Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ὁ μετανάστης

PapantoniouZacharias-OMetanastis-Eikona-01


Ζα­χα­ρί­ας Πα­παν­τω­νί­ου


Ὁ με­τα­νά­στης


02-OmikronΓΙΑΝΝΗΣ ἦ­ταν τρι­ῶν χρο­νῶν, ἀ­π’ τὴ Μά­νη. Ὁ Ἡ­ρα­κλῆς δὲν εἶ­χε φτά­σει ἀ­κό­μη στὴν ἡ­λι­κί­α του, ὅ­ταν ἔ­πνι­ξε τὰ φί­δια. Μὰ κι ὁ Γιά­ννης στὰ τρί­α του χρό­νια ἔ­κα­μεν ὅ,τι μπο­ροῦ­σε.

       Ἕ­να βρά­δυ ἡ για­γιά του ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς στὸν κῆ­πο τοῦ Κλαυθ­μῶ­νος: «Οἱ Μασ­σῶ­νοι! τὸ Γι­αν­νά­κη! Τὸν πῆ­ραν οἱ Μασ­σῶ­νοι! Γιά­ννη, Γι­αν­νά­κη!…»

       Ἦ­ταν μαυ­ρον­τυ­μέ­νη, κό­ρα­κας. Εἶ­χε κλά­ψει πολ­λοὺς δι­κούς της καὶ μ’ αὐ­τοὺς τὸν πα­τέ­ρα καὶ τὴ μάν­να τοῦ Γι­αν­νά­κη. Ὁ Γι­αν­νά­κης, τώ­ρα, κα­τα­μό­να­χος, δὲν εἶ­χε πα­ρὰ τὴν κυ­ρού­λα του νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψη ἢ νὰ τὸν δεί­ρη. — Ἂν κά­τσης φρό­νι­μα, τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα, θὰ σὲ πά­ω σ’ ἕ­να με­γά­λο κῆ­πο ποὺ θὰ ἰ­δῆς τὰ χί­λια καὶ τὰ μύ­ρια που­λιὰ καὶ τὰ δέν­τρα. Τὸν ἔ­φε­ρε στὸν κῆ­πο τοῦ Κλαυθ­μῶ­νος. Κα­θὼς ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη στὸν πάγ­κο τοῦ κή­που μπά­λω­νε τὴ φτέρ­να μιᾶς κάλ­τσας. Κ’ ἐ­νῶ συλ­λο­γιό­ταν τοὺς πε­θα­μέ­νους της καὶ τὸ πρά­σι­νο κοι­μη­τῆ­ρι τοῦ χω­ριοῦ ποὺ τὸ ἤ­ξε­ρε δεν­τρά­κι γιὰ δεν­τρά­κι καὶ πέ­τρα γιὰ πέ­τρα, σὰ νὰ ἦ­ταν τώ­ρα δὰ ἐ­κεῖ καὶ νὰ περ­πα­τοῦ­σε μέ­σα, γυ­ρί­ζει… καὶ δὲ βλέ­πει κα­νέ­να. Ὁ Γι­αν­νά­κης εἶ­χε χα­θῆ. Χρι­στὸς καὶ Πα­να­γιά! Γι­αν­νά­κη! Γιά­ννη… Τὸ βρά­δυ πλη­σί­α­ζε, ὁ τροῦλ­λος τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων μαύ­ρι­ζε μέ­σα στὸν κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νὸ – ἡ χά­ρη τους. Γιά­ννη! Ἔ­χω­σε μὲ ὁρ­μὴ τὴν κάλ­τσα μὲ τὴν κου­βα­ρί­στρα στὴν τσέ­πη της κ’ ἔ­τρε­ξε κου­νῶν­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ δι­α­βά­τη σὲ δι­α­βά­τη. Γιά­ννη! Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της ποὺ εἶ­χε προ­χω­ρή­σει κ’ ἔ­ψα­χνε, εἶ­δε κά­ποι­ο μω­ρὸ νὰ τρέ­χη μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πρὸς τὴν ὁ­δὸ Στα­δί­ου. Ἦ­ταν αὐ­τός. Πιά­στε τον! Τοῦ φώ­να­ξε νά στα­θῆ. Ὁ Γιά­ννης ἔ­τρε­χε. Τὸν κυ­νή­γη­σε. Ἔ­τρε­χεν ὁ Γιά­ννης. Τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο. Τοῦ γλί­στρη­σεν ὁ Γιά­ννης. Τοῦ φώ­να­ζεν ἡ γριὰ κλαί­γον­τας: «Στά­σου! Στά­σου!» Στρα­τι­ῶ­τες καὶ πο­λί­τες τὸν κυ­νη­γοῦ­σαν. Ἐ­πὶ τέ­λους τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν πί­σω. Εἶ­χε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα. — Κα­κοῦρ­γε, τοῦ φώ­να­ξεν ἡ γριὰ καὶ τὸν τρά­βη­ξε μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω της, κα­θὼς κά­θη­σε πά­λι στὸ μπάγ­κο. Ἔ­πει­τα τὸν γύ­ρι­σεν ἀ­νά­πο­δα, τοῦ σή­κω­σε τὸ ροῦ­χο καὶ φα­νε­ρώ­νον­τας τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη τῶν παι­δι­ῶν ποὺ δὲν ξέ­ρει ἀ­ριθ­μη­τι­κή, ἐ­πει­δὴ πο­τέ, κα­θὼς λέ­νε, δὲν θυ­μᾶ­ται πό­σες ξυ­λι­ὲς ἐ­μά­ζε­ψε, τοὔ­δω­σεν ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω τέσ­σε­ρες κο­πα­νι­στές, ποὺ τὶς με­τροῦ­σε με­γα­λό­φω­να καὶ τὶς τέσ­σε­ρες, κα­θὼς ὁ λα­δᾶς τὶς τε­νε­κε­δι­ὲς τοῦ λα­διοῦ. — Νά! — Νά! — Νά! — Νά! Ὁ Γιά­ννης ἔ­φα­γε καὶ τὶς τέσ­σε­ρες μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια, χω­ρὶς νὰ πῆ λέ­ξη, μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους. — Ποῦ πή­γαι­νες, κα­κοῦρ­γε; Οἱ με­γά­λες πρά­ξεις δὲν ἔ­χουν ἀ­πο­λο­γί­α. Πή­γαι­νε στὸ νέ­ο κό­σμο! Ἡ για­γιά του τὸν εἶ­χε φέ­ρει σ’ ἕ­ναν κῆ­πο, ποὺ ὁ Γιά­ννης, χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ ξέ­ρη τὴν πο­λι­τι­κή του ἱ­στο­ρί­α, τὸν βρῆ­κε κῆ­πο θλι­βε­ρὸ καὶ κου­τό. Παι­διὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ παί­ξη. Οὔ­τε που­λιά. Εἶ­δε μό­νο με­ρι­κοὺς ξε­σκι­σμέ­νους καὶ κου­τσοὺς νὰ ξύ­νων­ται κα­θι­σμέ­νοι στοὺς πάγ­κους ὥ­ρα πολ­λή. Κον­τὰ ἡ κυ­ρού­λα, μαύ­ρη κα­θὼς ἡ νύ­χτα, κα­θὼς τὰ πη­γά­δια, κα­θὼς τὰ κο­ρά­κια, μὲ τὸ κε­φά­λι κρυμ­μέ­νο στὴ μαν­τή­λα της, συλ­λο­γι­ό­ταν τοὺς πε­θα­μέ­νους της ποὺ κοι­μοῦν­ται στὴ Νά­ξο, ἐ­νῶ μπά­λω­νε τὴν κάλ­τσα καὶ κά­που-κά­που φώ­να­ζε: «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴ φεύ­γεις ἀ­π’ τὴν κυ­ρού­λα, Γιάν­νη!» Καὶ ξα­να­σώ­παι­νε ἡ για­γιά, κι’ ἄ­κου­γεν ὁ Γιά­ννης τὴ σι­ω­πή της… Μό­λις ὅ­μως πλη­σί­α­σε τὸ βρά­δυ, ἔ­νι­ω­σε κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ χα­ρω­πὸ βού­ϊ­σμα ἀ­πὸ τρο­χοὺς ἁ­μα­ξι­ῶν, πέ­τα­λα πε­ρή­φα­νων ἀ­λό­γων, πα­τή­μα­τα ἀν­θρώ­πων… Ἦ­ταν πί­σω ἀ­π’ τὸ με­γά­λο σπί­τι ποὺ λέ­γε­ται ὑ­πουρ­γεῖ­ο… Ἦ­ταν, λέ­ει, ἕ­νας με­γά­λος δρό­μος ποὺ λέ­γε­ται ὁ­δὸς Στα­δί­ου… Τό­σοι ἄν­θρω­ποι δὲν πέ­ρα­σαν πο­τὲ ἀ­π’ τὴ Μά­νη. Οὔ­τε στὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς κυ­ρού­λας δὲν ἦ­ταν τό­σοι ἄν­θρω­ποι… Μὰ τί νὰ γί­νε­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­π’ τὸ με­γά­λο ὑ­πουρ­γεῖ­ο; Αὐ­τὸς ὁ δρό­μος θἆ­ναι βέ­βαι­α γε­μᾶ­τος παι­γνί­δια καὶ γλυ­κά. Θ’ ἁ­πλώ­νης καὶ θὰ παίρ­νης ἕ­να κόκ­κι­νο φα­σου­λῆ, ποὺ θὰ τὸν τρῶς ὕ­στε­ρα, για­τὶ θἄ­χη ρο­σό­λι μέ­σα, ἕ­να κί­τρι­νο που­λί, μιὰ με­γά­λη δε­κά­ρα. Ὅ­μως ἡ κυ­ρού­λα φω­νά­ζει: «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴν παί­ζεις μα­κρυ­ά, Γιά­ννη!» Ὁ Γιά­ννης ἔ­στη­σε τ’ αὐ­τί του ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κύτ­τα­ξε πρὸς τὰ κεῖ. Φῶ­τα εἶ­ν’ ἀ­ναμ­μέ­να. Θὰ περ­νᾶ ὁ βα­σι­λιᾶς; Οἱ στρα­τη­γοί; Ποιός ξέ­ρει. Ἡ κυ­ρού­λα εἶ­ναι σκυμ­μέ­νη πάν­τα στὸ μπά­λω­μα. Ἡ μαύ­ρη της μαν­τή­λα τὴν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ βλέ­πη ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα ποὺ μπα­λώ­νει. Τώ­ρα ἄρ­χι­σε καὶ τὸ μοι­ρο­λό­γι καὶ κου­νεῖ καὶ τὸ κε­φά­λι σι­γο­κλαί­γον­τας. Αὐ­τὲς τὶς στιγ­μὲς οἱ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι φεύ­γουν! Ὁ Γιά­ννης προ­χώ­ρη­σε σι­γά, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν κῆ­πο κι’ ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἔ­κα­με φτε­ρά. Πά­ει στὸ με­γά­λον κό­σμο… Μὰ μό­λις ἔ­φτα­σε στὴν ὁ­δό Στα­δί­ου κ’ εἶ­δε πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ περ­νοῦν κον­τά του, νά! σὰν ἐ­δῶ ἴ­σα μὲ κεῖ, μό­λις πρό­φτα­σε νὰ ἰ­δῆ πὼς ἔ­χουν χρυ­σὲς κα­δέ­νες κι ἀ­ση­μέ­νια μπα­στού­νια, πρὶν ἀ­κό­μα κα­λο­κυτ­τά­ξη πό­σο γρή­γο­ρα οἱ ρό­δες κυ­λοῦ­σαν καὶ πῶς τὰ τζά­μια εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ κου­τιὰ μὲ ζω­γρα­φι­ές – ἡ κυ­ρού­λα ἔ­τυ­χε νὰ ση­κώ­ση τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὴν κάλ­τσα της κ’ ἔ­βγα­λε μιὰ τέ­τοι­α φω­νὴ ποὺ πι­ά­στη­κεν ὁ Γιά­ννης, ὁ με­τα­νά­στης! Δὲν εἶ­ναι οἱ τέσ­σε­ρες ξυ­λι­ὲς ποὔ­φα­γε. Τό­σο σφι­χτὰ τοῦ κρα­τεῖ τὸ χέ­ρι ἡ για­γιὰ κα­θὼς τὸν πη­γαί­νει ἀ­πό­ψε σπί­τι, ποὺ ὁ Γιά­ννης φο­βᾶ­ται μή­πως δὲν μπο­ρέ­σει νὰ κά­μη ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ ἴ­διο. Τά­χα θὰ ξα­να­φτά­ση ἐ­κεῖ; Θὰ μπο­ρέ­ση νὰ τὸ σκά­ση δεύ­τε­ρη φο­ρά; Θὰ ξα­ναγ­γί­ξη τὸ με­γά­λο κό­σμο; Μὰ ἡ γριὰ τὸν κρα­τεῖ ἀ­πό­ψε γιὰ χρό­νια. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ τὸν κλεί­ση γιὰ ν’ ἀ­κού­η τὰ μοι­ρο­λό­για της καὶ νὰ βλέ­πη τὰ μπα­λώ­μα­τά της. «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴν παί­ζεις μα­κρυ­ά, Γιά­ννη!» Ἡ γριὰ θὰ τὸν κρα­τά­η δι­κό της, ὣς ποὺ νὰ με­γα­λώ­ση. Μπο­ρεῖ νὰ τὸν ξα­να­πά­η καὶ στὸ χω­ριό. Δὲ θὰ τὸν ἀ­φή­ση ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα νὰ βγαί­νη ἀ­π’ τὴν αὐ­λή. Ὁ Γιά­ννης νι­ώ­θει πὼς δὲν εἶ­ναι μο­να­χός του. Τοῦ φαί­νε­ται, κα­θὼς τόν πᾶ­νε σπί­τι, πὼς ὅ­λοι οἱ πε­θα­μέ­νοι ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἦρ­θαν καὶ τὸν τρα­βοῦν ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο μή­πως φύ­γη – καὶ τοὺς ξε­χά­ση!

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990.

Ζα­χα­ρί­ας Πα­παν­τω­νί­ου (Καρ­πε­νή­σι, 1977 – Ἀθήνα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, παι­δι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πο­λε­μι­κὰ τρα­γού­δια (ποί­η­ση, 1898). Ἄλ­λα ἔρ­γα του: Δι­η­γή­μα­τα (1927), Ἅ­γιον ὅ­ρος (1934).

Advertisements