Γιάννης Παπαγιάννης: Ὁ Ἄχρονος ἄνθρωπος

 

 

Papagiannis,Giannis-OAchronosAnthropos-Eikona-02

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης

 

Ὁ ἄχρονος ἄνθρωπος

 

03-Omikron GEORG KANTOR, πα­τέ­ρας τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν συ­νό­λων, ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος (λέ­νε) ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ μο­να­δι­κὸ το­μέ­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ὅ­που ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει. Πα­ρα­τή­ρη­σε, λοι­πόν, αὐ­τὸς ὁ μέ­γας μα­θη­μα­τι­κὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­θέ­λη­τα κα­τέ­λη­ξε ἔγ­κλει­στος σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή, ὅ­τι στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, δὲν εἶ­ναι ἀ­λη­θὲς παν­τοῦ, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, εἶ­ναι πάν­τα ἀ­λη­θές, ἑ­πο­μέ­νως, στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος. Καί, ὁρ­μώ­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια του αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε, μή­πως, ἐ­φ’ ὅ­σον ὑ­πάρ­χει ἔ­στω ἕ­νας το­μέ­ας δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος, ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει καὶ σὲ ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ἀλ­λὰ εἶ­ναι, ἁ­πλῶς, μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση καί, μή­πως, ἐ­ὰν πι­στέ­ψει ὅ­τι ὁ και­ρὸς δὲν περ­νά­ει, στα­μα­τή­σει πράγ­μα­τι ὁ χρό­νος καὶ αὐ­τός, ὁ G­e­o­rg K­a­n­t­or, γί­νει ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ θὰ κερ­δί­σει μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­θα­να­σί­α.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν κι ἔ­κα­νε m­a­s­t­er στὴν Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πέν­τε ­ρες (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1989), τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ­σθέ­νεια τῆς πε­τα­λού­δας (ἐκδ. Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰ­κό­να: Γε­λοι­ο­γρα­φί­α ποὺ συ­νό­δευ­ε τὸ ἄρ­θρο τοῦ Pierre Thuillier, «Dieu, Cantor et l’Infini» (περ. La Recherche, December, 1977), τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τὸν C­a­n­t­or, τὶς θρη­σκευ­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις, τὴν ψυ­χα­σθέ­νειά του καὶ τὴν θε­ω­ρί­α του τῶν ὑ­πε­ρα­ριθ­μή­σι­μων συ­νό­λων.

 

Advertisements

Γιάννης Παπαγιάννης: Δίδυμοι

 

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης

 

Δί­δυ­μοι

 

­ΤΑ­ΝΕ ΔΥ­Ο ΔΙ­ΔΥ­ΜΑ ἀ­γό­ρια τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ὁ­μοί­α­ζαν τὸ ἕ­να μὲ τὸ ἄλ­λο, (ἐ­ὰν βέ­βαι­α πα­ρα­τη­ροῦ­σε κα­νεὶς προ­σε­κτι­κὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, δι­α­πί­στω­νε ὅ­τι ἦ­ταν σχε­δὸν ἴ­δια, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες τους ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, ὁ ἕ­νας, ὁ Μι­χά­λης, ὑ­περ­βο­λι­κὰ σο­βα­ρός, σχε­δὸν ἀ­γέ­λα­στος, κά­πως σὰν τὸν Ἀτ­τί­λα τὸν Οὖ­νο πού, ἀ­π’ ὅ­τι μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὲς πη­γές, δὲν εἶ­χε γε­λά­σει πο­τὲ στὴ ζω­ή του, ὄ­χι βε­βαί­ως πὼς ὁ ἐν λό­γῳ Μι­χά­λης ἦ­ταν ἄ­γριος ὅ­πως ὁ Μογ­γό­λος βάρ­βα­ρος, ἁ­πλῶς ἦ­ταν σο­βα­ρός, ἀ­γέ­λα­στος, ἀν­τι­θέ­τως πρὸς τὸν ἀ­δελ­φό του, Κώ­στα, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὸ μυα­λό του στὸν χα­βα­λὲ καὶ γε­λοῦ­σε ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι δὲν γε­λοῦ­σαν, για­τί τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὰ ἀ­στεῖ­α του ἦ­ταν ἀ­νά­λα­τα). Ἦ­ταν δυ­ὸ νε­α­ρὰ δί­δυ­μα ἀ­γό­ρια, εἰ­κο­σι­δύ­ο χρο­νῶν, μπο­ρεῖ καὶ εἰ­κο­σι­πέν­τε, δὲν ἔ­χουν νό­η­μα τρί­α χρό­νια ὅ­ταν τὰ βλέ­πεις ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ὅ­πως δὲν ἔ­χουν νό­η­μα δύ­ο αἰ­ῶ­νες ὅ­ταν τοὺς βλέ­πεις ἀ­πὸ με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση, ὅ­πως δὲν ἔ­χει νό­η­μα ὁ χρό­νος ὅ­ταν τὸν βλέ­πεις ἀ­πὸ ἄ­πει­ρη ἀ­πό­στα­ση, πα­ρέ­ες εἶ­χαν, γκό­με­νες —σπα­νί­ως— εἶ­χαν, ἀλ­λά, κυ­ρί­ως, εἶ­χαν φί­λους, πολ­λούς, νε­α­ροὺς ὅ­πως οἱ ἴ­διοι, μη­χα­νό­βιους, μὲ ἐν­τοῦ­ρο δι­α­κο­σο­πε­νην­τά­ρες, δι­ό­τι λε­φτὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἀ­κρι­βό­τε­ρα δί­τρο­χα δὲν δι­έ­θε­ταν κι ἐ­πει­δὴ οἱ τσέ­πες τους ἔ­φτα­ναν μό­νο γιὰ βεν­ζί­να, σύ­χνα­ζαν στὴν πλα­τεί­α, ὄ­χι σὲ κά­ποι­α κα­φε­τέ­ρια, ἀλ­λὰ στὴν ἴ­δια τὴν πλα­τεί­α, σ’ ἕ­να τοι­χί­ο ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θόν­του­σαν κι ἔ­πι­ναν μπύ­ρες ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο καὶ τὰ δί­δυ­μα ἀ­δέλ­φια, μό­λις τε­λεί­ω­σαν τὸ στρα­τό, ἔ­πια­σαν δου­λει­ές, χει­ρω­να­κτι­κὲς ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον κι ἔ­βγα­ζαν ἀρ­κε­τὰ λε­φτὰ ἢ τέ­λος πάν­των ἀ­πο­τα­μί­ευ­αν λε­φτὰ ἀ­φοῦ δὲν εἶ­χαν γυ­ναῖ­κες οὔ­τε παι­διὰ νὰ τὰ ξο­δέ­ψουν καὶ κα­τόρ­θω­σαν νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μιὰ πεν­τα­κο­σά­ρα μη­χα­νὴ ποὺ ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ τῆς πα­ρέ­ας, γυ­α­λι­σμέ­νη κι ὄ­μορ­φη καὶ ἦ­ταν τό­σο δε­μέ­νοι με­τα­ξύ τους ποὺ δὲν εἶ­χαν πρό­βλη­μα νὰ μοι­ρά­ζον­ται (μυ­στή­ριο, ὅ­ταν τὴ χρει­α­ζό­ταν ὁ ἕ­νας δὲν τὴν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ὁ ἄλ­λος, ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄλ­λος ἐ­πέ­στρε­φε, ἀ­μέ­σως ὁ ἕ­νας τὴν ἔ­παιρ­νε) κι ἔ­τσι ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν οἱ ζω­ές τους καὶ περ­νά­γα­νε κα­λὰ ἢ του­λά­χι­στον δὲν περ­νά­γα­νε ἄ­σχη­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο, ὁ Μι­χά­λης χά­θη­κε. Ἄ­νοι­ξε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἡ γῆ καὶ τὸν κα­τά­πι­ε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­μει­νε ἦ­ταν τὰ γυα­λιά του, ἕ­να πορ­το­φό­λι ποὺ εἶ­χε μέ­σα ταυ­τό­τη­τα, λί­γα χρή­μα­τα, πολ­λὰ χαρ­τιὰ μὲ τη­λέ­φω­να ἀ­πὸ φί­λους καὶ λί­γα χαρ­τιὰ μὲ τη­λέ­φω­να ἀ­πὸ κο­πέ­λες. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρὸς καὶ ὁ ἕ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, ὁ Κώ­στας, μὲ αὐ­τὰ τὰ λί­γα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ με­ρι­κὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ τοὺς ἔ­δει­χναν μα­ζὶ κι ἄλ­λες ποὺ τοὺς ἔ­δει­χναν μό­νους στὶς ἀ­πο­σκευ­ές του, ἔ­φυ­γε. Με­τα­κό­μι­σε στὸ χω­ριὸ καὶ κα­τοί­κη­σε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα, ἔ­γι­νε ἀ­γρό­της καὶ κα­νέ­νας ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν βρεῖ, εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­λή­θεια ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν προ­σπά­θη­σε καὶ πο­λύ. Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τῆς πα­ρέ­ας εἶ­χαν με­γα­λώ­σει καὶ ἀ­πὸ εἰ­κο­σι­τρί­α εἶ­χαν γί­νει εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα ἢ ἀ­πὸ εἰ­κο­σι­έ­ξι εἰ­κο­σι­ε­πτά, πάν­τως ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μη πα­ρέ­α κι ἔ­τρε­χαν ἀ­κό­μη μὲ μη­χα­νὲς καὶ ἀ­πὸ ἀ­λάρ­γα ἀ­τέ­νι­ζαν τὸν θε­σμὸ τοῦ γά­μου, στὴν πλα­τεί­α ὅ­που ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν στέ­κι τους, ἐμ­φα­νί­στη­κε ὁ Κώ­στας. Εἶ­χε —εἶ­πε— κα­τέ­βει στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει λι­πά­σμα­τα καὶ δὲν ἐ­ξή­γη­σε για­τί ἕ­να χρό­νο ὣς τό­τε δὲν εἶ­χε λι­πά­νει τὰ χω­ρά­φια, οὔ­τε για­τί ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­γο­ρά­σει λι­πά­σμα­τα εἰ­δι­κῶς ἀ­πὸ μα­γα­ζιὰ τῆς Ἀ­θή­νας κι ἔ­τσι πα­ρου­σι­ά­στη­κε φάν­της μπα­στού­νης, χαι­ρέ­τη­σε, σὰ νὰ μὴν εἶ­χε συμ­βεῖ τί­πο­τα, οὔ­τε κου­βέν­τα, στὴν ἀρ­χή, γιὰ τὰ γε­γο­νό­τα ποὺ εἶ­χαν πε­ρά­σει, ἁ­πλῶς τὰ εἴ­πα­νε, ὅ­πως πα­λιά. Ὅ­μως αὐ­τὸς ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κος Κώ­στας, δὲν ἔ­κα­νε πιὰ ἀ­στεῖα, ἦ­ταν σὰν τὸν Ἀτ­τί­λα τὸν Οὖ­νο πού, ἀ­π’ ὅ­τι μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρι­κὲς πη­γές, δὲν εἶ­χε γε­λά­σει πο­τὲ στὴ ζω­ή του, ὄ­χι βε­βαί­ως πὼς ὁ δί­δυ­μος εἶ­χε γί­νει ἄ­γριος ὅ­πως ὁ Μογ­γό­λος βάρ­βα­ρος, ἁ­πλῶς ἦ­ταν σο­βα­ρὸς κι ἀ­γέ­λα­στος κι ἔ­μοια­ζε πο­λὺ μὲ τὸν Μι­χά­λη καὶ τὰ παι­διὰ τῆς πα­ρέ­ας ἔ­κα­ναν συ­χνὰ λά­θος καὶ τὸν φώ­να­ζαν μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του κι αὐ­τὸς ἔ­λε­γε, δὲν πει­ρά­ζει κι αὐ­τοὶ πά­λι ξε­χνι­όν­του­σαν καὶ τὸν φώ­να­ζαν Μι­χά­λη κι ἐ­κεῖ­νος ξα­νὰ ἔ­λε­γε, δὲν πει­ρά­ζει καὶ ξαφ­νι­κὰ τί τὸν ἔ­πια­σε καὶ τοὺς εἶ­πε μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες αὐ­τὰ ποὺ δὲν εἶ­χε πεῖ ἐ­δῶ κι ἕ­να χρό­νο, γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν πεν­τα­κο­σά­ρα γυ­α­λι­σμέ­νη μη­χα­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κά­να­νε ταρ­ζα­νι­ὲς καὶ σοῦ­ζες καὶ τρέ­χα­νε μὲ τα­χύ­τη­τες δι­α­βο­λε­μέ­νες, ἀλ­λὰ ὅ­μως, ἐ­κεί­νη τὴν (τό­τε) στιγ­μὴ ὁ Μι­χά­λης ὄ­χι ἁ­πλῶς δὲν ἔ­τρε­χε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­κί­νη­τος, στα­μα­τη­μέ­νος σὲ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι κι ἕ­νας τα­ξιτ­ζὴς ποὺ μᾶλ­λον τὸν εἶ­χε πά­ρει ὁ ὕ­πνος στὸ τι­μό­νι τὸν χτύ­πη­σε ἀ­πὸ πί­σω καὶ τοῦ πέ­τα­ξε μα­κριὰ τὰ γυα­λιά. Ὕ­στε­ρα ἔ­φυ­γε ὁ Κώ­στας ποὺ τὸν φω­νά­ζα­νε (πιά) Μι­χά­λη καὶ δὲν τὸν εἴ­δα­νε πο­τὲ ξα­νὰ τὰ παι­διά.

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν κι ἔ­κα­νε m­a­s­t­er στὴν Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐργά­ζε­ται ὡς κα­θη­γητὴς στἢ Μέ­ση Ἐκπαί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλίο Πέν­­τε ὧ­ρες (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1989), τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­σθέ­νεια τῆς πε­τα­λού­δας (ἐκδ. Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).