Μαρία Πανούτσου: Ντύσου τὰ ροῦχα τῆς γάτας σου



Μα­ρί­α Πα­νού­τσου


Ντύ­σου τὰ ροῦ­χα τῆς γά­τας σου


Ἡ Ἀϊσ­σά, Amica mia


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄν­τε­χα τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς ἐν­τά­σεις. Ἡ φί­λη μου ἡ Ρου­μά­να μὲ τὴν μι­κρή της γά­τα ἀ­πὸ τὸ Σιάμ, παν­τρευ­ό­ταν καὶ θὰ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ κα­λός της, εἶ­χε ἕ­να σκύ­λο καὶ κα­μί­α συ­ζή­τη­ση στὴν πι­θα­νό­τη­τα γιὰ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν μι­κρὴ γα­τού­λα. «Μιὰ χα­ψιὰ θὰ τὴν κά­νει ὁ σκύ­λος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου» ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ λό­για μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ θὰ τὴν συ­νή­θι­ζε ὁ σκύ­λος μὲ τὸν και­ρὸ καὶ ἐ­κεί­νη αὐ­τόν. Μὲ κλά­μα­τα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὴν Ἀϊσ­σὰ τριῶν μη­νῶν τό­τε, ἡ πρώ­τη της Μα­μά, ἡ Ρου­μά­να. Τὸ γα­τά­κι, ἕ­να ἄ­σπρο μπὲζ πραγ­μα­τά­κι, μὲ κα­φὲ ἤ­δη αὐ­τά­κια, μὲ γα­λά­ζια μά­τια μὲ μιὰ σα­γη­νευ­τι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα, ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­δύ­να­το καὶ πλή­ρως αἰ­σθα­νό­με­νο τὴν μοί­ρα του.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι, χω­ρὶς κὰν νὰ τὸ ἔ­χω προ­σχε­διά­σει καὶ χω­ρὶς προ­ε­τοι­μα­σί­α, ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἡ Ρου­μά­να ἔ­ψα­χνε γιὰ νέ­α μα­μὰ γιὰ τὴν γά­τα της, ἔ­φτα­σα στὴν πόρ­τα της καὶ χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της μὲ τὴν Ἀϊσ­σὰ γαν­τζω­μέ­νη στὴν μπλού­ζα μου , στὸ στῆ­θος μου ἐ­πά­νω, νὰ νοι­ώ­θω τὰ νυ­χά­κια της, νὰ πλη­γώ­νουν τὸ εὐ­αί­σθη­το δέρ­μα. Τὴν κρα­τοῦ­σα μὲ τὰ δύ­ο μου χέ­ρια καὶ τὴν πί­ε­ζα στὴν καρ­διά μου νὰ ἀ­κού­ει τοὺς χτύ­πους της, καὶ ἔ­τσι περ­πα­τή­σα­με μα­ζί, μέ­χρι τὴν οἰ­κί­α μου, ποὺ θὰ ἦ­ταν καὶ οἰ­κί­α τῆς Ἀϊσ­σᾶς. Στὴν δι­α­δρο­μὴ γί­να­με ἕ­να. Μὲ κα­τά­λα­βε καὶ τὴν κα­τά­λα­βα.

       Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α εἶ­χα βά­λει στὴν ζω­ή μου ἕ­να πλά­σμα ποὺ θὰ ἔ­μει­νε μα­ζί μου δε­κα­ο­χτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Τό­σο ἔ­ζη­σε ἡ Ἀϊσ­σά. Κά­πο­τε χρει­ά­στη­κε νὰ φύ­γω γιὰ μιὰ μέ­ρα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πιὰ καὶ μὲ εἶ­χε πιὸ πο­λὺ ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ πο­τέ.

       Τὴν κρα­τοῦ­σε στὴν ζω­ὴ ἡ ἀ­γά­πη μας τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω. Καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα ἡ Ἀϊσ­σὰ δὲν ζοῦ­σε πιά.

       Τὴν Ἀϊσ­σά δὲν τὴν ἔ­βα­λα πο­τὲ σὲ κλου­βά­κι στὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α, στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, στὰ τα­ξί, παν­τοῦ, ὅ­που καὶ νὰ με­τα­κι­νι­ό­μουν ἡ Ἀϊσ­σά, ἦ­ταν μέ­σα στὴν φαρ­διὰ ψά­θι­νη τσάν­τα ποὺ πάν­τα μὲ συ­νό­δευ­ε.

       Κά­πο­τε σὲ μιὰ γι­ορ­τή, στὴν Πλα­τεί­α τῆς Ἰ­ου­λί­δας στὴν νῆ­σο Κέ­α, στὸ νη­σὶ ποὺ βρί­σκω τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἔ­χον­τας τὴν Ἀϊσ­σὰ στὴν ψά­θι­νη τσάν­τα καὶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ κε­φα­λά­κι ἔ­ξω καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς με­τα­κι­νή­σεις μας, νὰ εὐ­φραί­νε­ται, μὲ ὅ­σα ἔ­βλε­πε, περ­πα­τού­σα­με λοι­πὸν κα­μα­ρω­τὲς καὶ οἱ δύ­ο καὶ γε­μά­τες πε­ρι­έρ­γεια γιὰ ὅ­σα συ­ναν­τού­σα­με γύ­ρω μας. Μὲ πλη­σιά­ζει τό­τε ὁ κύ­ριος Μοῦν­τος ἕ­νας πο­λὺ-πο­λὺ γέ­ρος φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κέ­α ποὺ εἶ­χα τὴν χα­ρὰ νὰ γνω­ρί­σω, κοι­τά­ζει τὴν γά­τα ποὺ ἤ­ρε­μη τὸν κοί­τα­ζε καὶ ἐ­κεί­νη καὶ λέ­ει: «Αὐ­τὸ μό­νο βα­σι­λιά­δες μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν» καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὁ κὺρ Δη­μή­τρης μὲ τὸ πα­ρα­τσού­κλι Μοῦν­τος, δὲν ἔ­λε­γε πολ­λά. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Εἶ­χε τὶς στα­θε­ρὲς ἀ­ξί­ες ποὺ εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τα πα­λιὰ καὶ ἂς φαί­νον­ταν λι­γό­τε­ρο δη­μο­κρα­τι­κές, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἔν­τι­μος, ἄν­θρω­πος.

       Εἶ­χε δί­κιο ὁ κὺρ Δη­μή­τρης. «Μό­νο ἐ­μεῖς μπο­ρού­σα­με Ἀϊσ­σὰ νὰ τα­ξι­δεύ­ου­με ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κὰν νὰ τολ­μοῦν νὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴ ἀ­σφά­λεια ποὺ ἔ­κρυ­βε ἡ ἀ­γά­πη μας.» Ἡ Ἀϊσ­σὰ μὲ συν­τρό­φευ­ε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα ὅ­ταν μό­νη στὶς θε­α­τρι­κὲς δο­κι­μὲς μιᾶς ὄ­χι καὶ τό­σο εὐ­χά­ρι­στης μαρ­τυ­ρί­ας, τό­τε ποὺ δὲν ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὲς τὶς δο­κι­μές, οὔ­τε ὁ βο­η­θὸς οὔ­τε κα­νεὶς συ­νερ­γά­της. Ἔ­βα­ζα τὴν Ἀϊσ­σὰ σὲ ἕ­να κα­ρε­κλά­κι ἀ­πέ­ναν­τί μου καὶ ξε­κι­νοῦ­σα. Ἐ­κεί­νη μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς νὰ σα­λεύ­ει γιὰ τρεῖς μὲ τέσσερις ὧ­ρες μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­λει­πτα καὶ ἡ προ­σο­χή της μὲ κρα­τοῦ­σε σὲ με­γά­λη πει­θαρ­χί­α καὶ ἔν­τα­ση.

       Πάν­τα ἡ φω­το­γρα­φί­α σου δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου amica mia καὶ τὸ αἴ­σθη­μα τῆς μα­ται­ό­τη­τας ποὺ πε­ρι­ο­ρί­στη­κε κά­πως μὲ τὸν θά­να­τό σου. Εἶ­πα «ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἡ Ἀϊσ­σὰ μπο­ρῶ νὰ φύ­γω καὶ ἐ­γώ». Ἡ Ἀϊσ­σὰ εἶ­ναι θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ μιὰ Χα­ρου­πιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ κτή­μα­τος στὴν Κέ­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Πα­νού­τσου (Ἀ­θή­να) Σπού­δα­σε μου­σι­κή, χο­ρό, θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ καὶ φω­το­γρα­φί­α στὴν Ἑλ­λά­δα, Ἀγ­γλί­α, Πο­λω­νί­α. Ασχολεῖται μὲ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴν ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ 1979. Ἔ­ζη­σε στὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α στὸ Ἰ­ράκ, στὴν Κύ­προ καὶ στὸν Λί­βα­νο. Ἔχει ἐκ­δώ­σει τρεὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τελευταῖο της βιβλίο Περ­πα­τών­τας στὸ δα­κτύ­λιο τοῦ Κρό­νου Ἢ Οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις ἑ­νὸς ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸ City.


		
Advertisements