του: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013), συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νο.

       Τὸ ἐν λό­γῳ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ μιὰ οὐ­σι­α­στι­κὴ γνω­ρι­μί­α μὲ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­ρό­τι πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νος καὶ ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο, ἤ­δη μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του μὲ τὸν τί­τλο Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999), ἐν­τού­τοις, σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ χώ­ρα ὅ­πως ἡ Ἑλ­λά­δα, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κό του ἔρ­γο πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­φρα­στο καὶ ἄ­γνω­στο.

       Τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης λο­γο­τε­χνι­κῆς πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἱ­στο­λό­γιο —μὲ τὴν προ­σθή­κη καὶ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα με­τα­φρα­σμέ­νου δι­η­γή­μα­τος («Do not disturb») ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­γρά­φον­τα στὴν ἀν­θο­λο­γί­α: 83 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο μη­δέν (ἔκδ. Μ. Σι­δέ­ρη, 2017)— εὐ­τυ­χή­σα­με, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ δοῦ­με με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀρ­χι­κῶς τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, Φυ­σι­κὴ τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011) τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἵ­κα­ρος» ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Πε­ρὶ Φυ­σι­κῆς τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας καὶ ἀ­κο­λού­θως, τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, τὸ προ­α­να­φερ­θὲν Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (ἀμ­φό­τε­ρα σὲ με­τά­φρα­ση Ἀ­λε­ξάν­δρας Δ. Ἰ­ω­αν­νί­δου).

       Tὸ ἔ­τος 2018 ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ μιὰ τρί­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Ὅ­λα τα κορ­μιά μας (Всичките наши тела) πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας ἀ­πο­κλει­στι­κῶς δι­η­γή­μα­τα «μπον­ζά­ι» —ἢ «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» σύμ­φω­να μὲ τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν ὑ­πό­τι­τλο: (свръхкратки истории)— ἀ­πο­τε­λού­με­νη συ­νο­λι­κὰ ἀ­πὸ 103 μι­κρῆς ἐ­κτά­σε­ως δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να ἐ­πι­λο­γι­κὸ κεί­με­νο. Στὰ σύν­το­μα καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ δι­η­γή­μα­τα, συμ­πυ­κνώ­νον­ται ὅ­λα τὰ γνώ­ρι­μα στοι­χεῖ­α τῆς προ­σω­πι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας καὶ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὅ­πως ἀ­νι­χνεύ­ον­ται ἄλ­λω­στε καὶ στὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του, ἐ­νῶ δὲν ἀ­που­σιά­ζει καὶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὁ πει­ρα­μα­τι­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φτά­νει ἕ­ως ἕ­ναν ἀ­κραῖ­ο καὶ τολ­μη­ρὸ μι­νι­μα­λι­σμὸ —λ.χ. πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τὸ μι­κρό­τε­ρο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς ἐ­κτεί­νε­ται σὲ μό­λις τρεῖς λέ­ξεις, ἐ­νῶ τέσ­σε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δι­η­γή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ μιὰ καὶ μό­νον πρό­τα­ση— πού, ὡ­στό­σο, φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ ὡ­ρι­μό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὰ ἐ­λά­χι­στα μέ­σα κα­τορ­θώ­νει πάν­τα νὰ προ­βλη­μα­τί­ζει καὶ νὰ συγ­κι­νεῖ.

       Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2018 σὲ συ­νάν­τη­σή μου μὲ τὸν Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α νὰ πα­ρου­σια­στοῦν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ὁ­ρι­σμέ­να ἐ­πι­λεγ­μέ­να καὶ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης συλ­λο­γῆς, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φι­λό­ξε­νο καὶ ται­ρια­στὸ χῶ­ρο τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὡς «φυ­σι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα» στὸ πα­λαι­ό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ 2015. Ἡ ἰ­δέ­α ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἀ­πο­δε­κτὴ καὶ εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει ἡ σκέ­ψη νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ και­νούρ­γιο ἀ­φι­έ­ρω­μα καὶ μιὰ ἐ­κτε­νὴς συ­νο­δευ­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη τοῦ συγ­γρα­φέ­α, πε­ρι­στρε­φό­με­νη κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση τοῦ ἰ­δί­ου ἀλ­λὰ καὶ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Δυ­στυ­χῶς, πα­ρὰ τὴν κοι­νή μας πρό­θε­ση, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα αὐ­τὸ δὲν εὐο­δώ­θη­κε λό­γῳ τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων τα­ξι­δι­ῶν τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τῶν λοι­πῶν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν του ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ποὺ συ­νέ­πε­σαν μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος —τὸ ἔρ­γο αὐ­τό, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище), ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε προ­σφά­τως καὶ βρί­σκε­ται ἀ­πὸ τὰ τέ­λη Ἀ­πρι­λί­ου 2020 σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α στὴ Βουλ­γα­ρί­α, στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν οἶ­κο «Жанет 45».

       Ἐλ­πί­ζο­με, ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μης συ­νο­δευ­τι­κῆς συ­νέν­τευ­ξης, ἀ­να­πλη­ρώ­νε­ται ἐ­δῶ ὡς ἕ­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ ἀ­πὸ τὸ δι­α­φω­τι­στι­κὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α («Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλίο – κον­το­λο­γίς») ποὺ δη­μο­σι­εύ­ε­ται με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­κο­λού­θως, ἐγ­και­νι­ά­ζον­τας ἔ­τσι τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

       Στὴ συ­νέ­χεια, κά­θε Κυ­ρια­κὴ καὶ γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ὀ­κτὼ ἑ­βδο­μά­δες, πρό­κει­ται νὰ πα­ρου­σια­στοῦν οἱ πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­λεγ­μέ­νες «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἀ­πὸ τὴν ἐν λό­γῳ τρί­τη συλ­λο­γὴ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἐ­δῶ (καὶ) ὡς ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος «μι­κρο­καλ­λι­ερ­γη­τὴς» τῆς πρό­ζας, εἰ­σά­γον­τας μὲ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­να­πάν­τε­χο τρό­πο τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸν προ­σω­πι­κό του κῆ­πο τῶν «μπον­ζάι»:


  1. «Spam» («Спам»),
  2. «Lapsus» («Лапсус»),
  3. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας» («Историята на един жест»),
  4. «Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)» («Краят на Грозното пате (не е за деца)»),
  5. «Μέ­χρι τὴν πόρ­τα» («До вратата»),
  6. «Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο (χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)» («Старецът и ябълката (хро­­ни­ка анно домини 1996)»),
  7. «Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας» («Пробив в систе­мата за сугу­рност»),
  8. «Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες» («Нови безспокойства»).

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πα­τίλης.)

Εἰκόνα: Σπῦρος Ν. Παππᾶς καὶ Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (φω­το­γρα­φί­α: Γκερ­γκά­να Γκε­οργκί­ε­βα / Ге­р­га­­на Ге­о­рги­е­ва, 27 Ἰουλίου 2018 ).


			

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς: Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος



Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος


ΟΝ ΕΚΤΙΜΟΥΣΑ γιὰ τὸ τα­λέν­το του καὶ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς εἶ­χα πιά­σει τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ γε­λά­ει μὲ τὶς ἀ­τά­κες καὶ τὶς γκρι­μά­τσες του στὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Τυ­χαῖ­α τὸν συ­νάν­τη­σα σὲ μιὰ κοι­νω­νι­κὴ συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, ἀ­νά­με­σα σὲ κό­σμο. Γνω­ρι­στή­κα­με καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κῶς γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα. Ὁ λό­γος του χει­μαρ­ρώ­δης, ὅ­πως καὶ τὸ παί­ξι­μό του. Ἡ μνή­μη του ἀ­στεί­ρευ­τη, ὥ­σπου φτά­σα­με σὲ λί­γο τὴν κου­βέν­τα μας στὸν Πέ­τρο Κυ­ρια­κό*. Γνώ­ρι­ζε πολ­λὲς καὶ πι­κάν­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρα­σκη­νί­ου. Εἶ­χε πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­ρος ὅ­λα αὐ­τά, μιᾶς  ἀλ­λο­τι­νῆς νι­ό­της. Μὰ ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μέ­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μά­θω κι ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ γιὰ τὸν με­γά­λο Κυ­ρια­κό, δι­έ­κρι­να ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον θυ­μὸ στὸ βλέμ­μα του. Μὲ σχε­δὸν ἀ­πό­το­μο τρό­πο, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­στρε­ψε τὴ συ­ζή­τη­ση ἀλ­λοῦ. Σὲ λί­γο μοῦ ἔ­στρε­ψε καὶ τὴν πλά­τη, μ’ ἕ­ναν τυ­πι­κὸ χαι­ρε­τι­σμό. Δὲν εἶ­χε κι ἄ­δι­κο, ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἀ­πὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, νὰ δεί­χνω τέ­τοι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ πε­ρα­σμέ­νες δό­ξες ἑ­νὸς ἄλ­λου, ὅ­ταν εἶ­χα μπρο­στά μου ἕ­ναν ἀ­στέ­ρα ζων­τα­νό;


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

* Φω­το­γρα­φί­α: Δε­ξιὰ ὁ Πέ­τρος Κυ­ρια­κός, στὸν πε­ρί­φη­μο ρό­λο τοῦ Καρ­κα­λέ­τσου, ἀ­πὸ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ὀ­πε­ρέ­τας Οἱ ἀ­πά­χη­δες τῶν Ἀ­θη­νῶν (1930).


document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Ὁ σύντροφος


Don Quichotte - Francisco Reiguera


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ σύν­τρο­φος


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΤΕΒΗΚΕ ἀ­π’ τὸ ἄ­λο­γο. Ἔ­βγα­λε τὴν τσίγ­κι­νη λε­κα­νί­τσα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κα­χε­κτι­κὸ κορ­μί του σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἱ­δρώ­τας ἔ­στα­ζε πά­νω στὸ θώ­ρα­κα. Τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ρε ἕ­να πα­γού­ρι μὲ νε­ρό. Ἔ­δε­σε, βι­α­στι­κά, τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι σ’ ἕ­ναν πάσ­α­λο καὶ κά­θι­σε δί­πλα του. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­πι­ε με­ρι­κὲς γε­ρὲς γου­λι­ές. Ἔ­βρε­ξε τὸ μέ­τω­πό του καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πα­γού­ρι στὸ χῶ­μα. Τοῦ ζή­τη­σε τσι­γά­ρο. Ἔ­βγα­λε, ἀ­μέ­σως, ἕ­να τσα­λα­κω­μέ­νο πα­κέ­το καὶ τοῦ ἔ­δω­σε. Τὸ ἄ­να­ψε καὶ τρά­βη­ξε μιὰ βα­θιὰ ρου­φη­ξιά. Ξε­φυ­σών­τας τὸν κα­πνό, γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Πάν­τως, εἶ­σαι ἀ­λη­θι­νὸς σύν­τρο­φος, νὰ ξέ­ρεις.»

       Ὁ Ἀ­κὶμ τοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι, λέ­γον­τας:

       «Ἔ­λα, Φραν­σί­σκο, πρέ­πει δυ­στυ­χῶς νὰ ση­κω­θοῦ­με. Ὁ τρε­λός, ἀ­πέ­ναν­τι, μᾶς φω­νά­ζει πά­λι γιὰ γύ­ρι­σμα. Θέ­λει, λέ­ει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου νὰ ἔ­χου­με τε­λει­ώ­σει τὴν ται­νί­α.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας, ὈροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: σκηνὴ ἀπὸ τὸν ἡμιτελῆ Δὸν Κιχώτη τοῦ Ὄρσον Οὐέλλες, μὲ τὸν Φραν­σί­σκο Ρε­ϊ­γκου­έ­ρα ὡς Δὸν Κι­χώ­τη καὶ τὸν Α­κὶμ Τα­μί­ροφ ὡς Σάντσο Πάντσα.



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Τὸ φορτίο


Pappas,SpyrosN-ToFortio-Eikona-01


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Τὸ φορ­τί­ο


       — ΜΑ, για­τί δὲν ἀ­νά­βουν τὸ φῶς; εἶ­πε κά­ποι­ος.

       — Ἀ­κό­μα δὲν κα­τά­λα­βα, ποῦ βρι­σκό­μα­στε καὶ για­τί μᾶς ἔ­χουν ἔ­τσι στρι­μωγ­μέ­νους, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὸν δι­πλα­νό του; Ἂς με­τρη­θοῦ­με φω­να­χτά, νὰ ξέ­ρου­με του­λά­χι­στον πό­σοι εἴ­μα­στε, ψι­θύ­ρι­σε ἕ­νας τρί­τος.

       — Κύ­ριοι, γιὰ τὸ μό­νο ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σά μας, ἀλ­λι­ῶς θὰ οὔρ­λια­ζε τό­σην ὥ­ρα ἀ­πὸ τὸν τρό­μο…

       Κά­ποι­οι, ἔ­βα­λαν τὰ γέ­λια.

       Πε­τά­χτη­κε, θυ­μω­μέ­να, ὁ δι­πλα­νός του:

       — Δὲν βλέ­πω τὸ ἀ­στεῖ­ο. Μᾶς ἔ­χουν κλει­σμέ­νους στὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι, μό­λις ξυ­πνή­σα­με, βρω­μο­κο­πά­ει, καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ μᾶς πη­γαί­νουν. Ἀ­κοῦ­τε τὸν θό­ρυ­βο; Εἴ­μα­στε, προ­φα­νῶς, σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νη­θοῦ­με ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς βρί­σκε­τε δι­ά­θε­ση γιὰ κα­λαμ­πού­ρια. Νι­ώ­θω σὰν νὰ μᾶς ἔ­χουν θά­ψει ζων­τα­νοὺς ἐ­δῶ μέ­σα.

       — Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς προ­λα­λή­σαν­τες. Ἐ­γώ, πάν­τως, συμ­φω­νῶ γιὰ ἀρ­χὴ νὰ με­τρη­θοῦ­με καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὴ δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, μή­πως καὶ βγά­λου­με ἄ­κρη γιὰ τὸν λό­γο ποὺ κα­τα­λή­ξα­με ἔ­τσι μα­ζε­μέ­νοι.

       — Εἶ­μαι τὸ νού­με­ρο ἕ­να! φώναξε κά­ποι­ος αὐ­θόρ­μη­τα.


* * *


Ἡ δε­κά­τη ἕ­κτη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα γιὰ τὸν συν­τα­ξι­οῦ­χο κύ­ριο Μπρά­ουν. Τυ­λιγ­μέ­νος στὴ ζε­στὴ ρόμ­πα του εἶ­χε μό­λις φτιά­ξει τσά­ι καὶ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ὥ­σπου σὲ κά­ποι­α σε­λί­δα, ἀν­τί­κρι­σε τὸν πα­ρα­κά­τω τί­τλο, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, μὲ κά­ποι­α δό­ση ἀ­η­δί­ας: «Λύ­ση μυ­στη­ρί­ου: 18 ἀν­θρώ­πι­να κε­φά­λια ἀ­να­κα­λύ­φθη­καν σὲ κι­βώ­τιο στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο Ο’Hare τοῦ Σι­κά­γου τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ Ἰλ­λι­νό­ις γιὰ ἀ­πο­τέ­φρω­ση ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους σὲ ἰ­α­τρι­κὴ ἔ­ρευ­να».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Μύηση


Pappas,SpyrosN-Myisi-Eikona-03


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Μύ­η­ση


15-tΟ ΜΙΚΡΟ κλει­στὸ φορ­τη­γά­κι κυ­λοῦ­σε σὲ δύ­σβα­τους χω­μά­τι­νους δρό­μους. Κά­να­με στά­ση καὶ φά­γα­με ἄ­γρια κού­μα­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας, κα­τού­ρη­σε σὲ ἕ­ναν θά­μνο, πιὸ πέ­ρα.

       —Κα­τού­ρα κι ἐ­σύ, δὲν ἔ­χου­με χρό­νο γιὰ χά­σι­μο.

       Φτά­σα­με, ἐ­πι­τέ­λους, στὸν προ­ο­ρι­σμό μας. Ὁ τσο­πά­νης, ἔ­δει­ξε τὰ ἀρ­νιὰ στὸ μαν­τρί. Ὁ πα­τέ­ρας, δι­ά­λε­ξε τὰ δώ­δε­κα, ὅ­πως εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει. Πιὸ κά­τω, ὑ­πῆρ­χαν δύ­ο ἐ­λι­ές.

       — Ἐ­κεί θὰ τὰ σφά­ξου­με, εἶ­πε.

Ἑ­τοί­μα­σαν τὶς λε­κά­νες γιὰ τὸ ξέ­πλυ­μα, ἔ­στη­σαν τὰ τσιγ­κέ­λια στὶς δι­χά­λες καὶ ἄρ­χι­σε τὸ σφά­ξι­μο.

       — Ἐ­σύ, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας, θὰ πα­τᾶς τὸ ἀρ­νὶ μὲ τὸ πο­δα­ρά­κι σου, ἔ­τσι στὸν λαι­μό, γε­ρά, γιὰ νὰ πε­τά­γε­ται μὲ πιὸ με­γά­λη πί­ε­ση τὸ αἷ­μα καὶ νὰ πε­θά­νει γρη­γο­ρό­τε­ρα. Με­τὰ θὰ τὸ φου­σκώ­σου­με μὲ τὴν τρόμ­πα καὶ θὰ τὸ γδά­ρου­με στὴν ἐ­λιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.). Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει ἐπιμεληθεῖ τὸ ἀφιέρωμα στὸν Βούλγαρο συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ.



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


01-Pappas,Sp.-Gk.Gkospontinof-Eisagogi-Eikona


Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ

(Георги Господинов)


02-OmikronΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΟΣΠΟΝΤΙΝΟΦ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968) εἶ­ναι ἴ­σως ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καὶ ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό (με­τὰ τὸ 1989). Σπού­δα­σε Βουλ­γα­ρι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σό­φιας «Ἅ­γιος Κλή­μης Ἀ­χρί­δος» («Св. Климент Охридски»). Εἶ­ναι συν­τά­κτης τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Λι­τε­ρα­τοῦ­ρεν Βέ­στνικ (Литературен Βестни), ἀρ­θρο­γρά­φος τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Ντνέβ­νικ (Дневник) καὶ συν­τά­κτης τοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ πα­ραρ­τή­μα­τος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Οrient Express τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶ­ναι Δι­δά­κτωρ τοῦ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του τῆς Βουλ­γα­ρι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἐ­πι­στη­μῶν (БАН) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2000 δί­δα­ξε στὸ Ἐ­θνι­κὸ Βουλ­γα­ρι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ (1998) καὶ σύγ­χρο­νη βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (1999-2000).

       Ἡ πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, Lapidarium (Лапидариум, 1992), ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου (1993), ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ), ἔ­λα­βε τὸ βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Βουλ­γά­ρων Συγ­γρα­φέ­ων γιὰ τὸ κα­λύ­τε­ρο βι­βλί­ο τῆς χρο­νιᾶς (1996). Ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003), ἡ ὁ­ποί­α, μα­ζὶ μὲ τὶς δύ­ο προ­η­γού­με­νες καὶ ἕ­ναν ἀ­κό­μα και­νούρ­γιο ποι­η­τι­κὸ κύ­κλο, πε­ρι­ε­λή­φθη­σαν στὸν συγ­κεν­τρω­τι­κὸ τό­μο Μπαλάντες καὶ διαλύσεις (Балади и распади, 2007). Ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των του ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ στὰ γερ­μα­νι­κὰ ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Kleines morgendliches Ver­bre­chen (Droschl, 2010) καὶ ἔ­χει λά­βει ἐ­παι­νε­τι­κὲς κρι­τι­κὲς ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες γερ­μα­νι­κὲς ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, καὶ στὴν ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α New European Poets (Graywolf Press, USA, 2008).

       Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τοῦ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου D.J. (ἀρ­χι­κὰ τοῦ Don Juan) τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὸ κα­λύ­τε­ρο βουλ­γα­ρι­κὸ δρα­μα­τουρ­γι­κὸ κεί­με­νο («Икар» 2004), ἐ­νῶ τὸ δεύ­τε­ρο θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο του, Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вечерта, 2010), ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2011 ἀ­νά­με­σα σὲ 300 ἔρ­γα ἀ­πὸ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ φε­στι­βὰλ «hotINK at the LARK» τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­ξί­ζει ἐ­πί­σης νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ ὅ­τι ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α «Ὀ­με­λέ­τα» («Омлет», σκη­νο­θε­σί­α: Ν. Κό­σε­βα) σὲ σε­νά­ριο τοῦ Γκ. Γκο­σπον­τί­νοφ, ἔ­λα­βε εἰ­δι­κὴ μνεί­α στὸ κο­ρυ­φαῖ­ο φε­στι­βὰλ ἀ­νε­ξάρ­τη­του κι­νη­μα­το­γρά­φου «Sundance» τὸ 2009.

       Ἂν καὶ πο­λύ­πλευ­ρος λο­γο­τέ­χνης, ἔ­χον­τας ἐ­πι­δεί­ξει πλού­σιο καὶ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο —πα­ρὰ τὸ σχε­τι­κὰ νε­α­ρὸ τῆς ἡ­λι­κί­ας του— σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη (ποί­η­ση, δρα­μα­τουρ­γί­α, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, σε­νά­ριο, δο­κί­μιο, κρι­τι­κή), εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ με­τα­μον­τέρ­νο, Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999) —με­τα­φρα­σμέ­νο ἤ­δη σὲ δε­καεν­νέ­α γλώσ­σες— τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­καί­ως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων εὐ­νο­ϊ­κῶν κρί­σε­ων σὲ δι­ε­θνῆ ἔν­τυ­πα— ὡς «μη­χα­νὴ ἱ­στο­ρι­ῶν» (ἐφ. Le Courrier), «χι­ου­μο­ρι­στι­κό, με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κό» (ἐφ. The Times), «ταυ­τό­χρο­να γή­ι­νο καὶ πνευ­μα­τῶ­δες» (ἐφ. The Guardian). Τὸ ἑ­πό­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011), βρέ­θη­κε σύν­το­μα στὴν πρώ­τη θέ­ση τῶν εὐ­πώ­λη­των βι­βλί­ων τῆς Βουλ­γα­ρί­ας (ἀ­πο­σπών­τας καὶ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖο Λο­γο­τε­χνί­ας, Βουλ­γα­ρι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τῆς Χρο­νιᾶς, 2013), ἐ­πι­τυγ­χά­νον­τας, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μα φο­ρά, τὸν δύ­σκο­λο συν­δυα­σμὸ τῆς ἐμ­πο­ρι­κό­τη­τας μὲ τὴν ποι­o­τι­κὴ γρα­φή, ποὺ ἔ­χουν κα­τα­στή­σει τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς δη­μο­φι­λέ­στε­ρους συγ­γρα­φεῖς στὴν πα­τρί­δα του καὶ τὸν πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο ἐκ­πρό­σω­πο τῆς σύγ­χρο­νης βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ (δὲν εἶ­ναι, ἄλ­λω­στε, τυ­χαῖ­ο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἰ­τα­λι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ἐν λό­γῳ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­κη­ρύ­χτη­κε ἀ­πὸ τὸν ἱ­στό­το­πο bookrepublic.it ὡς ἡ κα­λύ­τε­ρη ξε­νό­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση στὴν Ἰ­τα­λί­α γιὰ τὸ 2013, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο, βρέ­θη­κε στὴν τε­λι­κὴ πεν­τά­δα τῶν ὑ­πο­ψή­φι­ων βι­βλί­ων γιὰ τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἰ­τα­λι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Strega»).

       Ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω συ­στα­τι­κά, ποὺ συγ­κρο­τοῦν τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, αὐ­τοῦ τοῦ ξε­χω­ρι­στοῦ «χι­ου­μο­ρί­στα τῆς ἀ­πό­γνω­σης» (ἐφ. Neue Zurcher Zeitung) ἐν­το­πί­ζον­ται συμ­πυ­κνω­μέ­να καὶ στὴν πρώ­τη —με­τα­φρα­σμέ­νη σὲ ἑ­πτὰ γλώσ­σες— συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), ὅ­που ἐ­κεῖ, μὲ «κο­φτε­ρὴ πέν­να καὶ εὐ­αί­σθη­το βλέμ­μα» (ἐφ. Le Nouvel Observateur) ὁ συγ­γρα­φέ­ας, μὲ κυ­ρί­αρ­χο φόν­το τὴν με­τὰ-κομ­μου­νι­στι­κὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ τὰ βι­ώ­μα­τα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ξε­τυ­λί­γει μέ­σα ἀ­πὸ φαι­νο­με­νι­κὰ κοι­νό­τυ­πες ἱ­στο­ρί­ες, τὸ νῆ­μα τῶν χα­ρα­κτή­ρων του, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο χι­οῦ­μορ ὡς μέ­σο ἰ­σορ­ρο­πί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α (δὲν δι­στά­ζει, μά­λι­στα, νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­ει, κα­τὰ πε­ρί­πτω­ση, τὸ εὐ­έ­λι­κτο ὄ­χη­μα τῆς ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­ας καὶ τῆς ἀλ­λη­γο­ρί­ας) ἐ­πά­νω στὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ τοῦ ἰ­λα­ρο­τρα­γι­κοῦ, δι­α­τη­ρών­τας πάν­το­τε, μιὰ δι­εισ­δυ­τι­κή, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νη ὅ­σο καὶ συγ­χω­ρη­τι­κὴ ὀ­πτι­κή.

       Ἡ ἐν λό­γῳ συλ­λο­γή, με­τα­φρά­στη­κε τὸ 2007 στὰ ἀγ­γλι­κὰ (κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς Η.Π.Α. ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Νο­r­t­h­w­e­s­t­e­rn University Press) καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ Δι­ε­θνὲς Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γη­μά­των «Frank O’Connor», ἐ­νῶ θὰ πρέ­πει νὰ ση­μει­ώ­σο­με ὅ­τι τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, συμ­με­τεῖ­χε μὲ ἕ­να δι­ή­γη­μά του στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Best European Fiction 2010 (Dalkey Archive Press, ed. Alexander Hemon) στὶς Η.Π.Α.

       Κά­νον­τας ἐ­δῶ μιὰ ἁ­δρο­με­ρῆ ἀ­νά­λυ­ση τῶν —ἀ­νι­χνευ­ό­με­νων καὶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του— στοι­χεί­ων ποὺ συν­θέ­τουν τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, δι­α­πι­στώ­νο­με ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, κι­νοῦν­ται σὲ ἐ­πάλ­λη­λα ἐ­πί­πε­δα (τὰ ὁ­ποῖ­α πολ­λὲς φο­ρὲς θυ­μί­ζουν ἱ­στο­ρί­ες μέ­σα σὲ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες) καὶ ἐ­πι­φυ­λάσ­σουν συ­νή­θως ἕ­να ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ τέ­λος, δί­νον­τας τὴν εὐ­και­ρί­α στὸν ἀ­να­γνώ­στη γιὰ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς με­τα-ἱ­στο­ρί­ας, καὶ τῶν πα­ρα­μέ­τρων ἐ­κεί­νων ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὑ­πο­νο­οῦν­ται πα­ρὰ ἐκ­δη­λώ­νον­ται, κα­θὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας, μὲ ἀ­φορ­μὴ συ­χνὰ ἕ­να προ­σχη­μα­τι­κὸ γε­γο­νὸς ἢ μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς «ἄ­χα­ρης» κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, κα­τορ­θώ­νει, ἐν τέ­λει, νὰ με­τα­θέ­τει τὸ κέν­τρο βά­ρους τῶν ἀ­φη­γή­σε­ών του, ἀ­πὸ τὸ το­πι­κὸ καὶ εὐ­και­ρια­κὸ στὸ κα­θο­λι­κὸ καὶ ὑ­περ­χρο­νι­κό. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, πραγ­μα­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση, ἀ­νε­πι­τή­δευ­τα, θέ­τον­τας μὲ εὔ­στο­χο τρό­πο ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τρο­φο­δο­τοῦν καὶ «ἐ­πα­νεκ­κι­νοῦν» δια­ρκῶς τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ «μυ­θο­λο­γί­α» του, ἐκ­φρά­ζον­τας μιὰ σχε­δὸν παι­δι­κὴ ἀ­πο­ρί­α γιὰ βε­βαι­ό­τη­τες καὶ αὐ­θεν­τί­ες (δὲν δι­στά­ζει συ­χνὰ νὰ δυ­σπι­στεῖ ἀ­κό­μα καὶ στὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό του) ἐ­νῶ κρα­τᾶ ἴ­σες ἀ­πο­στά­σεις στὰ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα, χω­ρὶς νὰ ὀ­λι­σθαί­νει στὴν ἠ­θι­κο­λο­γί­α καὶ δί­χως νὰ χά­νει τὴν ὑ­φέρ­που­σα με­λαγ­χο­λι­κή, ἄλ­λο­τε εἰ­ρω­νι­κὴ καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε (αὐ­το)ὑ­πο­νο­μευ­τι­κή του δι­ά­θε­ση.

       Ἡ γρα­φὴ τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, δι­α­κρί­νε­ται, ἐν γέ­νει, ἀ­πὸ πρω­το­τυ­πί­α καὶ ἀ­με­σό­τη­τα, τολ­μη­ρὴ σύλ­λη­ψη θε­μά­των μὲ μιὰ ἄ­νε­ση στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμό, ποὺ ὑ­πο­δη­λώ­νει ἀ­φ’ ἑ­νὸς στέ­ρε­α γνώ­ση τῶν σύγ­χρο­νων λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των καὶ ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου γό­νι­μη ἀ­φο­μοί­ω­ση τῶν ἐ­πιρ­ρο­ῶν ποὺ ἔ­χει δε­χτεῖ ἀ­πὸ εὐ­ρω­παί­ους καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς (μὲ ἐμ­φα­νέ­στε­ρη ἐ­κεί­νη τοῦ Μπόρ­χες). Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, κα­τα­φέρ­νει σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, νὰ δι­α­τη­ρεῖ ξε­κά­θα­ρο τὸ προ­σω­πι­κό του στίγ­μα, φα­νε­ρώ­νον­τας ἕ­να αὐ­θεν­τι­κὸ καὶ ζω­η­ρὸ τα­λέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν «ἐμ­πει­ρί­α» καὶ τὶς «ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες» τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Εὐ­ρώ­πης (ἀ­πὸ ὅ­που ἀν­τλεῖ ἄ­φθο­νη πρώ­τη ὕ­λη) μὲ τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα τῆς δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ τοῦ ὑ­πό­λοι­που κό­σμου, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο, ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­λεῖ­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει ἕ­ναν οὐ­σι­α­στι­κὸ λό­γο καὶ νὰ συν­τά­ξει τὸν προ­σω­πι­κό του «ὁ­δη­γὸ ἐ­πι­βί­ω­σης».

       Ἂς δοῦ­με, ὅ­μως, μὲ ποιόν τρό­πο, ὁ ἴ­διος, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα («Пред­истории») τῆς τρί­της βουλ­γα­ρι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν δι­η­γη­μά­των του, δί­νει μιὰ γλα­φυ­ρὴ εἰ­κό­να γιὰ τὴν παι­γνι­ώ­δη σχέ­ση του μὲ τὴ γρα­φή, τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμό του, τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς ἐ­πι­λο­γὲς καὶ προ­θέ­σεις του, κα­θὼς καὶ τὴ βα­θύ­τε­ρη ὑ­πό­στα­ση τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἱ­στο­ρι­ῶν (ὅ­πως ὁ ἴ­διος ἐ­πι­μέ­νει στα­θε­ρὰ νὰ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ) εἰ­σά­γον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἕ­ναν πα­ράλ­λη­λο —ὅ­σο καὶ ἀ­θέ­α­το— κό­σμο, μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νὸ ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης, ἕ­να φευ­γα­λέ­ο «προ­σπέ­ρα­σμα», τὴ στιγ­μὴ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­χω­ρεῖ δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ προ­σκή­νιο, δί­νον­τας τὸν πρῶ­το λό­γο στὶς κα­θαυ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες:


«[…] Καὶ για­τί δη­λα­δὴ Καὶ ἄλ­λες; Ποι­ά εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ λεί­πει στὴν ἀρ­χή; Καὶ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­α; Σκέ­φτο­μαι, ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­σχέ­τως ἂν εἶ­ναι γιὰ μύ­γες, ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ἢ γιὰ τὴν ψυ­χὴ ἑ­νὸς γου­ρου­νιοῦ τὰ Χρι­στού­γεν­να, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κές. Κά­θε ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ καὶ νὰ ἀ­κου­σθεῖ […] Σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο τοῦ βι­βλί­ου, ὁ Γκα­ου­στὶν [ΣτΜ. alter ego τοῦ συγ­γρα­φέ­α] ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἂν στρα­τη­γι­κῶς ἔ­χο­με χά­σει τὸ παι­χνί­δι, οἱ ἄ­σκο­πες κι­νή­σεις τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μας πάν­τα θὰ ἀ­να­βάλ­λου­νε τὸ τέ­λος. […]

       »Για­τί ἱ­στο­ρί­ες, καὶ ὄ­χι δι­η­γή­μα­τα; Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι κα­λῶς δο­μη­μέ­νο, βου­τηγ­μέ­νο σὲ κα­νό­νες καὶ μὲ γρα­πτὴ πα­ρά­δο­ση. Ὅ­μως (κα­θα­ρῶς ἱ­στο­ρι­κά) ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τό. Εἶ­ναι ζων­τα­νή, καὶ ὡς ἐκ τού­του ἀ­τε­λής, ἀ­νέ­με­λη καὶ φθαρ­τή. Σὲ αὐ­τό, προ­σω­πι­κὰ ἐ­γὼ βρί­σκω ἀ­ξί­α. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­α­τη­ρεῖ ἀ­κό­μα τὴ μνή­μη τοῦ στό­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν ξε­στό­μι­σε καὶ τοῦ ἀ­φτιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο βυ­θί­στη­κε.

       »Ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ καὶ ὡς ἑ­ξῆς: Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν δε­χτοῦ­με, ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι μό­νο μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες, καὶ ἐ­πὶ τού­του, μα­κρὰν ἡ λι­γό­τε­ρο κα­λή. […] Τί ἄλ­λο; Οἱ μι­σὲς ἀ­πὸ τὶς ἐ­δῶ ἀ­φη­γή­σεις βα­σί­ζον­ται σὲ πράγ­μα­τα ποὺ συ­νέ­βη­σαν, καὶ οἱ ἄλ­λες μι­σὲς – σὲ ἐν­τε­λῶς φαν­τα­στι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό. Καὶ πά­λι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση ἐ­τοῦ­το δὲν εἶ­ναι ἔ­γνοι­α πα­ρὰ μό­νο τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Για­τί γρά­φτη­καν αὐ­τὲς οἱ λέ­ξεις; Καὶ τί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἤ­θε­λα νὰ πῶ; Σᾶς κρά­τη­σα (ἀ­φε­λὴς κί­νη­ση) γιὰ λί­γο στὸ κα­τώ­φλι, μέ­χρι νὰ βγῶ ἐ­γὼ κι ἐ­σεῖς νὰ μπεῖ­τε. Σὲ αὐ­τὴ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση, σὲ τού­τη τὴ συ­νάν­τη­ση καὶ τὸ προ­σπέ­ρα­σμα, βρί­σκε­ται κά­ποι­ες φο­ρὲς ὁ­λό­κλη­ρο τὸ νό­η­μα τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μας […].


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴν ἴ­δια ὡ­ρι­μό­τη­τα καὶ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ἀ­πό­στα­ση δέ­κα τρι­ῶν ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2013, τὴν ἰ­σά­ξια, δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, μὲ τί­τλο Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна) ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζον­ται με­τα­φρα­σμέ­να τὰ δι­η­γή­μα­τα: «Κ­ό­ρη», «Φαν­τά­σμα­τα» καὶ «Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ Θά­λασ­σα», ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ Καὶ ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες, με­τα­φρά­ζον­ται: «Τὰ ἄ­σπρα σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας» καὶ «Παι­ώ­νι­ες καὶ Μὴ μὲ λη­σμό­νει».

       Γιὰ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βα­σι­κὲς με­λέ­τες (Ἀλ­μπέ­να Χρά­νο­βα, Георги Господинов: Разроявания, 2004· Μα­ριά­να Τον­το­ρό­βα, Гео­рги Господинов – от Гаустин до градинаря, 2009) καὶ ἔ­χουν ἐκ­πο­νη­θεῖ ἀρ­κε­τὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς δι­α­τρι­βὲς (ΒΑ, ΜΑ) τό­σο στὴ Βουλ­γα­ρί­α ὅ­σο καὶ σὲ πα­νε­πι­στή­μια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (Γερ­μα­νί­α, Ρω­σί­α, Πο­λω­νί­α). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014, ὁ συγ­γρα­φέ­ας τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας «Ἰ­βὰν Βά­ζοφ» («Иван Вазов»), γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά του στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).